Legislator Case Law & Legislation
1091/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court improperly evaluated evidence and ignored submitted facts.

Case Number 1091/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision rejecting the lawsuit. The appellant argued the lower court ignored submitted facts and improperly assigned evidentiary weight to specific documents. The court found these arguments baseless because the lower court freely evaluated evidence and did not grant extraordinary force to the documents in question.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 8 KPolD; Art. 559 para. 12 KPolD: An appeal based on the lower court's failure to consider submitted facts or its violation of legal definitions regarding evidence is inadmissible if the lower court freely evaluated the evidence without granting extraordinary force to documents that did not legally possess such force.

Keywords

AI generated
appeal admissibility free evaluation of evidence extraordinary force of evidence failure to consider facts civil procedure law

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 8 KPolD
Art. 559 para. 12 KPolD
Art. 340 KPolD
Art. 529 para. 1a KPolD
Art. 495 para. 4 KPolD
Art. 106 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 para. 2 KPolD

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1091 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1091/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου της Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μαλαφάντη και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ" που εδρεύει στην Καλαμάτα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Δημητρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/1/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 133/2013 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/9/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 8/1/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. O αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επιτρέπει την αναίρεση και στις περιπτώσεις, όπου το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση: α) παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή β) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για την πληρότητα του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 252/2011, ΑΠ 367/2009, ΑΠ 1632/2007 ΑΠ 798/2005, ΑΠ 44/2003, ΑΠ 493/2002). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/12, ΑΠ 2166/2009, ΑΠ 2176/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο ότι υπέπεσε στην από την ως άνω διάταξη του ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι δεν έλαβε υπόψη τους (αρνητικούς της) ισχυρισμούς κατά της προβληθείσας, εκ μέρους του ήδη αναιρεσίβλητου, ένστασης συμψηφισμού, υπερκαλύπτουσας την ένδικη αξίωση, ανταπαιτήσεώς του, με συνέπεια να δεχθεί τη βασιμότητά της (ένστασης) και, εντεύθεν, να απορρίψει, κατ' ουσίαν, την ένδικη αγωγή της. Ο λόγος, όμως, αυτός, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, με βάση τα όσα, ως άνω, διαλαμβάνονται προς θεμελίωσή του, δεν ιδρύεται η επικαλουμένη, από την αναιρεσείουσα, αναιρετική παράβαση. Τούτο δε διότι, οι κατά το αναιρετήριο δικόγραφο προβληθέντες στο Εφετείο, εκ μέρους της αναιρεσείουσας, αρνητικοί ισχυρισμοί αυτής, κατά της ενστάσεως συμψηφισμού του εκκαλούντος, εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου, προς τις ένδικες αξιώσεις της, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της προδιαληφθείσας διατάξεως. Επομένως, ο παρών αναιρετικός λόγος κρίνεται απορριπτέος, ως (νομικά) αβάσιμος.

ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009, ΑΠ 1711/2008).

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του.

β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.

δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 333/2009, ΑΠ 1242/2008, ΑΠ 2173/2007). Ενώ, κατά το εδ. α' της ίδιας διατάξεως, ιδρύεται αναιρετικός λόγος, από αυτό, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει.

Τα αποδεικτικά μέσα καθορίζονται, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ και δεν επιτρέπεται η χρήση άλλων. Το απαράδεκτο αυτό πρέπει να είχε, νόμιμα, προβληθεί, από τον αναιρεσείοντα, στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις 3 περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ (ΑΠ 277, ΑΠ 315/2008, ΑΠ 835/2008, ΑΠ 1416/2007).

Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του την από 29-06-2004 έκθεση αυτοψίας του ηλεκτρολόγου - μηχανολόγου Η. Κ., την οποία προσκόμισε, προς απόκρουση της προβληθείσας, από τον αναιρεσίβλητο, ενστάσεως συμψηφισμού και δη κατά το σκέλος της, περί δαπανηθέντος, απ' αυτόν (ήδη αναιρεσίβλητο), ποσού 182.470 ευρώ για την αποκατάσταση φθορών των μηχανημάτων της ΜΟ.ΛΑ.Κ.

