Legislator Case Law & Legislation
1101/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting arguments regarding death of a party and insufficient reasoning.

Case Number 1101/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's final judgment. The appellant argued that the lower court failed to provide sufficient reasoning and that the appellant's death should have halted the proceedings. The court rejected these claims, ruling that the appellant's arguments regarding the reduction of assets were merely denials of the plaintiff's case facts rather than independent grounds for appeal, and that the appeal was inadmissible because it challenged a non-appealable factual decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 290, 291, 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The death of a party does not automatically suspend proceedings if the successor has not formally requested to resume the trial, and an appeal challenging a non-appealable factual determination is inadmissible.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility death of a party insufficient reasoning non-appealable decision succession of rights court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 290 of the Code of Civil Procedure
Article 291 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1101 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1101/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Σ. του Α., ο οποίος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους καθών η κλήση.

Της αναιρεσιβλήτου - καλούσας: Ν. (Ν.) Σ. του Α., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Οικονόμου.

Των καθών η κλήση : 1) Σ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 2) Β. Σ. του Δ., κατοίκου ... και 3) Ε. Σ. του Δ., κατοίκου .... Ο πρώτος καθού η κλήση εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κιαουλιά, ενώ οι δεύτερη και τρίτη δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-1997 αγωγή του αρχικού διαδίκου Δ. Σ. και την από 9-7-1997 αγωγή της Ν. Σ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9595/1998 μη οριστική και 4321/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4547/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 17-5-2016 αίτησή του. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 24-7-2020 κλήση της καλούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του πρώτου καθού η κλήση ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α' και 287 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, έως ότου τελειώσει η συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον, που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος μπορεί εκούσια να επαναλάβει τη δίκη (άρθρ. 290 ΚΠολΔ), ενώ η δίκη επαναλαμβάνεται αναγκαστικά και από τον αντίδικο του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, προσκαλώντας τον για το σκοπό αυτό με κοινοποίηση δικογράφου (άρθρ. 291 ΚΠολΔ), εφόσον βέβαια έχει παρέλθει προθεσμία αποποίησης της κληρονομίας του άρθρου 1847 ΑΚ (ΑΠ 75/2021, ΑΠ 27/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, κατά την ορισθείσα για τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης δικάσιμο της 13-3-2017, ο δικηγόρος Πειραιώς Γεώργιος Κιαουλιάς με την από 6-3-2017 δήλωσή του κατ' άρθρο 287 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά, σε συνδυασμό με την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από 10-3-2017 δήλωσή του, γνωστοποίησε το γεγονός ότι ο αναιρεσείων Δ.

Σ., του οποίου ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος δυνάμει του υπ' αριθμ. .../25-5-2016 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Έλλης Καλιτσουνάκη, απεβίωσε στις 19-1-2017, όπως τούτο προέκυπτε από την επισυναφθείσα στην ανωτέρω δήλωση υπ' αριθμ. …/1/2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξίαρχου του Δήμου Παπάγου-Χολαργού Αττικής, με αποτέλεσμα με τη δήλωση αυτή να επέλθει βίαιη διακοπή της δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 286 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την από 20-9-2013 ιδιόγραφη διαθήκη του αναιρεσείοντος Δ. Σ., η οποία δημοσιεύθηκε με το 1760/30-3-2017 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ο διαθέτης κατέλειπε μοναδικούς κληρονόμους του τον αδελφό του Σ. Σ. του Α. και τις δύο θυγατέρες του Β. και Ε. Σ. του Δ., οι οποίοι δεν αποποιήθηκαν την κληρονομία, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα πιστοποιητικά του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Η αναιρεσίβλητη επανέλαβε τη βιαίως διακοπείσα δίκη, καλώντας τους ανωτέρω κληρονόμους του αναιρεσείοντος για συζήτηση, οι οποίοι υπεισήλθαν στη δικονομική του θέση, με την από 6-12-2018 κλήση της, για την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 30-3-2020, κατά την οποία, όμως, η συζήτησή της ματαιώθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 με την από 13-4-2020 Π.Ν.Π., η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 74 παρ. 1 του Ν. 4690/2020.

Ήδη με την από 24-7-2020 νέα κλήση της αναιρεσίβλητης νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (ΑΠ 462/2019 - ΑΠ 294/2019). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 119/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας αποδεικνύεται ότι με επίσπευση της αναιρεσίβλητης δυνάμει της ανωτέρω αναφερόμενης από 24-7-2020 κλήσης, ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η στην αρχή της παρούσας απόφασης αναφερομένη. Όπως δε προκύπτει από τις με αριθμούς 2571 Γ και 2570 Γ/13-10-2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Α.

Ρ., που επικαλείται και προσκομίζει η καλούσα-αναιρεσίβλητη, ακριβές αντίγραφο της από 24-7-2020 κλήσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις δεύτερη και τρίτη των καθών η κλήση αντίστοιχα. Ωστόσο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο από τη σειρά του σχετικού πινακίου, οι εν λόγω δεύτερη και τρίτη των καθών η κλήση δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Πρέπει, επομένως η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη από 17-5-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 4547/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων:

Η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 9-7-1997 αγωγή αποκτημάτων κατά του τότε εν διαστάσει συζύγου της-εναγομένου-αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε, κατ' επιτρεπτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει το ποσό των 27.423.500 δραχμών, λόγω της συμβολής της στην επαύξηση της περιουσίας του τελευταίου σε ποσοστό 1/2.

