Legislator Case Law & Legislation
1093/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the ground cited does not exist in the law of appeal.

Case Number 1093/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Sparta's decision regarding a construction permit dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider evidence they submitted, specifically a building permit issued in 2005. The court ruled this ground inadmissible because it does not fall within the statutory list of permissible appeal grounds under Article 560 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 560 of the Code of Civil Procedure: An appeal ground must be explicitly listed in the law; arguments regarding the lower court's failure to consider evidence are inadmissible unless they fit a specific statutory category.

Keywords

AI generated
appeal admissibility Code of Civil Procedure statutory grounds evidence consideration inadmissible appeal construction permit bankruptcy proceedings

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8, paragraph 6, section b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1093 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1093/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Πεπόνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) υπό εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 30-1-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η 5η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Ανδρικόπουλο, ενώ οι 1η, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.

Της προσθέτως, υπέρ της "ALPHA BANK", παρεμβαίνουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "Cepal Hellas", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "COSMOS SECURITISATION DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανέστη Κωνσταντέλια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2016 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 228/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-10-2020 αίτησή της, η δε προσθέτως παρεμβαίνουσα με το από 12-12-2022 δικόγραφό της ζητεί τα εις αυτό αναφερόμενα.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της 5ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 23-10-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4/3-11-2020), αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 228/2020 απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, επί εφέσεως κατά της υπ' αριθμ. 49/2018 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Σπάρτης και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", ερήμην των ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών, με τις επωνυμίες "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", προς τις οποίες κοινοποιήθηκε η από 2-5-20219 έφεση, πιστώτριες της αιτούσας, ήδη πρώτης, δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τις τελευταίες, που δικάσθηκαν ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Κατά την διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1, περ. β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη την δίκη ή μόνο την δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι, η ύπαρξη ερήμην αποφάσεως, δηλαδή αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στην συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.

Α.Π. 15/2001), ενεργοποιεί αυτομάτως την δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 του Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ερήμην αποφάσεως, η οποία, αν, παρ' όλα αυτά, ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με την διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1, εδάφ.

β', περ. β' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από την δημοσίευσή τους. Αντιθέτως, δηλαδή, με την καθιερούμενη με την διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.

Α.Π. 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπομένων ενδίκων μέσων (Α.Π. 244/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 58/2020, Α.Π. 208/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επιτρεπτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. με άρθρο 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι αυτή (απόφαση) εκδόθηκε ερήμην των ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών, με τις επωνυμίες "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", πιστωτριών και αυτών της αιτούσας, καθών η από 16-12-20216 αίτηση και ήδη πρώτης, δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, προς τις οποίες κοινοποιήθηκε η από 2-5-2019 έφεση του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. (ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ)", καθής η από 16-12-2016 αίτηση, οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. 2η επ.

σελίδα αυτής), κλήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, για να παραστούν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, κατά την δικάσιμο της 11-10-2019 και ότι η συζήτηση της υποθέσεως κατά την ανωτέρω δικάσιμο χώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες, εφόσον αυτές είχαν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 244/2023, Α.Π 20/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 1497/2022).

Συνακολούθως, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτώς ως δικόγραφο, κατ' άρθρον 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ. και ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες και εφόσον, περαιτέρω, ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

και 14 του Ν. 3.869/2010) και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει την συζήτηση. Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1683/2022). Εξάλλου, κατά την γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. 2, 3 του Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατ' άρθρον 575 του Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως στο τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολήν δικάσιμο είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί κατά την δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε νομίμως παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο και, επομένως, με την νόμιμη παράσταση και μη εναντίωση του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευση του κατά την αρχική δικάσιμο (Α.Π. 1186/2023, Α.Π. 59/2023, Α.Π. 48/2023).

Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στην δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν, όμως, αυτός κλητεύθηκε νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανισθεί στην συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (Α.Π. 244/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 1437/2019, Α.Π. 1946/2017, Α.Π. 756/2017).

Τέλος, στην δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρον 76 παρ. 1, περ.

β' του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 244/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 516/2020, Α.Π. 757/2019, Α.Π. 1049/2017).

Από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη, από 23-10-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4/3-11-2020), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 228/2020 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο της 18-11-2022. Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. 9682Β'/16-9-2022, 9683Β'/16-9-2022 και 9679Β'/16-9-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ.

