Legislator Case Law & Legislation
1100/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against debt restructuring court ruling, remanding case for retrial on payment suspension.

Case Number 1100/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by the Debtors' Fund against the final judgment of the Peace Court of Lefkada regarding debt restructuring. The court found the lower court's assessment of the debtor's repayment capacity based on family and economic circumstances was legally sound and did not violate the relevant provisions of Law 3869/2010. Consequently, the court rejected the first ground of appeal as unfounded but accepted the third ground, ordering the case to be remanded for further trial before a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(2) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court allows an appeal against a final judgment in debt restructuring proceedings if the lower court's assessment of repayment capacity is flawed, remanding the case for retrial before a different judge.

Keywords

AI generated
debt restructuring repayment capacity appeal admissibility remand for retrial Law 3869/2010 peace court judgment judicial economy

Cited Legislation

AI generated
Article 553(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010
Article 28(4) of Law 2579/1998
Article 746 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1100 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1100/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βέργο, που δεν κατέθεσε προτάσεις, η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2016 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2017 εν μέρει οριστική και 69/2018 τελεσίδικη του Ειρηνοδικείου Λευκάδας, την αναίρεση των οποίων ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-5-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1η και 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 25-5-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1/27-5-2022), αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 69/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λευκάδας, με την οποία αίτηση συμπροσβάλλεται και η υπ' αριθμ. 34/2017 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου (άρθρο 553 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), οι οποίες εκδόθηκαν κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και αφορούν υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", ερήμην των ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών, με τις επωνυμίες ... "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και ... πιστωτριών της αιτούσας, ήδη δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τις τελευταίες, που δικάσθηκαν ερήμην στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Κατά την διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1, περ. β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη την δίκη ή μόνο την δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι, η ύπαρξη ερήμην αποφάσεως, δηλαδή αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στην συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.

Α.Π. 15/2001), ενεργοποιεί αυτομάτως την δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 του Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ερήμην αποφάσεως, η οποία, αν, παρ' όλα αυτά, ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με την διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1, εδάφ.

β', περ. β' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από την δημοσίευσή τους. Αντιθέτως, δηλαδή, με την καθιερούμενη με την διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.

Α.Π. 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπομένων ενδίκων μέσων (Α.Π. 244/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 58/2020, Α.Π. 208/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επιτρεπτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. με άρθρο 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι αυτή (απόφαση) εκδόθηκε ερήμην των ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών, με τις επωνυμίες ... "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και ...

ήδη δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, προς τις οποίες επιδόθηκε η από 28-7-2016 αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης, οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της υπ' αριθμ. 69/2018 προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. 2η επ. σελίδα αυτής), κλήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, για να παραστούν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λευκάδας, στην δικάσιμο της 5-3-2018 και ότι η συζήτηση της υποθέσεως κατά την ανωτέρω δικάσιμο χώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).

Επομένως, ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες, εφόσον αυτές είχαν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 244/2023, Α.Π 20/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 1497/2022). Συνακολούθως, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτώς ως δικόγραφο, κατ' άρθρον 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.

και ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες και, περαιτέρω, ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 14 του Ν. 3.869/2010) και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.). Ειδικότερα, από την προσβαλλόμενη πρωτόδικη, υπ' αριθμ. 69/2018, απόφαση του Ειρηνοδικείου Λευκάδας, η οποία επιτρεπτώς επισκοπείται (άρθρ. 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), για την έρευνα του δικονομικού ζητήματος της τελεσιδικίας της, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση αναιρέσεως, προκύπτει ότι η πιο πάνω απόφαση δημοσιεύθηκε στις 31-5-2018.

