Legislator Case Law & Legislation
767/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility of prior annulment ruling and costs against intervener.

Case Number 767/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Single Court of Appeal's decision, which had previously rejected an annulment claim as inadmissible. The appellant argued the appeal court failed to examine the merits of a specific annulment ground regarding usury interest calculations, but the court found this ground was already ruled inadmissible in the prior judgment. Consequently, the appeal was rejected because it lacked a basis for substantive review, and the appellant was ordered to pay the intervener's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 80, 559, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a decision rejecting an annulment claim as inadmissible is inadmissible if it challenges only the reasoning regarding that inadmissibility without raising new substantive grounds.

Keywords

AI generated
inadmissible annulment substantive review intervener costs prior annulment ruling usury interest calculation

Cited Legislation

AI generated
Article 80 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 182, 183, 189, paragraph 1, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 767 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 767/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Γεωργακόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας της Εταιρείας ειδικού Σκοπού με την επωνυμία "...", ειδικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Πασσά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/7/2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10421/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2310/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/7/2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

A. Από τη διάταξη του άρθρου 80 KΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναιρέσεως, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ.1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με την κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους.

Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρεμβάσεως υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρεώσεως, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1028/2022, ΑΠ 1329/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78. Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρεμβάσεως ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της αποφάσεως, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδηλώσεως δυσμενών ενεργειών της αποφάσεως σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της αποφάσεως. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (AΠ 1102/2022, ΑΠ 1028/2022, 368/2019).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού, κατά το άρθρο 325 παρ.2 ΚΠολΔ - AΠ 985/2023, ΑΠ 1028/2022, ΑΠ 467/2021), καθώς και αυτός που μετά την έκδοση της τελεσίδικης αποφάσεως σε δίκη μεταξύ του αληθούς δικαιούχου διαδίκου και τρίτου και ενώ έχει ήδη δημιουργηθεί δεδικασμένο μεταξύ των τελευταίων κατέστη, δυνάμει νόμου, αποκλειστικώς νομιμοποιούμενος μη δικαιούχος διάδικος, διότι όταν η δίκη διεξήχθη νομιμοποιούνταν αποκλειστικώς και είχε εξουσία διάθεσης ο δικαιούχος ή υπόχρεος διάδικος, όμοια όπως ισχύει όταν ο μη δικαιούχος διάδικος έχει αποκλειστική νομιμοποίηση και εξουσία διαθέσεως και το δεδικασμένο της αποφάσεως ισχύει και απέναντι στο δικαιούχο διάδικο (ΑΠ 302/2023).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του Ν 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.

Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Eπίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014. Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Η κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση που παρέχεται με την παραπάνω διάταξη στις εταιρείες διαχειρίσεως απαιτήσεων ισχύει και στις περιπτώσεις που η διαχείριση των απαιτήσεων έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ.14 του Ν. 3156/2003 (Ολ ΑΠ 1/2023, ΑΠ 302/2023).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευθεί νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο, αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 1028/2022, ΑΠ 368/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και επιδόθηκε εμπροθέσμως, ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών πριν την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου αυτού, μετά από σύντμηση της σχετικής προθεσμίας των 60 ημερών, αφενός στον αναιρεσείοντα (βλ.

την υπ' αρ. 3672/30-1-2024 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς, Δ. Α.), αφετέρου στην αναιρεσίβλητη (βλ. την υπ' αρ. 3669/30-1-2024 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς, Δ. Α.), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια και πληρεξούσια της επίδικης απαιτήσεως, της οποίας δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "...", ειδική διάδοχος της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί δυνάμει της αποφάσεως 326/2/17-9-2019 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχειρίσεως απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσίβλητη, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποιήσεως αξιώσεων, δυνάμει της από 21-7-2020 συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν.2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό Πρωτοκόλλου ...2020 (στον τόμο ...),όπως αυτή συμπληρώθηκε με την από 24-11-2022 σύμβαση για την αναλυτική περιγραφή των μεταβιβαζομένων επιχειρηματικών απαιτήσεων, που επίσης καταχωρήθηκε στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό Πρωτοκόλλου ...2022 (στον τόμο ...), έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "...", ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το ...