Επίσης, ο αναιρεσείων άσκησε κατά της εν διαστάσει τότε συζύγου του την από 15-11-1997 αγωγή αποκτημάτων, με την οποία ζήτησε, κατ' επιτρεπτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης να του καταβάλει το ποσό των 58.794.000 δραχμών, λόγω της συμβολής του στην επαύξηση της περιουσίας της τελευταίας σε ποσοστό 100%.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών στο οποίο ασκήθηκαν οι δύο αγωγές, αφού συνεκδίκασε τις αγωγές αυτές, εξέδωσε αρχικά την 9595/1998 προδικαστική του απόφαση, με την οποία έταξε αποδείξεις και στη συνέχεια την 4321/2009 οριστική του απόφαση, με την οποία, δέχθηκε εν μέρει την πρώτη αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να της καταβάλει το ποσό των 20.050,86 ευρώ, ενώ δέχθηκε εν μέρει και τη δεύτερη ως άνω αγωγή του αναιρεσείοντος και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να του καταβάλει το ποσό των 2.935 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο αναιρεσείων άσκησε την από 17-11-2011 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 4547/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 1400 ΑΚ, όπως διαμορφώθηκε με το ν.1329/1983: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες".

Από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 1400 ΑΚ προκύπτουν, πλην άλλων και τα εξής: Προϋποθέσεις της αξίωσης του δικαιούχου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι : α)η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β)η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου αφότου τελέσθηκε ο γάμος, γ)η συμβολή με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή της περιουσίας του υποχρέου κατά τη διάρκεια του γάμου και δ)αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου συζύγου και της συμβολής του ενάγοντος δικαιούχου συζύγου.

Η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ. ΑΠ 28/1996). Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξιώσεως, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της έγερσης της αγωγής, εάν προκύπτει διαφορά μεταξύ του χρόνου αυτού και του χρόνου της αμετάκλητης λύσεως του γάμου ή της συμπληρώσεως της τριετούς διαστάσεως (ΑΠ 528/2015, ΑΠ 1029/2013).

Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γέννησης της αξίωσης (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Ο χρόνος λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν.

Κατά το χρόνο δε γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 3/2016, ΑΠ 1357/2015). Η συμβολή αυτή του τελευταίου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του (ΑΠ 1978/2014).

Συγκεκριμένα, κατά την διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1390 του ιδίου Κώδικα στην υποχρέωση του προηγουμένου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.

Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση. (ΑΠ 1048/2009). Η αποτίμηση όμως των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής.

Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται, ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν.

Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ' είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 566/2014, ΑΠ 1059/2014). Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου.

Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή, Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος, να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 438/2007, ΑΠ 1646/2014). Έτσι, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδαφ.

β' του ΑΚ μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.

Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλά απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιούσιας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.

Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και δεν απέδειξε καμία πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε, δεν απέδειξε, ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου).

Στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων ή η ενάγουσα, κατ' επιτρεπτή ανταπόδειξη, μπορεί να επικαλεσθεί και αποδείξει την οποιαδήποτε συμβολή έστω και αν είναι μικρότερη από το 1/3. (ΑΠ 566/2014, ΑΠ 1978/2014, ΑΠ 193/2010). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998).

Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.

Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ και, ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων έχει ηττηθεί στον πρώτο βαθμό η νόμιμη επαναφορά του ισχυρισμού του στο Εφετείο μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορεί να γίνει (ΑΠ 1507/2018, 142/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Επιπλέον, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα, κατ' ένσταση ή αντένσταση, ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών της αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 2120/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, δέχθηκε τα ακόλουθα: ?Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο θρησκευτικό γάμο στην Αθήνα την 19η Φεβρουαρίου 1981 και απέκτησαν δύο θυγατέρες, που ήδη είναι ενήλικες. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάσθηκε κατά μήνα Δεκέμβριο του έτους 1993, ώστε κατά τον αντίστοιχο μήνα Δεκέμβριο του έτους 1996 συμπληρώθηκε χρονικό διάστημα τριετίας συνεχούς διασπάσεως.

Κατά την τέλεση του γάμου τους η διάδικος Ν. (Ν.) Σ. δεν είχε συγκεκριμένα δικά της περιουσιακά στοιχεία ενώ ο διάδικος Δ. Σ. είχε στην κυριότητά του τα κατωτέρω περιουσιακά στοιχεία: α) Το υπό στοιχεία Γ-2 διαμέρισμα του τρίτου υπέρ το ισόγειο ορόφου επί πολυκατοικίας κειμένης επί της οδού ... στην …, β) το υπό στοιχείο (1) διαμέρισμα του δευτέρου υπέρ την πιλοτή ορόφου και τον υπό στοιχείο (5) χώρο του βοηθητικού κτίσματος πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην … επί των οδών ....

Κατά το χρόνο του γάμου τους ο Δ. Σ. ήταν συνταξιούχος πλοίαρχος του Ε.Ν. λόγω αναπηρίας συνεπεία εργατικού ατυχήματος. Ο ίδιος, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, απέκτησε τα εξής περιουσιακά στοιχεία: α) το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ. επιβατικό αναπηρικό αυτοκίνητο μάρκας AUDI, που αγοράστηκε το έτος 1990, καινούργιο, αντί τιμήματος 2.450.000 δραχμών, όπως αποδεικνύεται από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. ...

και ... αποδείξεις της εταιρείας "....", στο οποίο (τίμημα) περιλαμβάνεται και το ποσό των 350.000 δραχμών, που εισέπραξε από την πώληση του παλαιού αυτοκινήτου του μάρκας FIAT 128. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος-ενάγοντος, που προβάλλεται και ως λόγος εφέσεως, ότι από την προαναφερθείσα πώληση του παλαιού αυτοκινήτου του εισέπραξε ποσό 560.000 δραχμών, που αναφέρεται και στην από αυτόν επικαλούμενη και προσκομιζόμενη απόδειξη της εταιρείας "....", ελέγχεται ως αβάσιμος κατ' ουσία και είναι απορριπτέος, διότι αφ' ενός η παραπάνω απόδειξη ως ιδιωτικό έγγραφο χωρίς βέβαιη χρονολογία είναι μειωμένης αξιοπιστίας και αφ' ετέρου το ποσό των 560.000 δραχμών δεν συμβαδίζει με τις τρέχουσες τιμές αγοράς μεταχειρισμένων αυτοκινήτων του τύπου, περί του οποίου γίνεται εδώ λόγος, παλαιότητας 12 ετών, όπως ήταν το εν λόγω αυτοκίνητο.

