Legislator Case Law & Legislation
1088/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring ruling, upholding court's assessment of income and evidence.

Case Number 1088/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two debtors against a single-judge court ruling on their debt restructuring under Law 3869/2010. The debtors argued the court erred in assessing their income from agricultural subsidies and common sense regarding their employment prospects. The court rejected these claims, ruling that the first argument was unfounded regarding income calculation and the second was inadmissible as it concerned evidence evaluation, which is not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1)(b) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on violation of common sense is inadmissible if the alleged facts do not constitute legal principles and instead concern the evaluation of evidence, which is non-reviewable on appeal.

Keywords

AI generated
debt restructuring common sense violation evidence evaluation appellate review income assessment Law 3869/2010 inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556, 558, 564(3), 741 and 769 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Law 3869/2010
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010
Article 746 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1088 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1088/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Π. του Π. και 2) Σ. Μ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Μπαλατσού με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 16-2-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2018 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κομοτηνής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-11-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 29-11-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 66/29-11-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 21/2022 αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του Κ.Πολ.Δ. (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής την από 21-12-2018 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 180/27-12-2021) αίτηση για την υπαγωγή τους στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 και ζήτησαν την ρύθμιση των οφειλών τους, σύμφωνα με το προτεινόμενο από αυτούς σχέδιο, καθώς επίσης την εξαίρεση της κύριας κατοικίας τους και των αναφερομένων στην αίτηση ακινήτων του πρώτου αυτών από την ρευστοποίηση. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 46/2020 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, η οποία την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης απορρίφθηκε η ασκηθείσα έφεση των αιτούντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Με την διάταξη της παραγράφου 1 εδαφ. α' και β' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τον Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του (14-8-2015), [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, καθόσον η ένδικη από 21-12-2018 αίτηση των αναιρεσειόντων, περί υπαγωγής τους στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Κομοτηνής στις 27-12-2018, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του], ορίζεται ότι "1.

Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, την δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και την στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη και όχι απλώς παροδική, περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, ασχέτως αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενεστέρως, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται και αποδεικνύεται από τον πιστωτή (Α.Π. 603/2023, Α.Π. 71/2020, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 1460/2019, Α.Π. 418/2019, Α.Π. 632/2019, Α.Π. 551/2018).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και, ιδίως, από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) εγγάμου συμβιώσεως και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (Α.Π. 603/2023, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 208/2020, Α.Π. 735/2019, Α.Π. 641/2019, Α.Π. 1208/2017).

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψιν τόσον η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσον και αυτή που διαμορφώνεται κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Τι ζήτημα της αδυναμίας πληρωμών ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών κρίνεται με έλεγχο της προσωρινότητας ή μη των αιτίων της μη πληρωμής. Έτσι η αδυναμία πληρωμών για να επιφέρει τη νομική συνέπεια της υπαγωγής στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, πρέπει να είναι μόνιμη και όχι προσωρινή. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 603/2023, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 951/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψιν πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία ταυτίζεται με αυτή του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακολούθως, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αιτήσεως, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Εννοιολογικό στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμον, στην γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση κ.λπ. (Α.Π. 603/2023, Α.Π. 1296/2022, Α.Π. 917/2020, Α.Π. 1080/2020, Α.Π. 721/2017, Α.Π. 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.

Α.Π. 14/2004, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το Δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα, που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 603/2023, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 388/2018, Α.Π. 358/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το Δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπ' όψιν τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητώς για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 172/2020, Α.Π. 250/2014) ή όταν το Δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.

Α.Π. 11/1996, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 409/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 7/2020) ή στην περίπτωση που το Δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (Α.Π. 603/2023, Α.Π. 409/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 7/2020, Α.Π. 74/2019, Α.Π. 656/2016). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το Δικαστήριο, κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάσσει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και, ιδιαιτέρως, γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της εννόμου σχέσεως ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρο 744) και ότι το Δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάσσει αυτεπαγγέλτως καθετί που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 759 παρ. 3).

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από την ρύθμιση του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δ. και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ενώ η εξουσία του Δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από τον νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπ' όψιν ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 του Κ.Πολ.Δ., αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής αποδείξεως (Α.Π. 808/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 425/2022, Α.Π. 769/2015, Α.Π. 236/2015).

