Supreme Court dismisses appeal on lease dispute, ruling facts support unified tenancy interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's final decision regarding a lease dispute. The court found that despite separate lease documents, the parties intended a single, indivisible tenancy covering the properties. Consequently, the appellate court rejected the arguments claiming procedural errors and the unreviewability of the lower court's factual assessment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173, 200 of the Civil Code; The Supreme Court holds that when separate lease agreements cover properties with identical terms and duration, the court may determine they constitute a single unified tenancy, and factual assessments regarding contract interpretation are not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1080 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1080/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Πανταζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «Κ. Κ. Κ. Σ. «Ο. και δ.τ. «Κ.», που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Σ. Μ. του Μ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηρακλή Σπανό με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-8-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκε με την από 8-3-2019 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 18-3-2019 πρόσθετη παρέμβαση του 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 221/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 204/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-3-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 9-3-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 10/9-3-2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), με αριθ. 204/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 144 παρ.1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ), εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού, όπως εμφαίνεται από την επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ιωαννίνων Θ.
Α. στην επιδιδόμενη στον αναιρεσείοντα απόφαση, από την επομένη της κοινοποίησής της, στις 16-2-2022, όταν άρχισε η τριακονθήμερη προθεσμία άσκησης της αναίρεσης, μέχρι 9-3-2022 όταν ασκήθηκε η αναίρεση, δεν είχε συμπληρωθεί η ως άνω προθεσμία και επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 2-8-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 824/2018) αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι, η μίσθωση την οποία σύναψε στις 15-6-1999 με την εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία «Κ.
Κ. και Σ. Ο." και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, για χρονική διάρκεια εννέα ετών και με μίσθωμα αυτό των 1.500 ευρώ, με την οποία εκμίσθωσε στη τελευταία τη χρήση των περιγραφόμενων σε αυτή (αγωγή) οριζόντιων ιδιοκτησιών του, δηλ. ενός καταστήματος και διαμερίσματος, που βρίσκονται στα Ιωάννινα και περιγράφονται κατά έκταση και όρια, προκειμένου αυτή να ασκήσει σε αυτά την εμπορική δραστηριότητα του ζαχαροπλαστείου, κατέστη αορίστου χρόνου, μετά την αναγκαστική παράταση και τη συμπλήρωση δωδεκαετίας μέχρι 30-6-2011, στη συνέχεια δε, λόγω μη άσκησης εκ μέρους του ιδίου εντός εννέα μηνών από τη λήξη της μίσθωσης αγωγής απόδοσης μισθίου, η μίσθωση παρατάθηκε για τέσσερα έτη, δηλ.
έως 30-6-2015, κατήγγειλε αυτή και ζήτησε την απόδοση της χρήσης του μισθίου. Η εναγόμενη μισθώτρια εταιρία, με το από 8-3-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 235/2019) δικόγραφο, στο οποίο επισύναψε την ως άνω αγωγή, ανακοίνωσε τη δίκη που ανοίχθηκε με αυτήν στον Σ. Μ. του Μ., αδελφό του ενάγοντα και εκμισθωτή των συνεχόμενων με αυτών του ενάγοντα οριζόντιων ιδιοκτησιών, των οποίων ζητεί αυτός (ενάγων) την απόδοση, ισχυριζόμενη ότι οι οριζόντιες ιδιοκτησίες του ενάγοντα και του ως άνω Σ.
Μ. και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου, της παραδόθηκαν, με συμφωνητικά που καταρτίστηκαν ταυτόχρονα, ως ένα και ενιαίο κατάστημα για την άσκηση της επαγγελματικής της δραστηριότητας και προσεπικάλεσε αυτόν να παρέμβει προσθέτως υπέρ αυτής. Ο τελευταίος άσκησε την από 18-3-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 266/2019) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εναγόμενης εταιρίας, επιρρωνύοντας τους ισχυρισμούς της περί μίσθωσης από αυτή των οριζόντιων ιδιοκτησιών αυτού και του ενάγοντος-αδελφού του ως ένα ενιαίο κατάστημα και επικαλούμενος ότι σε περίπτωση λύσης της μισθωτικής σχέσης στη κύρια δίκη ο ίδιος θα υποστεί σημαντική ζημία και βλάβη, καθώς θα επηρεαστεί και η μεταξύ αυτού και της υπερής η παρέμβαση μισθωτική σχέση, ζήτησε να απορριφθεί η (κύρια) αγωγή.
Επί των ως άνω δικογράφων (αγωγής, ανακοίνωσης δίκης με προσεπίκληση και πρόσθετης παρέμβασης), τα οποία συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αριθ. 221/2020 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία, ενώ έγινε δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση. Κατά της εν λόγω απόφασης, ο ενάγων άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, την από 1-6-2020 (αριθ.