της Ιρλανδίας, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 23-12-2020 συμβάσεως διαχειρίσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων, που καταχωρήθηκε στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό Πρωτοκόλλου ...2020 (στον τόμο ...).

Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και η ένδικη απαίτηση της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέει από την υπ' αρ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου και τις πρόσθετες αυτής πράξεις, που συνήψε με τον αναιρεσείοντα. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατά τ' άρθρα 80 και 83 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας.

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ` αριθμ. ...2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, Σ. Δ. προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα συζήτηση, από τον επισπεύδοντα αυτήν αναιρεσείοντα. Όμως, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (4-3-2024), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο, κατά τη σειρά της εγγραφής της σε αυτό, η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου. Επομένως, κατ' εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον η αναιρεσίβλητη - υπερ' ής η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της, αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και η συζήτηση θα χωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

B. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 2310/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση, που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της υπ' αρ. 10421/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η από 3-7-2014 ανακοπή του αναιρεσείοντος, επικυρώθηκε η υπ' αρ. 25548/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 74 Ν. 4690/2020 και το άρθρο 83 Ν. 4790/2021), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει, αφού συνεκδικαστεί με την παραπάνω πρόσθετη παρέμβαση (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583, 585 παρ. 2, 632 και 633 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής αποτελεί και η επίκληση ουσιαστικής ενστάσεως (διακωλυτικής ή αποσβεστικής εν όλω ή εν μέρει), εξαιτίας της οποίας, όταν εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, είτε είχε καταλυθεί η οφειλή την οποίαν αυτή αφορά είτε ήταν άκυρη η δικαιοπραξία από την οποία πήγαζε. Για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά κατά τα προεκτεθέντα φέρει χαρακτήρα ενστάσεως, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της απαιτήσεως, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ` ιδίαν κονδύλια, δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άνω άρθρου (633 παρ. 1 ΚΠολΔ), αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή (ΑΠ 62/2024, ΑΠ 1379/2023, ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1772/2022, ΑΠ 1346/2022).

Συνεπώς, πρέπει στο δικόγραφο της ανακοπής να περιέχονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι κατά της διαταγής πληρωμής οι αντιρρήσεις δηλαδή του ανακόπτοντος κατά της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, ώστε να μπορεί ο μεν καθού η ανακοπή να αμυνθεί κατ` αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας (ΑΠ 1972/2022, ΑΠ 1346/2022).

Περαιτέρω, ο Γ.Ο.Σ. που προβλέπει, ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας (άρθρο 2 του Ν. 2251/1994), που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του αποφάσεως, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής.

Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ.3 ΑΚ.

Η δανείστρια τράπεζα διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ` απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη, ο οποίος πλέον - όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών - για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών.

Άλλωστε το έτος των 365 ημερών ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα την ΚΥΑ υπ` αρ. Ζ1 - 178/13.2.2001 των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και της Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 255 Β/9.3.2001) και την ΥΑ υπ` αρ. Ζ1-798/25.6.2008 του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 1353 Β/11.7.2008), από τις οποίες η πρώτη δεν αφορά επαγγελματικά αλλά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ η δεύτερη, στην παρ.1 περ.

στ` της οποίας ορίζεται ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους, αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 23-4-2008 "για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου", με βάση την οποία εκδόθηκε η ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σκοπός της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της, "η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις πίστωσης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/EOK του Συμβουλίου".

Η ευδοκίμηση, όμως, εν όλω η εν μέρει, του σχετικού λόγου της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής επιφέρει, όπως ήδη εκτέθηκε, μόνο τη μερική ακύρωση αυτής και συγκεκριμένα, μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του ΓΟΣ μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος (ΑΠ 633/2023, ΑΠ 699/2023).

Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία. Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διατάξεως δικονομικής φύσεως. Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 215/2023, ΑΠ 1001/2022, ΑΠ 1383/2021, ΑΠ 231/2020).

