Legislator Case Law & Legislation
109/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of legal interest and inadmissibility of insufficient reasoning grounds.

Case Number 109/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the final appeal judgment of the Patras Court of Appeal. The appellants argued that the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the rejection of their claim for abuse of right under Article 281 of the Civil Code. The court ruled that this specific ground for appeal was inadmissible because it required a substantive review of the case facts, which the lower court had already conducted and concluded. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 180, 183, 189 para. 1, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on insufficient reasoning is inadmissible if the lower court has already made a substantive decision on the merits, as such errors require a review of the case facts rather than a formal rejection.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning lack of legal interest abuse of right substantive review legal costs inadmissible appeal Article 281 Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 109 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 109 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη και Δήμητρα Σίσκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Π. του Δ., 2) Π. Π. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παϊπέτη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "DS SMITH HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑΣ" (πρώην με την επωνυμία "SP - CARTONPACK HELLAS A.E. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑΣ"), που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βαΐα Τατσίδου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Γ. Π. του Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/2/2019 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2023 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/11/2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 23-11-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 39/2023 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 12-5-2021 έφεσης των εναγόμενων και ήδη αναιρεσειόντων και εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθ. 27/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή, ως βάσιμη κατ' ουσία, η από 15-2-2019 αγωγή της εφεσίβλητης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "DS SMITH HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑΣ" και διατάχθηκε η διάρρηξη ως καταδολιευτικής της συμβολαιογραφικώς καταρτισθείσας δικαιοπραξίας μεταβιβάσεως ακινήτων προς την δεύτερη των εκκαλούντων και ήδη δεύτερη των αναιρεσειόντων, ενώ απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την τρίτη των εκκαλούντων και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.

Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Πατρών απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος την έφεση της τρίτης εκκαλούσας εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, διότι η αγωγή ως προς αυτήν είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και συνεπώς δεν ήταν ηττηθείσα διάδικος, οι δε αιτιολογίες της εκκαλουμένης δεν απολήγουν σε βλάβη αυτής, ενώ δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ` ουσίαν, την έφεση των τότε πρώτου και δεύτερης των εκκαλούντων εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση ως προς αυτούς.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 556 παρ. 1 και 558 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, επί απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και στην υπό κρίση περίπτωση, η, εκ μέρους του ενός των απλών ομοδίκων, ασκούμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απευθυντέα, κατά του νικήσαντος αντιδίκου του, όχι όμως και κατά του συνεναγομένου του, ο οποίος μόνον ως ομόδικός του μπορεί να μετάσχει στην αναιρετική δίκη, με την άσκηση κοινής ή αυτοτελούς αιτήσεως αναιρέσεως.

Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται μόνο στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ευνοϊκή, για τον απλό ομόδικο και συγχρόνως βλαπτική, για τον αναιρεσείοντα (ΟλΑΠ 15-16/1996, ΟλΑΠ 1241/1979, ΑΠ 657/2022, ΑΠ 1248/2020, ΑΠ 2030/2017, ΑΠ 1281/2017, ΑΠ 379/2015, ΑΠ 785/2010, ΑΠ 292/2009, ΑΠ 269/2002).

Επομένως, η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν νομιμοποιείται παθητικά στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, διότι δεν ήταν αντίδικος των αναιρεσειόντων, αλλά συνεναγόμενη και απλή ομόδικός τους, και οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ευνοϊκή για την εν λόγω αναιρεσίβλητη απλή ομόδικό τους και συγχρόνως βλαπτική για αυτούς. Κατά συνέπεια η ένδικη αίτηση αναίρεσης απαραδέκτως στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατ'αυτεπάγγελτη έρευνα, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη ως προς την απολιπόμενη δεύτερη αναιρεσίβλητη, χωρίς να περιληφθεί διάταξη επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος των αναιρεσειόντων ελλείψει αιτήματός της λόγω της απουσίας της. Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 939 έως 942 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη γέννηση της αξίωσης, προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων: α) απαίτηση του δανειστή, κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο, που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου, γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών, δ) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση και ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία συντρέχει, όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί, για την ικανοποίηση του δανειστή (ΑΠ 938/2025, ΑΠ 1156/2024).