έκθ. κατάθ. 69/2020) έφεση, με την οποία, επικαλούμενος εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητούσε την απόρριψη της σε βάρος του πρόσθετης παρέμβασης του δεύτερου εφεσίβλητου και την παραδοχή της αγωγής του. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε τυπικά δεκτή και απέρριψε, ως κατ' ουσία αβάσιμη, την έφεση.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1α' του ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 224/2023).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στην αίτηση αναίρεσης και η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στη προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 70/2022), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της (ΑΠ 505/2022, ΑΠ 148/2020).
O λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 560 ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή δήλωση βουλήσεως, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 46/2023, ΑΠ 1735/2023, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 10/2021), εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.
Η παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, αν και ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των ως άνω άρθρων του ΑΚ (ΑΠ 1735/2023, ΑΠ 46/2023, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 355/2020, ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 867/2018).
Η διαπίστωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως, όταν, δηλαδή, παρά τη μη ρητή αναφορά της ή, ακόμη, και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Ειδικότερα, η πρώτη από τις διατάξεις αυτές εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, όπως όμως αυτή εξωτερικεύθηκε και δεν παρέμεινε ενδόμυχη, ενώ η δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη γενικώς των συναλλασσόμενων και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Στο πλαίσιο αυτό το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του και εκτιμά, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, το δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης, τις συνθήκες και τις εν γένει συνήθειες (τοπικές, χρονικές, γλωσσικές) υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τις διαπραγματεύσεις και τη προηγούμενη συμπεριφορά αυτών, καθώς και τα συμφέροντα των μερών και ιδιαίτερα του μέρους που αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος κάθε φορά συμβατικός όρος.
Αυτό σημαίνει ότι οι δηλώσεις βουλήσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη με την έννοια που μπορούν στη συγκεκριμένη περίπτωση να γίνουν αντιληπτές κατά τη συναλλακτική ευθύτητα και από κάθε καλόπιστο τρίτο, μέσα δε διαπίστωσης της βουλήσεως ενδέχεται κατά περίπτωση να αποτελούν και οι διαπραγματεύσεις των μερών, μαρτυρίες τρίτων ή σχετικά έγγραφα.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της σύμβασης τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτήν. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και εμμέσως, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθούς έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1735/2023, ΑΠ 4/2023, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 102/2022).
Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι πλήρης, σαφής, χωρίς κενά και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της (ΑΠ 253/2022, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 545/2019, ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1597/2017, ΑΠ 1164/2015). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 854/2020, ΑΠ 545/2019, ΑΠ 896/2019, ΑΠ 875/2017).
Οι ίδιοι ως άνω κανόνες (173, 200 του ΑΚ) παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στη περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει, οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 10/2021).
Κατά την έννοια του λόγου αυτού η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1217/2020). Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 932/2021).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 574 του ΑΚ, η οποία, κατ` άρθρο 44 του π.δ/τος 34/1995, εφαρμόζεται και επί των εμπορικών μισθώσεων, προκύπτει ότι με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα.
Η παροχή της χρήσης του μισθίου που οφείλεται από τη σύμβαση αυτή ως ενιαίου ακινήτου είναι αδιαίρετη, γιατί δεν επιδέχεται κατάτμηση (ΑΠ 185/2021). Αν κατά τη συμφωνία των μερών όλα τα μίσθια εκμισθώθηκαν αθρόα και ως σύνολο και καθένα από αυτά δεν μπορεί να αποχωριστεί από τα υπόλοιπα χωρίς να ζημιωθεί ο ένας από τους συμβαλλόμενους, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 511 του ΑΚ, το αδιαίρετο της χρήσης ισχύει για όλα.
Αυτό ισχύει ιδίως στις περιπτώσεις ενοποίησης πολλών μισθίων για τη δημιουργία ενός ενιαίου καταστήματος με τη κατάργηση μεσότοιχων και την αρχιτεκτονική μεταβολή της εσωτερικής διαρρύθμισης και μερικές φορές και της εξωτερικής. Συχνά αυτό παρουσιάζεται στις περιπτώσεις πολυώροφηςοικοδομής, κάθε οριζόντια ιδιοκτησία της οποίας είναι αυτοτελές μίσθιο, προκειμένου να στεγάσει επίσης ορισμένη επιχείρηση.
