Supreme Court dismisses appeal on labor law grounds regarding wrongful dismissal and wage arrears claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the company's appeal against the Court of Appeal's decision in a labor dispute involving wrongful dismissal and wage arrears. The appellant argued that the lower court incorrectly dismissed a claim regarding the employee's failure to seek new employment after termination. The court held that the appellate court correctly declared this specific ground inadmissible due to a contradiction with a previously accepted claim, rendering the appeal baseless.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, Art. 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must reject an appeal if the Court of Appeal correctly declared a ground inadmissible based on a contradiction with a prior claim, and the appellant's argument regarding the temporal scope of the inadmissibility is legally inaccurate.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 771 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 771/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ISS Facility Services Ανώνυμος Εταιρεία Παροχής Υπηρεσιών, Εμπορική και Αντιπροσωπειών", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μικρουλέα.
Του αναιρεσιβλήτου:..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1428/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3317/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-1-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 5-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά της σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Τα κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμα της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο (δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων (η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων ή) η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Εξάλλου, από τα αρθ. 669§2 ΑΚ, 1 ν. 2112/1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του αρθ. 281 ΑΚ, δηλ. της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα αρθ. 174 και 180 ΑΚ.
Ειδικότερα, άκυρη ως καταχρηστική είναι η καταγγελία και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε προηγηθείσα νόμιμη αλλά μη αρεστή στον εργοδότη συμπεριφορά του εργαζομένου και ειδικότερα στην εκ μέρους του νόμιμη διεκδίκηση, δικαστικά ή εξώδικα, δικαιωμάτων του από την σύμβαση εργασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (αρθ. 561 §1 ΚΠολΔ), ο αναιρεσίβλητος ενάγων εξέθεσε με την ένδικη αγωγή του, ότι την 24-2-2003 προσελήφθη από την αναιρεσείουσα εναγομένη εταιρεία, υπό άλλη τότε επωνυμία, που έχει ως αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας τους επαγγελματικούς καθαρισμούς και τον δανεισμό εργαζομένων σε τρίτες εταιρείες, προκειμένου να εργασθεί στην επιχείρηση της ως υπάλληλος εξωτερικών εργασιών, απασχολούμενος, όμως, παράλληλα και στο λογιστήριό της έχοντας την ευθύνη συμφωνιών υπολοίπου, ότι στον όμιλο της εναγομένης πολυεθνικής εταιρείας εντάχθηκε, λίγο μετά την πρόσληψη του ενάγοντος, η εταιρεία ISS HUMAN RESOURCES ΑΕ και η εναγομένη ανέθεσε στον ενάγοντα ν' ασκεί, παράλληλα με την εργασία του σ' αυτήν, και καθήκοντα υπαλλήλου εξωτερικών εργασιών και για την ως άνω (θυγατρική της) εταιρεία, χωρίς όμως να του καταβάλλει ιδιαίτερη αμοιβή για την πρόσθετη αυτή εργασία, ότι ο ενάγων διαμαρτυρόταν στα αρμόδια όργανα της εναγομένης για την παροχή της πρόσθετης αυτής εργασίας χωρίς την καταβολή επιπλέον αμοιβής γι' αυτήν, γεγονός που τον κατέστησε μη αρεστό στα όργανα διοίκησης της εναγομένης, κοινά άλλωστε και στις δύο αυτές εταιρείες, ότι την 31-5-2006 η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως την σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντος και σχετική αποζημίωση, ότι αιτία της καταγγελίας αυτής ήταν η διεκδίκηση των δεδουλευμένων αποδοχών του για την ως άνω πρόσθετη εργασία που προ πολλού παρείχε και επομένως αυτή είναι άκυρη ως καταχρηστική, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε, κατά μετατροπή των σχετικών αγωγικών αιτημάτων σε αναγνωριστικά, ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας αυτής και η υποχρέωση της εναγομένης για την καταβολή μισθών υπερημερίας λόγω της ως άνω ακυρότητας κλπ.