Επίδοση της αποφάσεως αυτής δεν προκύπτει (στην αίτηση αναιρέσεως αναφέρεται ότι η απόφαση αυτή δεν επιδόθηκε). Η αίτηση δε, για την αναίρεση της πιο πάνω αποφάσεως, ασκήθηκε στις 27-5-2022, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1/27-5-2022 έκθεση καταθέσεως δικογράφου αναιρέσεως της Γραμματέως του ως άνω Δικαστηρίου, αφού είχε παρέλθει, η καταχρηστική προθεσμία ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του ηττηθέντος καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, των δύο (2) ετών, από της δημοσιεύσεώς της, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 518 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο, του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε μετά την δημοσίευση του πιο πάνω νόμου.

Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως, σύμφωνα με τα άρθρα 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., (όπως ισχύουν για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), (Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 460/2022, Α.Π. 810/2018, Α.Π. 793/2014) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει την συζήτηση. Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1683/2022). Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στην δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν, όμως, αυτός κλητεύθηκε νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανισθεί στην συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (Α.Π. 244/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 1437/2019, Α.Π. 1946/2017, Α.Π. 756/2017).

Τέλος, στην δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρον 76 παρ. 1, περ.

β' του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 244/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 516/2020, Α.Π. 757/2019, Α.Π. 1049/2017).

Από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη, από 25-5-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1/27-5-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 69/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Λευκάδας, με την οποία αίτηση συμπροσβάλλεται και η υπ' αριθμ. 34/2017 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αριθμό πινακίου 8, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.).

Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. 153Β/9-12-2022 και 140Β/8-12-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ε. Α., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νομίμως το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρίας Γεωργιάδη, πληρεξουσίας αυτού (αναιρεσείοντος), το οποίο επισπεύδει την συζήτηση της αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, με τις επωνυμίες "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και ... (με επίδοση στους αρμοδίους για παραλαβή υπαλλήλους αυτών, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, η ανωτέρω τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον το επισπεύδον την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείον και οι δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, αφού οι τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των προσβαλλομένων αποφάσεων και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη με την από 28-7-2016 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 16/29-7-2016) αίτησή της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λευκάδας, επικαλούμενη ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς τις καθ' ων οι αιτήσεις πιστώτριες τράπεζες, ζήτησε την ρύθμισή τους από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αρχικώς, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 34/2017 εν μέρει οριστική απόφασή του, με την οποία ρύθμισε τις οφειλές της αιτούσας επί τρία έτη, με μηνιαίες καταβολές ποσού 76,25 ευρώ προς το αναιρεσείον ΤΠΚΔ και διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως της αιτήσεως, προκειμένου να προσκομισθεί έκθεση αποτιμήσεως της αξίας της κύριας κατοικίας της αιτούσας.

Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 69/2018, ήδη τελεσίδικη, απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία εξαιρέθηκε από την εκποίηση η κύρια κατοικία της αιτούσας και επιβλήθηκε η υποχρέωση σε αυτήν να καταβάλει, για την διάσωση αυτής, επί 15 χρόνια (180 μήνες), το ποσό των εκατόν πενήντα ένα (151) ευρώ μηνιαίως, εκ των οποίων ποσό 136,50 ευρώ στο αναιρεσείον, πρώτο πιστωτή Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ποσό 0,43 ευρώ στην δεύτερη πιστώτρια ..., ποσό 12,08 ευρώ στην τρίτη πιστώτρια ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και ποσό 1,99 ευρώ στην τέταρτη πιστώτρια ...

Σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 1 εδαφ. α' και β' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τον Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του (14-8-2015), [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, καθόσον η ένδικη από 28-7-2016 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 16/29-7-2016) αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης, περί υπαγωγής της στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Λευκάδας στις 29-7-2016, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του], ορίζεται ότι "1.

Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και, γι' αυτό, παραλείφθηκε στον νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρ. 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 171/2022, Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 59/2021).

Εξάλλου, ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, τον δόλο και την αμέλεια.

Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και την νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός, που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντιθέτως, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1054/2023). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και, έτσι, αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 677/2010).

Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και, τελικώς, το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η, απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη, αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, αδικοπραξία.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματα του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται, σαφώς τουλάχιστον, στον βαθμό που δεν ανάγονται από τον νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1, εδάφ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν, δηλαδή, ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσον του ίδιου, όσον και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στην σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών, που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Ο δόλος του οφειλέτη, στην μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην, όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτηση τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 400/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).

Περαιτέρω, απαλλαγή του οφειλέτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από την διαδικασία διευθετήσεως των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για την ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει ότι δεν οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του, που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπληρώσεώς τους, όπως αυτός καθορίζεται από την δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από την φύση της ενοχικής σχέσεως, κατ' άρθρον 323 και 340 του Α.Κ.), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά την στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του Ν. 3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στην συνέχεια, εφόσον, βεβαίως, συντρέχει και η άλλη προαναφερθείσα προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.

Για τον προσδιορισμό ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του, κρίνεται συνολικώς με βάση την σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπ' όψιν, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψιν τόσον η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσον και αυτή που διαμορφώνεται κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με την βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακολούθως, την διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 1162/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 1379/2019).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 551/2018).

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, μπορούν, ενδεικτικώς, να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για την μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνιση τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 1208/2017, Α.Π. 951/2015).

Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4.335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων, στο παραπάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με τον Ν. 4335/2015. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ιδίου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020). Για την διαδικαστική πληρότητα του λόγου αναιρέσεως αυτού πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.

Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1054/2023), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 302/2020, Α.Π. 112/2016).

Το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. λόγω ελλιπούς αιτιολογίας της ως προς την χωρίς δόλο περιαγωγή της αιτούσας σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της.

Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., των προσβαλλομένων, υπ' αριθμ. 34/2017 και 69/2018 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Λευκάδας, προκύπτει ότι το εν λόγω Δικαστήριο, ως προς την κρίση του που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η αιτούσα γεννήθηκε το έτος 1965, είναι σε διάσταση με τον δεύτερο σύζυγό της Χ.

Ν., ο οποίος έχει ασκήσει αγωγή διαζυγίου εναντίον της, ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών, η συζήτηση της οποίας έχει οριστεί για τη δικάσιμο της 11-2-2019 (βλ. την από 24-1-2017 αγωγή και την αριθμ. 10318Δ/2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Π.) από τους δύο δε γάμους της, έχει τρία ενήλικα τέκνα εκ των οποίων το ένα ηλικίας 29 ετών πάσχει από διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή - σύνδρομο Asperger και σπαστική παραπάρεση χωρίς ορθοκυστικες διαταραχές, εξ αιτίας των οποίων έχει κριθεί ανάπηρο εφ' όρου ζωής με ποσοστό αναπηρίας 80% (βλ.

το από 29-1-2015 έγγραφο γνωστοποίησης αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του ΙΚΑ), λαμβάνει επίδομα ποσού 632 ευρώ μηνιαίως, ωστόσο λόγω των αυξημένων αναγκών του χρήζει βοήθειας και στήριξης, την οποία έχει αναλάβει η ίδια. Εργάζεται ως υπάλληλος στην υπηρεσία καθαριότητας - ηλεκτροφωτισμού του Δήμου Λευκάδας με μισθό που ανέρχεται στο ποσό των 1.017,02 ευρώ μηνιαίως (βλ.

απόδειξη πληρωμής μηνός Φεβρουάριου 2017). Περαιτέρω σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, η αιτούσα έχει αναλάβει τα ακόλουθα χρέη. Από το πρώτο μετέχον ΝΠΔΔ της έχουν χορηγηθεί δύο δάνεια ένα στεγαστικό (αριθμός σύμβασης 1/109223/5-2-2008) και ένα μικροεπισκευών (αριθμός σύμβασης 21/55749/30-5-2006) με υπόλοιπο οφειλής σύμφωνα με τις από 6-2-2017 καταστάσεις οφειλών 107.585,49 το πρώτο και 2.327,94 το δεύτερο και συνολικά 109.913,43 ευρώ.