Αν υπάρχουν περισσότεροι συνοφειλέτες, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, δεν απαιτείται για την άσκηση της, εκ του άρθρου 939 ΑΚ, αγωγής εναντίον ενός από αυτούς, η έλλειψη περιουσιακών στοιχείων στο πρόσωπο και των λοιπών συνοφειλετών, αφού καθένας από αυτούς ευθύνεται απεριόριστα, για ολόκληρο το χρέος, έναντι του δανειστή, ο οποίος δικαιούται, κατ' αρέσκεια, να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρο συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και των άλλων εις ολόκληρο συνοφειλετών (άρθρο 481 ΑΚ) (ΑΠ 1341/2019, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 621/2016, ΑΠ 1902/2013).

Έτσι, η απαιτούμενη, για τη διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, πρόθεση βλάβης του δανειστή, εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος, εις ολόκληρον συνοφειλέτης (πρωτοφειλέτης ή εγγυητής), διαθέτει επαρκή περιουσία, για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από στοιχεία, που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών (ΑΠ 1320/2019, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 1902/2013, ΑΠ 1475/ 2010), ούτε από την τυχόν εξασφάλιση της οφειλής με εμπράγματη ασφάλεια ή άλλο τρόπο (ΑΠ1361/2022).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις, για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η, δε, παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το Δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω Δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην περίπτωση, που το Δικαστήριο έκρινε, κατ' ουσίαν, την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά, για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, ερευνώντας την έφεση των αναιρεσειόντων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη είναι ανώνυμη εταιρεία, με αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή και εμπορία χάρτινων ειδών συσκευασίας, που προορίζονται για βιομηχανική χρήση.

Από το έτος 2002, στο πλαίσιο της άνω δραστηριότητάς της, διατηρούσε συνεργασία με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΦΡΟΥΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "... ΦΡΟΥΤΑ Α. Ε.", η οποία έληξε τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2018. Ειδικότερα, η ενάγουσα προμήθευε την ως άνω εταιρεία με είδη συσκευασίας, για τα αγροτικά προϊόντα, που αυτή εμπορεύεται.

Κατά τη μεταξύ τους συμφωνία και καθ' όλη τη διάρκειά της εξέδιδε και παρέδιδε στην ενάγουσα στο τέλος κάθε μήνα μεταχρονολογημένες επιταγές αξίας ίσης με το συνολικό ποσό του τιμήματος των αγορών, που είχαν πραγματοποιηθεί, κατά τον ίδιο μήνα. Ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος των εκκαλούντων ήταν μέχρι τις 17-12-2017 Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας ...

Από την ως άνω συνεργασία των δύο εταιριών δημιουργήθηκε οφειλή, της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας "... ΦΡΟΥΤΑ Α. Ε.", προς την ενάγουσα, συνολικού ύψους εξακοσίων τριάντα τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων οκτώ ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (634.708,43 €). Για την εξόφληση μέρους της ανωτέρω οφειλής της ποσού τριακοσίων ογδόντα πέντε χιλιάδων ευρώ (385.000 €), η ως άνω εταιρεία εξέδωσε και παρέδωσε στην ενάγουσα είκοσι (20) συνολικά επιταγές, από τις οποίες οι εννέα (9) επιταγές έφεραν τις υπογραφές του πρώτου εναγόμενου ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ως άνω ανώνυμης εταιρείας και της κόρης του Β.

Π. , ως μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, ... Επίσης, με τις ανωτέρω τελεσίδικες αποφάσεις κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, ότι η ανωτέρω εκδότρια εταιρεία, κατά τον πραγματικό χρόνο έκδοσης των ανωτέρω εννέα (9) επιταγών, στερούνταν ταμειακής ρευστότητας, εξ αυτού του λόγου άλλωστε, αυτές εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες, ενώ και η εν γένει οικονομική της κατάσταση ήταν κακή και δύσκολα αναστρέψιμη, όπως αποδεικνύεται από τα οικονομικά της στοιχεία, κατά τα τέλη του έτους 2017.

Ειδικότερα τον ανωτέρω χρόνο η εκδότρια εταιρεία είχε υπέρογκα χρέη, προς τρίτους και συγκεκριμένα προς Τράπεζες, ασφαλιστικούς οργανισμούς και προμηθευτές, συνολικού ποσού είκοσι ενός εκατομμυρίων επτακοσίων σαράντα επτά χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα δύο ευρώ και εβδομήντα δύο λεπτών (21.747.272,72), στον δε ισολογισμό της, για το ίδιο έτος εμφανίζονται βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις και ειδικότερα απαιτήσεις προμηθευτών και δάνεια συνολικού ποσού δεκαπέντε εκατομμυρίων πεντακοσίων εξήντα δύο χιλιάδων ογδόντα τεσσάρων ευρώ (15.562.084), ενώ η αξία των περιουσιακών της στοιχείων και εν προκειμένω αποθέματα, πελάτες, εμπορικές απαιτήσεις, λοιπές απαιτήσεις, ταμιακά διαθέσιμα και ισοδύναμα ανέρχονταν στο ποσό των εννέα εκατομμυρίων εκατόν σαράντα χιλιάδων εξακοσίων σαράντα πέντε ευρώ (9.140.645), έναντι του ποσού των δεκατριών εκατομμυρίων πεντακοσίων σαράντα εννέα χιλιάδων επτακοσίων εξήντα πέντε ευρώ (13.549.765) το προηγούμενο έτος.

