Legislator Case Law & Legislation
1078/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring order in voluntary jurisdiction proceedings due to lack of statutory grounds.

Case Number 1078/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a debt collection fund against a final first-instance judgment ordering debt restructuring for an individual. The appellant argued the lower court ignored relevant facts and miscalculated the property's value, but the court found these grounds inadmissible under the specific voluntary jurisdiction procedure. Consequently, the appeal was rejected because the legal basis for challenging the first-instance decision in this specialized context did not exist.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 560(5), 560(6) of the Code of Civil Procedure; In voluntary jurisdiction proceedings for debt restructuring, appeals based on the omission of relevant facts or errors in value assessment are inadmissible as the specific procedural regime precludes such grounds for review.

Keywords

AI generated
voluntary jurisdiction debt restructuring appeal inadmissibility omission of facts value assessment error special procedure first instance finality

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 560(5) of the Code of Civil Procedure
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 9(2) of Law 3869/2010
Article 28(4) of Law 2579/1998
Article 3(b) of Law 3869/2010
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010
Article 746 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1078 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1078/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 661/Φ3696/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9093/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-7-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 16.7.2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 125/27.7.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η με αρ. 9093/2019 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), κατ' αντιμωλία των διαδίκων. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 23.7.2012 (αριθμ. εκθ. καταθ. 3696/25.7.2012) αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς το ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", ζήτησε την ρύθμιση των χρεών του και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, με σκοπό την απαλλαγή του από τις οφειλές του. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η υπ' αριθμ. 661/Φ3696/2015 απόφαση του ανωτέρω Ειρηνοδικείου που δέχθηκε την αίτηση.

Κατά της απόφασης αυτής ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος και το καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον άσκησαν, αντίστοιχα α) την από 9.9.2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1916/28.9.2015 έφεση και τον με αρ. κατ. 89919/4598/25.9.2018 πρόσθετο αυτής λόγο) και β) την από 5.10.2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 2037/6.10.2015) έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Επ'αυτών εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 9093/2019 απόφαση του άνω Δικαστηρίου που απέρριψε τις εφέσεις. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών υποβλήθηκε στις 23.7.2012, ήτοι πριν την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015 ], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 Ν. 4161/2013 (ΦΕΚ Α' 143/14-6-2013) και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ορίζεται ότι "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές...το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη".

Επίσης, με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι: "Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών, κατά την κρίση του, ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του, για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1460/2019, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 735/2019, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 52/2019).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη περιουσία σημαίνει, ότι είναι δεκτική εκποίησης κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απολήψεως αναλόγου ανταλλάγματος, δηλαδή ότι μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό. Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται, ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών.

Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περίπτωσης και πρέπει να κριθεί από το δικαστήριο, ότι είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη κατ' αρχάς το εισόδημα του οφειλέτη.

Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 735/2019, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017).

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 951/2015). Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Συνεπώς, η εξόφληση των πιστωτών, δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση των πιστωτών γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Και τούτο γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτό ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 1164/2021, ΑΠ 844/2020, ΑΠ 1379/2019).

Περαιτέρω, το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ορίζει ότι "...εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών...ορίζεται εκκαθαριστής". Ακολούθως με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε, μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ. 1 Ν. 4161/2013 που ισχύει από 14-6-2013 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος. Η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή, σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος και χωρίς ανατοκισμό.

Οι απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο ικανοποιούνται προνομιακά από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο. Για τον προσδιορισμό της περιόδου τοκοχρεολυτικής εξόφλησης της οριζόμενης συνολικής οφειλής λαμβάνεται υπόψη η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη.

Η περίοδος πάντως αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα είκοσι έτη, εκτός αν η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη ήταν μεγαλύτερη των είκοσι ετών, οπότε ο Ειρηνοδίκης δύναται να προσδιορίσει μεγαλύτερη διάρκεια, η οποία πάντως δεν υπερβαίνει τα τριάντα πέντε έτη".

Από τη σαφή έννοια της ανωτέρω διάταξης συνάγεται ότι η εξαίρεση της βεβαρημένης κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται κατ` αρχάς από την ανάγκη προστασίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του τεθειμένου δικαίου), η οποία έχει διαρραγεί, λόγω του μεγάλου αριθμού ιδιωτών οφειλετών στο κοινωνικό πεδίο των συμβατικών εννόμων σχέσεων προς πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και ειδικά, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε έκαστο υπερχρεωμένο κοινωνό (φυσικό πρόσωπο), να αποτελέσει εκ νέου δυναμικό παράγοντα της οικονομικής - συναλλακτικής κοινωνίας.

Εκπορεύεται, όμως, ειδικότερα και από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, που ανάγεται και σε προστασία ως κοινωνικού αγαθού συνταγματικά προστατευμένου ως τέτοιου, κατ` άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης. Από τη γραμματική και μόνο διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του εν λόγω νόμου, όπως ίσχυε κατά την άνω 2η έκδοση αυτού, συνάγεται ευθέως ότι το ποσό των απαιτήσεων που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας κατ' ανώτατο ύψος και όχι κατά κατώτατο (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 120/2020).

