Legislator Case Law & Legislation
756/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction order due to excessive force by lawyer entering company property.

Case Number 756/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's eviction order. The appellant, a lawyer, argued that the lower court failed to justify the refusal of his claim for self-help protection of the company's property. The court found that while the company had the right to exclude the lawyer, his aggressive behavior and refusal to leave exceeded the necessary measures for self-help. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 985(1) of the Civil Code; An appeal against an eviction order is dismissed when the appellant's self-help measures, though legally grounded in property protection, are deemed excessive and disproportionate to the circumstances.

Keywords

AI generated
self-help protection excessive force eviction order property rights legal professional conduct civil procedure appeal disproportionate measures

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 985(1) of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 14/2015
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 756 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 756/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Γ., κατοίκου ... Ιωαννίνων. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Δουκακάρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Χ. του Ι., κατοίκου … Ιωαννίνων. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχάλη Δημητρακόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28.08.2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 174/2008 μη οριστική και 150/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 291/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30.11.2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: «αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών». Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι, όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό πταίσματος του ζημιωθέντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 437/2019). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και, επομένως, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 253/2020).

Εξάλλου, με το άρθρο 1 του προϊσχύσαντος Κώδικα των δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), ορίζεται ότι ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος (δημόσιος λειτουργός, κατά το άρθρο 38), που διορίζεται με προεδρικό διάταγμα, υπόκειται σε πειθαρχική εξουσία και ασκεί τα καθήκοντα του αφότου δώσει τον όρκο της υπηρεσίας του ενώπιον δικαστηρίου και εγγραφεί στο μητρώο του δικηγορικού συλλόγου, ενώ με τις δημοσίου δικαίου διατάξεις των άρθρων 39 παρ. 1, 41 και 42 του ίδιου Κώδικα ανατίθενται συγκεκριμένα καθήκοντα στους δικηγόρους, για τα οποία και δικαιούνται αμοιβής (ΟλΑΠ 29/1995, ΑΠ 79/2016, ΑΠ 956/2003).

Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 39 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του νόμου 1366/1983, το οποίο εντάσσεται στο κεφάλαιο ΣΤ που αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των δικηγόρων (άρθρα 38-61), «έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και ενώπιον κάθε αρχής και επιτροπής ειδικής δικαιοδοσίας, καθώς και των πειθαρχικών συμβουλίων, ενεργώντας ελεύθερα και ανεμπόδιστα κάθε αναγκαία πράξη γι’ αυτό, καθώς και να παρέχει στον εντολέα του νομικές συμβουλές και γνωμοδοτήσεις.

Η άσκηση του έργου αυτού ανήκει αποκλειστικά στο δικηγόρο. Επίσης είναι αποκλειστικό έργο του δικηγόρου η νομική επιμέλεια φορολογικών, δασμολογικών και διοικητικών γενικά υποθέσεων, καθώς και η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας», ενώ ειδικότερα έργα νομικού παραστάτη αναθέτουν αποκλειστικά στο δικηγόρο και οι διατάξεις των άρθρων 41 και 42 του Κώδικα των δικηγόρων (έρευνα βιβλίων υποθηκών κλπ και παράσταση κατά τη σύνταξη ορισμένων συμβολαίων).

Τέλος, με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Π.Δ/τος 267/1998 «Διαδικασία χαρακτηρισμού και κατεδάφισης νέων αυθαιρέτων κατασκευών, τρόπος εκτίμησης της αξίας και καθορισμός του ύψους των προστίμων αυτών» (Α' 195), ορίζεται ότι:

«1. Η διαπίστωση και ο χαρακτηρισμός αυθαιρέτου με εξαίρεση τις περιπτώσεις του άρθρου 5 του παρόντος, γίνεται ύστερα από αυτοψία υπαλλήλου της κατά τόπο αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, που συντάσσει επί τόπου σχετική έκθεση. Η έκθεση αυτή αφορά το αυθαίρετο και μόνο και όχι τον εκάστοτε ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή κατασκευαστή του [...].