Την παραπάνω, δε, κακή οικονομική κατάσταση της εκδότριας εταιρείας και την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στον τραπεζικό της λογαριασμό, κατά τον ανωτέρω πραγματικό χρόνο έκδοσης των ως άνω εννέα (9) επιταγών, καθώς και το ενδεχόμενο μη ύπαρξης διαθεσίμου υπολοίπου σε αυτόν και κατά τον χρόνο εμφάνισής τους προς πληρωμή, ο οποίος σημειωτέον, έγινε εντός του οκταημέρου, από τον φερόμενο ως χρόνο έκδοσης τους, γνώριζε απολύτως, μεταξύ των ανωτέρω συνοφειλετών και ο πρώτος εναγόμενος, λόγω της εταιρικής του θέσης και του χαρακτήρα της εκδότριας ανώνυμης εταιρείας, η οποία έχει τον χαρακτήρα οικογενειακής επιχείρησης, αφού, όπως προαναφέρθηκε ο πρώτος εναγόμενος και ο Αντιπρόεδρος αυτής Ν.

Π. έχουν σχέση θείου και ανεψιού, ενώ το ανωτέρω μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, δηλαδή, η Β. Π. είναι κόρη του πρώτου εναγόμενου και ως εκ τούτου αποδέχονταν το ενδεχόμενο της μη πληρωμής του ...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι στις 10-9-2018 οι ανωτέρω απαιτήσεις της ενάγουσας σε βάρος του πρώτου εναγόμενου, οι οποίες ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των εκατόν ενενήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (195.000), ήταν γεγενημένες, οπότε ο πρώτος εναγόμενος, δυνάμει του με αριθμό ...-2018 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Βαρθολομιού Ζ.

Κ., το οποίο έχει νόμιμα μεταγράφει στα βιβλία μεταγραφών του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαλιάδας με αριθμό 232, μεταβίβασε στην κόρη του και δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη των εκκαλούντων, κατά πλήρη κυριότητα, τα παρακάτω περιγραφόμενα ακίνητα: I) τα ακίνητα, που βρίσκονται στην Τοπική Κοινότητα Κάστρου της Δημοτικής Ενότητας Κάστρου - Κυλλήνης του τέως Δήμου Κάστρου - Κυλλήνης και ήδη του Δήμου Ανδραβίδας - Κυλλήνης της Περιφερειακής Ενότητας Ηλείας της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, δηλαδή: 1) Αγρό ξερικό [πρώην οπωρώνα] συνολικής έκτασης, σύμφωνα με τους τίτλους κτήσεως, δώδεκα χιλιάδων εκατόν σαράντα δύο τετραγωνικών μέτρων (12.142,00 μ2), που βρίσκεται στη θέση "ΦΟΣΑ", ..., 2) Ελαιώνα έκτασης τριών χιλιάδων εξακοσίων είκοσι οκτώ τετραγωνικών μέτρων (3.628,00 μ2), που βρίσκεται στη θέση "ΦΟΣΑ", ..., 3) Αγρό ξερικό έκτασης, σύμφωνα με τους τίτλους κτήσεως, πεντακοσίων είκοσι έξι τετραγωνικών μέτρων και δεκαεπτά εκατοστών (526,17 μ2) και σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση και την εφαρμογή του δασικού χάρτη, τετρακοσίων ογδόντα τριών τετραγωνικών μέτρων και τριάντα ενός εκατοστών (483,31 μ2), που βρίσκεται στη θέση "ΠΙΣΩΚΑΣΤΡΟ", ..., 4) Οικόπεδο εμβαδού εξακοσίων τετραγωνικών μέτρων (600 μ2), που βρίσκεται στη θέση "ΤΡΙΦΤΙΝ ΑΛΗ", εντός των ορίων οικισμού Κάστρου, ..., 5) Ελαιώνα ξερικό, έκτασης οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα πέντε τετραγωνικών μέτρων και δεκαοκτώ εκατοστών (8.495,18 μ2), που βρίσκεται στη θέση "ΜΑΓΟΥΛΕΣ" και αποτελεί τμήμα μείζονος αγρού έκτασης είκοσι δύο χιλιάδων διακοσίων δεκατριών τετραγωνικών μέτρων και τριάντα τεσσάρων εκατοστών (22.213,34), ..., 6) Ελαιώνα ξερικό, έκτασης, σύμφωνα με τον τίτλο κτήσεως, τριών χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων (3.000 μ2) και σύμφωνα με πρόσφατη και ακριβή καταμέτρηση, δύο χιλιάδων επτακοσίων πενήντα τετραγωνικών μέτρων και πενήντα επτά εκατοστών (2.750,57 M2), που βρίσκεται στη θέση "ΜΑΓΟΥΛΕΣ" ...