Το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από έφεση της αναιρεσείουσας εναγομένης, επί της αγωγής αυτής δέχθηκε συναφώς με την προσβαλλομένη 3317/2008 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει, ότι ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη εταιρεία την 24-2-2003 προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλος εξωτερικών εργασιών, συμφωνήθηκε όμως μεταξύ των διαδίκων και η εντός του νομίμου ωραρίου του παράλληλη παροχή εργασίας υπαλλήλου γραφείου στο τμήμα πιστώσεων, χωρίς να συμφωνηθεί και ιδιαίτερος πρόσθετος μισθός για την εργασία αυτή ή η μη καταβολή τέτοιου μισθού, επιπλέον δε συμφωνήθηκε να παρέχει την εργασία του εντός του ως άνω ωραρίου ως υπάλληλος εξωτερικών εργασιών για λογαριασμό της παραπάνω θυγατρικής εταιρείας της εναγομένης, χωρίς επίσης να συμφωνηθεί ιδιαίτερος πρόσθετος μισθός ή η μη καταβολή τέτοιου μισθού, ότι κατά την διάρκεια της απασχόλησής του στην εναγομένη ο ενάγων επέδειξε ευσυνειδησία και εργατικότητα, λαβών και τιμητική διάκριση από την εναγομένη το έτος 2005, όταν όμως διαμαρτυρήθηκε έντονα για την άρνησή της να του καταβάλει τον πρόσθετο μισθό που του όφειλε για την ως άνω πρόσθετη εργασία του η εναγομένη τον απέλυσε, καταβάλλοντάς του αποζημίωση απόλυσης, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι καταχρηστική, επειδή δεν έγινε για λόγους που αφορούν το συμφέρον της εναγομένης ή για λόγους οικονομοτεχνικούς, αλλά επειδή ο ενάγων αξίωσε νόμιμο δικαίωμα του για την καταβολή πρόσθετου μισθού για την προαναφερομένη πρόσθετη εργασία του, και ότι κατά συνέπεια η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας, με βάση δε τα περιστατικά αυτά απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη του άρθρου 281 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σημειουμένου ειδικότερα ότι αντικείμενο της αγωγής και της δίκης δεν ήταν και η εκ μέρους του ενάγοντος παροχή πρόσθετης εργασίας και η καταβολή ιδιαίτερης αμοιβής γι' αυτήν, αλλ' απλώς η διεκδίκηση πρόσθετης αμοιβής για τέτοια εργασία ως αιτία της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ούσης ως εκ τούτου καταχρηστικής, και επομένως δεν ήταν απαραίτητη η παράθεση περισσοτέρων αιτιολογιών για την πρόσθετη αυτή εργασία.
Εξάλλου, το Εφετείο ουδόλως δέχθηκε μη προταθέντα με την αγωγή "πράγματα" με την προαναφερθείσα έννοια (δηλ. ανύπαρκτη αγωγική βάση) και δη την εργασία του ενάγοντος στο τμήμα πιστώσεων της εναγομένης ως μέρος της πρόσθετης εργασίας του και συνακόλουθα ως λόγο απόλυσής του, αφού πέραν του ότι ο ενάγων στην αγωγή του αναφέρει πράγματι ότι παράλληλα με την κύρια εργασία του (ως εξωτερικού υπαλλήλου) εργαζόταν και στο λογιστήριο της εναγομένης ως υπεύθυνος υπολοίπων, "πράγμα" στην προκειμένη περίπτωση, ως στοιχείο της βάσης της αγωγής, αποτελεί ο πράγματι προταθείς ισχυρισμός ότι η καταγγελία έγινε λόγω της μη αρεστής στην εναγομένη διεκδίκησης από τον ενάγοντα δικαιωμάτων του από την σύμβαση και δη ιδιαίτερης αμοιβής για παρασχεθείσα πρόσθετη εργασία, όπως αυτή προέκυψε από τις αποδείξεις.
Τέλος, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο τα παραπάνω δέχθηκε ως αληθινά όχι χωρίς απόδειξη, αλλά με την εκτίμηση των αναφερομένων εκεί αποδεικτικών μέσων, δηλ. ενόρκων βεβαιώσεων που λήφθηκαν νομότυπα και όλων των εγγράφων που προσκομίσθηκαν νόμιμα με επίκληση. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως προς όλα τα σκέλη του από τους αριθ. 1, 8, 10 και 19 του αρθ. 559 ΚΠολΔ.