Η αξία του αγορασθέντος νέου αυτοκινήτου, κατά τον χρόνο συμπληρώσεως της τριετούς διάστασης των διαδίκων, αλλά και κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ανερχόταν, λόγω της φυσιολογικής φθοράς από την χρήση του και της εν τω μεταξύ παλαιότητάς του, στο ποσό των 1.500.000 δραχμών. Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια του γάμου τους η περιουσία της διαδίκου Ν.

Σ. αυξήθηκε ως προς τα κατωτέρω περιουσιακά στοιχεία: α) Κατά ποσοστό ενός δευτέρου (1/2) εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, εκτάσεως 601,02 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." στη ..., δυνάμει του υπ' αριθμ. …/4-5-1989 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελευθερίας Κούκα, νομίμως μεταγραφέντος, για την αγορά του οποίου η ίδια κατέβαλε το ποσό των 2.500.000 δραχμών.

Το υπόλοιπο ένα δεύτερο (1/2) εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου αγοράστηκε από το διάδικο Δ. Σ. με το ίδιο συμβόλαιο, ο οποίος κατέβαλε επίσης το ποσό των 2.500.000 δραχμών, ώστε η συνολική αξία του οικοπέδου κατά το χρόνο αγοράς ανερχόταν στο ποσό των 5.000.000 δραχμών, που καταβλήθηκε με μία ενιαία τραπεζική επιταγή εκδοθείσα επ' ονόματι του Δ.

Σ., αλλά με χρήματα αμφοτέρων των διαδίκων. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι τα χρήματα του τιμήματος δόθηκαν όλα παρ' αυτού, ο οποίος μάλιστα εισήγαγε από το εξωτερικό το μεγαλύτερο μέρος (3.975.000 δρχ.) από λογαριασμό συναλλάγματος, δεν ευρίσκει επαρκές ουσιαστικό έρεισμα στο αποδεικτικό υλικό, λαμβανομένου ιδίως υπ' όψη ότι ο λογαριασμός συναλλάγματος, τον οποίο επικαλείται εν προκειμένω ο εκκαλών, ήταν κοινός του ιδίου, της συζύγου του Ν.

Σ. και τρίτου προσώπου με το όνομα Π. Μ. β) Με τη συμβολή του τότε συζύγου της Δ. Σ. σε ποσοστό 50% προέβη στην αγορά κατά το έτος 1990 του υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ. επιβατικού αυτοκινήτου μάρκας VOLKS WAGEN GOLF, το τίμημα του οποίου (2.919.000 δραχμές) πληρώθηκε από κοινό λογαριασμό των διαδίκων. Μάλιστα τότε η διάδικος Ν.

Σ. δεν είχε λάβει άδεια οδηγήσεως αυτοκινήτου. Η αγοραία αξία του εν λόγω αυτοκινήτου κατ' έτος 1996, που συμπληρώθηκε η τριετής διάσταση των διαδίκων και βρισκόταν στην περιουσία της εξ αυτών Ν. Σ., αλλά και κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ανερχόταν στο ποσό των 1.500.000 δραχμών. Ως προς τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία κατά τα οποία επήλθε επαύξηση της περιουσίας της διαδίκου Ν.

Σ., ο ισχυρισμός του αντιδίκου πρώην συζύγου της Δ. Σ. ότι αγοράστηκαν αποκλειστικά με δικά του χρήματα, που προβάλλεται και ως λόγος εφέσεως, ελέγχεται ως αβάσιμος κατ' ουσία και είναι απορριπτέος. Το ποσό των 18.847.000 δραχμών, που ήταν κατατεθειμένο στην υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό των διαδίκων στην Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.

προερχόταν από κοινές αποταμιεύσεις των διαδίκων και ανήκε σε αμφοτέρους, αφού εξ ουδενός στοιχείου αποδεικνύεται ότι προερχόταν αποκλειστικά από δραχμοποίηση ποσών σε συνάλλαγμα που είχε ο ενάγων πριν, αλλά και μετά την τέλεση του γάμου του σε τράπεζες του εξωτερικού. Άλλωστε, δεν προσκομίζεται λογαριασμός ξένης Τράπεζας, ώστε να αποδεικνύεται ότι ο ενάγων διατηρούσε καταθέσεις σε συνάλλαγμα, ενώ οι από 13-2-1974 και 18-1-1976 βεβαιώσεις της εταιρείας "..." αναφέρονται σε χρόνο προγενέστερο του γάμου των διαδίκων.

Ολόκληρο το ποσό αυτό την 11-1-1994 ο διάδικος Δ. Σ. ανέλαβε από τον ανωτέρω λογαριασμό, ισχυριζόμενος, όπως προαναφέρθηκε, ότι το ποσό αυτό απέκτησε χωρίς τη συμβολή της αντιδίκου του και προερχόταν από δραχμοποίηση αποδοχών του σε συνάλλαγμα, τις οποίες ελάμβανε ως ναυτικός από το έτος 1964 μέχρι το τέλος του 1978.

Ο ισχυρισμός του αυτός, που προβάλλεται και ως λόγος εφέσεως, ελέγχεται ως αβάσιμος κατ' ουσία και είναι απορριπτέος. Περαιτέρω, τα κινητά πράγματα, τα οποία παρέμειναν στην επί της οδού ... συζυγική οικία μετά την αποχώρηση του διαδίκου Δ. Σ. από αυτή, εκ των οποίων ορισμένα είχε αποκτήσει ο ίδιος πριν την τέλεση του γάμου του, ενώ άλλα είχαν δωρηθεί σε αυτόν από τη μητέρα του, δεν αποτελούν απόκτημα με την έννοια του άρθρου 1400 ΑΚ, αφού ως προς αυτά δεν έχει επέλθει επαύξηση της περιουσίας διαρκούντος του γάμου με τη συμβολή καθ' οιοδήποτε ποσοστό της συζύγου του Ν.