II) Τα ακίνητα, που βρίσκονται στην Δημοτική Κοινότητα Λεχαινών της Δημοτικής Ενότητας Λεχαινών του Δήμου Ανδραβίδας - Κυλλήνης της Περιφερειακής Ενότητας Ηλείας της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας και συγκεκριμένα: 1) Την υπό στοιχεία "ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΤΡΙΑ (3) Κατάστημα" οριζόντια ιδιοκτησία με Κ.Α.Ε.Κ. 151233518008/0/3, που κείται στον ισόγειο όροφο της κατωτέρω αναφερόμενης πολυκατοικίας, απεικονίζεται με τον αριθμό τρία (3) σε κύκλο στο από Νοεμβρίου 1985 σχεδιάγραμμα κάτοψης ισογείου και τον πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας του πολιτικού μηχανικού Σ.

Π. , το οποίο έχει προσαρτηθεί στην με αριθμό ....1986 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Μυρτουντίων Ε. I. Π., έχει επιφάνεια μέτρα τετραγωνικά εξήντα οκτώ και πενήντα εκατοστά (68,50 μ2), με πατάρι εμβαδού τριάντα ενός τετραγωνικών μέτρων και δέκα πέντε εκατοστών (31,15 μ2), με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο περιγραφόμενο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα της οικοδομής εκατόν δεκατρία χιλιοστά (113/1000) αδιαίρετα, συνορεύει, δε, ..., 2) Το υπό στοιχεία ΑΛΦΑ ΕΝΑ (Α1) διαμέρισμα με Κ.Α.Ε.Κ. 151233518008/0/5, που κείται στον πρώτο (Α) ,υπέρ το ισόγειο, όροφο της κατωτέρω αναφερόμενης πολυκατοικίας, ....

έχει επιφάνεια μέτρα τετραγωνικά εκατόν σαράντα και είκοσι πέντε εκατοστά (140,25 μ2), ..., 3) Αγρό έκτασης είκοσι χιλιάδων διακοσίων δεκαπέντε τετραγωνικών μέτρων (20.215 μ2), που βρίσκεται στη θέση "ΑΛΥΚΕΣ" της κτηματικής περιφέρειας Λεχαινών ... Το ως άνω αγροτεμάχιο έχει Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (Κ.Α.Ε.Κ.) 151231107003/0/0 ...

Η αξία των άνω ακινήτων, όπως αποτυπώνεται στο ως άνω συμβόλαιο ανέρχεται συνολικά στο ποσό των διακοσίων τριάντα έξι χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα δύο ευρώ και είκοσι εννέα λεπτών (236.932,29). Ο πρώτος εναγόμενος προέβη στην ανωτέρω απαλλοτρίωση, προς την δεύτερη εναγόμενη θυγατέρα του, από χαριστική αιτία, γνωρίζοντας ότι, μετά την, κατά τα παραπάνω, μεταβίβαση, η υπόλοιπη περιουσία του δεν θα επαρκούσε, για την ικανοποίηση των παραπάνω απαιτήσεων της ενάγουσας σε βάρος του, ώστε η ενάγουσα εταιρεία να αποστερηθεί της δυνατότητας να ικανοποιήσει τις ανωτέρω ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της.

Ο πρώτος εναγόμενος, με τον τρίτο λόγο της ένδικης έφεσης, ισχυρίζεται, ότι δεν είχε πρόθεση βλάβης της ενάγουσας και δανείστριας, δεδομένου ότι η περιουσία της εκδότριας των αξιογράφων ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "... ΦΡΟΥΤΑ Α.Ε." και συνοφειλέτριας αυτού αρκούσε, για να ικανοποιηθούν οι ανωτέρω απαιτήσεις της ενάγουσας σε βάρος του, καθώς η εν λόγω εταιρεία διαθέτει ιδιόκτητη κινητή περιουσία και συγκεκριμένα βιομηχανικό και μηχανολογικό εξοπλισμό η αξία του οποίου ανέρχεται στο ποσό των πέντε εκατομμυρίων εξακοσίων εβδομήντα επτά χιλιάδων οκτακόσιων είκοσι εννέα ευρώ (5.677.829), καθώς επίσης και ακίνητη περιουσία εκτιμημένης αξίας δεκαέξι εκατομμυρίων τριακοσίων είκοσι επτά χιλιάδων ευρώ (16.327.000).

