Legislator Case Law & Legislation
1093/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on Article 559 grounds as lower court properly considered all submitted facts.

Case Number 1093/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a debt dispute between two companies. The appellant argued that the lower court failed to consider specific facts and evidence, but the court found that all relevant claims had been properly evaluated and the evidentiary findings were clear and consistent. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure; The appeal ground under Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure is established only if the court considered matters not proposed or failed to consider matters proposed that have a significant impact on the outcome, excluding vague, untimely, or irrelevant claims.

Keywords

AI generated
Article 559 appeal ground Code of Civil Procedure consideration of facts evidentiary findings legal costs award dismissal of appeal debt dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 471 of the Civil Code
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1093 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1093/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γερασίμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: … Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... S.A.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Αγγελακόπουλο, που ανακάλεσε την από 29/3/2017 δήλωση για παράσταση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "...." τελούσας υπό εκκαθάριση, που έδρευε στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηρακλή Σπανό με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό κατάθεσης .../2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την με αριθμό κατάθεσης ...2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26486/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1149/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/10/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την, από 12/5/2016, έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, μεταξύ των οποίων και της αοριστίας που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.

ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί αόριστοι, εκπρόθεσμοι, μη νόμιμοι, αλυσιτελείς και γενικά απαράδεκτοι, (Ολ ΑΠ 2/89, ΑΠ 867/1988, ΑΠ 1058/98) καθώς και ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ή που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 462 ΑΚ συνάγεται ότι, η σύμβαση εκχωρήσεως έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της απαιτήσεως από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, που, μετά την αναγγελία, καθίσταται ο μόνος δικαιούχος αυτής, ο οποίος νομιμοποιείται πλέον να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει αποξενωθεί από την απαίτηση.

Το ίδιο ισχύει και επί της εκχωρήσεως που γίνεται με σκοπό την εξασφάλιση του εκδοχέα (καταπιστευτική εκχώρηση). Και στη μορφή αυτή εκχωρήσεως αποκόπτεται κάθε δεσμός του εκχωρητή με την απαίτηση, την οποία αποκτά πλήρως ο εκδοχέας, που καθίσταται πλέον το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται να επιδιώξει δικαστικώς την αναγνώριση ή την επιδίκασή της σ’ αυτό.

Έτσι ο εκχωρητής απαραδέκτως ασκεί κατά του οφειλέτη αγωγή με την οποία επιδιώκει να υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει στον εκδοχέα την απαίτηση (ΑΠ 114/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 416 ΑΚ, η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή, αρκεί να αποδείξει την καταβολή αυτή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η γενομένη καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού μόνο γι’ αυτό είναι η διαφορά (ΑΠ 178/2010, ΑΠ 1977/2009, ΑΠ 1927/2008).

Ο δανειστής, ωστόσο, δικαιούται, κατ’ αντένσταση, να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η προβαλλόμενη καταβολή αφορά άλλο χρέος του οφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή ο οφειλέτης μπορεί να αντιτάξει ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επιδίκου χρέους, είτε κατόπιν συμφωνίας, είτε με μονομερή από αυτόν καθορισμό εξοφλητέου χρέους, από τα περισσότερα χρέη, με βάση το άρθρο 422 εδ.

α’ ΑΚ (ΑΠ 1977/2009, ΑΠ 1927/2008, ΑΠ 1988/2006, ΑΠ 1439/2005). Ειδικότερα, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 422 ΑΚ, για τον τρόπο καταλογισμού των καταβολών του οφειλέτη σε περίπτωση που αυτός έχει περισσότερα χρέη, η οποία είναι ενδοτικού δικαίου, είναι επιτρεπτή αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων είτε πριν από την καταβολή, είτε κατά, είτε μετά την καταβολή.

Και ναι μεν ο δανειστής δεν έχει ποτέ το δικαίωμα να ορίσει μονομερώς το χρέος που θα εξοφληθεί, ο οφειλέτης όμως, μπορεί να συμφωνήσει, ρητώς ή σιωπηρώς στον προσδιορισμό που προτείνει ο δανειστής, οπότε πλέον ο καταλογισμός δεν γίνεται με βάση το άρθρο 422 ΑΚ, αλλά κατά τη συμφωνία των μερών (αρθρ. 361 του ιδίου Κώδικα).