Αυτό έχει ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, ότι δεν επιτρέπεται η καταγγελία από τους συμβαλλόμενους της μίσθωσης για μέρος του μισθίου. Τα ανωτέρω προϋποθέτουν ότι το μίσθιο είναι αυτοτελές ακίνητο ή αποτελείται από περισσότερα αυτοτελή ακίνητα τα οποία συνενώθηκαν ή συμφωνήθηκε να συνενωθούν προκειμένου να εκμισθωθούν ως ενιαίο ακίνητο με την ίδια σύμβαση και έναντι ενιαίου, κατά κανόνα μισθώματος (ΑΠ 936/2010, ΑΠ 885/2006).
Αντίθετα αυτά δεν ισχύουν όταν με περισσότερες συμβάσεις που καταρτίζονται συγχρόνως ή διαδοχικώς εκμισθώνονται περισσότερα αυτοτελή ακίνητα με ιδιαίτερο για καθένα μίσθωμα και συνομολογείται ρητά ή σιωπηρά δικαίωμα του μισθωτή για συνένωση αυτών, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι αυξημένες στεγαστικές ανάγκες της δραστηριότητας του δια της ενιαίας χρήσης του δημιουργούμενου ευρύτερου χώρου.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ ) για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα: ''.... ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) και ο προσθέτως παρεμβαίνων (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος) είναι αδέλφια.
Με το με αριθμό 62987/1990 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Παναγιώτη Ευθυμιάδη, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων, στο τόμο ..., οι ως άνω διάδικοι αγόρασαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ένα οικόπεδο, επί της οδού Κωνσταντίνου Καραμανλή 23, στα Ιωάννινα, συνολικού εμβαδού 84,73 τμ, όπως αυτό απεικονίζεται στο από ...
τοπογραφικό διάγραμμα της μηχανικού Ε. Μ., υπό τα στοιχεία Α-Β-Γ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Σ-Τ-Φ-Χ-Ψ-Ω, συνορευόμενο γύρωθεν και εν όλω με οδό Κωνσταντίνου Καραμανλή, με ιδιοκτησία Σ. και με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Ζαναρτζή. Με το με αριθμό δε 24/1.8.1996 συμβόλαιο σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και διανομής κτισμάτων μεταξύ των ως άνω διαδίκων οι τελευταίοι προέβησαν στην ανέγερση διώροφης οικοδομής, της οποίας υφίστατο τότε ο σκελετός του κτιρίου και η οποία θα αποτελούνταν από ισόγειο και πρώτο όροφο και υπήγαγαν το όλο ως άνω ακίνητο στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, καθορίζοντας τις διακεκριμένες ιδιοκτησίες και εν συνεχεία με το ίδιο συμβόλαιο προέβησαν και στην διανομή των διακεκριμένων ιδιοκτησιών που προέκυψαν.
Ειδικότερα, στους ως άνω διαδίκους περιήλθαν κατά κυριότητα στον προσθέτως παρεμβαίνοντα το υπό στοιχεία Κ-1 κατάστημα του ισογείου, επιφανείας 40,50 τμ, συνορευόμενο με οδό Κωνσταντίνου Καραμανλή, με κοινόχρηστο κλιμακοστάσιο της οικοδομής και πέραν αυτού με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. και με το κατάστημα υπό στοιχεία Κ-2, που περιήλθε κατά κυριότητα στον ενάγοντα, εμβαδού 35,50 τμ, συνορευόμενο με οδό Καραμανλή από δύο πλευρές, με οδό Σ.
και με το κατάστημα υπό στοιχείο Κ-1 του προσθέτως παρεμβαίνοντος καθώς επίσης στον προσθέτως παρεμβαίνοντα, το υπό στοιχείο Α-1 διαμέρισμα, επιφανείας 26 τμ, συνορευόμενο με οδό Καραμανλή, κοινόχρηστο εξώστη, κοινόχρηστο διάδρομο, κλιμακοστάσιο, ιδιοκτησία κληρονόμων Σ.. Ζ. και με το υπό στοιχείο Α-2 διαμέρισμα, επιφάνειας 31 τμ, που ανήκει κατά κυριότητα στον ενάγοντα, συνορευόμενο με κοινόχρηστο εξώστη, με το Α-1 διαμέρισμα, με κοινόχρηστο διάδρομο, με κοινόχρηστο κλιμακοστάσιο, με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ..
