Supreme Court allows appeal against debt restructuring ruling due to insufficient justification of living expenses.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal filed by a public fund against a final judgment ordering debt restructuring for two individuals. The lower court had approved the restructuring based on the debtors' claimed increased living expenses without providing sufficient justification for the specific amount. Consequently, the Court ruled that the appeal must be granted and the case remitted for retrial to determine if the debtors genuinely meet the criteria for the debt relief law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 739-741 of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 3869/2010: An appeal is admissible when the lower court fails to adequately justify the assessment of living expenses required to establish the debtor's permanent inability to pay.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1081 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1081/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Τ. του Σ. και 2) Ι. Τ. του Κ., κατοίκων Αλεξανδρούπολης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Ηλιακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-2-2014 (αρ. εκθ. καταθ. 148/2014 και 149/2014) αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 238/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 215/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-12-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 27-12-2021 (με αριθ. κατ. 13/2021) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 215/2021 τελεσίδικης αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε (και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως, στις 25-7-2012, της ένδικης, από 23-7-2012, αιτήσεως ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α. 4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), το οποίο καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών, με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (Α.Π. 1482/2022, Α.Π. 1169/2022, Α.Π. 549/2022, Α.Π. 544/2022, Α.Π. 1351/2021).
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, ελλείψεως δηλαδή όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, κατ' αρχήν, το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, αφενός τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και αφετέρου οι βιοτικές (και όχι απλώς οι στοιχειώδεις) ανάγκες του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (Α.Π. 1482/2022, Α.Π. 1351/2021, Α.Π. 545/2021, Α.Π. 507/2020, Α.Π. 71/2020).
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.
Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται, σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας (Α.Π. 785/2022, Α.Π. 544/2022, Α.Π. 1035/2021, Α.Π. 311/2021, Α.Π. 844/2020). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 1482/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 544/2022, Α.Π. 1351/2021, Α.Π. 656/2021).
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 656/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π.. 551/2018). Όπως δε προαναφέρθηκε, η αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 933/2021, Α.Π. 834/2021, Α.Π. 656/2021).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ. [όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (16-11-2020)], η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (Α.Π. 88/2022, Α.Π. 1510/2021, Α.Π. 1388/2021, Α.Π. 889/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή (άρθρο 561 αρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της χωρίς δόλο περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "...Οι εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) είναι σύζυγοι.
Ο Β. Τ. είναι 47 ετών, ιατρός καρδιολόγος στο ΠΓΝ Αλεξανδρούπολης και η Ι. Τ. είναι 42 ετών, καθηγήτρια δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Σύμφωνα με τις παραδοχές της εκκαλούμενης που δεν προσβάλλονται με ειδικό λόγο έφεσης ο εφεσίβλητος λαμβάνει μηνιαίες αποδοχές 1.543,54 ευρώ και η εφεσίβλητη λαμβάνει μηνιαίες αποδοχές 1.141,04 ευρώ.
Από το γάμο τους έχουν αποκτήσει δύο κόρες, ακόμη ανήλικες, την Ζ., που γεννήθηκε την 2-7-2004 και τη Ν., που γεννήθηκε την 13-4-2010. Διαμένουν σε κατοικία, η οποία βρίσκεται εκτός της πόλεως της Αλεξανδρούπολης, ήτοι σε απόσταση 9 χλμ. από αυτή, την οποία ανήγειραν λαμβάνοντας στεγαστικά δάνεια από το ΤΠΔ (ήδη αναιρεσείον), τη ρύθμιση των οποίων ήδη αιτούνται.
Λόγω της απόστασης αυτής από την πόλη απαιτούνται μεγαλύτερες δαπάνες για την μετακίνησή τους, όπως επίσης απαιτούνται και μεγαλύτερες δαπάνες, λόγω του γεγονότος ότι η κύρια κατοικία τους είναι μονοκατοικία. Υπό τα παραπάνω δεδομένα, το ποσό που απαιτείται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών ανέρχεται στο ποσό των 2.154,58 ευρώ, όπως ορθά έκρινε η εκκαλούμενη.
Το ποσό αυτό καθορίζεται με βάση τις συνήθεις συνθήκες των συγκεκριμένων οφειλετών με γνώμονα την προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς τους, από τα οποία ούτε αυτοί μπορούν να παραιτηθούν. Για τον προσδιορισμό των βιοτικών αναγκών τους στο ανωτέρω ποσό λαμβάνονται υπόψη ιδία οι ανάγκες τους για διατροφή, ένδυση, υπόδηση, καταναλωτικά αγαθά, μετακινήσεις, λειτουργικά έξοδα κατοικίας (ηλεκτρισμός, ύδρευση, κοινόχρηστα, θέρμανση, επισκευές), για υπηρεσίες τηλεφωνίας, για προμήθεια ειδών και για υπηρεσίες ατομικής φροντίδας και για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, βάσει των συνθηκών και όρων διαβίωσής τους, λαμβανομένης υπόψιν και της ηλικίας των τέκνων (τα οποία φοιτούν στην Ε' δημοτικού και στη Β' Λυκείου) και των συνεπαγόμενων αυξημένων αναγκών τους.
Η κατοικία στην οποία διαμένουν οι εφεσίβλητοι είναι ιδιοκτησίας της αιτούσας-εφεσίβλητης, η οποία αποκτήθηκε λαμβάνοντας δάνεια από το εκκαλούν, τη ρύθμιση των οποίων αιτούνται [...]. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησής τους και συγκεκριμένα το έτος 2007, οι αιτούντες-εφεσίβλητοι είχαν συνάψει με το ΤΠΔ, συμβάσεις στεγαστικών δανείων.
