Legislator Case Law & Legislation
1092/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of lost profits claim due to violation of Article 298 of the Civil Code.

Case Number 1092/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the plaintiff's claim for lost profits. The lower court rejected the claim by requiring absolute certainty that the plaintiff would have been employed as a builder if not injured, a standard the Supreme Court found legally incorrect. The Court ruled that Article 298 of the Civil Code only requires a probability of the loss occurring, not a guarantee of specific employment, thereby violating the substantive law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 298 of the Civil Code; Lost profits are established if there is a probability of their realization, not requiring absolute certainty of the specific employment relationship that would have existed absent the injury.

Keywords

AI generated
lost profits claim Article 298 Civil Code probability of loss substantive law violation appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 298 of the Civil Code
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1092 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1092/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Θ. του Θ., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κόλλια.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεόντιο Σφαιρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1094/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3195/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-6-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 559/2021, ΑΠ 481/2020, ΑΠ 42/2020). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 756/2021, ΑΠ 258/2021, ΑΠ 42/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 756/2021, ΑΠ 258/2021, ΑΠ 927/2020, ΑΠ 776/2020).

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 980/2021, ΑΠ 500/2020, ΑΠ 319/2020).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 εδάφ. α' Α.Κ., "Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 298 εδ.

α' του ίδιου Κώδικα "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος". Το διαφυγόν κέρδος, αποτελεί μέγεθος που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός. Γίνεται, δηλαδή, αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων.

Οι υποθέσεις δεν χαρακτηρίζονται από τη βεβαιότητα και, ακόμη, δυσχερώς αποδεικνύονται. Για να διευκολύνει, λοιπόν, ο νόμος την απόδειξη, αφού η βεβαιότητα στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους είναι αδύνατη, αλλά και να θέσει φραγμό στις αχαλίνωτες υποθέσεις, ορίζει στην ΑΚ 298 εδ. 2 ότι, ως διαφυγόν κέρδος "λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί".

Απαιτείται, δηλαδή, η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό άνθρωπο, με βάση αντικειμενικά κριτήρια ("σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων"), και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος. Για την αποκατάσταση, συνεπώς, του διαφυγόντος κέρδους απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευση του κέρδους.

Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα. Το τυχαίο ή απροσδόκητο ή απλώς ενδεχόμενο και για το λόγο αυτό αβέβαιο, ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες ή ελπίδες εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται. Ο απαιτούμενος, στις κατ' ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος, καθόσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες - συγκεκριμένες περιστάσεις (ΑΠ 486/2020, ΑΠ 1516/2018).

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι αυτός που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του και, εξαιτίας τούτου, κατέστη ανίκανος για εργασία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον κατά νόμο υπόχρεο, ως αποζημίωση, και καθετί που στο μέλλον με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα κέρδιζε, αν δεν γινόταν, εξαιτίας της βλάβης του σώματος ή της υγείας του, ανίκανος για εργασία (ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 210/2020, AΠ 206/2020, ΑΠ 134/2019).

Στο νομοθετικό, εξάλλου, ορισμό της έννοιας του διαφυγόντος κέρδους περιλαμβάνονται και τα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή κατά τις (συντρέχουσες) ειδικές περιστάσεις, με πιθανότητα προσδοκώμενα έσοδα, τα οποία ο δικαιούχος (ζημιωθείς), αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός, θα προσποριζόταν, από σύμβαση εργασίας.

Ειδικότερα, αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του, δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) γιατί, λόγω της ολικής ή μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας του, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον.

Για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 298 Α.Κ., αρκεί η πραγματική δυνατότητα του ζημιωθέντος προς πορισμό εισοδήματος από την παρεχόμενη, αντί οικονομικού ανταλλάγματος (μισθού), εργασία και συνεπώς, η ύπαρξη της από αυτή αναφυόμενης αξιώσεως (ΑΠ 67/2017, ΑΠ 600/2009). Για να γίνει δεκτή η σχετική αξίωση, πρέπει ο ενάγων να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επελεύσεως της ζημίας.

Είναι διαφορετικό ζήτημα, αν στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αλλά από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη, οπότε, στην περίπτωση αυτή, η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη κατ' ουσίαν (ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 745/2020, ΑΠ 1205/2018, ΑΠ 67/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμο το κονδύλιο της αγωγής για επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους του ενάγοντος λόγω της απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του, ως οικοδόμου, εξ αιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 298 του Α.Κ., καθόσον απαίτησε, ως προϋπόθεση για την ύπαρξη διαφυγόντος κέρδους αυτού, τη συνδρομή περιστατικών που καθιστούν βέβαιη την εργασιακή απασχόλησή του, ως οικοδόμου, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, στην εταιρεία με την επωνυμία "....".

