Legislator Case Law & Legislation
1082/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against excessive compensation for mental anguish violating proportionality principle.

Case Number 1082/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a lower court's decision awarding excessive compensation for mental anguish. The plaintiffs argued that the amounts set by the Court of First Instance violated the principle of proportionality and exceeded judicial discretion. Consequently, the Court annulled the specific portion of the judgment regarding the compensation amount and remitted the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 932 of the Civil Code and the principle of proportionality; The Court of First Instance exceeded its discretionary power by awarding compensation for mental anguish that is manifestly disproportionate to the circumstances, thereby violating substantive law and requiring the annulment of that specific ruling.

Keywords

AI generated
mental anguish compensation principle of proportionality judicial discretion excessive damages civil procedure appeal annulment of judgment retrial remand

Cited Legislation

AI generated
Article 932 of the Civil Code
Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1082 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1082/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Μ. του Σ., 2) Π. Μ. του Μ., το γένος Μ. Κ., κατοίκου Ά., 3) Μ. Μ. του Π. και 4) Μ. - Η. Μ. του Π., κατοίκων Άμφισσας, εκ των οποίων οι 2η, 3ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αριστέα -Φανουρία Σωτηροπούλου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Π. Μ. του Σ. (1ος) απεβίωσε στις 17-12-2022 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η νόμιμη εκ διαθήκης κληρονόμος του Π. χα Π. Μ. του Μ. (2η), που εκπροσωπείται από την ίδια.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 11-1-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, του ήδη αποβιώσαντος Π. Μ. του Σ. και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 4-6-2010 αγωγή του Δ. Ν. του Θ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 128/2012 εν μέρει οριστική και 11085/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1184/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-5-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 παρ. 1, 291 και 292 του Κ.Πολ.Δ. [όπως το άρθρο 287 αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α'87/23.7.2015), και, κατά την παρ. 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, ισχύει από 1.1.2016, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις], οι οποίες εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου αυτής, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά, με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψή της, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης.

Η διακοπή της δίκης και η εκούσια επανάληψη αυτής, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά, με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως συζήτηση της υπόθεσης (Α.Π. 614/2023, Α.Π. 907/2021, Α.Π. 667/2016).

Για το παραδεκτό της συζήτησης πρέπει να προσκομίζονται, από εκείνον που δηλώνει το θάνατο διαδίκου και τη συνέχιση της δίκης στο όνομά του, ως κληρονόμου του αποβιώσαντος, αποδεικτικά έγγραφα, τόσο του θανάτου του διαδίκου, όσο και της ιδιότητας του δηλούντος τη συνέχιση, ως μοναδικού εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμου εκείνου, ώστε να βεβαιωθεί επισήμως ο θάνατος του αρχικού διαδίκου και η ιδιότητα του δηλούντος ως κληρονόμου του (Α.Π. 614/2023, Α.Π. 2104/2022, Α.Π. 1781/2022, Α.Π. 1632/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αρ. πρωτ. 1089/18-12-2022 απόσπασμα της ... ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Ληξιαρχείου Δ.Ε. Αμφίσσης, ο πρώτος των αναιρεσειόντων Π. Μ. του Σ., απεβίωσε στις 17-12-2022, ήτοι μετά την άσκηση της κρινόμενης, από 10-5-2019, αιτήσεως αναιρέσεως, που κατατέθηκε στις 10-5-2019, και με την από 19-2-2022 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμφίσσης, στις 20-9-2023, με το υπ' αριθμ. 188/20-9-2023 πρακτικό δημοσίευσης, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του, σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του, τη δεύτερη αναιρεσείουσα, σύζυγό του, Π.

Μ. του Μ.. Η τελευταία, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας (δυνάμει του υπ' αριθμ. 5300/9-1-2024 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αμφίσσης Αθανασίου Παναγιωτόπουλου) δικηγόρου της, Αριστέας- Φανουρίας Σωτηροπούλου και, με δήλωση της τελευταίας, η οποία έγινε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε στην αναιρεσίβλητη το θάνατο του ως άνω πρώτου αναιρεσείοντος, ταυτόχρονα δε, δήλωσε ότι συνεχίζει η ίδια τη βιαίως διακοπείσα δίκη.