Το πρώτο από τα δάνεια αυτά είναι εξασφαλισμένο με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με υποθήκη στο παρακάτω ακίνητο ιδιοκτησίας της αιτούσας ήτοι μια οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα με τα στοιχεία ΓΙΩΤΑ (13) εμβαδού 26,84 τ.μ. με τον υπό Ρο ένα (Ρ1) κλειστό χώρο στάθμευσης εμβαδού 14,70 τ.μ. του ισογείου ορόφου του υπ' αριθμ. 2 κτιρίου ενός κτιριακού συγκροτήματος που έχει αναγερθεί επί οικοπέδου συνολικής επιφάνειας 1.038,08 τ.μ.

που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου Νικιάνας Λευκάδας, του Δ.Δ. Αλέξανδρου και στη θέση "ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ-ΝΙΚΙΑΝΑ" και περιήλθε σ' αυτήν δυνάμει του αριθμ. 16098/2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Γεωργάκη Ρούσσου. Από την 2η μετέχουσα της έχουν χορηγηθεί ένα καταναλωτικό δάνειο και μια πιστωτική κάρτα (αριθμοί συμβάσεων ...) με υπόλοιπο οφειλής στις 18-11-2015 5.290,28 ευρώ.

Από την τρίτη πιστώτρια της έχουν χορηγηθεί δύο δάνεια καταναλωτικής πίστης (αριθμοί συμβάσεων ...) και δυο πιστωτικές κάρτες (αριθμοί λογαριασμών ...) με υπόλοιπο οφειλής στις 15-1-2016 9.140,75 ευρώ. Επίσης στην ίδια πιστώτρια ενέχεται ως εγγυήτρια σε δύο δάνεια καταναλωτική πίστης (αριθμοί συμβάσεων (...) με υπόλοιπο οφειλής στις 15-1-2016 139.813,01 ευρώ.

Τέλος από την τέταρτη πιστώτρια έχει λάβει πέντε δάνεια (αριθμοί λογαριασμών ...) με υπόλοιπο οφειλής στις 1-12-2015 24.147,81 ευρώ. Τα εισοδήματα της αιτούσας συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της από τις παραπάνω συμβάσεις δεν της επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών της, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητάς της και των οφειλών της δεν αναμένεται να βελτιωθεί στο μέλλον ενόψει της επικρατούσας οικονομικής κρίσης, η οποία μαστίζει τη χώρα τα τελευταία χρόνια και έχει πλήξει κάθε τομέα της αγοράς, παράλληλα οι δανειακές της υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς λόγω της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας.

Συνεπώς συντρέχει στην περίπτωση της μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τους μετέχοντες. Η αδυναμία της αιτούσας δεν οφείλεται σε δόλο, όπως προβάλλεται από τις πιστώτριες, σύμφωνα με τις οποίες προέβη σε υπερδανεισμό και μάλιστα μετά το έτος 2008 παρότι γνώριζε ότι με βάση την οικονομική της δυνατότητα δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις και έτσι περιέφερε δόλια τον εαυτό της σε κατάσταση υπερχρέωσης.

Και αυτό διότι δεν αποδείχτηκε ότι με πράξεις ή παραλείψεις της επεδίωξε την αδυναμία πληρωμών της ή ότι προέβλεψε ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν άλλαξε συμπεριφορά, αποδεχόμενη το αποτέλεσμα αυτό. Επίσης η περί καταχρηστικότητας της ένδικης αίτησης ένσταση της ίδιας πιστώτριας πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, καθόσον η επιδίωξη για ρύθμιση δεν έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος και ως εκ τούτου δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Ειρηνοδικείο Λευκάδας συνήγαγε ότι η αιτούσα χωρίς δόλο περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών προς τις πιστώτριες τράπεζες και αφού απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την σχετική ένσταση των καθών η αίτηση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αίτηση για την υπαγωγή της αιτούσας στις διατάξεις του Ν. 3869/2010.