Ως εκ τούτου, κατά την διαδικασία αυτή (εκουσία) δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 εδάφιο α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για την, παρά τον νόμο, λήψη υπ' όψιν πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (Α.Π. 808/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 154/2018, Α.Π. 636/2017, Α.Π. 528/2017) και, συνακολούθως, από τον αριθμό 5 εδάφιο α' του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (Α.Π. 808/2023, Α.Π. 603/2023, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 686/2021, Α.Π. 257/2020), πλην, όμως, ιδρύεται κατά την διαδικασία αυτή (εκουσία) ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 5 εδάφιο β' του ίδιου άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., όταν, δηλαδή, το Δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπ' όψιν "πράγματα", με την προεκτεθείσα έννοια, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 808/2023, Α.Π. 603/2023).

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

Α.Π. 9/2016, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1683/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 21/2022 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα: "...Ο πρώτος εκκαλών γεννήθηκε το έτος 1975 και διανύει το 47ο έτος της ηλικίας του, ενώ η δεύτερη εκκαλούσα γεννήθηκε το έτος 1977 και είναι σήμερα 45 ετών, από το δε γάμο τους έχουν αποκτήσει ένα ενήλικο πλέον τέκνο, που γεννήθηκε το έτος 2003 και είναι σήμερα ηλικίας 18 ετών.

Διαμένουν αμφότεροι με το τέκνο τους σε ιδιόκτητη οικία που βρίσκεται στην πόλη της Κομοτηνής. Ο πρώτος εκκαλών εργαζόταν από το έτος 2011 ως ιδιωτικός υπάλληλος (υπεύθυνος ποιοτικού ελέγχου και παραγωγής) σε εργοστάσια της Βιομηχανικής Περιοχής της Κομοτηνής, με μηνιαίες αποδοχές ύψους 1.400 ευρώ. Πλην όμως, λόγω καθυστερήσεων στην καταβολή του μισθού του αναγκάσθηκε να παραιτηθεί και από το 2014 δραστηριοποιείται ως αγρότης, καλλιεργώντας ιδιόκτητες και μισθωμένες αγροτικές εκτάσεις άνω των 100 στρεμμάτων, με βαμβάκι, λεβάντα και βερίκοκα.

Το καθαρό εισόδημά του υπολογίζεται ως εξής: α) Το φορολογικό έτος 2018, μετά την αφαίρεση των αναφερόμενων στο έγγραφο Ε3 δαπανών αγροτικής παραγωγής, το φορολογητέο εισόδημά του ήταν 3.980,50 ευρώ, ενώ παράλληλα εισέπραξε αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό αγροτικών επιδοτήσεων και ενισχύσεων ύψους 21.684,97 ευρώ, συνεπώς το καθαρό του εισόδημα ανήλθε το έτος αυτό σε 25.665,47 ευρώ, ήτοι σε 2.138,79 ευρώ το μήνα, β) Το φορολογικό έτος 2017, μετά την αφαίρεση των αναφερόμενων στο έγγραφο Ε3 δαπανών αγροτικής παραγωγής, το φορολογητέο εισόδημά του ήταν 3.980,28 ευρώ, ενώ παράλληλα εισέπραξε αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό αγροτικών επιδοτήσεων και ενισχύσεων ύψους 10.752,32 ευρώ, συνεπώς το καθαρό του εισόδημα ανήλθε το έτος αυτό σε 14.732,60 ευρώ, ήτοι σε 1.227,72 ευρώ το μήνα, γ) Το φορολογικό έτος 2016, μετά την αφαίρεση των αναφερόμενων στο έγγραφο Ε3 δαπανών αγροτικής παραγωγής, το φορολογητέο εισόδημά του ήταν 2.209,11 ευρώ, ενώ παράλληλα εισέπραξε αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό αγροτικών επιδοτήσεων και ενισχύσεων ύψους 9.778,01 ευρώ, συνεπώς το καθαρό του εισόδημα ανήλθε το έτος αυτό σε 11.987,12 ευρώ, ήτοι σε 998,93 ευρώ το μήνα, δ) Το φορολογικό έτος 2015, μετά την αφαίρεση των αναφερόμενων στο έγγραφο Ε3 δαπανών αγροτικής παραγωγής, το φορολογητέο εισόδημά του ήταν 510,69 ευρώ, ενώ παράλληλα εισέπραξε αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό αγροτικών επιδοτήσεων και ενισχύσεων ύψους 11.458,25 ευρώ, συνεπώς το καθαρό του εισόδημα ανήλθε το έτος αυτό σε 11.968,94 ευρώ, ήτοι σε 997,41 ευρώ το μήνα.