Όμως, ο παραπάνω ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς αφενός μεν αποδεικνύεται, ότι επί της ακίνητης περιουσίας της ανωτέρω εταιρείας έχουν εγγραφεί εμπράγματα βάρη και συγκεκριμένα προσημειώσεις υποθηκών, υπέρ διαφόρων τραπεζικών εταιρειών και συγκεκριμένα, υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας και της ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑΣ συνολικού ποσού έντεκα εκατομμυρίων ευρώ (11.000.000), επί της οποίας (ακίνητης περιουσίας) επισπεύσθηκε πλειστηριασμός, ο οποίος προσδιορισθείς, για τις 2-3-2022 ματαιώθηκε, λόγω έλλειψης πλειοδοτών, ενώ όσον αφορά την κινητή περιουσία αυτής έχει εκπλειστηριασθεί, το επιτευχθέν, δε, εκπλειστηρίασμα έχουν λάβει διάφορα τραπεζικά ιδρύματα, τα οποία είχαν εξοπλίσει τις σχετικές απαιτήσεις τους με προνόμια και κανείς άλλος από τους δανειστές της ανωτέρω εταιρείας, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, αφετέρου δε ...

η πρόθεση βλάβης του δανειστή εξακολουθεί να υφίσταται και όταν ο άλλος εις ολόκληρον οφειλέτης διαθέτει επαρκή περιουσία, για την ικανοποίηση του δανειστή, καθώς ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από στοιχεία, που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο από το πρόσωπο του απαλλοτριούντος και εν προκειμένω του πρώτου εναγόμενου και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών και εν προκειμένω της συνοφειλέτριας αυτού εκδότριας εταιρείας των ανωτέρω επιταγών, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 486 του ΑΚ.

Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε, ότι ο πρώτος εναγόμενος, με την ανωτέρω απαλλοτρίωση, είχε πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, ορθά τον νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ως εκ τούτου, όσα αντίθετα υποστηρίζουν ο πρώτος και η δεύτερη των εκκαλούντων με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

Ενώ, κατόπιν της ανωτέρω απαλλοτρίωσης δεν υπήρχε εμφανής περιουσία του πρώτου εναγόμενου, προκειμένου η ενάγουσα να ικανοποιήσει τις παραπάνω απαιτήσεις σε βάρος του, αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε, ότι η εναπομείνασα ακίνητη περιουσία του πρώτου εναγόμενου επαρκεί, για την ικανοποίηση της ενάγουσας εταιρείας.

Ειδικότερα, η υπόλοιπη περιουσία του πρώτου εναγόμενου αποτελείται: 1) από το, με αριθμό ΚΑΕΚ 151 230 82 3001/ 0/0 ακίνητο εμβαδού 1.048 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "Δροσελή" Λεχαινών Ηλείας και είναι εκτός σχεδίου πόλεως, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και επί του οποίου ο πρώτος εναγόμενος είναι συγκύριος σε ποσοστό 33,34/100 εξ αδιαιρέτου, 2) από το, με αριθμό ΚΑΕΚ 151 233 51 80 08/0/12 ακίνητο επιφάνειας 14,62 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στον τρίτο όροφο οικοδομής, επί της οδού ...

στα Λεχαινά και επί του οποίου ο πρώτος εναγόμενος είναι συγκύριος σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου. Επίσης, ο πρώτος εναγόμενος είναι συγκύριος σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου εμβαδού 352,40 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στα Λεχαινά Ηλείας και επί της οδού ..., καθώς και ψιλός κύριος ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου επτά (7) διαμερισμάτων και συ-γκύριος σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος υψούν οικοδομής, η οποία έχει αναγερθεί στην θέση "Μέση Αγυιά" της Πάτρας.

Όμως, επί των παραπάνω ακινήτων του πρώτου εναγόμενου δυνάμει της με αριθμό 83/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης ποσού ενός εκατομμυρίου ευρώ (1.000.000), υπέρ της τράπεζας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", λόγω λήψης, από την ανωτέρω εκδότρια των επιταγών ανώνυμη εταιρεία, ομολογιακού δανείου.

