Legislator Case Law & Legislation
1084/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural error regarding sworn affidavits not specifically mentioned in lower court judgment.

Case Number 1084/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding the admissibility of sworn affidavits. The appellant argued that specific affidavits submitted during a prior appeal were not explicitly listed in the lower court's judgment, violating procedural requirements. The court ruled that since these documents were part of the broader evidentiary record in the previous case, their general mention sufficed, rendering the specific omission non-fatal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 501, Art. 559, Art. 561 of the Code of Civil Procedure; The failure to specifically list certain evidentiary documents in a judgment does not constitute a fatal procedural error if those documents were already considered as part of the general evidentiary record in the proceedings.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure sworn affidavits procedural error appeal dismissal evidentiary record omission of documents legal representation

Cited Legislation

AI generated
Art. 501 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 of the Code of Civil Procedure
Art. 570 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1084 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1084/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. - Λ. - Σ. Μ. - Κ., φυσικού τέκνου του Ν. Μ., θετού τέκνου του Κ. Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Μαραβέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γεωργόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 6740/2018 του ίδιου Δικαστηρίου, κατά της οποίας ασκήθηκε η από 11-7-2018 ανακοπή ερημοδικίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, 8082/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 1827/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-9-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά αποφάσεως που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε ανυπαίτιο και απρόβλεπτο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αναμενόταν και ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (Ολ.

ΑΠ 29/1992, ΑΠ 219/2016 ΑΠ 1506/2013). Ειδικότερα, ως ανώτερη βία, στο πεδίο του δικονομικού δικαίου, νοείται κάθε τυχαίο και ανυπαίτιο γεγονός παρακωλυτικό της εμφανίσεως του διαδίκου στο ακροατήριο και της συμμετοχής του στην εκδίκαση της υποθέσεώς του, το οποίο ήταν εξαιρετικό και απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί από αυτόν ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως (ΑΠ 289/2020).

Με την έννοια αυτή η ανώτερη βία, αξιολογούμενη στο χώρο του δικονομικού δικαίου, ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, από την οποία διαφοροποιείται μόνον κατά τις συνέπειες. Η δικονομική ανώτερη βία οδηγεί σε επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με αντίστοιχη ανατροπή της κύρωσης που προκάλεσε η παραβίαση συγκεκριμένου δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο η ανώτερη βία λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη.

Επομένως, στο χώρο του δικονομικού δικαίου συνιστά ανώτερη βία η κατάσταση αδυναμίας του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου να ανταποκριθούν σε κάποιο δικονομικό βάρος τους, παρά την εκ μέρους τους καταβολή της οφειλόμενης (εξιδιασμένης) προσοχής και επιμέλειας, με αποτέλεσμα η σχετική διαδικαστική πράξη τους να πάσχει από ακυρότητα ή να είναι απαράδεκτη.

Ως προς αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όμως, η έννοια της ανώτερης βίας του άρθρου 501 Κ.Πολ.Δ είναι έννοια νομική εκ του ουσιαστικού δικαίου, αφού ανήκει σε εκείνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, που ρυθμίζουν την άσκηση και τη διασφάλιση του κατοχυρωμένου, από το άρθρο 20 του Συντάγματος, δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου (ΑΠ 1540/2017, ΑΠ 219/2016, ΑΠ 91/2015, ΑΠ 633/2011).

Η συνδρομή αυτής καθεαυτής της ανώτερης βίας, δηλαδή η εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας από το δικαστήριο της ουσίας, ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, για να διαπιστωθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο υπόψη δικόγραφο ή αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεδειγμένα, δικαιολογούν την κρίση του ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός συνιστά ή όχι ανώτερη βία στο πλαίσιο ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτή. (ΑΠ 289/2020, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 1540/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 124 παρ.2 και 126 παρ.1 ΚΠολΔ, η επίδοση γίνεται προσωπικά σε εκείνον στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο και στον τόπο όπου είναι η κατοικία του. Ως κατοικία του παραλήπτη, στην οποία μπορεί να γίνει η επίδοση, κατά το άρθρο 128 του ΚΠολΔ, θεωρείται το σπίτι ή το διαμέρισμα που είναι προορισμένο για διημέρευση ή διανυκτέρευση του παραλήπτη, σύνοικοι δε θεωρούνται εκείνοι που διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα, προς τους οποίους εγκύρως γίνεται η επίδοση του εγγράφου, αν ο παραλήπτης δεν βρεθεί από τον δικαστικό επιμελητή στην κατοικία του.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η έκθεση επίδοσης που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτήν ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του.

Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της ως πλαστής. Αντίθετα, η βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην έκθεση επιδόσεως ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση, όπου έγινε η επίδοση του εγγράφου, είναι η κατοικία του παραλήπτη, είναι περιστατικό που δεν υποπίπτει από τη φύση του στην άμεση αντίληψή του, καθότι την αλήθεια αυτού οφείλει να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής και συνεπώς κατά τούτο η βεβαίωση αυτή δεν παρέχει πλήρη απόδειξη, επιδεχόμενη ανταπόδειξη (ΑΠ 1553/2008, ΑΠ 236/2006, ΑΠ 361/2004).

Συνεπώς, η αναγραφόμενη στο προς επίδοση έγγραφο διεύθυνση του προσώπου, στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, δεν δεσμεύει τον δικαστικό επιμελητή, που οφείλει εξ επαγγέλματος να ερευνήσει αν πράγματι αυτός προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση κατοικεί στη διεύθυνση αυτή και, αν διαπιστώσει ότι δεν κατοικεί εκεί αλλά σε άλλη διεύθυνση, να κάνει την επίδοση στην πραγματική κατοικία του και όχι στην αναφερομένη στο επιδοτέο έγγραφο. Διαφορετική από την παντελή έλλειψη επίδοσης του αναιρετηρίου είναι η ελαττωματική επίδοσή του, που επίσης συνεπάγεται το απαράδεκτο της συζήτησης σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσίβλητου. Με παντελή έλλειψη επίδοσης ισοδυναμεί και η επίδοσή του σε διεύθυνση άσχετη με την πραγματική κατοικία του απολιπόμενου διαδίκου, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται πράγματι για επίδοση προς αυτόν (ΟλΑΠ 3/2007, ΑΠ 686/2020, ΑΠ 477/2019). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον λόγο αυτό προσβάλλεται και η απόφαση, η οποία, κατ` αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε ανακοπή ερημοδικίας, αν προσάπτεται σ` αυτή, ότι παρά τον νόμο δεν δέχτηκε ότι ήταν άκυρη η ερημοδικία, διότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του διαδίκου, που ερημοδικάσθηκε, λόγος ανώτερης βίας (ΑΠ 1347/2012, ΑΠ 1260/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον το αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο καθ' ου η ανακοπή (ήδη αναιρεσίβλητος) είχε ασκήσει την από 6.11.2017 .... αγωγή σε βάρος του ανακόπτοντος (ήδη αναιρεσείοντος), με την οποία ζητούσε να λυθεί η υιοθεσία του ενήλικου ανακόπτοντος από τον ενάγοντα- καθ' ου η ανακοπή......Επί της ανωτέρω αγωγής εξεδόθη η υπ' αριθ. 6740/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ερήμην του ανακόπτοντος, η οποία δέχθηκε την αγωγή και απήγγειλε τη λύση της υιοθεσίας, μεταξύ του ανακόπτοντος- εναγόμενου και του καθ' ου η ανακοπή- ενάγοντα.

Ο ανακόπτων με την ανακοπή του, αμφισβητεί το νομότυπο της κλήτευσής του, επικαλούμενος ακυρότητα αυτής, καθόσον κατά τον χρόνο επίδοσης ο τόπος κατοικίας του ήταν στην Εκάλη στην οδό ... και συγκεκριμένα στην συζυγική στέγη, όπου κατοικεί από 21.7.2017. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ως άνω απόφασης το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο εναγόμενος είχε κλητευθεί για τη δικάσιμο της 6.11.2017 νομοτύπως και εμπροθέσμως, γεγονός για το οποίο συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 6712/31.7.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Νικολάου Κατσιβαρδά.

Όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη έκθεση επίδοσης στις 31.7.2017 ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του καθ' ου η ανακοπή μετέβη στην επί της οδού ... στην Γλυφάδα Αττικής, κατοικία του ανακόπτοντος, προκειμένου να επιδοθεί ακριβές αντίγραφο της από 14.7.2017 εναντίον του ανακόπτοντος αγωγής με κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 6.11.2017 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ωστόσο δεν βρήκε τον ίδιο στην ως άνω κατοικία του, ούτε άλλον σύνοικο αυτής συγγενή υπηρέτη ή μη, αλλά την πόρτα της κατοικίας του κλειστή, την οποία αφού κτύπησε, δεν έλαβε καμία απάντηση. Κατόπιν αυτού, αφού ο εν λόγω δικαστικός επιμελητής διαπίστωσε ότι ευρισκόταν η κατοικία του, θυροκόλλησε σε αυτήν την διεύθυνση το πιο πάνω δικόγραφο, παρουσία και της μάρτυρος Δ.

Κ., κατοίκου Αθηνών, οδός .... Ακολούθως, την ίδια ημερομηνία (31.7.2017) μετέβη στο ΑΤ Γλυφάδας και παρέδωσε στον αξιωματικό υπηρεσίας (Αρχιφύλακα) Κ. Τ., αντίγραφο του δικογράφου που θυροκόλλησε και την ίδια μέρα απέστειλε στον ανακόπτοντα έγγραφη ειδοποίηση σχετικά με την θυροκόλληση του δικογράφου μέσω του ταχυδρομικού γραφείου Αθηνών.

Συνεπώς, από την ανωτέρω έκθεση επίδοσης, αποδεικνύεται ότι ο δικαστικός επιμελητής πράγματι ερεύνησε, όπως ήταν υποχρεωμένος, το περιστατικό αυτό, ήτοι εάν πράγματι ο ανακόπτων - εναγόμενος είχε κατοικία στην ανωτέρω διεύθυνση (οδός ... στην Γλυφάδα Αττικής), καθώς και ότι η εν λόγω επίδοση έγινε στην κατοικία του ανακόπτοντος, όπως επέβαλλε ο νόμος.

Σε κάθε περίπτωση, η διαμονή του ανακόπτοντος στη Γλυφάδα επί της οδού ……, όπου διέμενε με την μητέρα του μέχρι την 21.7.2017 δεν έχασε τον χαρακτήρα της κύριας βιοτικής εγκατάστασης και του τόπου συμφερόντων του. Σύμφωνα δε με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, στην περίπτωση που οι παραλήπτες έχουν περισσότερες κατοικίες, η επίδοση μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε από αυτές, ώστε να είναι έγκυρη, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι ο ανακόπτων είχε περισσότερες κατοικίες.

Το γεγονός ότι ο ανακόπτων διέμενε στην ανωτέρω διεύθυνση, η οποία ήταν η μόνιμη κατοικία του τουλάχιστον μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2017 επιβεβαιώνει και η μάρτυρας αυτού, σύζυγός του. Τα ανωτέρω ενισχύονται από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως έγγραφα του ανακόπτοντος, τα οποία φέρουν μεταγενέστερη ημερομηνία της 21.7.2017, στα οποία ο ίδιος αναφέρει ως διεύθυνση κατοικίας του την κατοικία στην Γλυφάδα Αττικής επί της οδού ..., η οποία άλλωστε αποτελούσε και την αρχική συζυγική κατοικία της μητέρας του ανακόπτοντος με τον καθ' ου η ανακοπή μέχρι το έτος 1996.

Συγκεκριμένα: 1) στην από 28.6.2017 εξώδικη δήλωση του εκκαλούντος και της μητέρας του, οι οποίοι πληροφορούν τον καθ' ου η ανακοπή και τους πληρεξουσίους του δικηγόρους ότι μετά τις 30.6.2017 κάθε έγγραφο πρέπει να κοινοποιείται στη νέα τους διεύθυνση στην Γλυφάδα και επί της οδού .... Επίσης, τον προσκαλούν από 1.7.2017 να ενεργεί τις τυχόν κοινοποιήσεις εγγράφων και δικογράφων σε αυτούς, άλλως επιφυλάσσονται παντός νόμιμου δικαιώματος τους εναντίον του "και δη ακυρώσεως της επιδόσεως, της μηνύσεως καθ' υμών και παντός άλλου συνυπεύθυνου, και της αποζημίωσης μας για κάθε τυχόν ζημία μας που θα προσκληθεί από κοινοποίηση εγγράφου και δικογράφου σας προς ημάς από 1.7.2017 και εφεξής, σε διεύθυνση διαφορετική από τις άνω γνωστοποιηθείσες με την παρούσα".