Έτσι, υπάρχει, συμπερασματικά συναγόμενη, (σιωπηρή) αποδοχή της πρότασης καταλογισμού του δανειστή από τον οφειλέτη, όταν ο τελευταίος δεν όρισε κατά την καταβολή κάτι σχετικό, ενώ ο δανειστής προσδιόρισε που θα καταλογισθεί το καταβαλλόμενο και ο οφειλέτης, χωρίς να φέρει αντίρρηση, προέβη στην καταβολή (ΑΠ 370/2001).

Αν δεν υπάρχει συμφωνία των μερών ως προς τον τρόπο του καταλογισμού, ούτε ο οφειλέτης άσκησε το κατά το εδάφιο α’ του άρθρου 422 ΑΚ προσδιοριστικό του δικαίωμα, το οποίο είναι δεσμευτικό έναντι του δανειστή, η παροχή καταλογίζεται με βάση τα αναφερόμενα στο εδάφιο β’ του ίδιου άρθρου κριτήρια (ΑΠ 1653/2011, ΑΠ 1977/2009, ΑΠ 250/2002, ΑΠ 543/1996).

Με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση, απόφαση, αφενός δεν έλαβε υπόψη και αφετέρου έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν αντίστοιχα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης που ειδικότερα:

α) δεν έλαβε υπόψη τον απ’ αυτήν, πρωτοδίκως, προβληθέντα και με την ασκηθείσα κατά της σιωπηρώς απορρίψασας αυτόν πρωτοδίκου αποφάσεως έφεση επαναφερθέντα ισχυρισμό ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσιβλήτου - ενάγουσας προς έγερση της κατ’ αυτής (αναιρεσείουσα) ένδικης αγωγής "λόγω προηγηθείσας αμετακλήτου συμβατικής εκχωρήσεως της αγωγικής απαιτήσεως από την τελευταία (αναιρεσίβλητη) προς την ...

Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία εγγράφως και προφορικώς μας ανηγγέλθη" (πρώτος και δεύτερος λόγοι) και β) έλαβε υπόψη, προς αντίκρουση της προταθείσας από την ίδια (αναιρεσείουσα) ενστάσεως εξοφλήσεως της αγωγικής απαιτήσεως, μη προταθείσα από την αναιρεσίβλητη - ενάγουσα αντένσταση καταλογισμού του καταβληθέντος από την ίδια (αναιρεσείουσα) ποσού (για το οποίο προβλήθηκε η ένσταση εξοφλήσεως) προς εξόφληση διαφορετικού από το επίδικο χρέος (τέταρτος λόγος).

Οι λόγοι αυτό, πρέπει ν’ απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Ειδικότερα, οι πρώτος και δεύτερος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση, αφενός του εφετηρίου δικογράφου, στο οποίο διαλαμβάνεται ότι "η εκκαλούμενη ουδόλως έλαβε υπόψη του νομίμως παραδεκτώς και όλως εκτενώς με τις προτάσεις μας καταλυτικό της υπό κρίση αγωγής της, άλλως και κατ’ ένσταση προταθέντα ισχυρισμό μας, περί ελλείψεως της ενεργητικής νομιμοποίησης της αντιδίκου στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής της πρωτίστως λόγω προηγηθείσας αμετακλήτου εκχωρήσεως προς την ...

Τράπεζα της Ελλάδος των απαιτήσεων της από το σύνολο των εκδοθέντων υπ’ αυτήν τιμολογίων της, δια των οποίων αλλά και προφορικώς μας ανηγγέλθη η εν λόγω εκχώρηση, ώστε μετά την αναγγελία, μοναδική δανείστρια των άνω απαιτήσεων να τυγχάνει μόνο η παραπάνω τράπεζα και όχι η αντίδικος" αφετέρου τους προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει τόσο η δια του πρώτου (εφετηρίου) επαναφορά του πρωτοδίκως προβληθέντος ισχυρισμού περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσιβλήτου - ενάγουσας λόγω της προηγηθείσας συμβατικής εκχωρήσεως της αγωγικής απαιτήσεως προς την ...

Τράπεζα όσο και η δια της δευτέρας απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού δια της ρητής παραδοχής.... "όσο ακόμη η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων ήταν εύρυθμη η τελευταία κατέβαλε πάντα το αντίτιμο των εκάστοτε οφειλομένων εκ μέρους της τιμολογίων στην ... Τράπεζα σε λογαριασμό του .... , όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα τραπεζικά εμβάσματα, χωρίς ποτέ να επικαλεσθεί εκχώρηση της απαιτήσεως από τα τιμολόγια αυτά στην ...