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, τον τρίτο λόγο της ανακοπής που άσκησε κατά της υπ' αρ. ... διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιτάχθηκε να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη παράνομους τόκους, υπολογισθέντες με βάση έτος 360 ημερών.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης ανακοπής προκύπτει ότι με τον τρίτο λόγο αυτής ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε τα εξής : "Ο υπολογισμός του τόκου με βάση το έτος 360 ημερών προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1995, διότι οι ΓΟΣ των συμβάσεων πρέπει να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη, κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης καταναλωτής, να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής.

Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 3 ΑΚ. Δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2003 σύμβασης πιστώσεως υπεγράφησαν διαδοχικά οι ακόλουθες πρόσθετες πράξεις: Στις 19.03.2009 υπεγράφη η υπ' αριθμ. ...

πρόσθετη πράξη και στον όρο 1.3§2 αυτής συμφωνήθηκε ότι: "Εφόσον το δάνειο εκτοκίζεται με κυμαινόμενο επιτόκιο Euribor 360 ημερών μηνιαίας διάρκειας, η τράπεζα θα ενημερώνει τον Οφειλέτη, για το ακριβές ποσό της δόσης κάθε μήνα με αποστολή της σχετικής ενημερωτικής επιστολής". Στις 12.04.2010 υπεγράφη η υπ' αριθμ. ...

πρόσθετη πράξη και στον όρο 1 αυτής συμφωνήθηκε ότι: "Για την χρονική περίοδο που το τυχόν δάνειο εκτοκίζεται με κυμαινόμενο Διατραπεζικό Επιτόκιο EURIBOR 360 ημερών μηνιαίας διάρκειας ή με κυμαινόμενο Διατραπεζικό Επιτόκιο LIBOR CHF ημερών μηνιαίας διάρκειας το περιθώριο πλέον του επιτοκίου αυτού αναπροσαρμόζεται και θα ανέρχεται σε ...%.

Διευκρινίζεται ότι ο τόκος του δανείου υπολογίζεται με βάση έτος 365 ημερών". Στις 04.01.2011 υπεγράφη η υπ' αριθμ. ... πρόσθετη πράξη και στον όρο 1 αυτής συμφωνήθηκε ότι: "Για την χρονική περίοδο που το τυχόν δάνειο εκτοκίζεται με κυμαινόμενο Διατραπεζικό Επιτόκιο EURIBOR 360 ημερών μηνιαίας διάρκειας ή με κυμαινόμενο Διατραπεζιικό Επιτόκιο LIBOR CHF ημερών μηνιαίας διάρκειας το περιθώριο πλέον του επιτοκίου αυτού αναπροσαρμόζεται και θα ανέρχεται σε ...%.

Διευκρινίζεται ότι ο τόκος του δανείου υπολογίζεται με βάση έτος 365 ημερών". Στις 15.09.2011 υπεγράφη η υπ' αριθμ. ... πρόσθετη πράξη και στον όρο 1.3§2 αυτής συμφωνήθηκε ότι: "Εφόσον το δάνειο εκτοκίζεται με κυμαινόμενο επιτόκιο Euribor 360 ημερών μηνιαίας διάρκειας, η τράπεζα θα ενημερώνει τον Οφειλέτη, για το ακριβές ποσό της δόσης κάθε μήνα με αποστολή της σχετικής ενημερωτικής επιστολής".

Στις 12.03.2013 υπεγράφη η αντίστοιχη πρόσθετη πράξη και στον όρο 1 αυτής συμφωνήθηκε ότι: "Για την χρονική περίοδο που το τυχόν δάνειο εκτοκίζεται με κυμαινόμενο Διατραπεζικό Επιτόκιο EURIBOR 360 ημερών μηνιαίας διάρκειας ή με κυμαινόμενο Διατραπεζικό Επιτόκιο LIBOR CHF ημερών μηνιαίας διάρκειας το περιθώριο πλέον του επιτοκίου αυτού αναπροσαρμόζεται και θα ανέρχεται σε ...%.