II. Κατά το αρθ. 529§1 εδ. α' ΚΠολΔ στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, η διάταξη δε αυτή εφαρμόζεται, σύμφωνα με το αρθ. 591 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αφού δεν αντιβαίνει στις ειδικές διατάξεις των αρθ. 670 και 671 ΚΠολΔ, οι οποίες κατ' άρθ.674§2 του Κώδικα αυτού εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη και έτσι ρυθμίζουν και την ενώπιον του Εφετείου απόδειξη κατά την διαδικασία αυτή.
Εξάλλου, σύμφωνα ειδικότερα με την διάταξη του αρθ. 671§1 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, αν έγιναν ύστερ' από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από 24 τουλάχιστον ώρες. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι νόμιμα λαμβάνεται υπόψη από το Εφετείο, κατά την διαδικασία αυτή, ως νέο αποδεικτικό μέσο ένορκη βεβαίωση, η οποία δόθηκε οποτεδήποτε μετά την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ύστερ' από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου, που αποτελεί και την μοναδική προϋπόθεση εγκυρότητας και λήψης αυτής υπόψη από το αντίστοιχο δικαστήριο, όπου προσκομίζεται.
Εξάλλου, δεν αντίκειται στις διατάξεις των αρθ. 110§2, 111§1, 112, 115§1, 116, 118 αριθ. 4 ΚΠολΔ και του αρθ. 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου η κλήση (που δεν καθίσταται άκυρη εκ του λόγου αυτού κατ' αρθ. 159 ΚΠολΔ) προς παράσταση για ένορκη βεβαίωση την ίδια ημέρα σε διαφορετικές ώρες, αλλά ταυτόχρονα σε διαφορετικούς τόπους και ενώπιον δύο διαφορετικών οργάνων ή διαδικασιών, αφού ο αντίδικος εκείνου, με επιμέλεια του οποίου δίδεται η ένορκη βεβαίωση μπορεί να ορίσει πληρεξουσίους δικηγόρους για τις αντίστοιχες παραστάσεις.
Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί ο δεύτερος, κατ' ορθή αρίθμηση, λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 11 περ. α' και 14 του αρθ. 559 ΚΠολΔ για παρά το νόμο λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει και μη κήρυξη απαραδέκτου , κατά (α) το α' σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται ότι το Εφετείο δεν έπρεπε να λάβει υπόψη τις εκεί αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, διότι αυτές ελήφθησαν με την επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου που τις προσκόμισε την ημέρα μεν της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αλλά σε ώρες μεταγενέστερες αυτής (μετά δηλ.
την συζήτηση), για τις οποίες είχε κληθεί και η αναιρεσείουσα, ως απαράδεκτος (β) κατά το β' σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται, ως προς τις αυτές ένορκες βεβαιώσεις, ότι κλήθηκε να παραστεί την ίδια ημέρα και ώρα σε διαφορετικούς τόπους (στο Πρωτοδικείο Αθηνών για την συζήτηση της αγωγής και ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών για την λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων) και (γ) κατά το γ' σκέλος του, κατά το οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Εφετείο ούτε η ενώπιον αυτού το πρώτον προσκομισθείσα ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών που δόθηκε την 20-11-2007, διότι με την σχετική κλήση του, επιδοθείσα σ' αυτήν την 16-11-2007, ο αναιρεσίβλητος την ενημέρωσε ότι θα εξετάσει μάρτυρες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών κατά την 19-11-2007 και κατά τις ώρες 10.00, 10.30', 11.00', 12.00' και 12.30'και την 20-11-2007 και τις ώρες 09.00', 09.30' και ΙΟ.ΟΟ' καλώντας αυτήν να παραστεί κατά την εξέταση, ως αβάσιμος.
III. Από την διάταξη του αρθ. 116 ΚΠολΔ που ορίζει ότι "οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοί τους οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, να αποφεύγουν ενέργειες που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης, να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην υπόθεση, έτσι ακριβώς όπως τα γνωρίζουν, με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια, αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις" προκύπτει ότι ειδική έκφανση της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης αποτελεί και η τήρηση του καθήκοντος αληθείας, που συνιστά γνήσια υποχρέωση και όχι απλά δικονομικό βάρος των διαδίκων, των νόμιμων αντιπροσώπων και των πληρεξουσίων τους.