Τράπεζα, παρελκυστικά επομένως προβάλλει τον ισχυρισμό αυτό για πρώτη εναγομένη από την ...." από την οποία σαφώς προκύπτει ότι, παρά τα αντιθέτως επικαλούμενα από τον αναιρεσείουσα, η προσβαλλομένη έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ως άνω περί εκχωρήσεως ισχυρισμό και τον απέρριψε ως παρελκυστικώς προτεινόμενο (αβάσιμο).

Ο δε τέταρτος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση τόσο των πρωτόδικων όσο και των κατ’ έφεση υποβληθεισών προτάσεων της αναιρεσιβλήτου, στις οποίες αναφέρεται ότι "το ποσό των ογδόντα χιλιάδων ευρώ (80.000) που ισχυρίζεται ότι μου κατέβαλε στο πλαίσιο των μεταξύ μας συναλλαγών δεν δόθηκε από την αντίδικο (αναιρεσείουσα) προς κάλυψη δικών της υποχρεώσεων, δηλαδή προς εξόφληση τιμολογίων της ρουμάνικης εταιρείας, αλλά, προς εξόφληση της με αρ. ...

ακάλυπτης επιταγής της "αδελφής" της ιταλικής εταιρείας "...", ποσού 80.000 και με ημερομηνία εκδόσεως την 31.03.2008, η οποία σφραγίστηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων την 7-4-2008. Κατόπιν τούτων, είναι προφανές ότι η αντίδικος επιχειρεί να παρουσιάσει ότι η καταβολή των 80.000 ευρώ, που έγινε πράγματι για την εξόφληση της με αρ. ...

επιταγής, εκδόσεως της "αδελφής" εταιρείας της, έγινε δήθεν για εξόφληση τιμολογίων που εκδόθηκαν στα πλαίσια των συναλλαγών με την ρουμάνικη εταιρεία. Επομένως, ο τρόπος που καταλογίζει τις καταβολές που έγιναν εκ μέρους της σε σχέση με τα εκδοθέντα τιμολόγια είναι εσφαλμένος και σκοπίμως αποκρύπτει ότι ποσό των 80.000 ευρώ δόθηκε για να εξοφληθεί η με αρ ...

τραπεζική επιταγή εκδόσεως της ιταλικής εταιρίας και μάλιστα κατόπιν παρακλήσεως του ίδιου του εκπροσώπου της, τόσο σε κατ’ ιδίαν συνάντηση τους όσο και τηλεφωνικώς" προκύπτει σαφώς η επίκληση των κατά την προσβαλλομένη αιτίαση φερομένων ως μη προταθέντων θεμελιωτικών της γενομένης δεκτής αντενστάσεως πραγματικών περιστατικών, τα οποία νομίμως ως προταθέντα παραδεκτώς, ελήφθησαν υπόψη από την προσβαλλομένη απόφαση.

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ. ΑΠ 7/2006, και Ολ. ΑΠ 4/2005). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προεκτέθηκε, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μίας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (Ολ.

ΑΠ 26/04, ΑΠ 934/14, ΑΠ 604/11).

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ υπό την ειδικοτέρα μορφή της μη προσφυγής σ’ αυτούς παρά τη διαπιστωθείσα ασάφεια αναφορικά με του αν η διαλαμβανόμενη επί των ενδίκων τιμολογίων αναφορά ότι "οι εισπράξεις των τιμολογίων έχουν εκχωρηθεί στην ...

Τράπεζα στο υποκατάστημα 444, στο οποίο πρέπει να γίνονται αποκλειστικά όλες οι πληρωμές" συνιστά, κατά την αληθινή βούληση της αναιρεσίβλητης, την από την ίδια (αναιρεσείουσα) επικληθείσα προς θεμελίωση της προταθείσας ενστάσεως ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της τελευταίας (αναιρεσίβλητης) αναγγελία καταρτισθείσας συμβάσεως εκχωρήσεως της εξ αυτής αγωγικής απαιτήσεως προς την ...

Τράπεζα, η οποία αποκλείει την εν λόγω (ενεργητική) νομιμοποίηση, δεχθείσα, εσφαλμένως, χωρίς προσφυγή στους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες, επιβαλλομένη από τη διαπιστωθείσα ως άνω ασάφεια, την ανυπαρξία καταρτίσεως της επικαλουμένης απ’ αυτήν (ενισταμένη - αναιρεσείουσα) συμβάσεως εκχωρήσεως. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ιδίως από την παραδοχή αυτής ότι: "Περαιτέρω, η εταιρεία: "...