2. Στην έκθεση αναφέρεται η θέση του αυθαιρέτου με οδοιπορικό σκαρίφημα, όπου απαιτείται, συνοπτική περιγραφή με σκαρίφημα, οι διαστάσεις του καθώς και οι πολεοδομικές διατάξεις που παραβιάσθηκαν. Η ίδια έκθεση περιλαμβάνει υπολογισμό της αξίας του αυθαιρέτου και επιβολή των προστίμων της παρ. 2 του άρθρου 17 του Ν. 1337/1983, όπως ισχύει. Περιλαμβάνεται επίσης σημείωση ότι κάθε ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία (30) ημερών από την ημερομηνία τοιχοκόλλησης της έκθεσης να υποβάλλει ένσταση ή αίτηση και δήλωση ότι αποδέχεται ανεπιφύλακτα την έκθεση και τις τυχόν διορθώσεις που θα επιφέρει η υπηρεσία στον υπολογισμό του ύψους των προστίμων κατά τις διατάξεις της παρ. 6α του άρθρου 23 του Ν. 2300/1990 στην κατά τόπο αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Αναφέρεται επίσης η ημερομηνία αυτοψίας και η ειδοποίηση ότι αν περάσει άπρακτη η προθεσμία, το αυθαίρετο θα κατεδαφισθεί, τα δε επιβληθέντα πρόστιμα θα καταστούν οριστικά και θα βεβαιωθούν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. φορολογίας εισοδήματος των υπόχρεων, κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ. 4 του Ν. 1337/1983 όπως ισχύει.

3. Η πιο πάνω έκθεση που υπογράφεται από τον υπάλληλο που διενεργεί την αυτοψία, τοιχοκολλείται την ίδια μέρα στο αυθαίρετο. Για την τοιχοκόλληση συντάσσεται πράξη κάτω από το πρωτότυπο της έκθεσης, σημειώνεται η ημερομηνία και υπογράφεται από τον υπάλληλο που έκανε την αυτοψία και από παριστάμενο τυχόν αστυνομικό όργανο ή δεύτερο υπάλληλο της πολεοδομικής υπηρεσίας. Αντίγραφο της έκθεσης αποστέλλεται με αποδεικτικό αμέσως στον οικείο δήμο ή κοινότητα και την αρμόδια Αστυνομική Αρχή. Η Αστυνομική Αρχή διακόπτει αμέσως χωρίς άλλη ειδοποίηση τις οικοδομικές εργασίες και παρακολουθεί την τήρηση της διακοπής. Ο Δήμος ή κοινότητα υποχρεώνεται να τοιχοκολλήσει την ίδια ημέρα την έκθεση στο δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα και να τη διατηρήσει για (30) ημέρες. Η μη τοιχοκόλληση από το δήμο ή την κοινότητα της έκθεσης, δεν εμποδίζει τη πρόοδο της περαιτέρω διαδικασίας. Ο δήμος ή η κοινότητα υποχρεώνεται επίσης να ερευνήσει και να ενημερώσει εντός των τριάντα ημερών (30) την πολεοδομική υπηρεσία για την ορθότητα των στοιχείων των αναφερομένων στην έκθεση αυτοψίας υπόχρεων».

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η προβλεπόμενη από το άρθρο 1 παρ. 1 του Π.Δ. 267/1998 έκθεση αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής συνιστά διοικητική πράξη κατ' εξοχήν πραγματοπαγή, αφού, κατά τη ρητή διατύπωση της εν λόγω διάταξης, αφορά την αυθαίρετη κατασκευή και μόνο και όχι τον εκάστοτε ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή κατασκευαστή της. Ενόψει του πραγματοπαγούς χαρακτήρα της έκθεσης αυτοψίας, η προβλεπόμενη από το άρθρο 4 παρ. 2 του Π.Δ. 267/1998 τοιχοκόλλησή της στο αυθαίρετο, συνιστά πρόσφορο τρόπο γνωστοποίησης του περιεχομένου της προς οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο, προκειμένου αυτός να ασκήσει την, κατ' άρθρο 4 παρ. 1 του εν λόγω Πρ. Δ/τος, ένσταση ενώπιον της επιτροπής του ίδιου άρθρου 4 παρ. 4 του Π.Δ. 267/1998, η οποία συνιστά ενδικοφανή προσφυγή, κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 2 του Π.Δ. 18/1989 (ΣτΕ 169/2020, ΣτΕ 1018/2018, ΣτΕ 4585/2009).