Έτσι που έκρινε το ανωτέρω Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της χωρίς δόλο περιελεύσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων. Ειδικότερα, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως για την σύναψη από την τελευταία δεκαπέντε (15) συμβάσεων δανείων και πιστωτικών καρτών, συνολικού ύψους 288.305,28 ευρώ, από τέσσερα (4) διαφορετικά πιστωτικά ιδρύματα και τις μηνιαίες καθαρές αποδοχές από την εργασία της, ποσού 1.017,02 ευρώ, τις οικογενειακές υποχρεώσεις της, με εφ' όρου ζωής ανάπηρο τέκνο σε ποσοστό 80% και χωρίς να αναφέρονται τυχόν άλλα εισοδήματά της, ούτε οποιαδήποτε μείωση των εισοδημάτων της, δεν εκτίθεται στην προσβαλλόμενη, αν αυτή (πρώτη αναιρεσίβλητη) κατά την λήψη αυτών των δανείων πίστευε και με βάση ποια στοιχεία, ενόψει των προεκτεθέντων περιορισμένων εισοδημάτων της ως δημοτικού υπαλλήλου του Δήμου Λευκάδας και της πρόδηλης αναντιστοιχίας αυτών με τις αναληφθείσες δανειακές της υποχρεώσεις, ότι είχε την οικονομική δυνατότητα να τα αποπληρώσει και ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση υπερδανεισμού της.

Συνεπώς, ο συναφής πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1, εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ο λόγος αναιρέσεως αυτός ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 1/2021, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022).

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1, εδάφ. α' και 6 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Ειρηνοδικείο παραβίασε ευθέως αλλά και εκ πλαγίου, με ελλιπείς αιτιολογίες, το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 καθώς και τις διατάξεις της υπ' αριθμ. 54/2015 Αποφάσεως της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, επειδή για την εκτίμηση της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας της αιτούσας δεν προσέφυγε σε έκθεση εκτιμήσεως πιστοποιημένου εκτιμητή και, για τον προσδιορισμό της μέγιστης ικανότητας αποπληρωμής της αιτούσας, δεν ελήφθη υπ' όψιν η τρέχουσα αλλά και η μελλοντική ικανότητά της.

Από την επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Ειρηνοδικείου Λευκάδας δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, σχετικώς με τις αναιρετικές αιτιάσεις, τα ακόλουθα: "Η ρύθμιση των χρεών της αιτούσας θα γίνει με μηνιαίες καταβολές απευθείας στους παραπάνω πιστωτές από τα εισοδήματα της, επί τριετία.

Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής κατ' άρθρο 8 § 2 ν. 3869/2010, το προς διάθεση στους πιστωτές της αιτούσας από αυτήν ποσό, λαμβανομένων υπόψη των βιοτικών αναγκών της, τα στοιχειώδη έξοδα για τροφή, ένδυση, ηλεκτροφωτισμό, ύδρευση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, θα πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως.

Το συνολικό ποσό των οφειλών της αιτούσας ανέρχεται σε 288.305,28 ευρώ το οποίο αναλύεται σε 109.913,43 ευρώ προς τον πρώτο πιστωτή "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", ποσό 5.290,28 ευρώ προς την δεύτερη πιστώτρια ...", ποσό 148.953,76 ευρώ προς την τρίτη πιστώτρια "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ" και ποσό 24.147,81 ευρώ προς την τέταρτη πιστώτρια "...".

Έτσι από το ποσό των 200 ευρώ το μήνα, αναλογεί για τη σύμμετρη ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών στον πρώτο πιστωτή το ποσό των 76,25 ευρώ, στην δεύτερη πιστώτρια το ποσό των 3,67 ευρώ, στην τρίτη πιστώτρια το ποσό των 103,33 ευρώ και στην τέταρτη πιστώτρια το ποσό των 16,75 ευρώ. Στην αριθμ. 92/2016 απόφαση προσωρινής διαταγής του παρόντος δικαστηρίου, περιελήφθη διάταξη με την οποία υποχρεώθηκε η αιτούσα σε προσωρινές καταβολές προς τους μετέχοντες ποσού 200 ευρώ μηνιαίως, σε συμμόρφωση της οποίας κατέβαλε σ' αυτούς από τον Οκτώβριο 2016 μέχρι και τον Ιανουάριο 2017 4 μηνιαίες καταβολές.