S.A." ισχυρίζεται ότι η απαίτηση της εταιρείας "..." από τα ένδικα τιμολόγια είχε εκχωρηθεί στην εταιρεία με την επωνυμία: "...", που είναι θυγατρική της ...ς Τράπεζας, με άμεση συνέπεια η τελευταία να είναι δικαιούχος των ανωτέρω αξιώσεων και αντίθετα η "..." να μη νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της πρώτης των κρινόμενων αγωγών, τον ισχυρισμό της δε αυτό στηρίζει σε σχετική σημείωση επί των ενδίκων τιμολογίων, που αναφέρει επί λέξει: "οι εισπράξεις των τιμολογίων/δελτίων αποστολής έχουν εκχωρηθεί στην ...

τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., υποκατάστημα … Περιφερειακής οδού, στο οποίο πρέπει να γίνονται αποκλειστικά όλες οι πληρωμές". Ο ισχυρισμός της όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, όπως και ο αντίστοιχος λόγος έφεσης της, καθώς στην προκείμενη περίπτωση, δεν υφίσταται εκχώρηση απαιτήσεως, (αφού από τη γραμματική και μόνον ερμηνεία του προαναφερόμενου όρου προκύπτει ότι με αυτόν καθορίστηκε ο τόπος και ο τρόπος πληρωμής του τιμήματος των τιμολογίων και δε γίνεται κανένας λόγος για αναγγελία εκχώρησης απαιτήσεως στην "...", ώστε να είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι αυτή κατέστη αποκλειστική δικαιούχος της απαίτησης, της εταιρείας "..." αποξενούμενης ταυτόχρονα από αυτήν και του δικαιώματος επιδίωξης της", προκύπτει η μη συνδρομή της απαιτουμένης για τη θεμελίωση της προβαλλομένης ως άνω αιτιάσεως (της μη προσφυγής δηλαδή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ) προϋποθέσεως της διαπιστώσεως κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την διαλαμβανόμενη στα επίδικα τιμολόγια δήλωση βουλήσεως.

Η κρίση δε αυτή δεν αναιρείται από την αναφορά της προσβαλλομένης "σε γραμματική και μόνο ερμηνεία", αφού από όλο το περιεχόμενο της σχετικής παραδοχής (της προσβαλλομένης) και ιδίως από τη χρήση των λέξεων "και μόνο" προκύπτει εμμέσως, πλην σαφώς, η χρησιμοποίηση αυτής αντί της ταυτοσήμου (στην προκειμένη περίπτωση) εκφράσεως "από τη γραμματική και μόνο διατύπωση", η οποία αποκλείει τη διαπίστωση του επικαλούμενου από την αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση της προσβαλλομένης αιτιάσεως κενού της παραπάνω δηλώσεως βουλήσεως, η οποία θα καθιστούσε αναγκαία την δια της προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των αρθρ. 173 και 200 ΑΚ, ερμηνεία αυτής.

Κατά τη διάταξη του άρθρον 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (Ολ. ΑΠ 15/2000 ΑΠ 780/2004, ΑΠ 139/2001). Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση, παράλειψε να απορρίψει, ως απαράδεκτη, την από την αναιρεσίβλητη, προς αντίκρουση της προβληθείσας από την ίδια (αναιρεσείουσα) ενστάσεως εξοφλήσεως, προταθείσα από το άρθρο 422 ΑΚ αντένσταση λόγω αοριστίας απορρέουσας από τη μη εξειδίκευση των θεμελιωτικών αυτής (αντενστάσεως) πραγματικών περιστατικών κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τούτο δε αφενός μεν λόγω της μη επικαλουμένης αλλά ούτε και αποδεικνυόμενης προβολής του εν λόγω ισχυρισμού ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αφετέρου δε λόγω της μη συνδρομής κάποιας από τις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ προϋποθέσεως, η οποία να καθιστά, και χωρίς την εν λόγω επίκληση, παραδεκτή την προβολή αυτού.

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ. ΑΠ 7/2006, και Ολ. ΑΠ 4/2005). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 632/15, ΑΠ 2119/14, ΑΠ 495/2013).