Διευκρινίζεται ότι ο τόκος του δανείου υπολογίζεται με βάση έτος 365 ημερών". Με την θέσπιση των ανωτέρων όρων προκύπτει ότι η καθής τράπεζα διασπά, με, εντελώς τεχνητά και κατ' απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών μου ως καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μια πρόσθετη επιβάρυνση σε εμένα ως καταναλωτή - δανειολήπτη, ο οποίος, δοθέντος του ότι το επιτόκιο της μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών, επιβαρύνομαι για κάθε ημέρα με τόκους μεγαλύτερους κατά 1,3889%, αφού το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή η μεγαλύτερη επιβάρυνση του να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για εμένα τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της τράπεζας.

Τούτο ιδίως σε μια εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών. Άλλωστε, το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα κατ' επιταγή της κοινοτικής οδηγίας 98/7/ΕΚ, που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ 21-178/13.2.2001 (ΦΕΚ Β' 255/8.3.2001) στην καταναλωτική πίστη με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον κατ' αυτόν τον τρόπο ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου....

Συνεπώς και εφόσον σύμφωνα με τους ανωτέρω όρους εντοκίζεται και υπολογίστηκε από την καθής με βάση έτος 360 ημερών, επιβαρύνθηκα για κάθε ημέρα με τόκους μεγαλύτερους κατά 1,3889%, αφού το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες και όχι με 365 ημέρες. Ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη είναι μη νόμιμη και συνεπώς ακυρωτέα." Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται τα συγκεκριμένα κονδύλια των παράνομα υπολογισθέντων επί του οφειλομένου κεφαλαίου τόκων, με βάση το έτος διάρκειας 360 ημερών, τα οποία αμφισβητεί ο αναιρεσείων, καθόσον, σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες νομικές σκέψεις, η ευδοκίμηση, εν όλω η εν μέρει, του σχετικού λόγου της ανακοπής επιφέρει μόνο την μερική ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του σχετικού ΓΟΣ μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής, από δε τα παρατιθέμενα στην ανακοπή στοιχεία δεν καθίσταται δυνατό να εξάγει το Δικαστήριο με μαθηματικούς υπολογισμούς το αμφισβητούμενο ποσό.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του τον τρίτο λόγο της ανακοπής, δεν προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου. Κατόπιν αυτών, ο πρώτος ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Ως πράγματα, η παράνομη μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο, στο άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται και οι περισσότερες βάσεις της αγωγής ή οι λόγοι ανακοπής με τους οποίους οριοθετείται το αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 886/2020).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά είτε "εκ του πράγματος" με την περί του αντιθέτου παραδοχή (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 339/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 250/2020). Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προτεινόμενο με τον δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής και με τον σχετικό λόγο της εφέσεώς του ισχυρισμό ότι, η καθ' ης η ανακοπή παράνομα και καταχρηστικά κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου χωρίς την επίκληση σπουδαίου λόγου, καθώς δεν επικαλέστηκε στην καταγγελία της κάποια γενόμενη εκ μέρους του παραβίαση όρου αυτής της συμβάσεως.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθ. ... σύμβασης στεγαστικού δανείου που καταρτίσθηκε μεταξύ του ανακόπτοντος ως δανειολήπτη και της καθ' ης η ανακοπή, χορηγήθηκε σε αυτόν δάνειο ύψους 235.000,00 ευρώ, για την αγορά και επισκευή κατοικίας στη θέση "..." του Δήμου ..., σύμφωνα με τους όρους που περιέχονται σε αυτήν.