Ζ. και με ιδιοκτησία Σ.. Τον Ιούνιο του 1999 και ενώ τα ως άνω καταστήματα των παραπάνω διαδίκων αδελφών, ως ομολογεί και ο εκκαλών-ενάγων στις προτάσεις του ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (...) δεν είχαν τεθεί σε λειτουργία και ήταν ημιτελή, οι τελευταίοι με τα από 15-6-1999 ιδιωτικά συμφωνητικά, τα οποία περιλαμβάνουν τις ίδιες ακριβώς συμβατικές ρυθμίσεις, εκμίσθωσαν τις προαναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες που ανήκουν σε έκαστο εξ αυτών, στην εναγόμενη, προς άσκηση από αυτήν της αυτής εμπορικής δραστηριότητας, ήτοι προκειμένου να χρησιμοποιηθούν απ' αυτή για την άσκηση επιχείρησης ζαχαροπλαστείου-καφέ.
Οι μισθώσεις, ως εμπορικές, συμφωνήθηκαν για εννέα έτη, ήτοι από την 1.7.1999 μέχρι την 30.6.2008, το δε μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 325.000 δραχμών μηνιαίως, αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος σε ποσοστό 6% και προκαταβαλλόμενο ανά εξάμηνο, ήτοι την 1η Ιουλίου και την Ιανουαρίου κάθε μισθωτικού έτους. Τον Αύγουστο δε του έτους 2012 η εναγόμενη συνήψε ταυτόχρονα με τον ενάγοντα και τον προσθέτως παρεμβαίνοντα τα από 25.8.2012 ιδιωτικά συμφωνητικά τροποποίησης της αρχικώς συναφθείσας μίσθωσης α) ως προς το ύψος του καταβαλλομένου μηνιαίου μισθώματος, το οποίο μειώθηκε και ορίσθηκε από 1.1.2012 και μέχρι 31.12.2014 στο ποσό των 1.500 ευρώ πλέον των τελών χαρτοσήμου που αναλογεί σ' αυτό αναπροσαρμοζόμενο από 1.1.2015 προς 3% ετησίως, καταβαλλόμενο από 1.9.2012 και για το εφεξής χρονικό διάστημα την πρώτη (1η) εκάστου μηνός και β) ως προς τη διάρκεια αυτής, που παρατάθηκε μέχρι την 31.12.2015, ενώ κατά τα λοιπά συμφωνήθηκε να ισχύουν οι όροι των προαναφερόμενων από 15-6-1999 αρχικών συμφωνητικών μίσθωσης.
Η εναγόμενη, ως και ο προσθέτως παρεμβαίνων, ισχυρίσθηκαν τόσο πρωτόδικα όσο και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου ότι εξ αρχής οι προαναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες των αδελφών Μ., παρά την σύναψη των ως καταρτισθέντων ξεχωριστών μισθωτικών συμβολαίων μεταξύ αυτών και της εναγόμενης, μισθώθηκαν από την τελευταία και παραδόθηκαν σ' αυτή ως ένας ενιαίος χώρος, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από αυτή (μισθώτρια) για την άσκηση της επιχείρησης ζαχαροπλαστείου-καφέ, που έκτοτε αυτή διατηρεί στα ως άνω ακίνητα.
Αντίθετα, ο ενάγων, επικαλούμενος την ύπαρξη των ξεχωριστών ως άνω ιδιωτικών συμφωνητικών που συνήψε με την εναγόμενη ισχυρίζεται, κατά τα προαναφερόμενα, με την ένδικη αγωγή του, ότι η συναφθείσα με αυτήν μίσθωση είναι αυτοτελής και ξέχωρη με αυτήν που συνήψε ο προσθέτως παρεμβαίνων-αδελφός του με την εναγόμενη και ειδικότερα, κατά τα προαναφερόμενα, ότι η συναφθείσα με αυτήν μίσθωση, ως εμπορική, διεπόμενη από τις διατάξεις του π.δ. 34/1995, παρατάθηκε κατά τη λήξη του συμβατικού της χρόνου, ήτοι έως 30.6.2011 και ακολούθως, ενόψει της μη άσκησης εκ μέρους του αγωγής εντός εννέα μηνών από τις 30.6.2011, παρατάθηκε για τέσσερα εισέτι έτη, ήτοι έως 30.6.2015, οπότε και η εναγόμενη εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το μίσθιο και μετά την ημερομηνία αυτή, χωρίς την εναντίωσή του.
Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα, εφόσον συνεχίσθηκε η μίσθωση και μετά την παρέλευση της ημερομηνίας αυτής, αυτή μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου κατ' άρθρο 611 του ΑΚ, χωρίς να μετατραπεί σε μίσθωση του αστικού κώδικα, εξακολουθώντας να διέπεται από το π.δ. 34/1995, την οποία δικαιούται να καταγγείλει με την ένδικη αγωγή του.