Ενόψει αυτών, νομίμως επαναλαμβάνεται η προκείμενη δίκη, μεταξύ της εκ διαθήκης κληρονόμου του αποβιώσαντος πρώτου των αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης. Η υπό κρίση από 10-5-2019 (αρ. κατ. 1422/174/2019) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1184/2017 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφαλίσεώς του (άρθρα 666, 667, 670-376 και 681Α του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η προσβαλλομένη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 1184/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκε η από 15-3-2010 αγωγή της (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) Μ.

Χ., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της ανήλικης αβάπτιστης θυγατέρας της, και των ήδη αναιρεσειόντων, Π. Μ., Π. Μ., Μ. Μ. και Μ. - Η. Μ., κατά των 1) Ι. Κ., 2) ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... 3) Μ. Π., 4) Δ. Ν. και 5) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... με την οποία αυτοί (ενάγοντες) ισχυρίστηκαν ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, από συγκλίνουσα αμέλεια του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ασφαλισμένου στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, με αριθμό κυκλοφορίας ...

αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, και του τρίτου εναγομένου, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγού, ιδιοκτησίας του τέταρτου εναγόμενου, ασφαλισμένου στην πέμπτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, στη θέση της οποίας υπεισήλθε, λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της, το Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, προκλήθηκε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίσθηκε θανάσιμα ο Σ.

Μ., ο οποίος επέβαινε ως επιβάτης συνοδηγός στο ανωτέρω Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας της δεύτερης, ανήλικης αβάπτιστης θυγατέρας του, εκπροσωπούμενης από την πρώτη ενάγουσα μητέρα της, υιός του τρίτου και της τέταρτης των εναγόντων και αδελφός του πέμπτου και της έκτης των εναγόντων.

Ζήτησαν δε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής τους οδύνης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 11085/2015 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των εναγομένων, δεχθέν ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαινε ο θανών και επιδίκασε υπέρ των εναγόντων, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά.

Κατόπιν ασκήσεως αντίθετων εφέσεων, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης έκρινε επίσης ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, εν συνεχεία δε, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και επιδίκασε υπέρ των εναγόντων, λόγω ψυχικής οδύνης, τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά.

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 768/2020, Α.Π. 170/2020), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 525/2021, Α.Π. 1210/2020, Α.Π. 170/2020).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (Α.Π. 502/2020, Α.Π. 170/2020, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 604/2018).

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παράγραφος 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 10/2017, 9/2015, Α.Π. 858/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 1303/2020).

Και τούτο, διότι, μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1003/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 934/2020, Α.Π. 642/2020).

Σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Α.Π 544/2023, Α.Π. 1717/2022).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 941/2023, Α.Π. 796/2023, Α.Π. 402/2023).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π 1/2020, Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 8/2018, Α.Π. 809/2022, Α.Π. 111/2021, Α.Π. 990/2020).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1417/2023, Α.Π. 667/2023, Α.Π. 468/2023, Α.Π. 1056/2022).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Α.Π. 78/2020, Α.Π. 59/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1184/2017 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της επιδίκασης, υπέρ των ήδη αναιρεσειόντων, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης συνεπεία του θανάσιμου τραυματισμού του συγγενούς τους κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Στις 3-7-2009 και περί ώρα 21.15 μ.μ., ο πρώτος εναγόμενος Ι.

Κ., οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφ. ... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην δεύτερη εναγομένη ... ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ... (ήδη αναιρεσίβλητη), έχοντας ως συνοδηγό τον Μ. Σ. (θανόντα συγγενή των ήδη αναιρεσειόντων)..., κινούνταν στην Εθνική Οδό, Λιβαδειάς- Άμφισσας, με κατεύθυνση από Άμφισσα προς Ιτέα Φωκίδα.

Η ως άνω Ε. Ο., στο ανωτέρω ύψος της, είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτος οδοστρώματος 12,20 μ. τα δύο ρεύματα χωρίζονται με διπλή λευκή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, καμπύλη οριζόντια και το ανώτατο οριζόμενο όριο ταχύτητας ανέρχεται ... σε 50 χ/ω... Όταν ο οδηγός του ...

αυτοκινήτου πλησίαζε στο παραπάνω χιλιομετρικό σημείο της Ε. Ο., εισερχόμενος από δεξιά σε σχέση με την πορεία του στροφή, έχοντας αυξημένη ταχύτητα περίπου 71-92 χιλ/ω (...) απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του και εισήλθε εν μέρει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με σφοδρότητα πλευρομετωπικά με το εκεί κανονικά κινούμενο ......

