Legislator Case Law & Legislation
75/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court ruling permitting partition of estate despite size restrictions.

Case Number 75/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal regarding the partition of an estate, while dismissing the procedural claim for the deceased heir. The lower court erred by permitting the division of the estate even when resulting plots failed to meet minimum size requirements under zoning laws. Consequently, the decision was reversed to ensure compliance with statutory land division regulations.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287 of the Code of Civil Procedure; Article 573 of the Code of Civil Procedure: The death of a party during trial suspends proceedings, and the court must rule on the appeal if the lower court incorrectly applied zoning laws to permit estate partitioning that violates minimum area requirements.

Keywords

AI generated
estate partition zoning regulations minimum area limits will inheritance civil procedure appeal property division Supreme Court ruling

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1137/2001

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 75 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 75/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Α. Κ. του Ν., κατοίκου …, 3) Ζ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Αθανασόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Α. Κ., συζ. Γ. Χ., κατοίκου ..., 2) Σ. Α. Κ., συζ. Τ. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίλαο Κοψαχείλη, που κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του 2ου και της 3ης των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε την βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του 1ου αναιρεσείοντα Ν. Κ. που απεβίωσε την 22-6-2020, όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα υπ' αριθ. 52/1/2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Κιλελέρ Λαρίσης η οποία και αναγνώσθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2014 του ως άνω δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, 426/2017 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και 475/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-10-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 2ου και της 3ης των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α' και 287 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, έως ότου τελειώσει η συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον, που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών Ηλίας Αθανασόπουλος, ο οποίος, με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε ότι ο πρώτος αναιρεσείων, Α.

Κ., του οποίου ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος, όπως τούτο προκύπτει από το υπ' αριθμ. …/…-12-2019 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Λάρισας Δημητρίου Νάνου, απεβίωσε στις 22-6-2020 και κατέθεσε το υπ' αριθμ. …./1/2020 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της ληξιάρχου Δ.Ε Πλατυκάμπου του Δήμου Κιλελέρ Λάρισας. Ενόψει τούτου και του ότι η υπόθεση αφορά σε διεκδικητική αγωγή κυριότητας ακινήτων, που άσκησαν οι αναιρεσίβλητες κατά των αναιρεσειόντων, οι τελευταίοι συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρ.74 ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει, κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, για τον οποίο με την προαναφερθείσα γνωστοποίηση του θανάτου του επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης (άρθρ 287 ΚΠολΔ) και να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους παρισταμένους προσηκόντως και συνδεομένους με τον δεσμό της απλής ομοδικίας λοιπούς διαδίκους, καθόσον εξ αντιδιαστολής από το άρθρο 288 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η διακοπή, που επέρχεται στο πρόσωπο του ενός ομοδίκου δεν επηρεάζει τη δίκη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 399/2018, ΑΠ 241/2017).

Με την κρινόμενη από 23-10-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 475/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που απέρριψε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της 426/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία είχε γίνει δεκτή διεκδικητική κυριότητας ακινήτων αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ.], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).

Σύμφωνα με το άρθρο 1881 ΑΚ, ο νομέας της κληρονομίας ευθύνεται κατά τις διατάξεις της αγωγής περί κλήρου, και αν ακόμη ο κληρονόμος εγείρει εναντίον του τις αρμόζουσες ειδικές αγωγές για τα αντικείμενα της κληρονομίας. Για την εφαρμογή της διατάξεως, αυτής ο αποκρούων την ειδική αγωγή εναγόμενος, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι νέμεται ως κληρονόμος (ΑΠ 1810/1988). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι "παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1881 και 249 ΑΚ, διότι απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί παραγραφής του κληρονομικού δικαιώματος των αναιρεσίβλητων, οι οποίες άσκησαν την αγωγή μετά την πάροδο 25 ετών από τον θάνατο της κληρονομουμένης, κρίνοντας ότι πρόκειται περί διεκδικητικής αγωγής και όχι περί κλήρου αγωγής, ενώ η πιο πάνω αγωγή ήταν ειδική αγωγή εκ κληρονομικού δικαιώματος".