Ενώ, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου (η αναιρεσείουσα), αιτιάται το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη του έγγραφο αποδεικτικό μέσο, που δεν πληρούσε τους όρους του νόμου και δη το άνευ ημεροχρονολογίας έγγραφο του ηλεκτρολόγου μηχανικού Δ. Γ., με το οποίο ο αναιρεσίβλητος Δήμος επιχείρησε να αποδείξει την ως άνω ένστασή του.

Ο λόγος όμως αυτός, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, πρέπει ν' απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του. Και τούτο, διότι: α) Για μεν τη θεμελίωση του πρώτου σκέλους του, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του ανταποδεικτικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, όπως αυτός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, το περιεχόμενο του, φερομένου ως αγνοηθέντος, αποδεικτικού μέσου και, τέλος, πότε και πως το επικαλέσθηκε και το προσκόμισε αυτή (αναιρεσείουσα) στο δικαστήριο της ουσίας.

β) Για δε τη θεμελίωση του δευτέρου σκέλους του, δεν εκθέτει, στο αναιρετήριο, το λόγο, για τον οποίον το επικαλούμενο έγγραφο δεν πληροί τους όρους του νόμου, καθώς και αν, πότε και πώς αυτή (αναιρεσείουσα) προέβαλε το σχετικό ισχυρισμό της στο δικαστήριο της ουσίας. Σε κάθε δε περίπτωση, ο κρινόμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Ειδικότερα, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της ήδη αναιρεσείουσας, στο Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 2), αφενός αυτή δεν επικαλέσθηκε την προσκομιδή του αναφερομένου στο πρώτο σκέλος του κρινομένου αναιρετικού λόγου, εγγράφου και, αφετέρου, δεν πρότεινε, στο δικαστήριο της ουσίας, ότι το αναφερόμενο, στο δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης, έγγραφο που, όπως αυτή υποστηρίζει, προσκομίσθηκε, από τον αντίδικό της, δεν πληροί τους όρους του νόμου.

IΙΙ. Ο από τον αριθμό 10 της ίδιας ως άνω διατάξεως αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη (ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά). Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί, ειδικά, το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2031/2007, 1739/2007).

Δεν ιδρύεται, όμως, αυτός ο αναιρετικός λόγος, όταν το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων, καταλήγει, έστω και, σε εσφαλμένη, περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 356/2002, ΑΠ 941/1992).

Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλουμένη, για την θεμελίωσή του, ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκαν, ως αληθείς, οι ισχυρισμοί του ήδη αναιρεσίβλητου, αναφορικά με την ένσταση συμψηφισμού, την οποίαν αυτός πρότεινε και, τελικώς, έγινε δεκτή, με συνέπεια να απορριφθεί η ένδικη αγωγή της.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο απορριπτικό, της ένδικης αγωγής, πόρισμά του, "... Από την επανεκτίμηση του μάρτυρα που εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, από τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρ. 529παρ. 1α του ΚΠολΔ ΑΠ 771/2010 ΤΝΠΝ), που λαμβάνονται υπόψιν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και από όσα οι διάδικοι συνομολογούν...".

ΙV. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο εξαιρετική δύναμη, που δεν είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, παρότι είχε κατά νόμο και όχι όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από άλλα, που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη (ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 437/2000).

Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από την προαναφερθείσα διάταξη αναιρετική πλημμέλεια, επικαλούμενη, για τη θεμελίωσή του, ότι το Εφετείο δέχθηκε ως έγγραφα παρέχοντα πλήρη απόδειξη : α) την υπ' αριθμόν 061/2004 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου και, β) το άνευ ημεροχρονολογίας έγγραφο του ηλεκτρολόγου μηχανικού Δ. Γ.. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι τα προαναφερόμενα έγγραφα δεν έχουν δεσμευτικώς οριζόμενη, από το νόμο, αποδεικτική δύναμη, αλλά εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας και, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος, διότι, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα ως άνω έγγραφα (καμία) εξαιρετική δύναμη, που δεν είχαν κατά νόμο, αλλά, αντίθετα, τα συνεκτίμησε μαζί με όλα τα λοιπά, προσκομισθέντα, με επίκληση, από τους διαδίκους, αποδεικτικά μέσα και κατέληξε στο προαναφερθέν δικανικό του πόρισμα.

V. Επομένως, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 133/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού του αιτήματος (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-09-2015 αίτηση αναίρεσης της 133/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