Στο περιεχόμενο του καθήκοντος αληθείας υπάγεται και η απαγόρευση προβολής αντιφατικών ισχυρισμών, όταν ο διάδικος που τους προτείνει έχει επίγνωση της αναλήθειας του ενός από αυτούς. Αντιφατικοί είναι οι ισχυρισμοί και δη οι ενστάσεις, όταν οι ιστορικές βάσεις τους αποκλείεται να συνυπάρχουν λογικά, όταν δηλ.
αντιφάσκουν μεταξύ τους, η αντιφατικότητα δε αυτή έχει ως συνέπεια ότι κρίνεται ως απαράδεκτος ο κατά σειράν προβολής μεταγενέστερος ισχυρισμός. Σύμφωνα με τα παραπάνω αντιφάσκουν μεταξύ τους και δη σωρευτικά προτεινόμενες και εφόσον αναφέρονται στο αυτό χρονικό διάστημα, καθόσον λογικά αποκλείεται να συνυπάρχουν οι ιστορικές βάσεις τους, οι ενστάσεις του εναγομένου εργοδότη (α) της κατ' αρθ. 281 ΑΚ καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης του μισθωτού για μισθούς υπερημερίας, οφειλόμενους και στην ειδικότερη περίπτωση της για οποιονδήποτε λόγο άκυρης απόλυσης του, η οποία (ένσταση) θεμελιώνεται στο γεγονός της ηθελημένης, αδικαιολόγητης και κακόβουλης αποφυγής ανεύρεσης άλλης εργασίας, προκειμένου, σύμφωνα με το αρθ. 656 εδ.
α' ΑΚ, ο απολυθείς εργαζόμενος να λάβει τους μισθούς από τον υπερήμερο εργοδότη, χωρίς να εργάζεται και (β) της αφαίρεσης (έκπτωσης), κατ' αρθ. 656 εδ. β' ΑΚ, από τους μισθούς υπερημερίας της ωφέλειας που ο εργαζόμενος αποκόμισε από την παροχή της εργασίας του σε άλλον εργοδότη (ένσταση των "αλλαχού κερδηθέντων").Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθ. 561 §2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα εναγομένη προς απόκρουση της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος, διωκούσης ν' αναγνωρισθεί ότι η εκ μέρους της καταγγελία την 31-5-2006 της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας του ήταν άκυρη ως καταχρηστική και ότι αυτή υποχρεούται να του καταβάλλει για την αιτία αυτή μισθούς υπερημερίας από την άκυρη καταγγελία και εφεξής, προέβαλε με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της σωρευτικά και κατά σειρά τις ενστάσεις (α) της καταχρηστικής άσκησης από τον ενάγοντα της αξίωσης για μισθούς υπερημερίας, συνισταμένης στο γεγονός ότι ο ενάγων, με δική του θέληση, από την πρώτη ημέρα μετά την αποχώρησή του από την επιχείρησή της (λόγω της καταγγελίας) δεν εργάσθηκε, αν και η εναγομένη είχε φροντίσει να του προσφέρουν εργασία δύο άλλοι εργοδότες και (β) της έκπτωσης των "αλλαχού κερδηθέντων", ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι ο ενάγων αμέσως μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εργάσθηκε με πλήρη απασχόληση στην εταιρεία τσιμέντων ΤΙΤΑΝ, την ένσταση δε αυτή, απορριφθείσα με την πρωτόδικη απόφαση ως αόριστη επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση του απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη και δη ως αντιφάσκουσα προς την προηγηθείσα ένσταση από το αρθ. 281 ΑΚ.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο (κατ' ορθή αρίθμηση) τρίτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης από το αρθ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ανακριβώς ότι η ένσταση αυτή αφορά μεταγενέστερο χρονικό διάστημα εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης για μισθούς υπερημερίας.
Κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-1-2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ISS Facility Services Ανώνυμος Εταιρεία Παροχής Υπηρεσιών, Εμπορική και Αντιπροσωπειών" για αναίρεση της 3317/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Μαίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