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το ως άνω (μοναδικό) κονδύλιο της ένδικης αγωγής, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "........Περαιτέρω, αναφορικά με τις αξιώσεις του ενάγοντος για αποζημίωση, λόγω απώλειας εισοδημάτων του από ημερομίσθια, αποδοχές υπερωριακής απασχόλησης και δωρόσημο, που θα ελάμβανε μελλοντικά, αν δεν είχε τραυματιστεί και καταστεί ανίκανος να απασχολείται ως οικοδόμος, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (από 2.8.2014 έως 2.8.2018), από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν τα εξής:

Ο ενάγων είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, από 6.12.2005, από την κοινοπραξία τεχνικών έργων "..." και εργαζόταν έκτοτε και έως το χρόνο του ατυχήματος (6.9.2007), ως οικοδόμος, με βασικό ημερομίσθιο 57,00 ευρώ, στο έργο της κατασκευής "Προαστιακός Σιδηρόδρομος", που είχε αναλάβει η (τότε) κοινοπραξία εταιριών "...", η οποία διατηρούσε εργοτάξιο έργου επί "Σιδηροδρόμων 1-3 εντός σταθμού Σ.Π.Α.Π (βλ.

την από 31.1.2008 βεβαίωση εργοδότη, όπου έχει τεθεί η σφραγίδα των κοινοπρακτούντων εταιριών και η ονομασία του υπό κατασκευή έργου). Από την ως άνω βεβαίωση εργοδότη σε συνδυασμό με τις προσκομιζόμενες από Οκτώβριο 2006 και Μάιο 2007 μισθοδοσίες του ενάγοντος προκύπτει ότι υπεύθυνες για την καταβολή των πάσης φύσεως αποδοχών από την εργασία του ενάγοντος, ήταν και οι δύο συμμετέχουσες στην κοινοπραξία εταιρίες (...

και ..., προφανώς η κάθε μία κατά το ποσοστό συμμετοχής της σ' αυτή (κοινοπραξία). Έτσι, με βάση όσα έχουν ήδη κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, η εργοδότρια του ενάγοντος, για το χρονικό διάστημα από το χρόνο του ατυχήματος έως και 1.8.2014, ήταν η ως άνω κοινοπραξία εταιριών, και όχι η εταιρία "...", όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων με την κρινόμενη αγωγή του.

Επίσης, όπως έχει κριθεί με τις ανωτέρω εφετειακές αποφάσεις, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος με την ως άνω κοινοπραξία, ήταν εξαρτημένης εργασίας όχι όμως αορίστου χρόνου, γεγονός που ούτε ο ίδιος επικαλείται με τις προηγούμενες αλλά και με την υπό κρίση αγωγή του. Στη προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων έχει αξίωση διαφυγόντος κέρδους για τη χρονική περίοδο από 2.8.2014 μέχρι 2.8.2018, με βάση τις αποδοχές, τις οποίες ελάμβανε πριν το επίδικο ατύχημα και τον τραυματισμό του, ισχυριζόμενος ότι θα εξακολουθούσε και κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα να εργάζεται ως οικοδόμος, όχι στην ανωτέρω κοινοπραξία, αλλά στην εταιρία "...", η οποία ήταν ικανοποιημένη από την εργασία του στην κοινοπραξία και θα τον απασχολούσε και στις εργασίες κατασκευής των δημόσιων έργων, που είχε αναλάβει η ίδια, όπως τον Προαστιακό Σιδηρόδρομο της Κορίνθου, την Ολυμπία Οδό καθώς και τα ενεργειακά έργα στα Δερβενοχώρια Αττικής και στη Ρόδο, γεγονός όμως, που αποτελεί ενδεχόμενο και όχι βέβαιο κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, δεδομένου ότι δεν μπορεί βάσιμα να πιθανολογηθεί ότι μετά την 2.8.2014 θα απασχολούνταν ως οικοδόμος από την εταιρία "..." λαμβάνοντας, τις ίδιες αποδοχές (ημερομίσθιο, επιπλέον αποδοχές υπερωριών, δωρόσημο), που ελάμβανε το έτος 2007.