Εξαιτίας δε της σφοδρότητας της σύγκρουσης το ΙΧΕ αυτοκίνητο ωθήθηκε προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία και ακινητοποιήθηκε στο ασφάλτινο έρεισμα και το ΔΧΦ ωθήθηκε διαγώνια στο ασφάλτινο έρεισμα του ρεύματος πορείας του. Από την ένδικη σύγκρουση, τραυματίστηκε θανάσιμα ο Μ. Σ. συνοδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου ...

Ακολούθως από τον οδηγό του ... αυτοκινήτου, Ι. Κ. λήφθηκε αίμα και η εργαστηριακή εξέταση έδειξε -περιεκτικότητα οινοπνεύματος 1,42 ο/οο ανά λίτρο αίματος (...). Με βάση το ανωτέρω ποσοστό διαπιστώθηκε ότι αυτός οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, κατά παράβαση του άρθρου 42 ΚΟΚ, το οποίο είχε καταναλώσει και το οποίο επηρέασε την οδηγική του συμπεριφορά.

Αποκλειστικά υπαίτιος για την ένδικη σύγκρουση και τις εξαιτίας αυτής συνέπειες είναι ο πρώτος εναγόμενος - οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος, από αμέλειά του και συγκεκριμένα έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις επιμέλειας, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους κατάλληλους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος, αλλά, έχοντας αναπτύξει αυξημένη για τις περιστάσεις (δεξιά σε σχέση με την πορεία του στροφή) ταχύτητα και ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού και προκάλεσε το ένδικο ατύχημα (άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3 και 42 παρ. 1 και 7 του ΚΟΚ)...

Κατά το τροχαίο τραυματίστηκε θανάσιμα ... ο Σ. Μ.. Σύμφωνα δε με την με αριθμ. 1351/2009 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Αθηνών, διαπιστώθηκε ότι υπέστη σοβαρές σωματικές βλάβες, που εντοπίζονται σε βαρείες κακώσεις θώρακος -αυχένος και κοιλίας και από αυτές επήλθε ο θάνατός του, ο οποίος ήταν απόρροια του τροχαίου ατυχήματος.

Όπως επισημαίνεται στην έκθεση αυτοψίας, το όχημα στο οποίο επέβαινε ο θανών, εξ αιτίας της ένδικης σύγκρουσης, είχε υποστεί φθορές στο εμπρόσθιο μέρος καπώ, εμπρόσθιο υαλοπίνακα, εμπρόσθιο αριστερό τροχό, εμπρόσθια αριστερή πόρτα και ουρανό. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο θανών δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας (...), το γεγονός όμως αυτό δεν σχετίζεται αιτιωδώς με την πρόκληση του τραυματισμού του στο θώρακα -αυχένα και κοιλία, που επέφερε το θάνατό του.

Εξάλλου, ο θάνατος θα επέρχονταν λόγω της διατομής της αορτής και των λοιπών βαρύτατων κακώσεων συνεπεία της πλαγιομετωπικής σφοδρής σύγκρουσης, όπως γνωματεύει και ο ιατροδικαστής Μ. Τ. στην από 5-1-2015 ιατρική γνωμάτευση και λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης των δύο οχημάτων που είχε ως αποτέλεσμα τις φθορές στο εμπρόσθιο τμήμα του ΙΧΕ αυτοκινήτου...

ο Σ. Μ. ήταν ηλικίας 27 ετών..., γιος του τρίτου και τέταρτης των εναγόντων (πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων) και αδελφός του πέμπτου και της έκτης των εναγόντων (τρίτου και τετάρτης των αναιρεσειόντων), ήταν ένας υγιέστατος, ζωντανός νέος άνδρας, που διατηρούσε στενότατες σχέσεις αγάπης και στοργής με όλα τα μέλη της οικογένειάς του και όπως είναι πρόδηλο, με προοπτική να ζήσει για πολλά χρόνια ακόμη.

Ο αδόκητος, αιφνίδιος και τραγικός θάνατος του παραπάνω, που προήλθε από την προπεριγραφείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, προξένησε (και) μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά των προσώπων όλων των εναγόντων, οι οποίοι συνδέονταν μαζί του με μεγάλη αγάπη, στενό ψυχικό δεσμό (...) και εξ αντικειμένου στενή συγγένεια και περιλαμβάνονται όλοι στην οικογένειά του, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ ...