Με τους έκτο, έβδομο και όγδοο λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 422 ΑΚ η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, την από την αναιρεσίβλητη, προς απόκρουση της προβληθείσας από την ίδια (αναιρεσείουσα) ενστάσεως εξοφλήσεως της ενδίκου αγωγικής απαιτήσεως της πρώτης, προταθείσα και επί της ως άνω διατάξεως θεμελιωθείσα αντένσταση δεχθείσα, με ελλιπή αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνα δικαίου, τη συνδρομή των για την ουσιαστική ευδοκίμηση αυτής (αντενστάσεως) απαιτουμένων προϋποθέσεων, παρόλο που τα ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή, επιβάλλοντας την απόρριψή της ως ουσιαστικά αβασίμου.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "Η εταιρεία ...." εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και ασχολείται με την παραγωγή και πώληση ενδυμάτων στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Παράλληλα, η εδρεύουσα στη Ρουμανία εταιρεία "... S.A." ασχολείται με την εισαγωγή και εμπορία ετοίμων ενδυμάτων. Οι ανωτέρω διάδικες εταιρείες είχαν ήδη από το έτος 2007 αναπτύξει ... συνεργασία. Συγκεκριμένα, η πωλήτρια εταιρεία "...." δειγμάτιζε τα εμπορεύματα της σε αντιπροσώπους της αγοράστριας "... S.A.", στην έδρα της στη Θεσσαλονίκη και κατόπιν παραγγελιών της τελευταίας, προμήθευε αυτήν με εμπορεύματα, εκδίδοντας συγχρόνως και τα αντίστοιχα τιμολόγια.

Είχε επίσης μεταξύ των δύο εταιρειών συμφωνηθεί ότι κάθε τιμολόγιο θα εξοφλούνταν εντός 90 ημερών από την ημέρα έκδοσης του, μετά την πάροδο των οποίων η αγοράστρια Θα επιβαρυνόταν με τόκους. Η συνεργασία των διαδίκων υπήρξε αρμονική μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2008, καθώς είχε η αγοράστρια εξοφλήσει το τίμημα των πέντε (5) έως τότε εκδοθέντων μη ένδικων - τιμολογίων.

Στη συνέχεια όμως, αν και η πωλήτρια εταιρεία "..." εξέδωσε: α) το με αρ. ...-5-2008 τιμολόγιο, αξίας 156,50 ευρώ, το οποίο ήταν πληρωτέο στις 28-8-2008 β) το με αρ. ...-7-2008 τιμολόγιο, αξίας 18.776,60 ευρώ, το οποίο ήταν πληρωτέο στις 9-10-2008 γ) το με αρ. .../8-8-2008 τιμολόγιο, αξίας 51.735,20 ευρώ, το οποίο ήταν πληρωτέο στις 6-11-2008 και δ) το με αρ. ...-11-2008 τιμολόγιο, αξίας 509,00 ευρώ, το οποίο ήταν πληρωτέο στις 15-2-2009 και συνολικής αξίας 71.178,30 ευρώ για αντίστοιχης αξίας εμπορεύματα, που επώλησε και παρέδωσε στην αγοράστρια "...

S.A.", η τελευταία δεν κατέβαλε τα ανωτέρω οφειλόμενα ποσά στην πωλήτρια. Η ανωτέρω αγοράστρια βέβαια, προβάλλοντας ένσταση εξόφλησης, διατείνεται ότι κατέβαλε μέσω δύο τραπεζικών εμβασμάτων στην τελευταία το ποσόν τον 79.000 ευρώ συνολικά, έναντι της αξίας των μελλοντικών τότε (στις 13-6-2008 και 9-7-2008) συμβάσεων πωλήσεως εμπορευμάτων, προς προεξόφληση αυτών.

Από την επισκόπηση όμως του από 13-6-2008 εμβάσματος, ποσού 49.000 ευρώ και του από 9-7-2008 εμβάσματος, ποσού 30.000 ευρώ, που η αγοράστρια επικαλείται και προσκομίζει, φαίνεται ότι τα ανωτέρω ποσά καταβλήθηκαν στην εταιρεία "...." προς εξόφληση του με αρ. .../12-12-2007 τιμολογίου, το οποίο όμως δεν περιλαμβάνεται στα ένδικα τιμολόγια και το οποίο είχε ήδη εξοφληθεί, όπως αποδεικνύεται από την από 30-5-2008 διαταγή δήλωση πληρωμής ποσού 99.471,85 ευρώ, που επικαλείται και προσκομίζει η πωλήτρια, ενώ δεν παρίσταται λογικό να εξοφλείται για δεύτερη φορά τιμολόγιο, που έχει ήδη εξοφληθεί.