[II] Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής:

«| Ο εκκαλών –εναγόμενος είναι διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΒΕΕ», η οποία έχει ως αντικείμενο την εμφιάλωση φυσικού μεταλλικού νερού. Η εταιρεία αυτή είναι κυρία ενός ακινήτου εμβαδού 90 περίπου στρεμμάτων στην περιοχή ... του Δήμου ... Ιωαννίνων, η οποία περιοχή προστατεύεται οικιστικά και περιβαλλοντικά από το ΠΔ της 15ης Ιουνίου 1995 (ΦΕΚ 423/1995 τ.

Δ') Το διάταγμα αυτό προβλέπει περιορισμούς ως προς τις εκσκαφές του φυσικού εδάφους, καθώς και ως προς τη δόμηση των ακινήτων της περιοχής αυτής. Με αίτηση της ανωτέρω εταιρείας εκδόθηκε η 153/17-3-2005 οικοδομική άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων, η οποία προέβλεπε την ανοικοδόμηση στο πιο πάνω ακίνητο της εταιρείας ένδεκα (11) κτιρίων – αποθηκών.

Ο εφεσίβλητος – ενάγων, ο οποίος έχει την κατοικία του σε οικοπεδική έκταση όμορη του ακινήτου της πιο πάνω εταιρείας, καθώς και άλλοι κάτοικοι της περιοχής, θεωρώντας ότι κατά την εκτέλεση των εργασιών ανέγερσης των αποθηκών της εταιρείας παραβιάστηκαν οι όροι και οι προϋποθέσεις της οικοδομικής άδειας, διαμαρτυρήθηκαν στην αρμόδια Διεύθυνση της Πολεοδομίας της Ν.Α.Ι.

με την από 25.04.2005 εξώδικη διαμαρτυρία τους και ζήτησαν την άμεση διακοπή των εργασιών. Την επόμενη ημέρα (26.04.2005), αποφασίστηκε από την πιο πάνω Υπηρεσία η διενέργεια αυτοψίας στο ακίνητο της εταιρείας προκειμένου να διερευνηθούν οι καταγγελίες των ανωτέρω. Για το λόγο αυτό επιτροπή αποτελούμενη από την Β.

Τ., προϊσταμένη του τμήματος έκδοσης αδειών της Ν.Α.Ι. και τις υπαλλήλους της ίδια Υπηρεσίας Χ. Χ. και Ε. Κ. μετέβησαν την ίδια ημέρα στο ακίνητο της εταιρείας για την αυτοψία. Για τη διενέργεια της αυτοψίας, που επρόκειτο να γίνει την ημέρα εκείνη, ενημερώθηκε προηγουμένως ο ενάγων, ο οποίος σημειωτέον είναι δικηγόρος και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Ιωαννίνων και ο οποίος εκπροσωπούσε με την ιδιότητά του αυτή τους υπόλοιπους καταγγέλλοντες.

Η ενημέρωση, όμως, αυτή δεν είχε την έννοια της πρόσκλησης των τελευταίων να παραστούν οπωσδήποτε κατά την αυτοψία, δεδομένου ότι αυτή μπορούσε να γίνει και χωρίς την παρουσία τους, αν ληφθεί υπόψη ότι τα μέλη της πιο πάνω επιτροπής θα σχημάτιζαν την κρίση τους, για τις αυθαίρετες εργασίες που είχαν καταγγελθεί, με βάση τα σχέδια που είχαν υποβληθεί και εγκριθεί για τη χορήγηση της άδειας σε συνδυασμό με τις εργασίες που είχαν εκτελεστεί στο ακίνητο (βλ.

και τις καταθέσεις των ανωτέρω υπαλλήλων στα πρακτικά και απόφαση με αριθμό 295/2009 του Τριμελούς Ποινικού Εφετείου Ιωαννίνων).