Η δεύτερη εκκαλούσα είναι άνεργη από το 2011 και δεν εισπράττει επίδομα ανεργίας, ούτε άλλωστε πορίζεται οποιοδήποτε εισόδημα από άλλη πηγή, με αποτέλεσμα το εισόδημά της τα παραπάνω έτη (2015-2018) να είναι μηδενικό. Στο παρελθόν όμως και για χρονικό διάστημα περίπου 11 ετών εργαζόταν ως κομμώτρια, τόσο ως υπάλληλος σε επιχείρηση τρίτου όσο και σε ατομική της επιχείρηση.

Οι εκκαλούντες είναι συγκύριοι σε ποσοστό 50/100 εξ αδιαιρέτου έκαστος ενός διαμερίσματος άνωθεν του ισογείου, με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης Δ2, εμβαδού καθαρού 77,26 τ.μ. και μεικτού 96,58 τ.μ., με ποσοστό συμμετοχής στο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής 95,07/1000 εξ αδιαιρέτου, το οποίο αποτελείται από δύο δωμάτια, σαλόνι - κουζίνα, τουαλέτα - λουτρό, διάδρομο και εξώστη, έχει ως παρακολούθημα την υπ' αριθ. 1 αποθήκη του υπογείου, εμβαδού 11,50 τ.μ., και βρίσκεται σε οικοδομή στην πόλη της Κομοτηνής, επί της οδού Εγνατίας, αριθμός 113-115, αποτελεί δε, την κύρια κατοικία τους.

Πέραν τούτου, ο πρώτος εκκαλών έχει στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητά του: α) έναν αγρό με αριθμό τεμαχίου 40, εμβαδού 4.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Μεγάλο Καβάλο" της κτηματικής Περιφέρειας του αγροκτήματος Μέσης της Π.Ε. Ροδόπης, β) έναν αγρό εμβαδού 11.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ''Αναδασμός Ύψωμα Αντίσκηνου" στην κτηματική περιφέρεια του αγροκτήματος Πόρπης της Π.Ε.

Ροδόπης, γ) ένα γεωργικό ελκυστήρα με αριθμό κυκλοφορίας ..., εργοστασίου κατασκευής "Renault", τύπου 106-54 TA (Ρ7842-Α), ισχύος 74 KW ή 100 HP, έτους πρώτης κυκλοφορίας στην Ελλάδα 2003, δ) ένα ιδιωτικής χρήσης φορτηγό όχημα (τύπου αγροτικό), με αριθμό κυκλοφορίας ..., εργοστασίου κατασκευής "ISUZU", κυλινδρισμού 2.449 κ.ε. με έτος πρώτης κυκλοφορίας στην Ελλάδα το 1999, ε) μία δίκυκλη μοτοσικλέτα με αριθμό κυκλοφορίας ...

εργοστασίου κατασκευής "HONDA MOTOR" τύπου "Translap", κυβισμού 583 κ.ε. με έτος πρώτης κυκλοφορίας στην Ελλάδα το 2004. Αποδείχθηκε επίσης, ιδίως από την κατάθεση του μάρτυρα των εκκαλούντων, από τους λογαριασμούς των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας που αυτοί προσκόμισαν, αλλά και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη από το Δικαστήριο (336 παρ. 4 ΚΠολΔ), ότι οι συνολικές μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης των εκκαλούντων και του ανήλικου τέκνου τους ανέρχονται στο ποσό των 630 ευρώ, δεδομένου και ότι διαμένουν σε ιδιόκτητη οικία και δεν αντιμετωπίζουν ούτε αυτοί ούτε το τέκνο τους κάποια έκτακτη και ασυνήθη δαπάνη.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες ενέχονται ως συνοφειλέτες έναντι της εφεσίβλητης από τις εξής δανειακές συμβάσεις: 1) την υπ' αριθ. 05400-00000427-00000/17-7-2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου, από την οποία υπήρχε, έως την 22-11-2018, με συνυπολογισμό εξόδων και τόκων, υπόλοιπο οφειλής ύψους 55.416,67 ευρώ), 2) την υπ' αριθ. 05400-00000428-00000/17-7-2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου, από την οποία υπήρχε, έως την 22-11-2018, με συνυπολογισμό εξόδων και τόκων, υπόλοιπο οφειλής ύψους 54.672,74 ευρώ.

Αμφότερες οι παραπάνω οφειλές, που προήλθαν από δάνεια που χορηγήθηκαν αρχικά από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος - Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία", είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες με προσημειώσεις υποθήκης επί της οικίας των εκκαλούντων, για τα ποσά των 72.508,08 ευρώ και 71.491,20 ευρώ αντίστοιχα.