Σ., όπως και η τελευταία συνομολογεί με τις προτάσεις της ότι ανήκουν στην κυριότητά του. Μερικά εξ αυτών, κυρίως αντικείμενα του οικιακού εξοπλισμού, είχαν μεν παραμείνει στη συζυγική οικία μετά την αποχώρησή του από αυτήν, όμως είτε αχρηστεύθηκαν πλήρως είτε απαξιώθηκαν σημαντικά από τη συνήθη χρήση τους και δεν αντιπροσωπεύουν κάποιο υπολογίσιμο οικονομικό μέγεθος, είτε, τέλος, εγκαταλείφθηκαν από τη διάδικο Ν.

Σ. στην παραπάνω οικία κατά την επακαλουθήσασα αποχώρηση και της ίδιας από αυτήν, καθισταμένου έτσι απορριπτέου κατ' ουσία του σχετιζόμενου με αυτά κονδυλίου του διαδίκου (ενάγοντος) Δ. Σ., όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ώστε ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της υπό κρίση εφέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος κατ' ουσία και πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο διάδικος Δ. Σ., πριν την τέλεση του γάμου του, από το έτος 1964 και μέχρι το έτος 1978, ασκούσε το επάγγελμα του ναυτικού. Επειδή, όμως , προσεβλήθη από τη νόσο BURGER το έτος 1978 και υποβλήθηκε σε ακρωτηριασμό κνήμης, σταμάτησε να ασκεί το εν λόγω επάγγελμα και από 1-4-1980 του χορηγήθηκε από το Ν.Α.Τ.

αναπηρική σύνταξη με ποσοστό αναπηρίας 73%, η οποία ανερχόταν στο ποσό των 16.537 δραχμών μηνιαίως. Έκτοτε εργάστηκε ως υπάλληλος στις οικοδομικές επιχειρήσεις "..." από το Φεβρουάριο του έτους 1981 μέχρι το Μάιο του ίδιου έτους με μηνιαίο μισθό 15.000 δραχμές, όπως αποδεικνύεται από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής.

Επίσης, εργάστηκε ως νυκτοφύλακας στις παιδικές κατασκηνώσεις του ... στον ..., στην Ναυτιλιακή Εταιρία "..." ως προϊστάμενος του Τμήματος Πληρωμάτων και από 11-4-1983 παρείχε τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος γραφείου στα κεντρικά γραφεία της Εστίας Ναυτικών. Οι ετήσιες αποδοχές του ανέρχονταν, συμπεριλαμβανομένων δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδομάτων αδείας, το έτος 1981 σε 178.930 δραχμές, το έτος 1982 σε 300.581 δραχμές, το έτος 1983 σε 706.666 δραχμές, το έτος 1984 σε 946.367 δραχμές, το έτος 1985 σε 1.123.889 δραχμές, το έτος 1986 σε 1.230.370 δραχμές, το έτος 1987 σε 1.360.660 δραχμές, το έτος 1988 σε 1.649.171 δραχμές, το έτος 1989 σε 1.975.331 δραχμές, το έτος 1990 σε 2.354.330 δραχμές, το έτος 1991 σε 2.833.416 δραχμές, το έτος 1992 σε 3.171.537 δραχμές και το έτος 1993 σε 3.374.361 δραχμές.

Η διάδικος Ν. Σ., κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον αντίδικό της, εργαζόταν ως νοσηλεύτρια στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Αθηνών "..." και οι ετήσιες αποδοχές της το έτος 1982 ανέρχονταν σε 561.539 δραχμές, το έτος 1983 σε 596.002 δραχμές, το έτος 1984 σε 729.284 δραχμές, το έτος 1985 σε 975.396 δραχμές, το έτος 1986 σε 1.129.733 δραχμές, το έτος 1987 σε 1.364.242 δραχμές, το έτος 1988 σε 1.558.695 δραχμές, το έτος 1989 σε 2.145.017 δραχμές, το έτος 1990 σε 2.551.412 δραχμές, το έτος 1991 σε 2.843.057 δραχμές, το έτος 1992 σε 3.191.077 δραχμές και το έτος 1993 σε 3.295.253 δραχμές.

Συνακόλουθα προς όλα τα παραπάνω, η υπό κρίση αγωγή του διαδίκου Δ. Σ. (10485/17.11.1997), περί συμμετοχής του στην αύξηση της περιουσίας της εναγομένης συζύγου του κατά τη διάρκεια του γάμου τους σε ποσοστό 100%, ελέγχεται εν μέρει (κατά ποσοστό συμμετοχής 50%) ως ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, αφού, κατά το χρόνο συμπληρώσεως της τριετούς διαστάσεως αλλά και κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, η περιουσία της εναγομένης είχε αυξηθεί ως προς την αξία του παραπάνω αυτοκινήτου μάρκας VOLKS WAGEN GOLF, που ανερχόταν κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα σε 2.000.000 δραχμές ή 5.870,00 ευρώ και έχει υποχρέωση να αποδώσει στον ενάγοντα-εκκαλούντα, ως μέρος της δικής του συμβολής, κατά το ήμισυ, ήτοι κατά το ποσό των 2.935,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, με δεδομένη την αποδεδειγμένη συμβολή του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης σε ποσοστό 50%, όπως για το ζήτημα αυτό ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, ενώ η περιουσία του ίδιου κατά τη διάρκεια του γάμου του αυξήθηκε α) κατά το ποσό των 18.847.000 δραχμών, το οποίο ο εκκαλών-ενάγων ανέλαβε την 11-1-1994 από τον κοινό λογαριασμό τους και β) κατά το ποσό των 1.500.000 δραχμών, που ήταν η αξία του επιβατικού αυτοκινήτου Audi κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ήτοι κατά το συνολικό ποσό των 20.347.000 δραχμών ή 59.712,40 ευρώ.