Η ως άνω δανειακή σύμβαση τροποποιήθηκε αναφορικά με τον τρόπο εξόφλησης του ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου, ως ακολούθως: α) δυνάμει της υπ' αριθ. 2042401/1/19.03.2009 πρόσθετης πράξης, ο οφειλέτης ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το ήμισυ του ποσού εκάστης των 10 αμέσως επόμενων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, αρχής γενομένης από την 29.03.2009, β) δυνάμει της υπ' αριθ. .../12.04.2010 πρόσθετης πράξης, ο οφειλέτης ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το ήμισυ του ποσού εκάστης των 7 αμέσως επόμενων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, αρχής γενομένης από την 29.04.2010, γ) δυνάμει της υπ' αριθ. .../04.01.2011 πρόσθετης πράξης, ο οφειλέτης ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το ήμισυ του ποσού εκάστης των 7 αμέσως επόμενων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, αρχής γενομένης από την 29.01.2011, δ) δυνάμει της υπ' αριθ. .../15.09.2011 πρόσθετης πράξης, ο οφειλέτης ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει ποσοστό 30% του ποσού εκάστης των 12 αμέσως επόμενων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, αρχής γενομένης από την 29.09.2011, ε) δυνάμει της 22.05.2012 πρόσθετης πράξης, ο οφειλέτης ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του από τη σύμβαση δανείου ύψους 193.396,85 ευρώ σε 103 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, αρχής γενομένης από την 29.05.2012, εκ των οποίων οι πρώτες 12 θα καταβληθούν σε ποσοστό 20% εκάστης εξ αυτών και στ) δυνάμει της από 12.03.2013 πρόσθετης πράξης, ο οφειλέτης ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του από τη σύμβαση δανείου ύψους 197.416,26 ευρώ σε 93 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, αρχής γενομένης από την 29.03.2013, εκ των οποίων οι πρώτες 12 θα καταβληθούν σε ποσοστό 15% εκάστης εξ αυτών.

Για την εξυπηρέτηση της σύμβασης τηρήθηκε ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός, από την εκταμίευση του δανείου την 26.11.2003, ο οποίος την 27.03.2014 εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο, σε βάρος του δανειολήπτη, ποσού 212.427,12 ευρώ και έκλεισε οριστικά, σύμφωνα με σχετικό δικαίωμα που παρείχε στην καθ' ης η ανακοπή ο όρος 6.3 της δανειακής σύμβασης, δεδομένου ότι ο ανακόπτων, κατά παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, δεν είχε εξοφλήσει ολοσχερώς τις ακόλουθες μηνιαίες δόσεις του δανείου.

Συγκεκριμένα όφειλε: α) μέρος της δόσης του μηνός Αυγούστου 2013, καταβλητέα την 29.08.2013, ποσού 165,46 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας 1,71 ευρώ, β) μέρος της δόσης του μηνός Σεπτεμβρίου 2013, καταβλητέα την 29.09.2013, ποσού 411,67 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας 15,80 ευρώ, γ) μέρος της δόσης του μηνός Οκτωβρίου 2013, καταβλητέα την 29.10.2013, ποσού 415,59 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας 13,35 ευρώ, δ) μέρος της δόσης του μηνός Νοεμβρίου 2013, καταβλητέα την 29.11.2013, ποσού 419,60 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας 10,68 ευρώ, ε) μέρος της δόσης του μηνός Δεκεμβρίου 2013, καταβλητέα την 29.12.2013, ποσού 423,71 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας 7,95 ευρώ, στ) μέρος της δόσης του μηνός Ιανουαρίου 2014, καταβλητέα την 29.01.2014, ποσού 427,92 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας 5,26 ευρώ και ζ) μέρος της δόσης του μηνός Φεβρουαρίου 2014, καταβλητέα την 29.02.2014, ποσού 432,23 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας 2,52 ευρώ, καθώς και τα ασφάλιστρα πυρός - σεισμού, ζωής και ΜΟΑ των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2013 και Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου 2014.

Ακολούθως, με την από 02.04.2014 εξώδικη καταγγελία που επιδόθηκε στον ανακόπτοντα την 11.04.2014 (βλ. Την υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ο. Γ.), η καθ' ης η ανακοπή του γνωστοποίησε την καταγγελία της υπ' αριθ. ...2003 σύμβασης στεγαστικού δανείου και το οριστικό κλείσιμο του ανωτέρω λογαριασμού και τον κάλεσε να της καταβάλει το οφειλόμενο από αυτόν ποσό των 212.427,12 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνεται η απαίτησή της από τη δανειακή σύμβαση, πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας από την 28.03.2014 και εφεξής των τόκων ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο, σύμφωνα με τον όρο 6.3 της σύμβασης δανείου, πλέον εξόδων και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης.