Συνεπώς και ενόψει των ανωτέρω, η περιουσία του πρώτου εναγόμενου, μετά την ανωτέρω απαλλοτρίωση, προς την δεύτερη εναγόμενη, δεν επαρκεί, για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας ... Κατ' ακολουθία, λοιπόν, όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, έπρεπε η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως βάσιμη κατ' ουσία και να διαταχθεί η διάρρηξη, υπέρ της ενάγουσας, της επίδικης δικαιοπραξίας στο σύνολό της, δεδομένου, ότι η ανωτέρω απαίτηση της ενάγουσας, σε βάρος του πρώτου εναγόμενου, υπολογιζόμενων και των τόκων αυτής, είναι μεγαλύτερη της αξίας των μεταβιβαζόμενων, στην δεύτερη εναγόμενη, ακινήτων. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε όμοια, ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις προσαχθείσες αποδείξεις.

Συνεπώς και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος, προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση έφεση του πρώτου και της δεύτερης των εκκαλούντων να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939, 941 και 942 του Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω νομικές διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Ειδικότερα τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν τη διάρρηξη της ένδικης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας στο σύνολό της, ως καταδολιευτικής, αφού υφίστατο γεννημένη απαίτηση της αναιρεσίβητης (ενάγουσας), κατά το χρόνο κατάρτισής της, κατά του πρώτου αναιρεσείοντος (πρώτου εναγομένου) και ο τελευταίος ενήργησε προς βλάβη της, γνωρίζοντας ότι η εναπομείνασα περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι, ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) κατά το χρόνο που ο πρώτος αναιρεσείων (πρώτος εναγόμενος) μεταβίβασε προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα (δεύτερη εναγομένη) τα επίμαχα ακίνητα, λόγω γονικής παροχής, που αποτελεί χαριστική δικαιοπραξία, είχαν συντελεστεί τα δικαιοπαραγωγικά περιστατικά της απαίτησης της αναιρεσίβλητης και ήταν ληξιπρόθεσμη, β) ο πρώτος αναιρεσείων ενήργησε με πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης, αφού γνώριζε το ύψος της ανωτέρω απαίτησης και ότι με την απαλλοτρίωση των ένδικων περιουσιακών στοιχείων θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της ενάγουσας, γ)βλάβη της αναιρεσίβλητης ενάγουσας δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του αναιρεσείοντος σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση της απαίτησής της και δ) ότι η αφερεγγυότητα αυτή του αναιρεσείοντος υπήρχε κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις ως άνω παραδοχές: 1) ότι η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία των ακινήτων του πρώτου αναιρεσείοντος έγινε, προς βλάβη της πρώτης αναιρεσίβλητης, αφού κατά το χρόνο, που αυτή καταρτίσθηκε, ο ως άνω οφειλέτης γνώριζε την οφειλή του, προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, λόγω της εταιρικής του θέσης και του χαρακτήρα της εκδότριας, των επίδικων επιταγών, εταιρίας, η οποία έχει οικογενειακό χαρακτήρα και παρά ταύτα επιχείρησε από πρόθεση την ανωτέρω χαριστική δικαιοπραξία, με αποκλειστικό σκοπό να την αποστερήσει από τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την απαίτησή της από τα περιουσιακά στοιχεία, που διέθετε και 2) ότι η υπόλοιπη ακίνητη περιουσία του οφειλέτη της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν αρκούσε, για να ικανοποιηθεί η απαίτηση της τελευταίας, δεδομένου ότι είχε προτεραιότητα άλλη δανείστρια (Τράπεζα ΑΛΦΑ ΑΕ), η οποία είχε εγγράψει, από το έτος 2017, σχετικές εξασφαλίσεις ποσού ενός εκατομμυρίου ευρώ (1.000.000 ευρώ), που εξακολουθούσαν να υφίστανται και κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, και από τότε είχε περιέλθει σε κατάσταση διαρκούς αφερεγγυότητάς.

Ακόμη, ως προς την εξασφάλιση της πιστώτριας τράπεζας από άλλους συνοφειλέτες ορθά έκρινε το Εφετείο ότι ο δανειστής, σε περίπτωση πλειόνων συνοφειλετών, δικαιούται κατά αρέσκεια να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και άλλων συνοφειλετών και δέχτηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι δεν αναιρείται η απαιτούμενη, για την αιτούμενη διάρρηξη, πρόθεση βλάβης, από την επικαλούμενη επάρκεια της περιουσίας της συνοφειλέτριας εταιρείας, με την επωνυμία "...