Στην αύξηση αυτή η ενάγουσα της 6541/11.7.1997 αγωγής Ν. Σ., ενόψει των προαναφερθέντων εισοδημάτων της, αλλά και της καθοριστικής συμβολής της στην αντιμετώπιση των αναγκών του οικογενειακού οίκου και της ανατροφής των δύο θυγατέρων των διαδίκων, που υπερβαίνει το εκ του νόμου επιβαλλόμενο μέτρο, υπολογίζεται ότι είχε συμμετοχή σε ποσοστό ενός τρίτου (1/3), όπως ορθά και με τις ίδιες, ως άνω, αιτιολογίες έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, το οποίο απέρριψε την ένσταση του εναγομένου περί μηδενικής συμμετοχής.

Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η εν λόγω διάδικος Ν. Σ. διατηρούσε και ατομικό δικό της τραπεζικό λογαριασμό (υπ' αριθμ. 006 01 008778 71 της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος), που εμφάνιζε κατά μήνα Δεκέμβριο του έτους 1996 υπόλοιπο 3.802.775 δραχμών, αφού το ποσό αυτό είναι σχεδόν ασήμαντο και δεν συμβαδίζει με τις δυνατότητές της για αποταμίευση εκ των προαναφερθέντων εισοδημάτων της.

Ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της υπό κρίση εφέσεως, επομένως, ελέγχεται ως αβάσιμος κατ' ουσία και πρέπει να απορριφθεί. Όμως, στο ζήτημα της εις χρήμα αποτιμήσεως της αυξήσεως της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προσδιορίζοντας την αξία αυτή στο ποσό των 20.497.000 δραχμών, αντί του ορθού ποσού των 20.347.000 δραχμών, που σημειώθηκε ανωτέρω, έσφαλε ως προς την εκτίμηση και την αξιολόγηση του ενώπιον του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού, όπως βάσιμα εν μέρει παραπονείται ο εκκαλών-εναγόμενος με το σχετικό λόγο της υπό κρίση εφέσεώς του?.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, αφού απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά το μέρος της, με το οποίο στρεφόταν κατά του κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης που αφορούσε την αγωγή του αναιρεσείοντος, η οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή για το ποσό των 2.935 ευρώ, δέχθηκε την έφεση κατά το μέρος της με το οποίο στρεφόταν κατά του κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης που αφορούσε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή κατά το σχετικό της κεφάλαιο, αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου-αναιρεσείοντος να καταβάλει στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη το ποσό των 19.904,13 ευρώ.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι η αναιρεσίβλητη, τόσο στην αγωγή της, όσο και στις προτάσεις της και στις ενστάσεις της έναντι της αντίθετης αγωγής του δεν κάνει λόγο για καθοριστική συμβολή της στην αντιμετώπιση των αναγκών του οικογενειακοί οίκου και της ανατροφής των θυγατέρων τους, που υπερβαίνει το εκ του νόμου επιβαλλόμενο μέτρο, ενόψει του αιτήματός της για συμμετοχή της στα αποκτήματά του σε ποσοστό 50% ή έστω στο τεκμαιρόμενο από το νόμο ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στην αύξηση της περιουσίας του, με αποτέλεσμα την αοριστία τόσο της αγωγής της όσο και της σχετικής ένστασής της.

Πλην όμως, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι προέβαλε τον ισχυρισμό αυτό περί αοριστίας στο Εφετείο με λόγο έφεσης έναντι της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 2050/2007). Με τον ίδιο πρώτο λόγο και κατά το δεύτερο σκέλος του ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθώς, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη συμμετείχε στην επαύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια του γάμου τους σε ποσοστό 1/3 ενόψει της καθοριστικής συμβολής της στην αντιμετώπιση των αναγκών του οικογενειακού οίκου και της ανατροφής των δύο θυγατέρων τους, που υπερβαίνει το εκ του νόμου επιβαλλόμενο μέτρο, παραλείπει να προβεί σε χρηματική αποτίμηση των αναγκών αυτών, ώστε η διαφορά τους με τα από αυτήν συνολικά προσφερόμενα να αποτελέσει το ποσό της υπέρβασης του επιβαλλόμενου από την υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρου.

Επί του λόγου αυτού της αναίρεσης πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Κατ' αρχάς, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), και για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της από 9-7-1997 αγωγής της αναιρεσίβλητης, η τελευταία στήριξε την απαίτησή της για τη συμμετοχή της στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος σε ποσοστό 1/2, στην πραγματική συμβολή, επικαλούμενη την προσφορά των εισοδημάτων της από την εργασία της, που ήταν παραπλήσια των εισοδημάτων του αναιρεσείοντος.

Δεν γίνεται δε λόγος στην αγωγή για τη συμμετοχή της αυτή με την προσφορά της στην αντιμετώπιση των αναγκών του οικογενειακού οίκου και της ανατροφής των δύο θυγατέρων των διαδίκων, που μάλιστα υπερέβαινε το εκ του νόμου επιβαλλόμενο μέτρο. Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε και με τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και τη συμμετοχή της στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος με τα εισοδήματά της από την εργασία της στο τεκμαιρόμενο ποσοστό του 1/3, δεχόμενο ειδικότερα και κατά την ενδιαφέρουσα εν προκειμένω παραδοχή της ότι ?...Στην αύξηση αυτή η ενάγουσα της 6541/11-7-1997 αγωγής Ν.

Σ., ενόψει των προαναφερθέντων εισοδημάτων της, αλλά και της καθοριστικής συμβολής της στην αντιμετώπιση των αναγκών του οικογενειακού οίκου και της ανατροφής των δύο θυγατέρων των διαδίκων, που υπερβαίνει το εκ του νόμου επιβαλλόμενο μέτρο, υπολογίζεται ότι είχε συμμετοχή σε ποσοστό ενός τρίτου (1/3)...?.