Από τις συμβάσεις αυτές, οι αιτούντες όφειλαν την 3-1-2019 συνολικά σε κεφάλαιο, τόκους και έξοδα προς το ΤΠΔ τα εξής ποσά: Α] Η Ι. Τ.: από τη με αρθ. 11/19396 σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 178.219,06 ευρώ. Β] Ο Β. Τ.: από τη με αρθ. 11/19397 σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 86,289,03 ευρώ. Την 18-1-2021 (ήτοι μετά την δημοσίευση της εκκαλούμενης που ρύθμισε τα χρέη των εφεσίβλητων) η οφειλή της εφεσίβλητης ανήλθε στο ποσό των 186.094,38 ευρώ και του εφεσίβλητου ποσό των 85.611,53 ευρώ.
Το ποσό της μηνιαίας δόσης που έπρεπε να καταβάλλει η εφεσίβλητη κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης ανερχόταν στο :ποσό των 730,76 ευρώ μηνιαίως και ο εφεσίβλητος στο ποσό των 428,61 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 1.159,37 ευρώ... Δέχθηκε ακόμη το Μονομελές Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης και τα ακόλουθα: "....εξεταζομένων των λοιπών στοιχείων και κυρίως των ευλόγων δαπανών διαβίωσης των οφειλετών, μπορούν τούτοι να υπαχθούν στο Ν. 3869/2010, εφόσον το ποσό, που τους καταλείπεται λόγω των δανειακών υποχρεώσεών τους, σε σχέση με τα εισοδήματά τους, δεν τους φθάνουν ώστε να καλύπτουν τις βασικές δαπάνες διαβίωσής τους.
Με δεδομένο ότι το μηνιαίο συνολικό οικογενειακό εισόδημα των αιτούντων ανέρχεται στο ποσό των 2.683,58 ευρώ, το γεγονός της μόνιμης αδυναμίας τους αποδεικνύεται και από τη σχέση της ρευστότητας των αιτούντων προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους, δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική, υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των οικογενειακών βιοτικών αναγκών τους (ύψους 2.154,58 ευρώ), η υπολειπόμενη ρευστότητά τους, δεν τους επιτρέπει να ανταποκριθούν στις οφειλές τους προς το εκκαλούν, διότι σε διαφορετική περίπτωση η εξυπηρέτηση του δανείου θα αποβεί εις βάρος των βιοτικών τους αναγκών.
Με βάση τα ανωτέρω, εφόσον αποδεικνύεται ότι η εξυπηρέτηση του δανείου του πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών των ίδιων των οφειλετών και των μελών της οικογένειάς τους, συντρέχει αδυναμία πληρωμών...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 238/2019 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία είχαν γίνει δεκτές, ως βάσιμες κατ' ουσίαν, οι συνεκδικασθείσες αιτήσεις των αναιρεσιβλήτων, είχαν ρυθμισθεί τα χρέη τους και είχε εξαιρεθεί της εκποίησης η κύρια κατοικία τους, ιδιοκτησίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, υπό τις αναφερόμενες σ' αυτή προϋποθέσεις.
Κρίνοντας, όμως, έτσι, το ως άνω δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των αναιρεσιβλήτων, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, το ως άνω δικαστήριο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι οι αιτούντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, αδυνατούν να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις, μετά από αντιπαραβολή των εισοδημάτων τους (2.683,58 ευρώ μηνιαίως), με τις έναντι του αναιρεσείοντος δανειακές τους υποχρεώσεις (1.159,37 ευρώ μηνιαίως) και τις μηνιαίες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογενείας, τις οποίες εκτίμησε στο ποσό των 2.154,58 ευρώ, χωρίς να αιτιολογήσει επαρκώς το λόγο για τον οποίο καθόρισε αυτές (βιοτικές ανάγκες) στο ως άνω, ιδιαίτερα αυξημένο, ποσό.
Δεν αρκεί δε, προς τούτο, η αόριστη αναφορά ότι οι δαπάνες τους είναι αυξημένες, λόγω του ότι η κατοικία τους βρίσκεται σε απόσταση εννέα χιλιομέτρων από την πόλη της Αλεξανδρούπολης και είναι μονοκατοικία, αφού δεν αναφέρει ποιες οι επιπλέον αναγκαίες δαπάνες, με τις οποίες βαρύνονται οι αιτούντες από αυτές τις αιτίες, ώστε να δικαιολογήσει τον προσδιορισμό τους στο ανωτέρω ποσό.
Λόγω των ανεπαρκών αυτών αιτιολογιών, δεν καθίσταται δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος, περί του εάν οι αναιρεσίβλητοι - οφειλέτες μπορούν να ανταποκριθούν στις εν λόγω υποχρεώσεις, ώστε να κριθεί αν έχουν περιέλθει ή όχι σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών και, επομένως, αν δικαιούνται ή όχι να υπαχθούν στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη.
Κατά συνέπειαν, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., κατά τις ανωτέρω αιτιάσεις του, όπως ορθά εκτιμώνται, πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του λόγου αυτού κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., αφού η αναιρετική εμβέλεια του γενόμενου δεκτού πρώτου σκέλους του λόγου αναιρέσεως, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του ιδίου λόγου, κατά το δεύτερο σκέλος του.
Με βάση τα παραπάνω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναιρέσεως παράβολο, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρ. 28 παρ. 4 ν.2579/1998 (ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 486/2021, ΑΠ 897/2020). Τέλος, διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.
β ν.3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 Κ.Πολ.Δ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του ν.3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 930/2021, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020), το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 215/2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, πλην αυτού που δίκασε προηγουμένως. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία
καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου
ο β'αρχαιότερος Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