Α., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νομίμως η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει την συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε, νομοτύπως και εμπροθέσμως, στην πρώτη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων (με επίδοση στους αρμοδίους για παραλαβή υπαλλήλους αυτών, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατά την παραπάνω δικάσιμο η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, με αριθμό πινακίου 25, της εγγραφής αυτής ισχύουσας ως κλητεύσεως προς όλους τους διαδίκους, μη απαιτουμένης νέας κλήσεως των διαδίκων, εφόσον οι απολειπόμενοι διάδικοι είχαν κλητευθεί νομίμως να παραστούν κατά την αρχική δικάσιμο.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες, οι οποίες κλήθηκαν νομίμως για την αρχική δικάσιμο της 18-11-2022, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον η επισπεύδουσα την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείουσα και η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, αφού οι πρώτη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.

Από την διάταξη του άρθρου 80 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει, σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη, πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναιρέσεως, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις, που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στην γραμματεία του Δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από την δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται, διαμένουν στην Ελλάδα, εκτός εάν ζητήθηκε και διατάχθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 150 του Κ.Πολ.Δ., σύντμηση της προθεσμίας, οπότε η κοινοποίηση της προσθέτου παρεμβάσεως γίνεται στον ορισθέντα, ελάσσονα των 60 ημερών προ της δικασίμου, χρόνο (Ολ.

Α.Π. 1/2023, Α.Π. 1750/2023, Α.Π. 1102/2022, Α.Π. 1736/2017). Έννομο συμφέρον για την άσκηση της προσθέτου παρεμβάσεως υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία εις βάρος του νομικής υποχρεώσεως, που, είτε απειλούνται από την δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ιδίας διατάξεως του άρθρου 80 του Κ.Πολ.Δ., νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (Ολ.

Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 3/2021, Ολ. Α.Π. 17/2004, Α.Π. 1750/2023, Α.Π. 1102/2022, Α.Π. 1329/2017, Α.Π. 611/2013). Επίσης, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 83 του Κ.Πολ.Δ., αν η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου, που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78.

Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της προσθέτου παρεμβάσεως ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της αποφάσεως, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της ασκήσεως αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως παρέχεται, όχι λόγω της πιθανής εκδηλώσεως δυσμενών ενεργειών της αποφάσεως εις βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στην δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της αποφάσεως. Η ασκούμενη, κατά το άρθρο 83 του Κ.Πολ.Δ., αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με τον διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς, όμως, να έχει στην διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικώς στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (Α.Π. 1750/2023, Α.Π. 1102/2022, Α.Π. 404/2018, Α.Π. 1731/2011, Α.Π. 1485/2006, Α.Π. 91/2005).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποίαν ασκεί αυτός, που κατέστη διάδοχος του διαδίκου, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αφού το δεδικασμένο από την δίκη ισχύει υπέρ και κατ' αυτού, κατά το άρθρο 325 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1750/2023, Α.Π. 1102/2022, Α.Π. 368/2019, Α.Π. 404/2018, Α.Π. 1564/2017, Α.Π. 1731/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του Ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων...", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.

Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω Ν. 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014 (Α' 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης".

Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "Cepal Hellas", με το από 12-12-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 22-12-2022 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, στην αναιρεσείουσα και στις αναιρεσίβλητες (βλ.

τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. 2731/18-1-2023 της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ναυπλίου, με έδρα το Πρωτοδικείο Σπάρτης, Ε. Β. και τις υπ' αριθμ. 10038Γ'/16-1-2023, 8092Δ'/16-1-2023, 8107Δ'/16-1-2023, 7353Γ'/16-1-2023, 8077Δ'/16-1-2023 και 8819/16-1-2023, της Αστικής Εταιρείας Δικαστικών Επιμελητών, με την επωνυμία "ΙΩΑΝΝΗΣ ΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Α.Ε.Δ.Ε."), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας, με την επωνυμία "COSMOS SECURITISATION DESIGNATED AVTIVITY COMPANY" ("ΚΟΣΜΟΣ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΑΪΖΕΙΣΙΟΝ ΝΤΕΣΙΓΚΝΕΗΤΕΝΤ ΑΚΤΙΒΙΤΥ ΚΟΜΠΑΝΥ"), ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 του Κ.Πολ.Δ.).

Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει αδειοδοτηθεί νομίμως και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχειρίσεως απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 207/1/29-11-2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, των οποίων οι οφειλές έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την τράπεζα, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποιήσεως αξιώσεων, δυνάμει της από 8-10-2021 συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 και, ειδικότερα, στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο 13, με αριθμό 4 και με αριθμό Πρωτοκόλλου 514/11-10-2021, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "COSMOS SECURITISATION DESIGNATED AVTIVITY COMPANY" ("ΚΟΣΜΟΣ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΑΪΖΕΙΣΙΟΝ ΝΤΕΣΙΓΚΝΕΗΤΕΝΤ ΑΚΤΙΒΙΤΥ ΚΟΜΠΑΝΥ"), ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού, που έχει συσταθεί νομίμως και λειτουργεί με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας, η οποία, ακολούθως, δυνάμει του από 8-10-2021 ιδιωτικού συμφωνητικού διαχειρίσεως απαιτήσεων, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003.

Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων και οι απαιτήσεις της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τις συμβάσεις που συνήψε με την ήδη αναιρεσείουσα. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ' άρθρον 80 και 83 του Κ.Πολ.Δ., με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικασθεί με την αίτηση αναιρέσεως (άρθρα 246 και 573 του Κ.Πολ.Δ).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, την από 16-12-2016 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1/5-1-2017) αίτησή της, με την οποία, επικαλούμενη ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τις καθών η αίτησή της, ήτοι τις αναιρεσίβλητες τραπεζικές εταιρείες, με τις επωνυμίες "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G.

EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και της υπό εκκαθάριση "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ζήτησε την δικαστική ρύθμιση των οφειλών της προς τις ως άνω πιστωτές της, κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 49/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της. Κατά της αποφάσεως αυτής η εκ των καθών η αίτηση υπό εκκαθάριση τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, την από 2-5-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 5/2-5-2019) έφεσή της.

Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 228/2020, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, με την οποία η αίτηση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε, δεχόμενο το τελευταίο αυτό Δικαστήριο ότι η αιτούσα δεν πληροί τις προϋποθέσεις, προκειμένου να υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3.869/2010, επειδή έχει την εμπορική ιδιότητα ως ομόρρυθμος εταίρος σε ομόρρυθμη εταιρεία.

Κατά την διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 4/2023, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 1/2021, Α.Π. 1054/2023). Εξάλλου, σύμφωνα με τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.

Α.Π. 9/2016, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 987/2023, Α.Π. 473/2023, Α.Π. 20/2023).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες), δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή".

Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από τον νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι, κατ' αρχήν, απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο ενεργητικής νομιμοποιήσεως. Σύμφωνα με τον σκοπό του νόμου, στην ρύθμιση του νόμου υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα και, μάλιστα, πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, που να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου.

Προσθέτως, υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, έπαψαν, όμως, την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους (άρθρ. 2 παρ. 3 ΠτΚ) (εντάσσονται στον Ν. 3869/2010, αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές και έπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών), υπάγονται και οι "μικροέμποροι", για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού τους μόχθου και κόπου και όχι κερδοσκοπικής δραστηριότητας, όπως είναι π.χ.

η μοδίστρα, ο υπαίθριος μικροπωλητής σε πάγκους, αγορές και πανηγύρια, ο γυρολόγος, ο πλανόδιος λαχειοπώλης κ.λπ., καθώς αυτοί είναι βιοπαλαιστές έτοιμοι να τραπούν εις άλλα βιοποριστικά επαγγέλματα από εποχής εις εποχήν και, επομένως, δεν έχουν κατά τα ισχύοντα στον ΠτΚ πτωχευτική ικανότητα. Αντιθέτως, δεν υπάγονται στην ρύθμιση του Ν. 3869/2010 οι οφειλέτες, οι οποίοι κατά τον χρόνο της παύσεως των πληρωμών είχαν την εμπορική ιδιότητα (αν έπαυσαν τις πληρωμές, όταν ήταν ακόμα έμποροι τότε απορρίπτεται η αίτηση).

Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη, είτε αναγόμενη στο παρελθόν κατά το χρονικό, όμως, σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του νόμου. Κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ και την διδασκαλία του Εμπορικού Δικαίου, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι, επομένως, για τους οποίους, μάλιστα, βάσει του όρθρου 8 παρ. 2 του Διατάγματος περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του Ν. 3869/2010, στην ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου.

Γι' αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του ΠτΚ και όχι αυτές του Ν. 3869/2010 (Α.Π. 651/2021, Α.Π. 327/2019, Α.Π. 803/2017). Περαιτέρω, η συμμετοχή σε εταιρεία που είναι εμπορική κατά το ουσιαστικό σύστημα, π.χ.

ομόρρυθμη, προσδίδει στον ομόρρυθμο εταίρο, αυτή και μόνη, την εμπορική ιδιότητα, χωρίς να απαιτείται άσκηση από αυτόν προσωπικώς εμπορικών πράξεων, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 4 του ΠτΚ (Α.Π. 115/2020). Δεν αρκεί να είναι εμπορικός ο σκοπός της προσωπικής εταιρείας σύμφωνα με το καταστατικό της, αλλά πρέπει να αποδεικνύεται ότι ασκείται πράγματι εμπορική δραστηριότητα, για να επέρχονται οι συνέπειες της εμπορικότητας στην εταιρεία και, συνεπώς και στον ομόρρυθμο εταίρο.

Των εταίρων, μάλιστα, αυτών (των ομόρρυθμων) η πτώχευση, είτε μπορεί να κηρυχθεί συνεπεία της ασκήσεως ξεχωριστής από την εταιρεία τους εμπορικής δραστηριότητας και για τα εξ αυτής προερχόμενα εμπορικά χρέη, όχι, όμως και για τα χρέη της εταιρίας, είτε θα κηρυχθεί υποχρεωτικά μαζί με την κήρυξη της πτωχεύσεως της εταιρείας.

Πτωχευτική, τέλος, ικανότητα έχει η ομόρρυθμη εταιρεία, ακόμα κι αν βρίσκεται στο στάδιο της εκκαθαρίσεως.

Η αναιρεσείουσα, παραθέτοντας τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεώς της αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, αληθώς από τον αριθμό 1 εδάφ. α' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., ενώ με τον τρίτο λόγο της αιτήσεώς της την πλημμέλεια, αληθώς από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. (και όχι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19, αντιστοίχως, εφόσον πρόκειται για απόφαση, που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου), ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ως προς την κρίση της ότι αυτή είχε πτωχευτική ικανότητα, ως μέλος ομορρύθμου εταιρείας, κατά τον χρόνο περιελεύσεώς της σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της και, ως προς την κρίση της αυτή, περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., της προσβαλλομένης, υπ' αριθμ. 228/2020, αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, προκύπτει ότι το εν λόγω Δικαστήριο, ως προς την κρίση της που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε τα ακόλουθα: "....Η αιτούσα από το έτος 1998 συμμετείχε μαζί με τον πρώην σύζυγό της Κ.

Β. ως ομόρρυθμη εταίρος στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Κ. ΒΛΑΧΟΣ - Α. ΣΟΥΣΑΝΗ Ο.Ε." με αντικείμενο δραστηριότητας την κατασκευή και πώληση κατοικιών, διαμερισμάτων και γενικά οικοδομών. Η εν λόγω δε εταιρεία λύθηκε με το από 16-12-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό. Επομένως, η αιτούσα έφερε στο παρελθόν την εμπορική ιδιότητα ως ομόρρυθμος εταίρος της ως άνω εταιρείας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, εφόσον ο σκοπός της εταιρείας αυτής σύμφωνα με το καταστατικό της ήταν εμπορικός.

Βέβαια, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η εταιρεία είχε ήδη παύσει την εμπορική της δραστηριότητα από τα τέλη του 2009, οπότε αυτή (αιτούσα) διορίστηκε δημοτική υπάλληλος στον Δήμο Σμύνους Λακωνίας. Ωστόσο, δεν προσκομίζει - ούτε και επικαλείται - βεβαίωση διακοπής εργασιών της εταιρείας αυτής στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

και για το λόγο αυτό ο σχετικός ισχυρισμός της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, η αιτούσα έπαυσε τις πληρωμές της κατά τρόπο γενικό και μόνιμο το έτος 2012, όπως η ίδια άλλωστε αναφέρει στην αίτησή της, δηλαδή σε χρόνο που κατά τα παραπάνω είχε την εμπορική ιδιότητα και κατά συνέπεια την πτωχευτική ικανότητα.