Επομένως, ενόψει των παραδοχών αυτών του Εφετείου για τη συμβολή της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος με τα εισοδήματά της, όπως άλλωστε εκτίθετο στην αγωγή της, η επί πλέον παραδοχή της απόφασης ?...αλλά και της καθοριστικής συμβολής της στην αντιμετώπιση των αναγκών του οικογενειακού οίκου και της ανατροφής των δύο θυγατέρων των διαδίκων, που υπερβαίνει το εκ του νόμου επιβαλλόμενο μέτρο? και ανεξάρτητα του γεγονότος ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη με την αγωγή της, ως εκ περισσού και πλεοναστικά διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή της αναιρεσίβλητης δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, δεδομένου ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς με την παραδοχή της περί της συμβολής της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος με την προσφορά των εισοδημάτων της σε ποσοστό 1/3.

Επομένως, οι σχετικές με τον ανωτέρω λόγο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αλυσιτελείς και για το λόγο αυτό απορριπτέες. Τούτο δε, αν επί πλέον ληφθεί υπόψη ότι οι υπόλοιπες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με τον ίδιο ως άνω λόγο για ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα κρίσιμα ζητήματα του προσδιορισμού της κατά τη διάρκεια του γάμου αύξησης της περιουσίας του αναιρεσείοντος και της συμβολής της αναιρεσίβλητης στην αύξηση αυτή, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, δεδομένου ότι το Εφετείο με πλήρεις, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμα της συμβολής της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος με τα αναφερόμενα εισοδήματά της από την εργασία της, παραθέτοντας και τα εισοδήματα του τελευταίου.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, προβάλλει με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 10-10-1990 εντάλματος πληρωμής τριών επιταγών συνολικού ποσού 560.000 δραχμών. Ότι ειδικότερα, το Εφετείο διάβασε τελείως διαφορετικά το περιεχόμενο του ανωτέρω εντάλματος πληρωμής, από το οποίο, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, προέκυπτε ότι έλαβε το ανωτέρω ποσό των 560.000 δραχμών ως τίμημα για την πώληση του παλαιού αυτοκινήτου του μάρκας FIAT 128, πλέον του ποσού των 200.000 δραχμών που είχε λάβει ως προκαταβολή, με αποτέλεσμα να αχθεί στην εσφαλμένη κρίση ότι από την πώληση του αυτοκινήτου αυτού έλαβε μόνο το ποσό των 350.000 δραχμών, με το οποίο στη συνέχεια συμπλήρωσε το τίμημα ποσού 2.450.000 δραχμών που κατέβαλε για την αγορά του με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε. αναπηρικού αυτοκινήτου του μάρκας AUDI. Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα για την αξία του παλαιού αυτοκινήτου μάρκας FIAT 128, όχι αποκλειστικά στο έγγραφο αυτό, αλλά σύμφωνα με τις παραδοχές του, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, το συνεκτίμησε σε σχέση και με την παλαιότητα των 12 ετών του εν λόγω αυτοκινήτου.

Ισχυρίζεται, περαιτέρω ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της άδειας κυκλοφορίας του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου του μάρκας AUDI 80, 1.600 κ.εκ., παραβλέποντας ότι επρόκειτο για αναπηρικό αυτοκίνητο και επομένως δύσκολα μεταβιβάσιμο, λόγω του νομικού καθεστώτος υπό το οποίο κυκλοφορούσε, με αποτέλεσμα να αχθεί στην εσφαλμένη κρίση ότι η αξία του ανερχόταν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στο ποσό του 1.500.000 δραχμών, αντί της πραγματικής του αξίας στο ποσό του 1.120.000 δραχμών.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά, αφού το διέγνωσε σωστά, αναφέροντας μάλιστα ότι πρόκειται για αναπηρικό αυτοκίνητο, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Με το τρίτο σκέλος του δευτέρου αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 54739/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποίαν, ο μεν αδελφός του Σ. Σ. κρίθηκε αθώος της κατηγορίας της ψευδορκίας μάρτυρα για όλα όσα κατέθεσε στην 46/2000 εισηγητική έκθεση, μεταξύ των οποίων και για τα της κτήσης των ανωτέρω αναφερομένων αυτοκινήτων, των ποσών αγοράς και πώλησης αυτών, ο ίδιος δε αθωώθηκε ως ηθικός αυτουργός στην ως άνω πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τι ακριβώς συνίσταται η παραμόρφωση και ποιο είναι το αληθινό περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΑΠ 249/2019, ΑΠ 306/2018).

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με το τέταρτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του την αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη υπ' αριθμ. 54739/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από τις παραδοχές αυτής ότι έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του το ως άνω αποδεικτικό μέσο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία. (ΑΠ 1023/2019, ΑΠ 1592/18).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το πέμπτο σκέλος του δευτέρου λόγου της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν προσέδωσε στην προσκομισθείσα με επίκληση αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη υπ' αριθμ. 54739/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών την καθοριζομένη από το νόμο αποδεικτική δύναμη.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της εν μέρει παραδοχής της αγωγής της αναιρεσίβλητης, έλαβε υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα, από τους διαδίκους, αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την προαναφερόμενη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου και, έχοντας το προς τούτο δικαίωμα, εκτίμησε ελεύθερα το περιεχόμενό της και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα, από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Σημειώνεται, τέλος, ότι με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων αναφέρει στο αναιρετήριο και για το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας VOLKSWAGEN GOLF, το οποίο αγοράστηκε στο όνομα της αναιρεσίβλητης, με δικά του όμως χρήματα, όπως διατείνεται, και η αξία του οποίου εκτιμήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση στο ποσό του 1.500.000 δραχμών, αντί της πραγματικής αξίας που ήταν 1.459.000 δραχμές.

Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού ο αναιρεσείων δεν συνδέει το λόγο αυτό με κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι βάλλει ουσιαστικά κατά της ανέλεγκτης αναιρετικά κρίσης του Εφετείου περί της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 429/2019).

Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής, της ένστασης και γενικά των αυτοτελών ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, ούτε η επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 94/2021, ΑΠ 258/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του ότι, πριν το γάμο του με την αναιρεσίβλητη, διατηρούσε λογαριασμούς με καταθέσεις σε συνάλλαγμα, λόγω της εργασίας του ως ναυτικού και ότι τα χρήματα από τους λογαριασμούς αυτούς τα μετέφερε στη συνέχεια, μετά τη δραχμοποίησή τους, στον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με την αναιρεσίβλητη στην Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος και ότι επομένως, οι καταθέσεις του λογαριασμού αυτού, ποσού 18.847.000 δραχμών, ήταν αποκλειστικά δικές του.

Επίσης, ο αναιρεσείων αποδίδει με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω λόγου στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι τα παραπάνω αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς της βάσης της αγωγής της αναιρεσίβλητης, που δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη και ως εκ τούτου δεν συντρέχει περίπτωση μη λήψης υπόψη από το Eφετείο πραγμάτων προταθέντων, που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Σε κάθε δε περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές του, έλαβε υπόψη τους αρνητικούς αυτούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους. Επίσης, ο ίδιος λόγος κατά το ως άνω δεύτερο σκέλος του είναι επίσης αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, δεν αποτελούν πράγματα η επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με το ίδιο τρίτο λόγο κατά το τρίτο σκέλος του αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλοντας τους ίδιους πιο πάνω ισχυρισμούς σε σχέση με τις καταθέσεις του κοινού λογαριασμού των διαδίκων. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων, με την επίφαση της παράβασης του ανωτέρω άρθρου, προσβάλλει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.16 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το Δικαστήριο, ερευνώντας αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού. Έτσι, εάν στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία γίνεται μνεία για την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου, λόγος αναίρεσης ιδρύεται από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, αλλά τότε μόνο, όταν ο διάδικος προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέσθηκε το δεδικασμένο που απορρέει από αυτή, προς απόδειξη της βάσης της αγωγής ή την απόκρουση αυτής, τον ισχυρισμό δε τούτον, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παρέλειψε να ερευνήσει το Δικαστήριο και συγχρόνως αναφέρει στο αναιρετήριο ότι προέβαλε στο Εφετείο τον ως άνω ισχυρισμό (ΟλΑΠ 1339/1985).

Εξάλλου, το δεδικασμένο που προκύπτει από τελεσίδικη απόφαση λαμβάνεται μεν υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠολΔ, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς, ο περί αυτού ισχυρισμός για να θεμελιώσει λόγο αναιρέσεως πρέπει να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ), δεν αρκεί δε προς τούτο να έγινε απλώς μνεία της απόφασης και όσων προκύπτουν από αυτή (ΑΠ 1443/2007, ΑΠ 89/2013).

Εν προκειμένω, με το τέταρτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.16 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του την ένσταση δεδικασμένου που πρότεινε και το οποίο δεδικασμένο απέρρεε από τις υπ' αριθμ. 3273/1998 και 2345/2000 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς αντίστοιχα, τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε και από τις οποίες προέκυπτε ότι το ποσό που είχε στα χέρια του κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής της αναιρεσίβλητης ήταν 10.000.000 δραχμές και όχι 18.847.000 δραχμές, όπως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία δεν απαντήθηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός του περί δεδικασμένου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή στον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της από 17-11-2011 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της 4321/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και των από 9-10-2013 προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου, ο αναιρεσείων, τότε εκκαλών, δεν πρότεινε την ένσταση δεδικασμένου, που κατά τους ισχυρισμούς του απέρρεε από τις πιο πάνω αναφερόμενες δύο αποφάσεις. Δεν αρκούσε δε, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η αναφορά των δύο αποφάσεων και του περιεχομένου τους στις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, οι οποίες όμως θα πρέπει να εντοπίζονται στο διατακτικό της, καθιστώντας αυτό αόριστο, έτσι ώστε να εμποδίζεται η εκτέλεση της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης (ΑΠ 930/2017, ΑΠ 848/2014).

Αντίθετα, η ύπαρξη αντιφατικών απλώς αιτιολογιών, εφόσον δεν επέχουν θέση διατακτικού της απόφασης ή η διαπίστωση αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της απόφασης, όταν βέβαια οι αιτιολογίες δεν επέχουν θέση διατακτικού, δεν θεμελιώνουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1320/2011, ΑΠ 2096/2009), εκτός αν η αντίφαση έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, οπότε στην περίπτωση αυτή ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 998/2017, ΑΠ 1320/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, διατείνεται ότι ενώ το Εφετείο δέχεται με την προσβαλλόμενη απόφασή του επαύξηση κατά το ήμισυ (50%) της περιουσίας της αναιρεσίβλητης από τον ίδιο και όχι την αιτηθείσα με την αγωγή του επαύξηση κατά 100%, εφαρμόζει την κρίση της αυτή μόνο στο αυτοκίνητο της αναιρεσίβλητης και του χορηγεί τον πλουτισμό της αυτό κατά 50% της αξίας του αυτοκινήτου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής του.

Στη συνέχεια δε και όσον αφορά την αγορά του οικοπέδου, εντελώς αντιφατικά, δεν τη διατάσσει να του επιστρέψει το ήμισυ της αξίας του μεριδίου της (1/2 εξ αδιαιρέτου), που αγοράστηκε με δικά του χρήματα και κατά το οποίο αυτή κατέστη πλουσιώτερη, ήτοι το 1/4 εξ αδιαιρέτου του μεριδίου της. Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη αντίφαση, ανεξάρτητα από το ότι δεν υφίσταται, δεν αφορά σε διατάξεις του ίδιου του διατακτικού της απόφασης, ώστε να ιδρυθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος.