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 19-12-2011 αγωγής, κατά την βάση της, η οποία έγινε δεκτή, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες εξιστορούσαν με αυτήν, ότι κατέστησαν κυρίες των αναφερομένων σ' αυτή τριών ακινήτων, που βρίσκονται στον ..., με βάση την υπ' αριθμ. …/1978 δημόσια διαθήκη της μητέρας τους, Ε.

Κ., που απεβίωσε στις 24-3-1984 και δημοσιεύθηκε νόμιμα, την οποία (κληρονομία) αποδέχθηκαν δυνάμει της υπ' αριθ. …/1992 πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Πούλια, που μεταγράφηκε νόμιμα, όπως αυτή διορθώθηκε και συμπληρώθηκε. Ότι μετά τον θάνατο της μητέρας τους και κατόπιν παράκλησης των εναγομένων, από τους οποίους ο πρώτος (και ήδη αποβιώσας) είναι αδελφός τους και οι λοιποί ανήψια τους (τέκνα του πρώτου), καταρτίστηκε σύμβαση χρησιδανείου, δυνάμει της οποίας οι εναγόμενοι θα έκαναν χρήση της πατρικής οικίας και άλλων κτισμάτων που βρίσκονταν στα ακίνητα των εναγουσών, μέχρις ότου ο πρώτος εναγόμενος να ανεγείρει δική του οικία σε παρακείμενο οικόπεδο, πλην όμως, ο τελευταίος, το έτος 2005 με συμβολαιογραφική πράξη, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε την κληρονομία που του κατέλειπε η μητέρα του και περιέλαβε σ' αυτή και το ακίνητο Ε3, της κυριότητας της πρώτης ενάγουσας, ακολούθως δε, την ίδια ημέρα, επίσης με συμβολαιογραφική πράξη, μεταβίβασε το ακίνητο αυτό, λόγω γονικής παροχής, στους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων.

Τέλος εξέθεταν ότι, όταν το έτος 2008 αποπερατώθηκε η οικία των εναγομένων και οι ενάγουσες ζήτησαν από αυτούς την απόδοση των ακινήτων, λόγω λήξεως της συμβάσεως χρησιδανείου, οι εναγόμενοι, επικαλούμενοι ίδιο δικαίωμα κυριότητας επί των ακινήτων, αρνήθηκαν την απόδοσή τους στις ενάγουσες, αποβάλλοντας αυτές από την νομή τους, έκτοτε δε κατέχουν αυτά παράνομα, αρνούμενοι την απόδοση τους.

Με βάση δε το ιστορικό αυτό, οι ενάγουσες ζήτησαν να αναγνωριστεί η κυριότητά τους στα παραπάνω ακίνητα και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους τα αποδώσουν. Η ως άνω αγωγή, με βάση το περιεχόμενο της, έχει τον χαρακτήρα διεκδικητικής ακινήτων αγωγής, όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, ουδόλως ισχυρίστηκαν ότι ο ήδη αποβιώσας πρώτος τούτων, νεμόταν τα κληρονομιαία ακίνητα ως κληρονόμος, ώστε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 1881 ΑΚ και η παραγραφή της αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων να κριθεί με βάση τις διατάξεις της αγωγής περί κλήρου, αλλά αντίθετα ισχυρίστηκαν ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε καταστεί κύριος των παραπάνω ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενος αυτά με διάνοια κυρίου από το έτος 1984 έως την άσκηση της αγωγής το έτος 2009.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση παραγραφής που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες, με την παραδοχή ότι "πρόκειται περί διεκδικητικής και όχι περί κλήρου αγωγής, αφού η τελευταία ασκείται κατά του κληρονόμου που αντιποιείται κληρονομικό δικαίωμα επί κληρονομιαίων ακινήτων, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο πρώτος εναγόμενος στηρίζει το δικαίωμά του στην έκτακτη χρησικτησία", δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1881 και 249 ΑΚ.