Από κανένα δε έγγραφο δεν προκύπτει ότι ο ανακόπτων ενημέρωσε ως όφειλε τον καθ' ου η ανακοπή, ότι επρόκειτο να μετοικήσει στην Εκάλη, καθόσον επρόκειτο να συνάψει γάμο, ούτε εξάλλου επέδωσε στον καθ' ου η ανακοπή εξώδικη δήλωση-γνωστοποίηση της νέας του διεύθυνσης, αφού υπήρχε μακροχρόνια σφοδρή αντιδικία μεταξύ τους.

Εξάλλου, η ανωτέρω διεύθυνση στην Γλυφάδα αναγράφεται και στα ακόλουθα έγγραφα, ένα έτος μετά την επίδοση της αγωγής του καθ' ου η ανακοπή: 1) Στην από 19-9-2017 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 575765/504693/20-09-2017 έφεση αυτού και της μητέρας του στρεφόμενη κατά του καθ' ου η ανακοπή με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 2486/1997 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών 2) Στην από 10-5-2018 κλήση- γνωστοποίηση απευθυνόμενη στον καθ' ου η ανακοπή 3) στην από 15-1-2018 εξώδικη διαμαρτυρία του ανακόπτοντος κατά του καθ' ου η ανακοπή 4) και στην υπ' αριθμ. 3103/5-6-2018 ένορκη βεβαίωση του ανακόπτοντος ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Ελένης Δημητρίου Ηλιάκη.

Σημειωτέον, ο ανακόπτων έλαβε γνώση της επίδοσης της υπ' αριθμ. 6047/2018 απόφασης, που επιδόθηκε στην οδό ... στη Γλυφάδα. Περαιτέρω, ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών, διατείνεται ότι κάποιος άγνωστος αφαίρεσε το ειδοποιητήριο μήνυμα από το ΕΛΤΑ για συστημένη επιστολή και εξαιτίας αυτού δεν ενημερώθηκε για την συζήτηση της αγωγής.

Ο εν λόγω ισχυρισμός που επαναφέρεται με σχετικό λόγο έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν πιθανολογήθηκε ότι κάποιος αφαίρεσε την αγωγή υιοθεσίας, ενώ κανένα από τα υπόλοιπα δικόγραφα που επιδόθηκαν μέσω θυροκόλλησης στην Γλυφάδα μεταγενέστερα δεν έχει αφαιρεθεί.

Επομένως, τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο ανακόπτων για δικαιολογήσει τη μη εμφάνισή του στο Δικαστήριο και τη συνακόλουθη ερημοδικία του και αληθή υποτιθέμενα, δεν μπορούν να θεμελιώσουν τους εκ μέρους του επικαλούμενους λόγους περί άκυρης επίδοσης, κατά την έννοια που διαλαμβάνεται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι είναι ουσιαστικά βάσιμοι οι λόγοι της από 11.7.2018 ανακοπής ερημοδικίας του αναιρεσείοντος και απέρριψε την ανακοπή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η επίδοση στην κατοικία του αναρεσείοντος έγινε σύμφωνα με τις προϋποθέσεις των άρθρων 124 και 128 ΚΠολΔ και ότι εγκύρως δικάσθηκε ερήμην ο αναιρεσείων, απορρίπτοντας ακολούθως, κατ' επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, την ένδικη ανακοπή ερημοδικίας αυτού, δεν παραβίασε τις παραπάνω δικονομικού δικαίου διατάξεις και δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα, καθόσον, σύμφωνα με τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχτηκε, τόπος κατοικίας του αναιρεσείοντος, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης ήταν η Γλυφάδα Αττικής, επί της οδού ...