Στη συνέχεια και κατόπιν της από 14.04.2014 αίτησης της καθ' ης η ανακοπή, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. ... διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε ο ανακόπτων να καταβάλει σε αυτήν το ανωτέρω ποσό των 212.427,12 ευρώ πλέον των ασφαλίστρων ποσού 19,00 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 212.446,12 ευρώ, νομιμοτόκως από την 28.03.2014 και εφεξής, των τόκων ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο, πλέον εξόδων και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης.

Την 15.07.2014 επιδόθηκε στον ανακόπτοντα ακριβές αντίγραφο εξ απογράφου εκτελεστού της υπ' αριθ. ... διαταγής πληρωμής μετ' επιταγής προς εκτέλεση (βλ. Την υπ' αριθ. ...2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Α.). Από τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι η από 02.04.2014 εξώδικη καταγγελία της ένδικης σύμβασης στεγαστικού δανείου, στην οποία ρητώς αναφέρεται ότι έλαβε χώρα λόγω της παραβίασης εκ μέρους του ανακόπτοντος - οφειλέτη της υποχρέωσής του να εξοφλήσει ολοσχερώς τις συμφωνηθείσες δόσεις, δεν πάσχει ακυρότητας, καθόσον αποδείχθηκε ότι συνέτρεξε ειδικός και σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης, και συγκεκριμένα η παράβαση της συμβατικής υποχρέωσης του οφειλέτη να καταβάλει εν όλω ή εν μέρει δύο τοκοχρεωλυτικές δόσεις.

Επιπλέον η από 02.04.2014 καταγγελία, υπό τις συνθήκες που έλαβε χώρα, δεν κρίνεται καταχρηστική, αφού δεν αποδείχθηκε ότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της καθ' ης η ανακοπή να καταγγείλει τη δανειακή σύμβαση κάνοντας χρήση του όρου 6.3 αυτής.

Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι ο ανακόπτων επεδείκνυε άριστη συναλλακτική συμπεριφορά, προβαίνοντας σε καταβολές του συνόλου των μηνιαίων δόσεων του δανείου μέχρι τον Αύγουστο του έτους 2013 και ότι λόγω πρόσκαιρης οικονομικής του δυσχέρειας, δεν κατέβαλε μέρος των μηνιαίων δόσεων μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 2014, όπως ο ίδιος αβασίμως υποστηρίζει.

Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι από το έτος 2009 ο ανακόπτων δεν ήταν συνεπής και ενήμερος στις οικονομικές του υποχρεώσεις και για τον λόγο αυτό η καθ' ης η ανακοπή, μετά από σχετικά αιτήματά του, προέβη στη σύναψη των προαναφερόμενων πρόσθετων πράξεων της υπ' αριθ. ...2003 σύμβασης στεγαστικού δανείου, με τις οποίες παρείχε σε αυτόν σημαντικές, διευκολύνσεις αναφορικά με τους όρους αποπληρωμής του δανείου, μειώνοντας συνεχώς κατά τα έτη 2009-2013 τα ποσά των καταβλητέων δόσεων, σε ποσοστά που κυμαίνονταν από 50% έως 15% των συμφωνηθέντων μηνιαίων δόσεων.

Κατόπιν τούτων, δεν αποδείχθηκε ότι η καθ' ης η ανακοπή με την ανωτέρω συμπεριφορά της παραβίασε την υποχρέωση πίστης και προστασίας εν γένει των συμφερόντων του ανακόπτοντος, καθώς και την υποχρέωσή της να μην εκθέτει, χωρίς σοβαρό λόγο, σε κίνδυνο τα συμφέροντά του, έτσι ώστε να αποφεύγεται κάθε υπέρμετρα επαχθής συνέπεια, ικανή να επιφέρει βλάβη σ' αυτόν.

Εξάλλου, το δικαίωμα της καθ' ης η ανακοπή να εισπράξει την ένδικη απαίτησή της είναι άμεσα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον αντισυμβαλλόμενό της συναλλακτικές δυνατότητες της ασκούσας το δικαίωμα και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της.