Επομένως ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, ως καταχρηστική, όταν η προφανής υπέρβαση των ορίων που συνεπάγεται και τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός του σκοπός, προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική. Η μακρά μόνο αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, εκτός αν η αδράνεια αυτή συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, εξαιτίας των οποίων η ανατροπή, με τη μεταγενέστερη άσκησή του, της κατάστασης που δημιουργήθηκε, συνεπάγεται επαχθείς, όχι, όμως και, κατ` ανάγκη, αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς, συνέπειες για τον υπόχρεο, για την αποτροπή των οποίων να επιβάλλεται, με γνώμονα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, η θυσία του (ΟλΑΠ 10/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε τα εξής σχετικά με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που είχαν προβάλει με λόγο έφεσης οι αναιρεσείοντες: "Περαιτέρω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ενάγουσες καταχρηστικά ασκούν την ένδικη αξίωση τους, διότι ο πρώτος εξ αυτών υποβλήθηκε σε δαπάνες ανέγερσης, συντήρησης και επισκευής των κτιρίων επί των διεκδικούμενων ακινήτων, σε δαπάνες για τις σπουδές των εναγουσών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (ιατρικές σχολές), σε δαπάνες προς εξόφληση χρεών του πατέρα του σε τρίτους χωρίς οποιαδήποτε συνεισφορά των εναγουσών, ότι οι τελευταίες κατέχουν μεγάλη ακίνητη περιουσία, με αποτέλεσμα να τους δημιουργήσουν την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν το δικαίωμα διεκδίκησης των επίδικων ακινήτων, το οποίο μετά πάροδο 25 ετών από το θάνατο της κληρονομουμένης, έχει αποδυναμωθεί.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν υπάγονται στο πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ και δεν αντιστρατεύονται τα κριτήρια αυτού αλλά ούτε έχει επέλθει και αποδυνάμωση του επίδικου δικαιώματος των εναγουσών, διότι οι τελευταίες αμέσως μόλις πληροφορήθηκαν την αντιποίηση της νομής τους από τους εναγόμενους το έτος 2008, αντέδρασαν και κινήθηκαν δικαστικώς εναντίον τους προς ικανοποίηση του εν λόγω δικαιώματος τους, ενώ δεν πρόκειται για κληρονομικό δικαίωμα που ασκείται μετά πάροδο 25 ετών από τον θάνατο της κληρονομούμενης, όπως οι εναγόμενοι επιμένουν να εμφανίζουν το δικαίωμα των εναγουσών".

Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο και απέρριψε την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσίβλητων που είχαν προβάλει οι αναιρεσείοντες, ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ διότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, τα επικαλούμενα για τη θεμελίωσή της περιστατικά και αν υποτεθεί ότι είναι αληθινά, δεν υπερβαίνουν τα όρια που διαγράφονται από το άρθρο 281 ΑΚ και επομένως ο σχετικός πέμπτος λόγος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 1 του ν. 4194/2013 - Κώδικα Δικηγόρων, η αμοιβή σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας, καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, ως εξής: "i. Η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής όπως παρακάτω: α) 2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ...", ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, η αμοιβή του δικηγόρου του εναγόμενου είναι ίση με την αμοιβή της παραγράφου 1 του άρθρου 63 του Κώδικα και του δικηγόρου του ενάγοντος ορίζεται στο μισό της αμοιβής αυτής.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 του ΚΠολΔ, ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς ανήκει στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου το οποίο, αν χρειάζεται, μπορεί να διατάξει απόδειξη. Έτσι, ναι μεν για τον προσδιορισμό της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς απαιτείται πλήρης δικανική πεποίθηση, το δικαστήριο όμως δεν δεσμεύεται από κανόνες της αποδεικτικής διαδικασίας, είναι δε ελεύθερο να διατάξει ή όχι απόδειξη και να επιλέξει τα αποδεικτικά μέσα, με τη δυνατότητα χρησιμοποίησης και άλλων εκτός από αυτά που ο νόμος (άρθρο 339 ΑΚ) ορίζει ή και να αρκεσθεί στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που τίθενται υπό την κρίση του, βασιζόμενο κατ' αρχή στην αποτίμηση του ενάγοντος και αν αμφισβητηθεί η τελευταία κρίνεται ελευθέρως από το δικαστήριο, το οποίο δύναται και να στηριχθεί στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, αναφορικά με τα δικαστικά έξοδα των ηττηθέντων πρωτοδίκως εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, απέρριψε τον σχετικό λόγο της ασκηθείσας έφεσης τους, που έπληττε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, δεχόμενο τα ακόλουθα: "Τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 189,191 ΚΠολΔ και 63 επ. ν. 4194/2013 Κωδ. Δικηγ.) υπολογίζονται βάσει του αντικειμένου της αγωγής, που είναι αποτιμητό σε χρήμα σε 2% για την σύνταξη της αγωγής και σε 1% για τη σύνταξη των προτάσεων, στα οποία προσθέτονται το δικαστικό ένσημο, οι επιδόσεις, τα χαρτόσημα, αντιγραφικά δικαιώματα κ.λ.π και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος, υπολογιζόμενη ανάλογα με την επιστημονική εργασία αυτού, το χρόνο που δαπάνησε κ.λ.π.