Οι προσωρινές αυτές καταβολές σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 2 και 9 παρ. 4 του ν. 3869/2010 πρέπει να συνυπολογιστούν τόσο ως προς το χρόνο όσο και ως προς το ποσό τους σ' αυτές της πιο πάνω οριστικής ρύθμισης. Έτσι μετά τον συνυπολογισμό του χρόνου των 4 μηνών των προσωρινών καταβολών, ο χρόνος της οριστικής ρύθμισης για τους πιστωτές περιορίζεται σε δύο έτη και οκτώ μήνες.

Αναφορικά δε με το ποσό επειδή ταυτίζεται με αυτό των οριστικών καταβολών δεν τίθεται ζήτημα συμπληρωματικών καταβολών. Η παραπάνω πρώτη ρύθμιση θα συνδυαστεί, με την προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρ. 9 παρ. 2 Ν. 3 869/2010, όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις των Ν. 4336/2015 και 4346/2015 εφόσον με τις καταβολές επί τριετία δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτών και εφόσον:

α) Υπάρχει ακίνητο που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία της αιτούσας για το οποίο υποβάλλεται αίτημα εξαίρεσης από την εκποίηση β) η αιτούσα έχει εισόδημα που δεν υπερβαίνει το 170% των ευλογών δαπανών διαβίωσης (817 ευρώ δαπάνες διαβίωσης x 70% = 1388 ευρώ) εφόσον αυτό ανέρχεται σε 1017 ευρώ, γ) Η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας της δεν υπερβαίνει το ποσό των 180.000 ευρώ προσαυξημένη κατά 40.000 ευρώ για έγγαμο οφειλέτη και δ) οι πιστωτές στα πλαίσια του άρθρ. 338 ΚΠολΔ δεν επικαλέστηκαν ούτε απέδειξαν ως όφειλαν ότι η αιτούσα δεν ήταν συνεργάσιμος δανειολήπτης βάσει του Κώδικα Δεοντολογίας των τραπεζών.

Στα πλαίσια της ρύθμισης αυτής του αρθ. 9 παρ. 2 ν. 3869/10, θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές ίσες με το ποσό του ανταλλάγματος που θα επιτυγχανόταν από την αναγκαστική εκποίηση του ακινήτου της κατοικίας. Ειδικότερα η εμπορική αξία της κύριας κατοικίας της αιτούσας σύμφωνα με την Δεκέμβριο 2017 έκθεση εκτίμησης της μηχανικού Κ.

Δ. που προσκομίζει η αιτούσα (το καθ'ου δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο) ανέρχεται στο ποσό των 30.300 ευρώ. Το ποσό στο οποίο εκτιμάται ότι θα εκποιηθεί στα πλαίσια αναγκαστικής εκτέλεσης (αρθ. 993 παρ. 2 εδ. γ' και 954 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ), ανέρχεται στο ποσό των 30.300 ευρώ, τα δε έξοδα εκτέλεσης (αμοιβή και έξοδα δικαστικού επιμελητή, αμοιβή υπαλλήλου του πλειστηριασμού κλπ) ανέρχονται σε 3.000 ευρώ.

Εφόσον λοιπόν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης οι πιστωτές της αιτούσας δεν θα ελάμβαναν ποσό μεγαλύτερο των 27.300 ευρώ, συνεπώς, με μηνιαίες καταβολές ύψους 151 ευρώ εκ μέρους της αιτούσας επί 15 έτη, θα λάβουν το ίδιο ποσό έναντι αυτού που θα εισέπρατταν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης της κύριας κατοικίας της και επομένως οι μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας θα οριστούν στο ποσό αυτό επί 180 μήνες (15 έτη) ...