Όμως, ο ενάγων με το γιο του Γ. Κ. και τον εκ των καταγγελόντων και αδελφό της συζύγου του Γ. Τ. βρίσκονταν ήδη στο χώρο όπου θα γινόταν η αυτοψία, όταν οι πιο πάνω υπάλληλοι έφθασαν στο ακίνητο της εταιρείας. Ο εκκαλών – εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ιδιοκτήτριας του ακινήτου εταιρείας, επέτρεψε στις υπαλλήλους να εισέλθουν στο ακίνητο για να διενεργήσουν την αυτοψία, οι οποίες πράγματι εισήλθαν σ' αυτό συνοδευόμενοι και από τον πολιτικό μηχανικό Α.

Β., ο οποίος ήταν ο συντάκτης των σχεδίων με βάση τα οποία είχε χορηγηθεί η οικοδομική άδεια. Απαγόρευσε, όμως, την είσοδο του ενάγοντος και των άλλων δύο ατόμων που τον συνόδευαν στο ακίνητο. Ωστόσο, ο ενάγων επέμενε να εισέλθει στο ακίνητο για να υποδείξει στις ανωτέρω υπαλλήλους τις κατ’ αυτόν αυθαίρετες εργασίες, παρά το γεγονός ότι δεν προσκλήθηκε προς τούτο από τις υπαλλήλους.

Τελικά, παρά την ρητή απαγόρευση του εναγομένου, ο ενάγων με το γιο του και τον κουνιάδο του εισήλθαν στο ακίνητο και ακολουθώντας τις υπαλλήλους επέμεναν να υποδείξουν σ’ αυτές τις κατ’ αυτούς αυθαίρετες εργασίες που είχαν συντελεσθεί. Παρέμεναν δε οι ανωτέρω στο ακίνητο, παρά τις εντολές του εναγομένου να φύγουν και να βγουν έξω από το ακίνητο της εταιρείας του.

Τότε ο εναγόμενος, λόγω της έντασης που δημιουργήθηκε από την εμμονή των ανωτέρω να μην συμμορφώνονται στις εντολές του, απηύθυνε προς τον ενάγοντα τις υβριστικές φράσεις «σκούπρο (σκουπίδι), τυχοδιώκτη, νταβατζή, έτσι θα γίνει τσιφλικάς» και στη συνέχεια τον άρπαξε από το γιακά του σακακιού του και προσπάθησε να τον σύρει έξω από το ακίνητο της εταιρείας, απειλώντας τον συγχρόνως με τη φράση «θα σου κόψω τα πόδια».

Ο ενάγων, όμως παρέμενε στο χώρο της αυτοψίας, οπότε ο εναγόμενος τον άρπαξε ξανά με τα δύο του χέρια από το σακάκι του και ασκώντας σε αυτό δύναμη, το έσκισε σχεδόν σε ολόκληρο το μήκος του, ενώ συγχρόνως τον κτύπησε με το χέρι του στον αυχένα, με αποτέλεσμα ο ενάγων να πέσει στο έδαφος. Από το χτύπημα αυτό ο ενάγων υπέστη εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη και συγκεκριμένα κάκωση κεφαλής.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το από 03.06.2005 πιστοποιητικό του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, ο ενάγων εξετάστηκε στην Ορθοπεδική Κλινική του νοσοκομείου στις 27.04.2005, την επόμενη δηλαδή ημέρα του επεισοδίου, διαγνώστηκε κάκωση ΑΜΣΣ, ο ακτινολογικός έλεγχος ήταν αρνητικός για εικόνα οστικής βλάβης, τοποθετήθηκε μαλακό κολάρο αυχένα, συστήθηκε αυστηρός κλινοστατισμός και αποχή από την εργασία για δέκα ημέρες, ενώ στάλθηκε (ο ενάγων) στους χειρουργούς λόγω κάκωσης κεφαλής.