Ενόψει, όμως, των περιστατικών αυτών που αναφέρονται στα ως άνω ιδιωτικά συμφωνητικά, του γεγονότος ότι στη μισθώτρια εταιρία όταν μισθώθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτήν οι ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες του ενάγοντος και του προσθέτως παρεμβαίνοντος, ήταν ημιτελείς, ως ομολογεί, κατά τα προαναφερόμενα ο ενάγων, με αποτέλεσμα η εναγόμενη-πρώτη εφεσίβλητη να αναλάβει τις εργασίες ολοκλήρωσης και διαμόρφωσης αυτών, γεγονός που δεν αρνείται ο ενάγων και ως εκ τούτου συνομολογείται από τον τελευταίο (άρθρο 261 σε συνδ.
με 352 παρ.1 ΚΠολΔ) σε συνδυασμό με το ότι τα επίσης αναφερόμενα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μισθώσεων, προσιδιάζουν σε μίσθωση ενιαία και αδιαίρετη, κάτι το οποίο όμως δεν αναφέρεται στα ως άνω ιδιωτικά συμφωνητικά, προκύπτει αμφιβολία, αναφορικά με τη δηλωθείσα σ' αυτά βούληση των διαδίκων μερών, σχετικά με το αν σκοπήθηκε η κατάρτιση δύο ανεξαρτήτων, αυτοτελών μισθώσεων ή εάν, παρά την ύπαρξη των δύο συμφωνητικών, η θέληση των ενδιαφερομένων μερών αποσκοπούσε στην ύπαρξη μιας ενιαίας κατά προορισμό και χρήση μίσθωσης.
Ανακύπτει, λοιπόν, ανάγκη προσφυγής στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, κατά την προηγηθείσα ως άνω νομική σκέψη. Με βάση τις διατάξεις αυτές, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και αφού ληφθούν υπόψη η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, η αληθινή βούληση των διαδίκων μερών, απέβλεψε στην ύπαρξη μιας ενιαίας κατά προορισμό και χρήση μισθώσεως, ήτοι η εναγόμενη μίσθωσε έναν ενιαίο λειτουργικά χώρο καταστήματος, αποτελούμενο από ισόγειο όροφο, που απαρτίζεται από τις με στοιχεία Κ1 και Κ2 οριζόντιες ιδιοκτησίες και πρώτο όροφο, απαρτίζομενο από τις Α-1 και Α-2 ιδιοκτησίες των αδελφών Μ.
και όχι στην ύπαρξη δύο ξεχωριστών και ανεξαρτήτων μισθώσεων, ως ισχυρίζεται ο ενάγων. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου προέκυψε από τη συνεκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, στηριζόμενη ιδίως στο ότι: α) τα προαναφερόμενα ως άνω ξεχωριστά μισθωτήρια, αρχικά και κατόπιν τροποποίησης αυτών, καταρτίσθηκαν την ίδια ημερομηνία με ταυτόσημους όρους, οι δε ως άνω μισθώσεις είχαν ίδια διάρκεια και χρόνο λήξης, συμφωνήθηκε δε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών η καταβολή από τη μισθώτρια του ίδιου χρηματικού ποσού ως μηνιαίου μισθώματος τόσο στον ενάγοντα όσο και στον προσθέτως παρεμβαίνοντα παρά τη διαφοροποίηση του εμβαδού των ανηκόντων στον καθένα ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών, β) στο γεγονός ότι κατά την αρχική σύναψη των μισθωτηρίων ως άνω συμβολαίων, παραδόθηκε στην εναγόμενη ένα ενιαίο ακίνητο, χωρίς διαχωρισμό μεταξύ των οριζόντιων ιδιοκτησιών του ενάγοντος και του προσθέτως παρεμβαίνοντος και χωρίς να αναλάβει ρητά η μισθώτρια-εναγόμενη εταιρία την υποχρέωση να προβεί σε εργασίες διαχωρισμού των ακινήτων.
Άλλωστε, ως ομολογείται από τους διαδίκους, στο μίσθιο κατάστημα υπάρχει ένα υδρόμετρο, ένας μετρητής της ΔΕΗ, για την παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος, ένας ηλεκτρολογικός πίνακας και κάθε μήνα εκδίδεται ένας λογαριασμός της ΔΕΗ, για όλες τις οριζόντιες ιδιοκτησίες ενάγοντος και προσθέτως παρεμβαίνοντος, γ) η αδήριτη επιχειρηματική ανάγκη της μισθώτριας εταιρίας για μίσθωση των οριζόντιων ιδιοκτησιών των αδελφών Μ.