Στην προκειμένη περίπτωση η απαίτηση του πρώτου πιστωτή ποσού 109.913,43 ευρώ που έχει ειδικό προνόμιο λόγω εμπράγματης εξασφάλισης (άρθρα 976, 977 Κ.ΠολΔ) θα ικανοποιηθεί σε ποσοστό έως 90%, και οι απαιτήσεις των λοιπών πιστωτών που είναι μη προνομιούχες απαιτήσεις θα ικανοποιηθούν έως το 10% αυτής.

Συνεπώς η απαίτηση του πρώτου πιστωτή θα ικανοποιηθεί μέχρι του ποσού των 24.570 ευρώ (27.300 X 90%) το οποίο επιμεριζόμενο σε 15 έτη, ήτοι 180 μηνιαίες δόσεις, θα προκόψει μηνιαία δόση ύψους 136,50 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό των 14,50 ευρώ που προκύπτει (151-135,50) θα καταβληθεί για την εξυπηρέτηση των οφειλών των λοιπών πιστωτών συμμέτρως επιμεριζόμενο σ' αυτές .

Έτσι από το ποσό αυτό των 14,50 ευρώ αναλογεί για την σύμμετρη ικανοποίηση των δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των πιστωτών ποσό 0,43 ευρώ στην δεύτερη πιστώτρια ..., ποσό 12,08 ευρώ στην τρίτη πιστώτρια ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και ποσό 1,99 ευρώ στην τέταρτη πιστώτρια ...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε ότι, αναφορικώς με την εκτίμηση της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας της αιτούσας, δεν απαιτείτο να διατάξει την διενέργεια εκτιμήσεως της εμπορικής αξίας από πιστοποιημένο εκτιμητή, καθόσον οι εκθέσεις από εκτιμητή δεν είναι δεσμευτικές για το Δικαστήριο, αλλά αξιολογούνται ελεύθερα, η δε κρίση του Δικαστηρίου περί της αξίας του ακινήτου θα σχηματισθεί από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίζονται.

Τέλος, αναφορικώς με το σχέδιο διευθετήσεως των οφειλών της αιτούσας, το δικάσαν Δικαστήριο εκτίμησε την μέγιστη ικανότητα αποπληρωμής, στηριζόμενο στην οικογενειακή και οικονομική της κατάσταση. Επομένως, οι ανωτέρω αιτιολογίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, που ορθώς το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, πλέον του ότι η παράγραφος 2α προστέθηκε στο άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, με το άρθρο 62 παρ. 3 του Ν. 4549/2018, με έναρξη ισχύος την 14-6-2018, ήτοι μετά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λευκάδας.

Κατά συνέπειαν, ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., αναφορικώς με την αιτίαση ότι το Ειρηνοδικείου Λευκάδας παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου με έλλειψη αιτιολογίας τις διατάξεις των άρθρων 455 επ.

του Α.Κ., 62 του Ν. 2214/1994, 4 παρ. 1, 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 επειδή, όπως ισχυρίζεται, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν διέταξε την συνέχιση της παρακρατήσεως από τις μηνιαίες αποδοχές της πρώτης αναιρεσίβλητης του ποσού, που καθορίστηκε καταβλητέο σε αυτό (αναιρεσείον) με τη ρύθμιση των άρθρων 8 και 9 του Ν. 3.869/2010 και με την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, καθώς η αναιρετική εμβέλεια του πρώτου λόγου, που έγινε δεκτός, καταλαμβάνει και τα ανωτέρω κεφάλαια και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του τρίτου αναιρετικού λόγου, που διατυπώνεται με την αίτηση αναιρέσεως και οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρον 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 930/2021, Α.Π 1150/2019). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3, εδάφ.

β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 606/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τις υπ' αριθμ. 34/2017 και 69/2018 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Λευκάδας ως προς τον γενόμενο δεκτό αναιρετικό λόγο. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