Όμως, ενόψει του ότι το επεισόδιο έγινε στις 26.04.2005 και ο ενάγων δεν πήγε την ίδια ημέρα στο νοσοκομείο ή σε ιδιώτη γιατρό, αλλά την επόμενη ημέρα, γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν αισθανόταν ιδιαίτερες ενοχλήσεις από το χτύπημα που δέχθηκε στον αυχένα, το ότι δεν υπήρξαν αντικειμενικά ευρήματα, όπως εκχυμώσεις, εκδορές κλπ, αλλά τα αναφερόμενα στο ως άνω πιστοποιητικό στηρίζονται στην αιτίαση του ενάγοντος, ότι ο ακτινολογικός έλεγχος που έγινε δεν έδειξε κάποια βλάβη και ότι παρά τη σύσταση για έλεγχο από τους χειρουργούς γιατρούς και για επανέλεγχο, ο ενάγων δεν θεώρησε τελικά σκόπιμο να υποβληθεί σε τέτοια εξέταση, προκύπτει ότι αυτός υπέστη από το χτύπημα που δέχθηκε στον αυχένα από τον εναγόμενο όλως ελαφρά σωματική βλάβη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 300 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ «Αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκταση αυτής, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της». Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής απαιτείται η συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: (α) υποχρέωση, κατ’ αρχήν, προς αποζημίωση, (β) συμβολή του ζημιωθέντος στην επέλευση ή την έκταση της ζημίας του και (γ) αιτιώδης συνάφεια της συμπεριφοράς του ζημιωθέντος προς την επέλευση ή την έκταση της ζημίας (ΑΠ 1306/2011 – ΑΠ 370/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα ως αποδειχθέντα, ο ενάγων εισήλθε στο ακίνητο της εταιρείας, όπου επρόκειτο να διεξαχθεί η αυτοψία των υπαλλήλων της Πολεοδομίας της Ν.Α. Ιωαννίνων, παρά το γεγονός ότι ο εναγόμενος ρητά του απαγόρευσε την είσοδο στο ακίνητο, όπως είχε το σχετικό δικαίωμα.

Παρέμεινε δε στο ακίνητο και ακολούθησε τις υπαλλήλους της Πολεοδομίας στο χώρο εντός του ακινήτου, όπου διεξαγόταν η αυτοψία, προκειμένου να υποδείξει στις υπαλλήλους τις κατ’ αυτόν αυθαίρετες ενέργειες της εταιρείας κατά την ανέγερση των κτιρίων – αποθηκών στο ακίνητό της, που προέβλεπε η εκδοθείσα οικοδομική άδεια.

Τούτο δε, παρά το γεγονός ότι δεν είχε προσκληθεί από την αρμόδια υπηρεσία να παρευρίσκεται οπωσδήποτε κατά την αυτοψία, αλλά απλώς είχε ενημερωθεί για τη διενέργειά της ως πληρεξούσιος δικηγόρος των καταγγελλόντων. Άλλωστε, όπως επίσης προαναφέρθηκε, οι υπάλληλοι της Πολεοδομίας δεν είχαν ανάγκη την παρουσία και τις υποδείξεις του κατά την αυτοψία, ούτε αποδείχθηκε ότι τον προσκάλεσαν τη στιγμή εκείνη να τις ακολουθήσει και να προβεί στις σχετικές υποδείξεις των οικοδομικών αυθαιρεσιών, αφού το θέμα της αυτοψίας ήταν καθαρά τεχνικό και μπορούσε να ερευνηθεί με βάση την οικοδομική άδεια και τα τεχνικά στοιχεία που είχαν υποβληθεί για την έκδοσή της, σε σύγκριση με την πραγματική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί με τις εκτελεσθείσες εργασίες.

Εξακολούθησε δε να παραμένει στο χώρο της αυτοψίας και να αδιαφορεί για τις εντολές του εναγομένου να εξέλθει του ακινήτου της εταιρείας, παρά το γεγονός ότι γνώριζε, λόγω μάλιστα και της δικηγορικής του ιδιότητας, ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα να παρευρίσκεται στο ακίνητο της εταιρείας από τη στιγμή που ο νόμιμος εκπρόσωπός της του είχε απαγορεύσει την είσοδο και την παραμονή του σ’ αυτό.