Ενόψει τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της λόγω της μη συνδρομής ουσιαστικής προϋπόθεσης για την υπαγωγή της αιτούσας στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, ήτοι της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας στο πρόσωπό της". Και υπό τις ως άνω παραδοχές δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της εκ των καθών η από 16-12-2016 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, πιστώτριας αυτής, υπό εκκαθάριση τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την αίτηση και την απέρριψε ως αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, 2 ΠτΚ και 1 του Εμπ.Ν., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, εφόσον δέχθηκε ανελέγκτως ότι η αναιρεσείουσα, κατά τον χρόνο περιελεύσεώς της σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, ήταν μέλος ομορρύθμου εταιρείας, που είχε εμπορικό σκοπό και η συμμετοχή της σε αυτήν της προσέδιδε την εμπορική ιδιότητα, ορθώς έκρινε, περαιτέρω, ότι αυτή έχει πτωχευτική ικανότητα και δεν υπάγεται στην ρύθμιση του προαναφερθέντος νόμου.

Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Καθ' όσο μέρος, όμως, υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του άρθρου 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων (παύση της εμπορικής δραστηριότητας της ανωτέρω Ο.Ε.

από το έτος 2009), ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, 2 ΠτΚ και 1 του Εμπ.Ν., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί η εμπορική ιδιότητα της αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την πτωχευτική ικανότητα αυτής. Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα, ότι η αναιρεσείουσα από το έτος 1998 ήταν ομόρρυθμο μέλος ομορρύθμου εταιρείας που είχε συστήσει με τον πρώην σύζυγό της και είχε εμπορικό σκοπό, γεγονός το οποίο της προσέδωσε την εμπορική ιδιότητα και ότι η εταιρεία αυτή λύθηκε με το από 16-12-2015, ενώ αυτή (αναιρεσείουσα) έπαυσε τις πληρωμές της, κατά τρόπο γενικό και μόνιμο, το έτος 2009, με αποτέλεσμα κατά τον ανωτέρω χρόνο να έχει πτωχευτική ικανότητα, χωρίς να προκύπτει ότι κατά τον τελευταίο χρόνο η εν λόγω εταιρεία είχε λυθεί νομίμως.

Η αιτίαση της αναιρεσείουσας για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι δεν αναφέρει συγκεκριμένες εμπορικές πράξεις, τις οποίες τα ομόρρυθμα μέλη ενήργησαν για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας, δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της πτωχευτικής ικανότητας της αναιρεσείουσας κατά τον χρόνο παύσεως των πληρωμών της.

Η παραπάνω αιτίαση, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από την αναιρεσείουσα, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτή αφορά την πληρέστερη, κατά την άποψή της (αναιρεσείουσας), ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την πτωχευτική ικανότητα της αναιρεσείουσας κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο.

Όσα αναφέρει η αναιρεσείουσα παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων, εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκτίθενται αναλυτικώς ο χρόνος λύσεως της προαναφερθείσας ομορρύθμου εταιρείας και ο χρόνος παύσεως των πληρωμών από την αναιρεσείουσα.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Εξ αντιθέτου, συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω Δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγους, μεταξύ των οποίων και ο από τον αριθμό 11, που ιδρύεται "Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν" (Α.Π. 1750/2023, Α.Π. 609/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 438/2019).

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του ως Δικαστήριο δευτέρου βαθμού, επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, δεν έλαβε υπ' όψιν αποδεικτικά μέσα που η ίδια επικαλέσθηκε και προσκόμισε και δη, άδεια οικοδομής, που εκδόθηκε από την ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρεία το έτος 2005 και η οποία, όπως αυτή (αναιρεσείουσα) υποστηρίζει, ήταν η τελευταία, που εκδόθηκε από την εταιρεία.

Ο λόγος αναιρέσεως αυτός, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγος, με αυτό το περιεχόμενο, δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικώς απαριθμούμενων, στο άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ., λόγων αναιρέσεως.

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρον 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).

Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ.

β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 988/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-10-2020 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 228/2020 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Και Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