Εν προκειμένω, η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται σε 200.000 ευρώ περίπου και τα δικαστικά έξοδα συνολικά υπερβαίνουν το ποσό των 9.000 ευρώ, ήτοι περισσότερα του επιδικαζόμενου με την προσβαλλόμενη απόφαση, ποσού 8.700 ευρώ".

Οι αναιρεσείοντες, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της διάταξης του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι "εσφαλμένα και χωρίς απόδειξη, έκρινε ότι η αξία του αντικειμένου της δίκης ανέρχεται στο ποσό των 200.000 ευρώ, διότι η αξία του επιδίκου ακινήτου (οικόπεδο με τα παλαιά από 100ετίας πλινθόκτιστα κτίσματα) δεν ξεπερνά τις 60.000-70.000 ευρώ και τούτο θα προέκυπτε και από μια απλή αυτοψία του δικαστηρίου και επομένως η επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη δεν δύναται να ξεπεράσει τις (70.000χ4%=)δύο χιλιάδες οκτακόσια (2.800) ευρώ." Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς ανήκει στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, το οποίο δεν δεσμεύεται από κανόνες της αποδεικτικής διαδικασίας και είναι ελεύθερο να διατάξει ή όχι απόδειξη ή και να αρκεσθεί στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που τίθενται υπό την κρίση του.

Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Α.Ν. 431/1968, με τις οποίες έχει αρθεί η απαγόρευση διάθεσης των αγροτικών κλήρων που παραχωρήθηκαν για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, σύμφωνα με τα άρθρα 208-212 του Αγροτικού Κώδικα, υπό τον όρο να μη κατατέμνονται τα τεμάχια της οριστικής διανομής, σαφώς προκύπτει, ότι ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης τίθεται ως γενική αρχή και έχει εφαρμογή σε κάθε μεταβίβαση του κλήρου, όχι μόνο όταν γίνεται εκουσίως από τον κληρούχο, δηλαδή με δικαιοπραξία, αλλά και στην περίπτωση απόκτησης της κυριότητας και χωρίς τη θέληση του κληρούχου, όπως με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη).

Επομένως, μετά την ισχύ του Α.Ν 431/1968 ο κληρούχος, ο οποίος θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου καλής πίστης νομέας του κλήρου και αν ακόμη δεν ήταν πραγματικά κάτοχος (αρθρ. 79 παρ.2 Αγροτικού Κώδικα), μπορεί να απωλέσει τη νομή ή κυριότητα επί του κλήρου αν τη φυσική εξουσία αυτού αποκτήσει και ασκήσει τρίτος με τα προσόντα της χρησικτησίας, οπότε ο τελευταίος αποκτά την κυριότητα και νομή του όλου κλήρου (κληροτεμαχίου), όχι όμως και όταν η φυσική εξουσία αποκτάται και ασκείται σε τμήμα μόνο του κληροτεμαχίου, γιατί στην περίπτωση αυτή επέρχεται κατάτμηση του και ο τρίτος δεν μπορεί να θεωρηθεί νομέας του τμήματος, του οποίου κατά πλάσμα του νόμου, εξακολουθεί να είναι ο κληρούχος, έστω και αν δεν είναι πλέον κάτοχος.

Η φυσική κατάτμηση των κληροτεμαχίων κατά το τελευταίο εδάφιο της παραπάνω διάταξης (αρθρ. 1 Α.Ν 431/1968) απαγορεύεται όχι μόνο όταν γίνεται από τον κληρούχο, αλλά και από τους διαδόχους του για τον προφανή αντικειμενικό λόγο της επωφελέστερης εκμετάλλευσης των κληροτεμαχίων (ΟλΑΠ 1520/1982). Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του πιο πάνω Α.Ν 431/1968, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 666/1977,και συμπληρώθηκε με το άρθρο 8 παρ.2 ν.3147/30-6-2003 κατ` εξαίρεση δεν ισχύει ο περιορισμός της μη κατάτμησης, εκτός των άλλων περιπτώσεων,και επί μεταβιβάσεως των, ως έπεται, κατηγοριών κλήρων:

α) ... β) "Κειμένων εντός εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων ή χωρίων υπό την προϋπόθεσιν, ότι, τόσον τα μεταβιβαζόμενα όσον και τα απομένοντα τεμάχια κλήρων, πληρούν τα, κατά τας οικείας πολεοδομικάς διατάξεις, ελάχιστα όρια εμβαδού και διαστάσεων γ) .....δ) Οικοπεδικών κλήρων." Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι στην αναφερόμενη εξαίρεση υπάγονται κληροτεμάχια τα οποία ευρίσκονται εντός εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων ή χωρίων και δεν αρκεί το γεγονός ότι ευρίσκονται ''εντός προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού." Περαιτέρω, πρέπει, προκειμένου περί "οικοπεδικού κλήρου", ανεξαρτήτως του πιστοποιουμένου ενεστώτως τοιούτου χαρακτήρος του, το κληροτεμάχιο να είχε πράγματι παραχωρηθεί ως οικοπεδικός κλήρος, οπότε και μόνον δεν ισχύει, ο περιορισμός της μη κατατμήσεως των τεμαχίων της οριστικής διανομής.

Τέλος, κατά μεν τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 690/1948, η οποία καταργηθείσα με το άρθρο 3 § 1 α.ν. 625/1968, επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 § 1 ν. 651/1977, "απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδων επαγόμενη τη δημιουργία οικοπέδων μη άρτιων, είτε κατά το ελάχιστο εμβαδόν, είτε κατά το ελάχιστο πρόσωπο ή το βάθος", κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, "πάσα δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, έχουσα αντικείμενο απαγορευομένην κατά τις προηγούμενες παραγράφους μεταβίβαση κυριότητας, είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρη".

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις συνάγεται ότι κάθε δικαιοπραξία, όπως είναι και η διαθήκη (ΑΠ 472/2015), με την οποία μεταβιβάζεται οικόπεδο και, εξαιτίας της οποίας δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα, είναι άκυρη.

Συνεπώς, δεν αποκλείεται από τις διατάξεις αυτές η απόκτηση από τρίτο της κυριότητας επί τμήματος οικοπέδου με χρησικτησία, έστω και αν αυτή επάγεται τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβίβαση με δικαιοπραξία (ΑΠ 903/2018).

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2Α Α.Ν 431/1968 και 2 παρ. 1 του Ν.Δ 690/1948, δεχόμενο ότι με την διαθήκη της διαθέτιδος επήλθε νόμιμη κατάτμηση του κληροτεμαχίου διότι πρόκειται περί οικοπεδικού κλήρου, παρότι από την κατάτμηση αυτή τα εναπομείναντα τεμάχια είναι μη άρτια.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης αυτή δέχθηκε, όσον αφορά το παραπάνω ζήτημα, ότι: "Η Ε. χα Α. Κ., μητέρα των εναγουσών και του πρώτου εναγομένου, κάτοικος εν ζωή ..., η οποία απεβίωσε στις 24-3-1984, είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή της ένα οικόπεδο επιφάνειας 1.217,91 τ.μ, που βρίσκεται στον ...

και συνορεύει με ιδιοκτησίες βόρεια και δυτικά κλήρον Α. Β., νότια Α. Κ. (ήδη πρώτου εναγομένου) και ανατολικά με πεζοδρόμιο δημοτικής οδού, πέραν της οποίας βρίσκεται η πλατεία Πλατύκαμπου. Το οικόπεδο αυτό αποτελούσε οικοπεδικό κλήρο της οριστικής διανομής Πλατύκαμπου, η οποία κυρώθηκε με το από 16-1-1930 διάταγμα, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 27/27-1-1930.

Η ανωτέρω κληρονομούμενη με την υπ' αριθμ. …/…-7-1978 δημόσια διαθήκη της ενώπιον του συμβολαιογράφου Λάρισας Δημητρίου Κυριαζή, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. …/…-11-1984 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, εγκατέστησε κληρονόμους της στο ανωτέρω ακίνητο τα τρία τέκνα της (ενάγουσες και πρώτο εναγόμενο) και όρισε καθένα να λάβει το εξής τμήμα.