Με τη συμπεριφορά του δε αυτή, προκάλεσε τελικά τη βίαιη και παράνομη αντίδραση του εναγομένου, ο οποίος τον εξύβρισε με λόγο και έργο και τον κτύπησε με το χέρι του στον αυχένα με αποτέλεσμα να του προκαλέσει όλως ελαφρά σωματική βλάβη. Συνετέλεσε, επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, ο ίδιος ο ενάγων στην πρόκληση και την έκταση της ζημίας του με την εν γένει συμπεριφορά του έναντι του εναγομένου και πρέπει για το λόγο αυτό να κηρυχθεί συνυπαίτιος της ζημίας του σε ποσοστό τουλάχιστον 60%, όπως βάσιμα ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ο εναγόμενος, ο οποίος ζήτησε να κηρυχθεί συνυπαίτιος της ζημίας του ο ενάγων σε ποσοστό 90%.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε σιγή την ανωτέρω ένσταση του εναγομένου περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών – εναγόμενος με το σχετικό τέταρτο λόγο της έφεσής του. Αποδείχθηκε, περαιτέρω ότι ο ενάγων υπέστη από την παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου ηθική βλάβη. Πρέπει για το λόγο αυτό να του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 8.000 ευρώ, που κρίνεται εύλογο, αν ληφθούν υπόψη οι συνθήκες της σε βάρος του αδικοπραξίας και η εξ αυτής προσβολή της προσωπικότητάς του και η έκτασή της, η στεναχώρια που δοκίμασε ο ενάγων, η υπαιτιότητα του εναγομένου, αλλά και η συνυπαιτιότητα του ίδιου του ενάγοντος στην πρόκληση της ηθικής του βλάβης και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη το ποσό των 20.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της έφεσής του [...]|».

[III] Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε και ως ουσία βάσιμη την έφεση του εναγόμενου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την αγωγή επί της ουσίας, την έκανε δεκτή κατά ένα μέρος και ως ουσία βάσιμη, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη εξαιτίας της σε βάρος του αδικοπραξίας και της εξ αυτής προσβολή της προσωπικότητάς του, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την προβληθείσα από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της συνυπαιτιότητας του παθόντος ενάγοντος και δικαιολογούν την παραδοχή του ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην πρόκληση και έκταση της ζημίας του, ενόψει και του ότι εν προκειμένω δεν ήταν εφαρμοστέα η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Κώδικα των δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), κατά την οποία έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και ενώπιον κάθε αρχής και επιτροπής ειδικής δικαιοδοσίας, καθώς και των πειθαρχικών συμβουλίων, ενεργώντας ελεύθερα και ανεμπόδιστα κάθε αναγκαία πράξη γι` αυτό, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, η διαπίστωση και ο χαρακτηρισμός αυθαιρέτου γίνεται ύστερα από αυτοψία υπαλλήλου της κατά τόπο αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, η οποία αυτοψία συνιστά διοικητική πράξη κατ’ εξοχήν πραγματοπαγή, αφορώσα το ελεγκτικό έργο της υπηρεσίας και δεν πρόκειται για δικαιοδοτικό έργο του αρμόδιου υπαλλήλου ή της επιτροπής, ώστε να δικαιούται ο δικηγόρος κάθε ενδιαφερόμενου να παρίσταται κατά τη διενέργεια της αυτοψίας και να υποδεικνύει τις κατ' αυτόν αυθαιρεσίες.

Γι’ αυτό άλλωστε και αφενός μεν δεν προσκαλούνται οι ενδιαφερόμενοι να παρευρίσκονται οπωσδήποτε κατά την αυτοψία, αφού αυτή αφορά το αυθαίρετο και μόνο και όχι τον εκάστοτε ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή κατασκευαστή, αφετέρου δε ο αρμόδιος υπάλληλος συντάσσει επί τόπου σχετική έκθεση, η οποία δεν κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο αλλά τοιχοκολλείται την ίδια μέρα στο αυθαίρετο και αντίγραφό της αποστέλλεται με αποδεικτικό αμέσως στον οικείο δήμο ή κοινότητα, που υποχρεώνονται να την τοιχοκολλήσουν την ίδια ημέρα στο δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα και να τη διατηρήσουν για 30 ημέρες, ώστε στη συνέχεια να μπορεί ο κάθε ενδιαφερόμενος να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή κατά της έκθεσης αυτοψίας.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και μάλιστα την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του και της πρόκλησης της ζημίας του.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα περί συμβολής του ενάγοντος στην πρόκληση και έκταση της ζημίας του και δη (α) ότι ο ενάγων εισήλθε στο ακίνητο της εταιρείας, όπου επρόκειτο να διεξαχθεί η αυτοψία των υπαλλήλων της Πολεοδομίας της Ν.Α.