ως σύνολο, ενόψει του είδους της επαγγελματικής δραστηριότητας που αυτή θα ασκούσε στο μίσθιο κατάστημα (κατάστημα ζαχαροπλαστείου με αποθηκευτικό χώρο), το οποίο θα ήταν αδύνατο, παρά τα αβασίμως υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα, να κατατμηθεί σε δύο καταστήματα, ενόψει της μικρής επιφάνειας καθεμίας των Κ1 και Κ2 ιδιοκτησιών, ιδίως δε του ελάχιστου βάθους εκάστης εξ αυτών και της μη δυνατότητας τοποθέτησης στα χωριστά καταστήματα των απαραίτητων ψυγείων, προθηκών και λοιπού εξοπλισμού της επιχείρησης της εναγόμενης και δ) της έλλειψης συμφέροντος του ενάγοντος και του προσθέτως παρεμβαίνοντος για ξεχωριστή εκμίσθωση αυτών, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτές, ως προειπώθηκε, κατά την έναρξη της μισθώσεως, δεν είχαν χωριστεί λειτουργικά και ως εκ τούτου η εκμίσθωση αυτών, ως ενιαίου ακινήτου, θα τους απέφερε μεγαλύτερο μίσθωμα.
Όμως, υφισταμένης, εν προκειμένω, μιας ενιαίας κατά προορισμό και χρήση μισθώσεως, δεν επιτρέπεται καταγγελία για μέρος μόνο του μισθίου, με άμεση συνέπεια η αναφερθείσα με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής καταγγελία μέρους του μισθίου από τη πλευρά του εκμισθωτή-ενάγοντος, να είναι άκυρη και να μην παράγονται εξ αυτής έννομα αποτελέσματα, αφού, το αδιαίρετο της χρήσης ισχύει για όλα τα μίσθια και επομένως δε χωρεί καταγγελία για ένα από αυτά.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, ως προς το ενιαίο της μισθώσεως, δεν αίρεται από τη σύναψη μεταξύ του προσθέτως παρεμβαίνοντος και της εναγομένης-μισθώτριας του από 12-2-2018 ιδιωτικού συμφωνητικού περί τροποποίησης όρων της αρχικής σύμβασης μίσθωσης, δυνάμει του οποίου συμφωνήθηκε ότι το μηνιαίο μίσθωμα από την 1-1-2018 και μέχρι την 31-12-2022 θα ανέρχεται σταθερά στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, καθώς ως αποδείχθηκε και ο ενάγων είχε αρχικά συμφωνήσει προφορικά με την εναγόμενη για την παράταση της μίσθωσης, πλην όμως δεν προέβη στην υπογραφή εγγράφου συμφωνητικού, καθώς στο μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα μετέβαλε τη στάση του και, παρά το γεγονός, ότι η εναγόμενη, εν γνώσει του ενάγοντος, κατά το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του 2017 και μέχρι τον Απρίλιο του 2018, είχε πραγματοποιήσει εργασίες ανακαίνισης στο όλο μίσθιο, που αφορούσαν τη μόνωση της στέγης και του ηλεκτρικού εξοπλισμού, σημαντικού ύψους, καθώς μόνο οι εργασίες για την επισκευή και τον χρωματισμό οροφής του καταστήματος ανήλθε στο ποσό των 6.200 ευρώ ( ..), επεδίωξε με την κρινόμενη αγωγή την απόδοση σε αυτόν της χρήσης του τμήματος του μισθίου, ιδιοκτησίας του, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για τη λειτουργία επιχείρησης του υιού του.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 80 του ΚΠολΔ, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα έως την έκδοση αμετακλήτου αποφάσεως να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτό. 'Εννομο συμφέρον κατά την έννοια του άνω άρθρου, δυνάμενο να στηρίξει πρόσθετη παρέμβαση, υπάρχει όταν η έκβαση της δίκης μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς τις έννομες σχέσεις του τρίτου, όπως όταν η απόφαση που πρόκειται να εκδοθεί θα αποτελέσει δεδικασμένο κατά του τρίτου ή θα είναι εκτελεστή κατ' αυτού ή θα έχει αντανακλαστικές συνέπειες ως προς αυτόν (..).
Ως εκ τούτου, ενόψει όλων των προαναφερομένων, παραδεκτώς ασκήθηκε από τον δεύτερο εφεσίβλητο πρωτόδικα με αυτοτελές δικόγραφό του, έχον το άνω περιεχόμενο, η με αριθμό κατάθεσης 266/19.3.2019 πρόσθετη παρέμβασή του υπέρ της εναγόμενης-μισθώτριας εταιρίας, αφού αυτός, ως επικαλέσθηκε και αποδείχθηκε, είναι συνεκμισθωτής του ενδίκου μισθίου, καθώς, κατά τα προαναφερόμενα, η εναγόμενη μίσθωσε έναν ενιαίο λειτουργικά χώρο καταστήματος, αποτελούμενο από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες και των δύο αδελφών, ενάγοντος και προσθέτως παρεμβαίνοντος, του οποίου το έννομο συμφέρον είναι προφανές, καθώς η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί στη κύρια δίκη επεκτείνεται και στις έννομες σχέσεις αυτού και του ενάγοντος-αδελφού του, αφού η ένδικη διαφορά επιδέχεται ενιαία ρύθμιση, λόγω της αδυναμίας να αποδοθεί ή παραδοθεί μέρος μόνο του μισθίου.