ΦΡΟΥΤΑ Α.Ε.", για την ικανοποίηση της πιο πάνω αξίωσης, καθόσον, ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από στοιχεία, που συντρέχουν, αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου είναι αβάσιμος. Οι λοιπές προβαλλόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι οι αναιρεσείοντες, υπό την επίφαση της ευθείας παραβίασης των ανωτέρω διατάξεων, πλήττουν την, κατ' ουσίαν, εκτίμηση, από το Δικαστήριο, πραγματικών γεγονότων, που δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Δικαστήριο, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 1551/2024, ΑΠ 271/2021, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της ουσιαστικής βασιμότητας της περί διαρρήξεως αγωγής της αναιρεσίβλητης και δη για την κρίση του ότι η αξία της εναπομείνασας, μετά την επίδικη απαλλοτρίωση ακίνητης περιουσίας του πρώτου των αναιρεσειόντων, υπολείπονταν της απαίτησης της δανείστριας πρώτης αναιρεσίβλητης και ως εκ τούτου συνέτρεχε το στοιχείο της βλάβης της πρώτης αναιρεσίβλητης, εκ μέρους του, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν αυτοί κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, και συγκεκριμένα: 1) το εκκαθαριστικό σημείωμα ΕΝ.Φ.Ι.Α. , για το οικονομικό έτος 2022 του πρώτου αναιρεσείοντος και 2) την υπ' αριθμ. 83/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, για την εγγραφή προσημείωσης, επί ακινήτων αυτού, από τα οποία προκύπτει, ότι η υπόλοιπη περιουσία του, αποτελούμενη από είκοσι πέντε ακίνητα, ήταν ικανή, για να καλύψει την επίδικη απαίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Από τη ρητή διαβεβαίωση, όμως, που περιέχεται στο προοίμιο της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης απόφασης (8ο φύλλο) ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, σε συνδυασμό με τα νέα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίζονται από τους διαδίκους το πρώτο ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατ' άρθρο 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το πιστοποιητικό ΕΝ.Φ.Ι.Α του πρώτου των εκκαλούντων για το έτος 2022, ...", σε συνδυασμό με την ρητή αναφορά στο σκεπτικό της απόφασης (φύλλο 19ο πίσω σελίδα) στην υπ' αριθμ. 83/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, ιδιαιτέρως δε από τις σκέψεις, το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της που αναφέρονται και στην ως άνω 83/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών και τις παραδοχές της απόφασης για τα ανωτέρω ζητήματα, δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλά καθίσταται, αδιστάκτως, βέβαιον, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ως άνω αναφερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, δεδομένου ότι από αυτά τα έγγραφα και μόνον (πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ και δικαστική απόφαση εγγραφής προσημείωσης υποθήκης) δεν είναι δυνατόν να προκύψει η αντίθετη κρίση, ότι δηλαδή η υπόλοιπη περιουσία του πρώτου αναιρεσείοντος ήταν ικανή για να καλύψει την επίδικη απαίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης και δεν συνέτρεχε βλάβη της αναιρεσίβλητης ενάγουσας, δεν ήταν δε υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι τα συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.

Ούτε εξάλλου από το ότι το δικαστήριο της ουσίας μνημονεύει και εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, καθίσταται αμφίβολο αν συνεκτιμήθηκαν και αυτά τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες στον υπό κρίση λόγο. Η άποψη δε των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων ως άνω αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν ότι, δηλαδή, η υπόλοιπη εμφανής περιουσία του οφειλέτη υπερκάλυπτε την απαίτηση της δανείστριας και ως εκ τούτου έλειπε το στοιχείο της αφερεγγυότητας αυτού, για τον προσδιορισμό της βλάβης της πρώτης αναιρεσίβλητης, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. γιατί πλήττει την κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικά από το δικαστήριο της ουσίας αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, (σφάλμα αναγνώσεως), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ 45/2023, ΑΠ 909/2008). Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο (άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ), μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, γ) ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί υπάρξεως διαγνωστικού σφάλματος, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) ποια ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της αποφάσεως, δηλαδή το επιζήμιο συμπέρασμα για τον αναιρεσείοντα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου και στ) να εκτίθενται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ (ΑΠ 885/2025, ΑΠ 333/2023, ΑΠ 45/2023, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 272/2020).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των δύο αναφερομένων εγγράφων και συγκεκριμένα 1) του εκκαθαριστικού σημειώματος ΕΝ.Φ.Ι.Α. , για το οικονομικό έτος 2022 του πρώτου αναιρεσείοντος και 2) της υπ' αριθμ. 83/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών, για την εγγραφή προσημείωσης, επί ακινήτων, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται σ' αυτά, με αποτέλεσμα να καταλήξει το Εφετείο στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, για την ανεπάρκεια της υπολειπόμενης (εμφανούς) περιουσίας του απαλλοτριώσαντος οφειλέτη.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι πρωτίστως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη, κατά λέξη, το αληθές περιεχόμενο των φερομένων, ως παραμορφωθέντων, εγγράφων, παρά αποσπασματικές παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, χωρίς να προκύπτει, ποιο ήταν εκείνο, που εξέλαβε ως περιεχόμενο αυτών των εγγράφων, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου των εγγράφων να κριθεί, αν το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ανέγνωσε τα έγγραφα αυτά και ποια ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωσή τους, επί του επιζήμιου, για τους αναιρεσείοντες, αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο.

Σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του δεν σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα έγγραφα που φέρονται ως παραμορφωμένα, αλλά συνεκτίμησε αυτά μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει τη σημασία τους σε σχέση με το πόρισμα.

Επιπρόσθετα δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, με την εκτεθείσα στην αρχή έννοια, αλλά εκτίμησε και αξιολόγησε το αληθινό περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων, και με την παραδοχή ότι μετά την επίδικη απαλλοτρίωση η περιουσία του πρώτου αναιρεσείοντος οφειλέτη δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης δανείστριάς του, συνήγαγε πόρισμα διαφορετικό από αυτό, που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι τα ως άνω έγγραφα, και μόνον, δεν είναι πρόσφορα προς στήριξη του επικαλούμενου από τους αναιρεσείοντες αντίθετου αποδεικτικού πορίσματος ότι δηλαδή η υπολειπόμενη περιουσία του πρώτου αναιρεσείοντος οφειλέτη ήταν ικανή για να καλύψει την επίδικη απαίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης και δεν συνέτρεχε ανεπάρκειά της και βλάβη της αναιρεσίβλητης δανείστριάς του.

Και τούτο καθ' όσον στα έγγραφα αυτά, η προσδιοριζόμενη στη δήλωση στοιχείων ακινήτων ΕΝΦΙΑ έτους 2022 συνολική αξία των είκοσι πέντε εμπραγμάτων δικαιωμάτων (ιδανικά μερίδια συγκυριότητας ποσοστών 16,66 έως 33,33% σε αγρούς, αγροτεμάχια, γεωργικές αποθήκες κα οικία, κειμένων στον Οικισμό Κάστρο Κυλλήνης και 50% ψιλής κυριότητας σε διαμερίσματα και 50% συγκυριότητας σε δικαίωμα υψούν επί οικοδομής, κειμένης στην Αγυά Πάτρας) ανέρχεται μεν στο ποσό των 158.893,55 ευρώ, εξ αυτών όμως τα κείμενα στην οικοδομή στην Αγυά Πάτρας, που είναι τα σημαντικότερα αντικειμενικής αξίας 123.624,17 ευρώ, είναι βεβαρημένα, δυνάμει της υπ' αριθμ. 83/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών, με προσημείωση υποθήκης ύψους 1.000.000 ευρώ υπέρ άλλου δανειστή.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού, ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 767/2025, ΑΠ 1850/2023, ΑΠ 988/2021, ΑΠ 1935/2017). Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, στην απόφασή του διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ότι ο ισχυρισμός τους εκ του άρθρου 281 ΑΚ περί καταχρηστικής άσκησης του, δια της ενδίκου αγωγής, ασκουμένου δικαιώματος της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης, τον οποίο είχαν προβάλλει πρωτοδίκως και επανέφεραν με τον πέμπτο λόγο της έφεσής τους, ήταν νόμω αβάσιμος.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τυχόν σφάλμα της απόφασης συνδεόμενο με την εκτίμηση του περιεχομένου του εν λόγω ισχυρισμού δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια της διάταξης του αριθ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αφού η πλημμέλεια αυτή, κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη, αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι` αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, ενώ στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν προχώρησε σε κρίση επί της ουσίας, αλλά έκρινε τον σχετικό εκ του άρθρου 281 ΑΚ ισχυρισμό των αναιρεσειόντων που επαναφερόταν με τον πέμπτο λόγο της έφεσης ως νόμω αβάσιμο, όπως είχε κριθεί και με την πρωτόδικη απόφαση, και για το λόγο αυτό απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσης.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, για την άσκηση αυτής, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-11-2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 39/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