Ιωαννίνων, παρά το γεγονός ότι ο εναγόμενος ρητά του απαγόρευσε την είσοδο στο ακίνητο, όπως είχε το σχετικό δικαίωμα, (β) ότι παρέμεινε στο ακίνητο και ακολούθησε τις υπαλλήλους της Πολεοδομίας στο χώρο εντός του ακινήτου, όπου διεξαγόταν η αυτοψία, προκειμένου να υποδείξει στις υπαλλήλους τις κατ' αυτόν αυθαίρετες ενέργειες της εταιρείας κατά την ανέγερση των κτιρίων-αποθηκών στο ακίνητό της, που προέβλεπε η εκδοθείσα οικοδομική άδεια, παρά το γεγονός ότι δεν είχε προσκληθεί από την αρμόδια υπηρεσία να παρευρίσκεται οπωσδήποτε κατά την αυτοψία, αλλά απλώς είχε ενημερωθεί για τη διενέργειά της ως πληρεξούσιος δικηγόρος των καταγγελλόντων, (γ) ότι οι υπάλληλοι της Πολεοδομίας δεν είχαν ανάγκη την παρουσία και τις υποδείξεις του κατά την αυτοψία, ούτε τον προσκάλεσαν τη στιγμή εκείνη να τις ακολουθήσει και να προβεί στις σχετικές υποδείξεις των οικοδομικών αυθαιρεσιών, αφού το θέμα της αυτοψίας ήταν καθαρά τεχνικό και μπορούσε να ερευνηθεί με βάση την οικοδομική άδεια και τα τεχνικά στοιχεία που είχαν υποβληθεί για την έκδοσή της, σε σύγκριση με την πραγματική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί με τις εκτελεσθείσες εργασίες, και (δ) ότι εξακολούθησε να παραμένει στο χώρο της αυτοψίας και να αδιαφορεί για τις εντολές του εναγομένου να εξέλθει του ακινήτου της εταιρείας, παρά το γεγονός ότι γνώριζε, λόγω μάλιστα και της δικηγορικής του ιδιότητας, ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα να παρευρίσκεται στο ακίνητο της εταιρείας από τη στιγμή που ο νόμιμος εκπρόσωπός της του είχε απαγορεύσει την είσοδο και την παραμονή του σ' αυτό.

Από δε την προγενέστερη παραδοχή του Εφετείου ότι « [...] ο ενάγων με την είσοδο και παραμονή του στο ακίνητο της εταιρείας, όπου θα γινόταν η αυτοψία των υπαλλήλων, δεν αποσκοπούσε στο να αμφισβητήσει με οποιονδήποτε τρόπο τη νομή της εταιρείας επί του ακινήτου της, αλλά επειδή θεωρούσε, έστω και εσφαλμένα, ότι είχε κληθεί από την αρμόδια υπηρεσία ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτών που είχαν κάνει την προηγούμενη ημέρα την καταγγελία, προκειμένου να παρευρίσκεται στο ακίνητο της εταιρείας, όπου θα διεξαγόταν η αυτοψία [...]», δεν έρχεται σε αντίφαση με τις πιο πάνω παραδοχές, διότι η παραδοχή αυτή αφορά την αιτιολογία απόρριψης της προβληθείσας από τον εναγόμενο ένστασης αυτοδύναμης προστασίας της νομής του επί του ακινήτου και δη ως υπερβαίνουσας το μέτρο που επέβαλαν οι περιστάσεις.

Δέχθηκε δηλαδή και εδώ το Εφετείο ότι ο εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, είχε το δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 985 παρ. 1 ΑΚ, να προβεί σε αυτοδύναμη προστασία της νομής της εταιρείας επί του ακινήτου της και να αποκρούσει με τη βία την προκαλούμενη με την είσοδο του ενάγοντος στο ακίνητο διατάραξη της νομής της, πλην όμως η πιο πάνω συμπεριφορά του έναντι του ενάγοντος δεν ήταν η επιβαλλόμενη από τις συγκεκριμένες συνθήκες, αλλά αντίθετα οι ενέργειές του αυτές υπερέβαιναν και μάλιστα προφανώς το μέτρο που απαιτούσαν οι περιστάσεις.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών.

[IV] Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Νοεμβρίου 2018 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 291/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