Πρέπει, επομένως, ενόψει όλων των προαναφερομένων, δεκτής γενομένης ως βάσιμης και στην ουσία της πρόσθετης παρέμβασης, να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η ένδικη αγωγή....''. Με τις παραπάνω αιτιολογίες, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ` ουσία την έφεση του εκκαλούντος-ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο έκρινε, έστω και με διάφορη και εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία, όμοια.
Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι, το Εφετείο αφού δέχθηκε ότι υπάρχει ασάφεια στο από 15-6-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και της πρώτης των αναιρεσίβλητων ομόρρυθμης εταιρίας, αλλά και του όμοιου κατά την ίδια ημεροχρονολογία (15-6-1999) ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε μεταξύ του δεύτερου των αναιρεσίβλητων ως εκμισθωτή και της πρώτης αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρίας ως μισθώτριας, ως προς την δηλωθείσα σε αυτά βούληση των συμβαλλόμενων σχετικά με το αν κατά την κατάρτιση και υπογραφή των ως άνω, από 15-6-1999, μισθωτηρίων συμβολαίων σκοπήθηκε η κατάρτιση δύο ανεξάρτητων και αυτοτελών μισθώσεων ή αν, παρά την ύπαρξη των δύο όμοιων συμφωνητικών, η βούληση των συμβαλλόμενων μερών αποσκοπούσε στην ύπαρξη μίας ενιαίας κατά προορισμό και χρήση μίσθωσης, προσέφυγε, με τη ρητή επίκλησή τους, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και, περαιτέρω, προέβη στην ερμηνεία αυτών, μέσω της οποίας, ανελέγκτως, κατέληξε στη διαπίστωση ότι, κατά την αληθή βούληση των μερών, αυτά αποσκοπούσαν στην ύπαρξη μίας ενιαίας κατά προορισμό και χρήση μίσθωσης δηλ.
η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία μίσθωσε από τον αναιρεσείοντα και τον προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνοντα έναν ενιαίο-ημιτελή λειτουργικά χώρο καταστήματος, αποτελούμενο από ισόγειο όροφο, ο οποίος αποτελείται από τις με αριθ. Κ1 και Κ2 οριζόντιες ιδιοκτησίες και πρώτο όροφο, ο οποίος αποτελείται από τις με αριθ.
Α1 και Α2 ιδιοκτησίες των αδελφών Μ. (αναιρεσείοντα και δεύτερου αναιρεσίβλητου) και όχι στην ύπαρξη δύο ξεχωριστών και ανεξάρτητων μισθώσεων. Η κρίση του δε αυτή, με βάση όσα στοιχεία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα, είναι σύμφωνη με τους ορισμούς των παραπάνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα, τους οποίους, επομένως, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, στην ερευνώμενη υπόθεση, παραθέτοντας στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών.
Ειδικότερα, αφού, υπό τις προαναφερόμενες παραδοχές, ερμήνευσε το περιεχόμενο των από 15-6-1999 όμοιων κατά περιεχόμενο ιδιωτικών συμφωνητικών και κάλυψε τη διαπιστωθείσα ασάφεια, κατά την αληθινή βούληση των μερών, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ως κριτηρίων συμπεριφοράς επιβαλλόμενης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, χωρίς να είναι αναγκαία, για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, περαιτέρω ανάλυση και εξειδίκευση των αρχών αυτών, ορθώς στάθμισε τα δικαιολογημένα συμφέροντα των συμβαλλόμενων, λαμβάνοντας υπόψη τον χαρακτήρα των ένδικων συμβάσεων μίσθωσης, ιδίως το περιεχόμενο και το ταυτόσημο των όρων αυτών, τον τρόπο και χρόνο καταβολής του αυτού μισθώματος και τη διάρκεια και το χρόνο λήξης αυτών.