Μόνο δε το γεγονός ότι η απαίτηση της καθ' ης η ανακοπή από τη δανειακή σύμβαση ήταν εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ύψους 282.000,00 ευρώ, σε βάρος ακινήτου ιδιοκτησίας του ανακόπτοντος, δεν αναιρεί την κρίση του Δικαστηρίου ότι η άσκηση του δικαιώματος της δεν ήταν καταχρηστική, αφού αποδείχθηκε ότι αυτή ενήργησε με σκοπό να αποτρέψει τη συνεχιζόμενη από το έτος 2009 μέχρι το έτος 2013 διόγκωση του χρέους του ανακόπτοντος, ο οποίος υπήρξε ασυνεπής στην εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων επί σειρά ετών.

Επιπροσθέτως, πρέπει να σημειωθεί ότι ο ανακόπτων δεν επικαλέσθηκε συμπεριφορά της καθ' ης η ανακοπή, η οποία ευλόγως να δημιούργησε σ' αυτόν την πεποίθηση πως δεν πρόκειται να ασκήσει το απορρέον από το νόμο και την επίδικη σύμβαση δικαίωμά της εναντίον του....". Από τις παρατιθέμενες ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος και τον απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι συνέτρεξε ειδικός και σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της επίδικης συμβάσεως, που ρητώς αναγράφεται στο από 2-4-2014 εξώδικο, που του επιδόθηκε στις 11-4-2014, συνιστάμενος στην εκ μέρους του παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων και δη στην μη καταβολή από τον αναιρεσείοντα - οφειλέτη των ληξιπρόθεσμων δόσεων του δανείου από Αύγουστο 2013 έως και Φεβρουάριο 2014 παρά τις οχλήσεις της αναιρεσίβλητης και ότι υπό τις συνθήκες που έλαβε χώρα η άνω καταγγελία δεν είναι καταχρηστική, καθόσον η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τη σύμβαση, με σκοπό να αποτρέψει τη συνεχιζόμενη από το έτος 2009 έως το έτος 2013 διόγκωση του προς αυτήν χρέους του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν ήταν συνεπής και ενήμερος στις υποχρεώσεις του, παρά τις σημαντικές διευκολύνσεις που παρείχε προς αυτόν η αναιρεσίβλητη ως προς τους όρους αποπληρωμής του δανείου, μειώνοντας συνεχώς τα ποσά των καταβλητέων δόσεων.

Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο τελευταίος υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 252/2021).

Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, συνισταμένη στο ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα κάτωθι έγγραφα, τα οποία, με νόμιμη επίκληση στις προτάσεις του προσκόμισε, προκειμένου να αποδείξει την ακυρότητα της καταγγελίας, στην οποία προέβη η καθ'ης η ανακοπή, λόγω μη υπάρξεως σπουδαίου λόγου και παραβιάσεως των αρχών της αναλογικότητας, καθώς και των ορίων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 281ΑΚ, άλλως δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι τα έλαβε υπόψη και ειδικότερα :

α) το αντίγραφο της επίμαχης καταγγελίας της δανειακής συμβάσεως και β) τη χρεοπιστωτική καρτέλα της επίδικης δανειακής συμβάσεως, την οποία επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη για την έκδοση της προσβληθείσας διαταγής πληρωμής.

Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ενόψει και της ειδικής μνείας στην απόφαση του περιεχομένου της από 2-4-2014 καταγγελίας της επίμαχης συμβάσεως και του κατά την 27-3-2014 χρεωστικού υπολοίπου που εμφάνιζε ο τηρηθείς λογαριασμός. Επομένως, ο παραπάνω λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι` αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου (ΑΠ 1850/2023, ΑΠ 1935/2017). Επομένως δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως με την οποία ο λόγος ανακοπής απορρίφθηκε ως απαράδεκτος.

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο με αντιφατική και ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, τον τρίτο λόγο της ανακοπής που άσκησε κατά της υπ' αρ. ... διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία επιτάχθηκε να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη παράνομους τόκους, υπολογισθέντες με βάση έτος 360 ημερών. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα απαράδεκτος, διότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν προχώρησε σε κρίση επί της ουσίας, αλλά έκρινε το σχετικό λόγο της ένδικης ανακοπής αόριστο και τον απέρριψε ως απαράδεκτο. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 182, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 27-7-2022 αίτηση αναιρέσεως και την από 18-1-2024 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-7-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 2310/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