Ως εκ τούτου, αμφότερες οι οφειλές εξακολουθούν να εκτοκίζονται, ενώ η μηνιαία δόση για την εξυπηρέτηση των ανωτέρω δανείων ανέρχεται στο ποσό των 550 ευρώ το μήνα. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι οι λόγοι έφεσης τυγχάνουν απορριπτέοι, και ειδικότερα: 1) Ο πρώτος λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθώς, καίτοι εσφαλμένα η εκκαλούμενη δεν συνυπολόγισε τις δαπάνες του εντύπου Ε3 για την εύρεση του μηνιαίου εισοδήματος του πρώτου εκκαλούντος, εντούτοις το εισόδημα αυτού κατά το κρίσιμο έτος υποβολή της αίτησης (2018) ανήλθε, σύμφωνα με τον προεκτεθέντα τρόπο υπολογισμού του, στο ποσό των 2.138,79 ευρώ το μήνα, από το οποίο προκύπτει πως οι εκκαλούντες μπορούν να καταβάλλουν την μηνιαία δόση των 550 ευρώ προς εξυπηρέτηση των οφειλών τους από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις χωρίς να διακινδυνεύσει η διαβίωση η δική τους ή του τέκνου τους, για την οποία, όπως προεκτέθηκε απαιτούνται 630 ευρώ το μήνα.

Δεν έχουν περιέλθει επομένως σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάθεσης της αίτησης, όπως η αδυναμία αυτή ορίζεται στην ανωτέρω υπό V μείζονα, ενώ όπως προκύπτει από την αύξηση των εσόδων του πρώτου εκκαλούντος ανά έτος μετά το 2015 (όπως αυτά αναφέρθηκαν παραπάνω) δεν πιθανολογείται να περιέλθουν σε τέτοια αδυναμία στο άμεσο μέλλον. 2) Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και δη από το 4ο φύλλο αυτής προκύπτει πως η εκκαλούμενη έλαβε υπόψη της το εισόδημα αμφοτέρων των εκκαλούντων ήδη από το έτος 2015 και δη για τον πρώτο εκκαλούντα από το 2011.

Άλλωστε, ειδικά για την εκτίμηση της συνδρομής της προϋπόθεσης της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμών κρίσιμος χρόνος, σύμφωνα με την ανωτέρω υπό V μείζονα, είναι αυτός της υποβολής της αίτησης, ήτοι εν προκειμένω το έτος 2018, όπως ορθά διαλαμβάνει και η εκκαλούμενη.

Συνεπώς, ο παρών λόγος τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. 3) Ομοίως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και δη από το 4ο φύλλο αυτής, προκύπτει πως η απόφαση αναφέρεται σε εκτάσεις καλλιεργούμενες, στις οποίες ρητά διακρίνει τις ιδιόκτητες και τις μισθωμένες, και δεν αφήνει καμία υπόνοια για τυχόν άτυπες αγορές αγροτεμαχίων εκ μέρους του πρώτου εκκαλούντος απορριπτομένου του τρίτου λόγου έφεσης ως ουσία αβάσιμου. 4) Περαιτέρω, και ο τέταρτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί, γιατί οι επιδοτήσεις - αγροτικές ενισχύσεις που έλαβε ο πρώτος εκκαλών, και αναφέρονται παραπάνω ως αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά, αποτελούν σαφώς μέρος του εισοδήματος αυτού ως αγρότη, καθώς, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αποτελούν ένα σημαντικό μερίδιο των εσόδων για μεγάλο ποσοστό αγροτών στη χώρα.

Εξάλλου, η καταβολή τους επαναλαμβάνεται σταθερά από το έτος 2014 έως και το έτος 2018 και βαίνει μάλιστα αυξανόμενη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Τυχόν δε μείωσή τους θα οφείλεται αποκλειστικά σε μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων εκ μέρους του εκκαλούντος, αλλά το Δικαστήριο δεν έχει καμία ένδειξη προς τούτου, αντίθετα από την όλη δραστηριότητα και εργατικότητα του πρώτου εκκαλούντος (όπως αυτή εναργώς προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρά του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) συνάγεται πως αυτός και στο μέλλον θα καλλιεργεί ίδιες ή και περισσότερες εκτάσεις. 5) Τέλος, και ο πέμπτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, αφενός γιατί ο ισχυρισμός περί δυνατότητας της δεύτερης εκκαλούσας να ανεύρει εργασία προτάθηκε με τις προτάσεις της εφεσίβλητης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (βλ.