και, ως εκ τούτου, η κλήτευση αυτού για να παραστεί κατά τη δικάσιμο της 6.11.2017 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ήταν νόμιμη, αφού, ειδικότερα, σύμφωνα με τις εν λόγω παραδοχές, ο δικαστικός επιμελητής ερεύνησε, όπως ήταν υποχρεωμένος, και διαπίστωσε ότι πράγματι ο αναιρεσείων, κατά το χρόνο της επίδοσης, είχε την κατοικία του στην ανωτέρω αναφερόμενη στην έκθεση επίδοσης διεύθυνση, μετά δε τη διαπίστωση της απουσίας του αναιρεσείοντος και των συνοίκων αυτού από την εν λόγω κατοικία, προέβη στη θυροκόλληση της αγωγής με την παρουσία της κατονομαζόμενης μάρτυρα, και αυθημερόν μετέβη στο οικείο Αστυνομικό Τμήμα, όπου παρέδωσε, απόντος του Προϊσταμένου, στον Αξιωματικό Υπηρεσίας αντίγραφο του εγγράφου, και, επίσης την ίδια ημέρα, απέστειλε στον αναιρεσείοντα έγγραφη ειδοποίηση μέσω του ταχυδρομικού γραφείου Αθηνών.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης ακυρότητας και γι' αυτό ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, καθ' ο μέρος αποδίδεται με αυτόν η από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος, καθόσον οι επικαλούμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις των άρθρων 124, 128, 159, 160 και 106 ΚΠολΔ είναι δικονομικές, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται ο από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Ο εκ του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (ΟλΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009).

Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 30/1997, ΟλΑΠ 28/1997).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, όταν λείπει το έννομο συμφέρον, ιδίως όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης, περίπτωση, που συντρέχει και όταν ο λόγος πλήττει αιτιολογίες πλεοναστικές (ΑΠ 125/2017, ΑΠ 189/2017, ΑΠ 142/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 501 ΚΠολΔ, ως προς τη συνδρομή ανώτερης βίας και ειδικά ότι, στην περίπτωση που θεωρηθεί πως η επίδοση είναι νόμιμη και έγκυρη, ο ίδιος (αναιρεσείων) ουδέποτε έλαβε πραγματική γνώση της επιδοθείσας με θυροκόλληση αγωγής, αλλά εξαιτίας της έλλειψης ειδοποίησής του περί της ύπαρξης οποιουδήποτε δικογράφου προς αναζήτηση, ουδέποτε μπόρεσε να λάβει γνώση του περιεχομένου αυτής για εξαιρετικούς, απρόβλεπτους και μη δυνάμενους να αποτραπούν λόγους ανώτερης βίας, τους οποίους αγνοεί, αφού αυτοί βρίσκονται έξω από τη σφαίρα επιρροής του.

Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, αφού με πρόσχημα την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 501 ΚΠολΔ, που αόριστα προβάλλει ο αναιρεσείων, χωρίς συσχέτιση με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφισβητείται απ' αυτόν η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς τη μη συνδρομή περιστατικών ανώτερης βίας, που τον εμπόδισαν να λάβει γνώση της επίμαχης δικασίμου και της συζήτησης κατ' αυτή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του.

Αμφισβητείται, δηλαδή, ανεπίτρεπτα (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι από "κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν πιθανολογήθηκε ότι κάποιος αφαίρεσε την αγωγή υιοθεσίας" και ότι, συνεπώς, παρέμειναν αναπόδεικτα τα περιστατικά ανώτερης βίας που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων για να στηρίξει την ανακοπή ερημοδικίας που άσκησε κατά της υπ' αριθ. 6740/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Εξάλλου, ο ίδιος ως άνω λόγος, όσον αφορά την περαιτέρω προβαλλόμενη, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την παραδοχή "ενώ κανένα από τα υπόλοιπα δικόγραφα που επιδόθηκαν μέσω θυροκόλλησης στην Γλυφάδα μεταγενέστερα δεν έχει αφαιρεθεί" διέλαβε ανεπαρκείς και ακατάληπτες αιτιολογίες, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον η παραδοχή αυτή έχει διατυπωθεί πλεοναστικώς, αφού δεν ήταν αναγκαία κατά νόμο για την κατάστρωση του υπαγωγικού συλλογισμού και δεν αποτελεί έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά διατυπώθηκε, κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού, προς άντληση επιπλέον επιχειρήματος για την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού και επομένως δεν ιδρύει τον, εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ., αναιρετικό λόγο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ.γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335,338-340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ` αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Ειδικότερα κατ` άρθρα 339, 421 επ. ΚΠολΔ οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου αποτελούν, όπως και κατά το άρθρο 270 παρ.2 εδ.γ` ΚΠολΔ, που καταργήθηκε με το νόμο 4335/2015, ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με άλλα έγγραφα και είναι παραδεκτές ως αποδεικτικά μέσα ενώπιον των πρωτοβαθμίων και δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, κατά την τακτική διαδικασία, εφόσον δόθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου μέρους, πρέπει δε να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση με την αναφορά ότι τηρήθηκαν γι' αυτές οι νόμιμες προϋποθέσεις (ΑΠ 1708/2018), διότι διαφορετικά οι ένορκες βεβαιώσεις δεν είναι απλώς άκυρες, αλλά ανύπαρκτες ως αποδεικτικά μέσα και δεν λαμβάνονται υπόψη.