Η αγοράστρια βέβαια, ισχυρίζεται ότι κατόπιν αιτήματος της πωλήτριας και προς αντιμετώπιση οικονομικών της προβλημάτων, συμφωνήθηκε μεταξύ τους να προεξοφληθεί το τίμημα των ένδικων τιμολογίων, που αφορούσαν εμπορεύματα, τα οποία δεν της είχαν ακόμη παραδοθεί, είχε όμως ήδη παραγγείλει. Στην περίπτωση όμως αυτή, μένει αναπάντητο το ερώτημα, γιατί η αγοράστρια κατέβαλε το ποσό των 79.000 ευρώ, αντί του συνολικού τιμήματος των τεσσάρων τιμολογίων ακριβώς (71.173,30 ευρώ), αφού αυτό κατά το χρόνο έκδοσης των ανωτέρω εμβασμάτων ήταν ήδη γνωστό.

Αντίθετα, από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκη βεβαίωση και έγγραφα), το παρόν Δικαστήριο συνάγει ανενδοίαστα ότι το προαναφερόμενο ποσό των 79.000 ευρώ καταβλήθηκε προς εξόφληση χρέους της "αδελφής" της αγοράστριας εταιρείας, που εδρεύει στην πόλη ... της Ιταλίας, με την επωνυμία "....", το οποίο αναδέχθηκε η τελευταία.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ανωτέρω ιταλική επιχείρηση, είχε επίσης συναλλαγές με την πωλήτρια, αφού και αυτή αγόραζε προς μεταπώληση προϊόντα κατασκευής της τελευταίας, προς εξόφληση δε αυτών είχε εκδώσει, μεταξύ άλλων, σε διαταγή της πωλήτριας και τη με αρ....... επιταγή ποσού 80.000 ευρώ. Επειδή δεν είχε όμως τη δυνατότητα η ίδια να την εξοφλήσει, με αποτέλεσμα να σφραγιστεί για έλλειψη επαρκών διαθεσίμων κεφαλαίων στον τηρούμενο στην πληρώτρια τράπεζα λογαριασμό συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της πωλήτριας (Π.

Κ.) αφενός και της ιταλικής αγοράστριας επιχείρησης (M. T.) ο οποίος, όμως, πρέπει να σημειωθεί ότι είναι εκπρόσωπος επίσης και της διαδίκου αγοράστριας ... εταιρείας ότι η τελευταία, αναδεχόμενη το πιο πάνω χρέος, θα καταβάλλει αυτό, το οποίο και πράγματι κατέβαλε κατά το κυριότερο μέρος του (79.000 ευρώ) σταδιακά με τα προαναφερόμενα εμβάσματα.

Περί των ανωτέρω καταθέτουν λεπτομερώς και με σαφήνεια οι μάρτυρες...".

Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες αφενός δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γινομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό του ερμηνευθέντος και εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνα δικαίου δια της παραδοχής ότι το ποσό των 79.000 ευρώ καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα για την εξόφληση όχι του επιδίκου χρέους αλλά της προς την αναιρεσίβλητη οφειλής της αδελφής αλλοδαπής εταιρείας, που αναδέχθηκε η πρώτη (αναιρεσίβλητη) με σχετική, κατά το άρθρο 471 ΑΚ, μεταξύ των διαδίκων συμφωνία η οποία, παρά την έλλειψη ρητής αναφοράς και τα αντιθέτως από την αναιρεσείουσα υποστηριζόμενα, καταρτίσθηκε κατά το ημεδαπό δίκαιο, όπως αυτό ευχερώς συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως δίκαιο της χώρας προς την οποία συνδέεται στενότερα η επίδικη σύμβαση, ενόψει και των προγενέστερων μεταξύ των διαδίκων μερών συναλλαγών για τις οποίες δεν τέθηκε θέμα μη εφαρμογής του ημεδαπού δικαίου και αφετέρου καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προσβαλλόμενες, από το αρθρ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες, σημειουμένου ότι οι επικαλούμενες περαιτέρω ελλείψεις αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και γενικότερα την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος δεν μπορούν, εφόσον το τελευταίο διατυπώνεται σαφώς, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να θεμελιώσουν τις προβαλλόμενες ως άνω αιτιάσεις.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει τη μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την (από 20-10-2015 και με αριθμ. .../2015) αίτηση αναιρέσεως της 1149/2015 τελεσίδικου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης στα δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