Ο πρώτος εναγόμενος ένα κατάστημα (μαγαζείον) με το οικόπεδό του, η πρώτη ενάγουσα οικόπεδο επιφάνειας 400 τ.μ περίπου, που συνορεύει με παντοπωλείο, ιδιοκτησία του συζύγου της, με αποθήκη Α. Β. και με οικία και διάδρομο ιδιοκτησίας της (της διαθέτιδος) και η δεύτερη ενάγουσα ένα καφενείο με το υπ' αυτό και πέριξ αυτού οικόπεδο και με τις συνεχόμενες αποθήκες συνολικής επιφάνειας 800 τ.μ, που συνορεύει με δρόμο πλατείας, με ιδιοκτησία Α.

Β. και με οικία και κήπο ιδιοκτησίας της (της διαθέτιδος). Επιπλέον στις ενάγουσες άφησε από κοινού ισομερώς και εξ αδιαιρέτου οικία με τον κήπο της και προαύλιο με το πέριξ αυτών οικόπεδο επιφάνειας 800 τ.μ, που συνορεύει με δρόμο πλατείας, με το καφενείο της, με αποθήκη Α. Β. και με παντοπωλείο της. Τα τέσσερα προαναφερόμενα αυτοτελή πλέον τμήματα αποτελούν, συνενωμένα, το προαναφερόμενο οικόπεδο της κληρονομούμενης, η συνολική επιφάνεια του οποίου είναι 2.000 τ.μ περίπου και όχι 1.217,91 τ.μ, η διαφορά δε αυτή οφείλεται αφενός μεν στο γεγονός ότι η κληρονομούμενη ουδέποτε είχε προβεί σε ακριβή καταμέτρηση της επιφάνειάς του, αφετέρου δε στο γεγονός ότι στα έγγραφα της οριστικής διανομής αναφέρεται μόνο ως αριθμός 281 χωρίς να αναγράφεται η ακριβής επιφάνεια του Η κατάτμηση του οικοπεδικού κλήρου δεν απαγορεύεται, όπως ισχύει με τους άλλους κλήρους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2Α του αν 431/1967 (ΑΠ 1137/2001), ακόμη και αν τα περιελθόντα από την κατάτμηση τμήματα δεν πληρούν τα ελάχιστα όρια εμβαδού και διαστάσεων κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις...".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις της εποικιστικής νομοθεσίας, δεχόμενο ότι η με διαθήκη κατάτμηση του οικοπεδικού κλήρου δεν απαγορεύεται, όπως ισχύει με τους άλλους κλήρους, ακόμη και αν τα περιελθόντα από την κατάτμηση τμήματα δεν πληρούν τα ελάχιστα όρια εμβαδού και διαστάσεων κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις και είναι βάσιμος ο ως άνω δεύτερος λόγος της αναίρεσης.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αναφορά στον ίδιο λόγο αναίρεσης ότι το ως άνω ακίνητο βρίσκεται εντός του οριοθετουμένου με την υπ' αριθμ. 5481/1985 (ΦΕΚ 659Δ/11-8-86) απόφαση Νομάρχη Λάρισας, οικισμού Πλατύκαμπου και υπάγεται στην περίπτωση του άρθρου 2Α περ. β του Α.Ν 431/1968 και όχι στην περιπτ. δ' του ως άνω νόμου, είναι αλυσιτελής, αφού το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ότι το ενιαίο ακίνητο αποτελούσε εξ αρχής οικοπεδικό κλήρο της οριστικής διανομής Πλατύκαμπου.

Πρέπει, συνεπώς, λόγω της παραδοχής του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε ότι είναι επιτρεπτή η κατάτμηση με διαθήκη του οικοπεδικού κλήρου έστω και αν με αυτή δημιουργούνται μη άρτια τμήματα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι καταλαμβάνονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αναίρεσης που έγινε δεκτός και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατέθεσαν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου και τρίτου των αναιρεσειόντων, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176,183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί τη δίκη ως βιαίως διακοπείσα για τον πρώτο αναιρεσείοντα Ν. Κ. του Α..

Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτόν.

Αναιρεί, όσον αφορά τους λοιπούς διαδίκους, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, την υπ' αριθμ. 475/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το πιο πάνω μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