Επίσης, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων, που λήφθηκαν στο πλαίσιο άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, έστω και αν αυτές λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη.

Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίησή τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκόμιση και επίκληση των εγγράφων, στα οποία αυτές περιέχονται. Το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύει ειδικά, κατ` αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα κατά την αναφορά των εγγράφων να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που λήφθηκαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια.

Αντιθέτως, αν το δικαστήριο της ουσίας εξαιρέσει παντελώς τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, ακόμη και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11γ` ΚΠολΔ (ΑΠ 276/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 736/2016). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 106 και 238 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ.3 του Ν. 1915/2001 και εξακολουθεί να ισχύει και μετά την ισχύ του ν.4335/2015, προκύπτει ότι για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, (άρθρ. 559 αρ.11γ ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, απαιτείται, εκτός των άλλων, να έχει γίνει σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων από τον ενδιαφερόμενο διάδικο με τις προτάσεις της συζήτησης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή με την προσθήκη στις προτάσεις, εφόσον πρόκειται για νέα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις και να αναφέρεται ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου έγινε επίκληση και προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι σαφής και ορισμένη η επίκληση πρόσθετων ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, οι οποίες προσκομίσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή ενώπιον του εφετείου στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρ.524 παρ.1 ΚΠολΔ) μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 3 του άρθρου 238 ΚΠολΔ, για την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων, πρέπει, στην προσθήκη των προτάσεων του διαδίκου που τις προσκόμισε, να αναφέρεται, εκτός των άλλων, ότι αυτές προσκομίζονται για την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων του αντιδίκου, ώστε το δικαστήριο της ουσίας να κρίνει αυτές παραδεκτές και στη συνέχεια να ελέγξει, αν πράγματι προσκομίσθηκαν για τον σκοπό αυτό (ΑΠ 667/2020, ΑΠ 977/2020, ΑΠ 1323/2017, ΑΠ 74/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε και ειδικά ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν μνημονεύονται ειδικά στην προσβαλλόμενη απόφαση οι κάτωθι ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου:

α) η 4165/2020 ένορκη βεβαίωση της συζύγου του Σ. Κ., ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Ελένης Ηλιάκη, β) η 2766/2020 ένορκη βεβαίωση του Μ. Σ., ενώπιον του Γενικού Πρόξενου της Ελλάδας στην πόλη Τάμπα της πολιτείας Φλώριδα των ΗΠΑ, γ) η 4167/2020 ένορκη βεβαίωση της Μ. Σ. ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Ελένης Ηλιάκη, δ) η 4168/2020 ένορκη βεβαίωση του Δ.

Κ. ενώπιον της ίδιας ανωτέρω συμβ/φου, ε) η 4174/2020 ένορκη βεβαίωση της Β. (Μ.) Α., ενώπιον της ίδιας ανωτέρω συμβ/φου και στ) η 4175/2020 ένορκη βεβαίωση της μητέρας του Μ.- Ι. Σ., ενώπιον της ίδιας συμβ/φου. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι ανωτέρω αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις λήφθηκαν στο πλαίσιο άλλης δίκης και ειδικά στο πλαίσιο της εκδίκασης της από 20.7.2018 έφεσης του αναιρεσείοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η 1828/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Ως εκ τούτου, το Εφετείο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν είχε υποχρέωση να μνημονεύσει ειδικά τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, που δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα κατά την αναφορά των εγγράφων να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που λήφθηκαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια.

Συνεπώς, ο ανωτέρω, κατά το οικείο σκέλος, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε εμπρόθεσμα, κατ' άρθρο 570 παρ.1 ΚΠολΔ, προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.9.2020 αίτηση του Ν.- Λ.- Σ. Μ.- Κ. για αναίρεση της 1827/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