σελ. 2 αυτής), αφετέρου γιατί ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη του αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (336 παρ.4 ΚΠολΔ), εκτίμησε πως η εκκαλούσα λόγω του νεαρού της ηλικίας της (τότε 43 σήμερα 45 ετών) αλλά και της εμπειρίας που έχει συσσωρεύσει εργαζόμενη ως κομμώτρια επί 11 συναπτά έτη, μπορεί να βρει εκ νέου εργασία, δεδομένου ότι αφενός ο χώρος εργασίας της εξακολουθεί να δίνει δυνατότητες απασχόλησης, αφετέρου το ανήλικο τέκνο της έχει πλέον ενηλικιωθεί και δεν χρειάζεται τη συνεχή φροντίδα και επιμέλειά της.....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 21/2022 απόφασή του δέχθηκε τυπικώς και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 9-12-2020 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 46/2020 εκκαλουμένης πρωτοδίκου αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 21-12-2018 αίτηση των τελευταίων για την υπαγωγή τους στον Ν. 3869/2010, με την ρύθμιση των οφειλών τους προς την αναιρεσίβλητη και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού.

Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς το πρώτο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδάφ. β' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης, δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, τον πραγματικό ισχυρισμό τους, που προτάθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ως προς τον υπολογισμό του πραγματικού εισοδήματος του πρώτου αυτών για τα έτη 2015 - 2018, και, ειδικότερα, ότι οι αγροτικές επιδοτήσεις που έλαβε αυτός, αποτελούν μέρος του εισοδήματός του, κατά το ποσό που υπερβαίνουν τις 12.000 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 4328/2015, ενώ, ως προς το δεύτερο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, επειδή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συγκεκριμένα, ως προς τις αγροτικές επιδοτήσεις που έλαβε ο πρώτος αυτών κατά τα έτη 2015 - 2018 και προσμετρήθηκαν στον εισόδημά του.

Ο λόγος αυτός, ως προς το πρώτο σκέλος του, κατ' αρχάς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί οι ως άνω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων ελήφθησαν υπ' όψιν από το Δικαστήριο της ουσίας και, εκ του πράγματος, απορρίφθηκαν, αφού η απόφασή του περιέχει παραδοχές αντίθετες με τους ισχυρισμούς αυτούς, περαιτέρω δε, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον όλες οι ανωτέρω προβαλλόμενες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ανάγονται στην πραγματικότητα, όχι στην μη λήψη υπ' όψιν "πραγμάτων" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 5 εδάφ.

β' του Κ.Πολ.Δ., αλλά στην εσφαλμένη, κατά τη γνώμη τους, αξιολόγηση των αποδείξεων, όσον αφορά το ύψος των εισοδημάτων του πρώτου αυτών, οι οποίες, όμως, ανωτέρω αιτιάσεις, ως αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο. Πρέπει δε, στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι, ως προς τον προσδιορισμό του ύψους των εισοδημάτων του πρώτου των αναιρεσειόντων, λήφθηκε υπ' όψιν το καθαρό εισόδημά του και οι αγροτικές ενισχύσεις που έλαβε αυτός.

Έτσι, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον με τις ανωτέρω αιτιάσεις, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον προκείμενο λόγο, πλήττεται απαραδέκτως το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως και η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 2 του Ν. 4328/2015, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί ο συνυπολογισμός των αγροτικών επιδοτήσεων που έλαβε ο πρώτος των αιτούντων, στο ατομικό του εισόδημα.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεων του άρθρου 2 του Ν. 4328/2015 και δικαιολογούν το διατακτικό της αποφάσεως του και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πρώτος των αιτούντων, κατά τα έτη 2015 - 2018, έλαβε και αγροτικές επιδοτήσεις, το ποσό των οποίων προσμέτρησε στο ατομικό εισόδημα του τελευταίου, ανά έτος, προσθέτοντας αυτό στα εισοδήματά του από την εργασία του και αφού αφήρεσε από το εισόδημά του τις δαπάνες, που προβλέπονται από το έντυπο Ε3.

Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρον 560 αριθμ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς και όχι όταν χρησιμεύουν για εκτίμηση αποδείξεων (Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 587/2017).

Ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί εσφαλμένα, ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα, λόγω της ηλικίας της και της εμπειρίας της, μπορεί να ανεύρει εργασία, έστω και μερικής απασχόλησης, ενώ η ουσιαστική του κρίση έπρεπε να είναι διαφορετική, παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στον επικαλούμενο κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 παρ. 1 εδάφ.

α' του Ν. 3869/2010 και στην ερμηνεία του εν λόγω κανόνα δικαίου, αλλά οι επικαλούμενες αιτιάσεις αναφέρονται αποκλειστικώς στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρον 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).

Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ.

β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 988/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-11-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 21/2022 αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