Δεν υφίσταται δε αντίφαση ούτε στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να ιδρυθεί ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επικαλούμενος λόγος αναίρεσης, δεδομένου ότι, όπως έγινε δεκτό από το Εφετείο, και σύμφωνα με τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του, το οικόπεδο στη ..., στο οποίο η αναιρεσίβλητη κατέστη συγκύρια σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, αγοράστηκε από αυτούς αντί τιμήματος 5.000.000 δραχμών, το ήμισυ του οποίου καταβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη και το υπόλοιπο από τον αναιρεσείοντα και επομένως, δεν υφίσταται αξίωση του τελευταίου επί του μεριδίου αυτού της αναιρεσίβλητης.

Οι υπόλοιπες δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που περιλαμβάνονται στον ίδιο αναιρετικό λόγο, τόσο για την αγορά του πιο πάνω οικοπέδου, όσο και για την αγορά του αυτοκινήτου της αναιρεσίβλητης (VW GOLF) και συγκεκριμένα ότι και τα δύο αυτά περιουσιακά στοιχεία αγοράστηκαν αποκλειστικά με δικά του χρήματα, όπως εξέθετε στην αγωγή του, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι προσβάλλουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου για την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Η επίκληση, τέλος, με τον ίδιο ως άνω τέταρτο λόγο της παράβασης του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ. 8, 11γ' και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς την παράθεση περιστατικών που να στηρίζουν τους προβλεπόμενους από τους αριθμούς αυτούς λόγους αναίρεσης, καθιστά το σχετικό λόγο κατά το μέρος του αυτό απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του.

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 904 και 909 ΑΚ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, κατ' εκτίμηση του λόγου αυτού, σχετικά με την απαίτηση της αγωγής της αναιρεσίβλητης για συμμετοχή της στον κοινό τους τραπεζικό λογαριασμό ποσού 18.847.000 δραχμών, ότι προέβαλε με την έφεσή του κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τον ισχυρισμό ότι το ανωτέρω ποσό που ανέλαβε από τον κοινό τους λογαριασμό στις 11-1-1994, είχε μειωθεί στο ποσό των 10.000.000 δραχμών στις 19-2-1998, λόγω της συμμετοχής του στην κάλυψη των οικογενειακών δαπανών για την χωριστή εγκατάστασή του και των εξόδων νοσηλείας του, μετά τη βίαιη αποβολή του από τη συζυγική οικία και στο ποσό των 522.348 δραχμών μέχρι την 6-5-1999 εξ αιτίας των αυξημένων δαπανών για την υγεία του.

Ότι το Εφετείο με το να δεχθεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η αναιρεσίβλητη είχε αξίωση στο 1/3 του ανωτέρω ποσού των 18.847.000 δραχμών και όχι στο ποσό που είχε απομείνει στα χέρια του κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής της (15-10-1997), εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 904 και 909 ΑΚ, ενώ επί πλέον δεν απάντησε στον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό του, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμος. Και τούτο διότι ο ισχυρισμός με βάση το άρθρο 909 ΑΚ περί απόσβεσης της υποχρέωσης προς απόδοση πλουτισμού, που συνιστά ένσταση, καταλυτική του δικαιώματος του ενάγοντος (ΟλΑΠ 294/1981), προϋποθέτει άσκηση αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρ. 904 ΑΚ) και εφαρμόζεται σε κάθε είδος αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, η αγωγή της αναιρεσίβλητης στηρίζεται, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, στην αξίωση συμμετοχής αυτής (αναιρεσίβλητης) επί των αποκτημάτων του εναγομένου-αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια του γάμου τους, δηλαδή στις διατάξεις του άρθρου 1400 ΑΚ, έναντι δε της αξίωσης αυτής δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού για σωζόμενο πλουτισμό και για τον κρίσιμο χρόνο της ύπαρξής του, οι οποίες προϋποθέτουν αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Ο δε ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής της αναιρεσίβλητης, το ποσό των 18.847.000 δραχμών είχε μειωθεί για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, συνιστά, στα πλαίσια της αγωγής αποκτημάτων της αναιρεσίβλητης, άρνηση των περιστατικών της αγωγής και όχι αυτοτελή ισχυρισμό, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται και από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος.

Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της αγωγής του να αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης-εναγομένης να του αποδώσει το ποσό των 40.794.000 δραχμών κατά το οποίο αυξήθηκε η περιουσία της κατά τη διάρκεια του γάμου τους και το οποίο ποσό αντιπροσωπεύει την αξία των αναφερόμενων στην αγωγή του κινητών οικιακών αντικειμένων που εισκόμισε στη συζυγική οικία με δικά του έξοδα, καθώς η αναιρεσίβλητη τα έχει στην κατοχή της και αρνείται να του τα αποδώσει, στερείται νόμιμης βάσης, αφού αυτή (απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες για την κρίση της αυτή ή άλλως οι αιτιολογίες της είναι αντιφατικές και ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ότι ενόψει των εγγράφων που προσκόμισε στο Εφετείο και τα οποία αναφέρει και στο αναιρετήριο και ενόψει και της κατάθεσης του μάρτυρά του και αδελφού του Σ. Σ., που αποδεικνύουν ότι η αναιρεσίβλητη έχει υφαιρέσει τα αντικείμενα αυτά και επομένως υποχρεούται να του αποδώσει την αξία τους, η ως άνω κρίση της αναιρεσιβαλλομένης είναι πρόχειρη και μεροληπτική.

Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων, με το πρόσχημα της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προσβάλλει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι καθών η κλίση-αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της καλούσας-αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και υποβάλλει και σχετικό αίτημα (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-5-2016 αίτηση του Δ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4547/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους καθών η κλήση-αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της καλούσας-αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