Περαιτέρω, με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, με επάρκεια, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την ερμηνευτική κάλυψη της προαναφερθείσας ασάφειας κατά την αληθινή βούληση των μερών. Ειδικότερα, εξειδικεύονται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά όπως ότι:
α) τα ως άνω μισθωτήρια, (αρχικά και τροποποιήσεις αυτών), καταρτίστηκαν ταυτόχρονα με ταυτόσημους όρους, οι δε περιεχόμενες σε αυτά μισθώσεις είχαν ίδια διάρκεια και χρόνο λήξης, συμφωνήθηκε δε μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών η καταβολή από την πρώτη αναιρεσίβλητη μισθώτρια εταιρία του ίδιου ποσού ως μηνιαίου μισθώματος τόσο στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα, όσο και στον προσθέτως παρεμβαίνοντα-δεύτερο αναιρεσίβλητο, παρά τη διαφοροποίηση του εμβαδού των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών, που ανήκουν στο καθένα από αυτούς, β) κατά την αρχική σύναψη των ως άνω συμβολαίων, παραδόθηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία ένα ενιαίο ακίνητο, χωρίς διαχωρισμό μεταξύ των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών και χωρίς να αναλάβει ρητά αυτή την υποχρέωση να προβεί σε εργασίες διαχωρισμού των ακινήτων, ενώ στο μίσθιο κατάστημα υπάρχει ένα υδρόμετρο και ένας μετρητής της ΔΕΗ, γ) η αδήριτη επιχειρηματική ανάγκη της μισθώτριας εταιρίας για μίσθωση των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών ως σύνολο, ενόψει του είδους της επαγγελματικής δραστηριότητας, που αυτή θα ασκούσε στο μίσθιο κατάστημα, το οποίο θα ήταν αδύνατο να κατατμηθεί σε δύο καταστήματα, ενόψει της μικρής επιφάνειας καθεμίας των με αριθ.
Κ1 και Κ2 ιδιοκτησιών, ιδίως δε του ελάχιστου βάθους κάθε μίας από αυτές και της μη δυνατότητας τοποθέτησης στα χωριστά καταστήματα των απαραίτητων ψυγείων, προθηκών και λοιπού εξοπλισμού της επιχείρησης, δ) της έλλειψης συμφέροντος του αναιρεσείοντος και του δεύτερου αναιρεσίβλητου για ξεχωριστή εκμίσθωση αυτών (ιδιοκτησιών), λαμβανομένου υπόψη ότι αυτές, κατά την έναρξη της μίσθωσης, δεν είχαν χωριστεί λειτουργικά και ως εκ τούτου η εκμίσθωση αυτών, ως ενιαίου ακινήτου, θα τους απέφερε μεγαλύτερο μίσθωμα, τα οποία οδηγούν κατά ερμηνεία της βούλησης των διάδικων μερών στο συμπέρασμα ότι αυτοί, παρά το γεγονός ότι οι επιμέρους χώροι των ως άνω ακινήτων του αναιρεσείοντος και του δεύτερου αναιρεσίβλητου εκμισθώθηκαν με ξεχωριστά μισθωτήρια, κατά την αυτή όμως ημεροχρονολογία και με την αυτή διάρκεια και χρόνο λήξης, στη πραγματικότητα είχαν σκοπό την σύναψη μιας ενιαίας και αδιαίρετης κατά χρήση και προορισμό μίσθωσης.
Η προσβαλλόμενη απόφαση παραθέτει με πληρότητα όλα τα περιστατικά, που απαιτούνται για την πλήρωση του πραγματικού των συγκεκριμένων διατάξεων, που εφαρμόστηκαν.
Συνεπώς, οι αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και (κατ' εκτίμηση) 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενοι στο ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου κανόνων των άρθρων 173, 200 του ΑΚ, διαλαμβάνοντας ελλιπείς αιτιολογίες και μη παραθέτοντας πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει αμφιβολία αναφορικά με το ότι συνέτρεξε οποιοσδήποτε λόγος εξ αιτίας του οποίου θα πρέπει να διερευνηθεί και ερμηνευτεί η σχέση του αναιρεσείοντος με τον δεύτερο αναιρεσίβλητο και με βάση αυτή να πρέπει να αναζητηθεί και ερμηνευτεί η δήλωση βουλήσεώς του που περιέχεται στο από 15-6-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, με αποτέλεσμα να στερείται νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά το μέρος δε με το οποίο, με τους ως άνω λόγους αναίρεσης, αμφισβητείται η κρίση του Εφετείου, σχετικά με την ανάγκη ερμηνείας του περιεχομένου της ως άνω σύμβασης μίσθωσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για το αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν κενά ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλόμενων μερών, ως κρίση αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1735/2023, ΑΠ 931/2022, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 97/2019).
Μετά τα παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).
Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την, από 9-3-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 10/9-3-2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 204/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου. Επιβάλλει, σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία, καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου, ο β' αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