Και τούτο διότι η ζημία αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωση της εξαρτάται από άλλους αστάθμητους παράγοντες, όπως είναι η ουσιαστική κρίση των οργάνων της εταιρίας, που είναι αρμόδια για τις ανάγκες προσλήψεις του απαραίτητου κατά ειδικότητα εργατικού δυναμικού της. Ειδικότερα, για την πρόσληψη του ενάγοντος θα απαιτούνταν η σύναψη νέας σύμβασης εργασίας, που θα αφορούσε κάθε φορά το έργο που θα ήθελε να τον απασχολεί η εταιρία "...", δεδομένου ότι η ως άνω εταιρία δεν υπήρξε ποτέ από μόνη της, εργοδότρια του ενάγοντος, ούτε συνδέονταν μ' αυτή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και δεν μπορεί να πιθανολογηθεί από το δικαστήριο, ακόμη και αν εκτίθεντο στην αγωγή, τα αξιολογικά στοιχεία των κριτηρίων βάσει των οποίων θα γίνονταν η πρόσληψη του ενάγοντα από την "...", καθώς δεν αρκεί μόνο το γεγονός ότι ο ενάγων εργάστηκε παλαιότερα σε κοινοπραξία εταιριών στην οποία συμμετείχε η "..." και ότι η εν λόγω εταιρία εξακολουθεί να δραστηριοποιείται στον ίδιο τομέα που εργαζόταν ο ενάγων, πριν το επίδικο ατύχημα, καθώς δεν επικαλείται με την κρινόμενη αγωγή του ούτε αποδείχθηκε ότι υπήρχαν ειδικοί λόγοι ή περιστάσεις που να συνηγορούν υπέρ της διατήρησης της θέσης εργασίας του ενάγοντος για το μετά το έτος 2014 χρονικό διάστημα.

Ούτε το Δικαστήριο μπορεί να αχθεί σε ασφαλή δικονομική κρίση περί του ζητήματος της μετά βεβαιότητας απασχόλησης του ενάγοντος στην εν λόγω εταιρία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, μόνο από την ασαφή και μη πειστική κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος, Ν. Π., που περιέχεται στην προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 7.030/15.11.2017 ένορκη βεβαίωση αυτού ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Θ.

Λ., σύμφωνα με την οποία δεν σταμάτησε να εργάζεται (ο μάρτυρας) από το 2007, ως οικοδόμος και μέλος του συνεργείου που εργαζόταν ο ενάγων, απασχολούμενος συνεχώς και αδιαλείπτως σε κατασκευαστικά έργα της "...", η κατάθεση του οποίου δεν ενισχύεται και από άλλα στοιχεία (π.χ. συμβάσεις εργασίας μελών συνεργείου του ενάγοντος το 2007 και το 2014, μισθοδοσίες αυτών, δωρόσημα κ.α).

Συνεπώς, εφόσον δεν προέκυψαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, οι περιστάσεις που επικαλείται ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι ο ενάγων θα συνέχιζε να εργάζεται αν δεν μεσολαβούσε το ένδικο ατύχημα και ο συνεπεία αυτού τραυματισμός του, στην ως άνω κατασκευαστική εταιρία και έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, επιδικάζοντας σ' αυτόν ως αποζημίωση για απώλεια εισοδήματος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, το ποσό των 81.058,56 ευρώ, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει οι σχετικοί λόγοι της από 21.6.2019 έφεσης να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι και αντίστοιχα να απορριφθούν οι σχετικοί με το κονδύλιο απώλειας εισοδήματος λόγοι της από 4.10.2019 αντέφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμοι".

Όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έκρινε απορριπτέο ως αβάσιμο το αίτημα της ένδικης, από 30-7-2018, αγωγής του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος για επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, με την αιτιολογία ότι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού δεν προκύπτει μετά βεβαιότητας ότι ο ενάγων, αν δεν τραυματιζόταν στο ένδικο ατύχημα, θα απασχολείτο, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ως οικοδόμος, στην εταιρεία με την επωνυμία "....", αποκομίζοντας τα επικαλούμενα από αυτόν ποσά, αναφέροντας, επί λέξει, ότι "...ούτε το Δικαστήριο μπορεί να αχθεί σε ασφαλή δικονομική κρίση περί του ζητήματος της μετά βεβαιότητας απασχόλησης του ενάγοντος στην εν λόγω εταιρία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα....".

Με τις παραδοχές αυτές, στις οποίες στήριξε την απόρριψη του αγωγικού αιτήματος του αναιρεσείοντος για επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους σ' αυτόν, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 298 του Α.Κ., καθόσον απαίτησε ως προϋπόθεση, για την ύπαρξη διαφυγόντος κέρδους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, τη συνδρομή (βασιμότητα) περιστατικών, που καθιστούν βέβαιη την εργασιακή απασχόληση του ενάγοντος, ως οικοδόμου, σε συγκεκριμένο εργοδότη, στον οποίο θα απασχολείτο με βεβαιότητα, αν δεν τραυματιζόταν κατά το ένδικο ατύχημα, αν και το διαφυγόν κέρδος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα ειδικότερα στη μείζονα σκέψη, αποτελεί μέγεθος, που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά και, για την αποκατάστασή του, αρκεί η πιθανότητα της πραγματοποίησής του, εάν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός.

Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, η αναιρετική δε εμβέλεια αυτού στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών, διατυπουμένων με την ένδικη αίτηση, λόγων αναιρέσεως, από τους αριθμούς 8, 11, 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα, ενόψει της νίκης του (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.

ε' Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη διάδικος, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3195/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