Η θανάτωση του αγαπημένου τους προσώπου, κάτω από τις παραπάνω τραγικές συνθήκες, συγκλόνισε ανεπανόρθωτα τον ψυχικό τους κόσμο, διατάραξε τη συναισθηματική τους ισορροπία και τους δημιούργησε έντονα και βαθύτατα συναισθήματα θλίψης, οδύνης, απογοήτευσης και απαισιοδοξίας, που είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο να εξαλειφθούν ολοσχερώς στο μέλλον.

Για να επέλθει κάποια σχετική εξισορρόπηση στη δυσμενή αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε σ' όλους τους ενάγοντες ... και να τους δοθεί κάποια ευχέρεια να την ξεπεράσουν, πρέπει να τους επιδικασθεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία αποσκοπεί στην ανακούφισή τους από τον πόνο και τη στεναχώρια τους και αποσκοπεί, πρωτίστως, στην παροχή προς αυτούς των απαραίτητων εκείνων οικονομικών μέσων, που, σε κάποιο βαθμό, είναι ικανά να συντελέσουν στην άρση των ηθικών συνεπειών της προσβολής που δέχθηκαν, προκειμένου να καταστεί (σε ένα βαθμό) δυνατή η ηθική τους παρηγοριά και η ψυχική τους ανακούφιση.

Το παρόν Δικαστήριο, για τον καθορισμό του ύψους της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης ενός εκάστου των ως άνω εναγόντων, λαμβάνει υπόψη του, με αξιολόγηση και στάθμιση όλων των διαμορφωτικών συνθηκών κατά τον κρίσιμο χρόνο του επιδίκου ατυχήματος ..., μεταξύ των άλλων, το είδος της προσβολής που δέχθηκαν, τη διάρκεια και την ένταση της θλίψης και του ψυχικού άλγους που δοκίμασαν, το μέγεθος και την ένταση της οδυνηρής εμπειρίας που βίωσαν, την απαιτούμενη για την καταπολέμησή του (του ψυχικού άλγους) προσπάθεια ενός εκάστου, το στενό συναισθηματικό σύνδεσμό τους και το βαθμό της συγγένειας που συνέδεε τον καθένα τους με το θανόντα, την ηλικία του τελευταίου, τις ιδιαίτερες παραπάνω συνθήκες του αδικήματος, το βαθμό και τη βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου οδηγού, την έλλειψη οιουδήποτε πταίσματος εκ μέρους του θύματος, καθώς και την κοινωνική θέση και την οικονομική κατάσταση όλων των διαδίκων φυσικών προσώπων, πλην του εναγομένου νομικού προσώπου, η ευθύνη του οποίου είναι εγγυητική (...).

Ενόψει των παραπάνω, η εύλογη, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, που πρέπει να επιδικασθεί στους ενάγοντες, ανέρχεται ειδικότερα στα παρακάτω ποσά: α) ..., β) στο ποσό των 30.050 ευρώ για καθένα από τους γονείς του και γ) στο ποσό των 20.050 ευρώ για καθένα από τα αδέλφια του.

Τα ανωτέρω ποσά, όμως, πρέπει να περιορισθούν κατά το μερικότερο ποσό των 50 ευρώ, λόγω της σχετικής επιφύλαξης των ανωτέρω εναγόντων, προκειμένου ο καθένας τους να επιδιώξει την καταψήφισή του, με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος, στην (εκκρεμούσα) ποινική δίκη σε βάρος του πρώτου εναγομένου... ". Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης των ήδη αναιρεσειόντων, σε 30.000 ευρώ, για καθένα από τους γονείς του και σε 20.000 ευρώ, για καθένα από τους αδελφούς του, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπονται (και μάλιστα καταφανώς) των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Κατ' ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, [που επιτρεπτά ερευνάται πρώτος, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων που καθορίζουν οι διάδικοι (Α.Π. 253/2023, Α.Π. 595/2020, Α.Π. 1446/2018)], με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενοι ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας σ' αυτούς τα προαναφερόμενα ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής τους οδύνης, κατά το άρθρο 932 του Α.Κ.., αντί των αιτουμένων μεγαλυτέρων ποσών, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 932 του Α.Κ., καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η εξέταση του οποίου καθίσταται αλυσιτελής, εξαιτίας της αναιρετικής εμβέλειας του ανωτέρω λόγου της αναιρέσεως, που έγινε δεκτός, στο σύνολο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά στο ύψος της επιδικασθείσας στους αναιρεσείοντες χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ). Τέλος, η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1184/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία,

καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου,

ο β' αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