Με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 παρέχεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να υποβάλει πρόταση στο Δικαστήριο για να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από την εκποίηση. Όταν υπάρχει αίτημα εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας η εξόφληση των χρεών του οφειλέτη γίνεται με συνδυασμένες καταβολές στα πλαίσια των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010.

Προηγούνται οι καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 και ακολουθούν οι καταβολές του άρθρου 9 παρ. 2 και το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει τον ανωτέρω συνδυασμό μηνιαίων καταβολών, με παράλληλη εφαρμογή τους, την οποία δεν μπορεί να παρακάμψει. Κατά τον προσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών του οφειλέτη προηγείται ο προσδιορισμός του ποσού, που χρειάζεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του αιτούντος και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του και στην απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να προσδιορίζεται τέτοιο ποσό και κατόπιν να καθορίζεται το ύψος των μηνιαίων καταβολών.

Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 9 παρ. 2 δεν έχει ως αποτέλεσμα τον αυτόματο καθορισμό των μηνιαίων καταβολών από την πλευρά του οφειλέτη και του συνολικού χρονικού διαστήματος αυτών. Παρεμβάλλεται αναγκαίως το Δικαστήριο, το οποίο θα διαπιστώσει τη συνδρομή των όρων του νόμου και θα καθορίσει το ύψος και τη διάρκεια των καταβολών.

Η επιβαλλόμενη στον οφειλέτη με τη δικαστική απόφαση πρόσθετη υποχρέωση μπορεί να προβλέπει και "περίοδο χάριτος", δηλαδή χρονική συνήθως αρχική περίοδο, κατά την οποία ο οφειλέτης δεν καταβάλει κανένα ποσό οφειλής στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου. Πάντως για τη χορήγηση περιόδου χάριτος δεν απαιτείται οπωσδήποτε αίτημα του οφειλέτη.

Η διάρκεια της χάριτος δεν προβλέπεται στο νόμο, αλλά αφήνεται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου και θεωρείται σκόπιμο να χορηγείται στον οφειλέτη περίοδος χάριτος τόσης διάρκειας, ώστε ο οφειλέτης να μπορεί να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις, τόσο του άρθρου 8 παρ. 2 του νόμου, όσο και τις υποχρεώσεις με βάση το άρθρο 9 παρ. 2 του νόμου και να μην επιβαρύνεται συγχρόνως με καταβολές και από τις δύο πηγές.

Από το όλο πνεύμα της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 προκύπτει, ότι εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου η εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο και όχι δυνητική, ενώ αντιθέτως, η περίοδος χάριτος εναπόκειται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 632/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (30.06.2020), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔικ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, λόγω της εφαρμογής του ανακριτικού συστήματος, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, το οποίο καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις και ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 425/2022, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015), δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδάφιο α' του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 996/2023, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 686/2021, ΑΠ 257/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 9093/2019 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εφεσίβλητος υπέβαλε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 23-7-2012 αίτησή του για ρύθμιση της οφειλής του προς το εκκαλούν Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η οποία, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 165.461 €, που αναλύεται σε κεφάλαιο 85.102,71 € και τόκους 80.341,25 € (πληρωτέους μέχρι τη λήξη του δανείου), από το 1/112476 στεγαστικό δάνειο (αρχικό κεφάλαιο 99.000 €, λήξης στις 31.12.2039 και συνολικής οφειλής κατά τη λήξη ύψους 178.342,32 €, η δε μηνιαία δόση εξυπηρέτησης του δανείου ανερχόταν στο παρακρατούμενο από το μισθό του εφεσιβλήτου ποσό των 494,11 €), που συνομολογήθηκε στις 13.7.2009.

Για την εξασφάλιση αποπληρωμής του δανείου έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης επί του αναφερόμενου στην αίτηση ακινήτου του εφεσιβλήτου, που αποτελεί την κύρια κατοικία του (διαμερίσματος εμβαδού 79,50 τ.μ. του δεύτερου ορόφου οικοδομής επί της ... Ο εφεσίβλητος, ηλικίας 52 ετών σήμερα, άγαμος χωρίς τέκνα, είναι καθηγητής μέσης εκπαίδευσης (θεολόγος), πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη τύπου I και είναι ινσουλινοεξαρτώμενος (η ινσουλίνη του χορηγείται δωρεάν).

Διαμένει με τη συνταξιούχο μητέρα του Σ. Μ., στο προαναφερόμενο διαμέρισμα, που ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στην ίδια, αντικειμενικής αξίας 55.093,50 €, ενώ δεν διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία, καθώς ήταν ψιλός κύριος ενός διαμερίσματος εμβαδού 42 τ.μ. του τρίτου ορόφου οικοδομής στου Ζωγράφου Αττικής, έτους κατασκευής 1981 (επικαρπώτρια ήταν η μητέρα του), το οποίο μεταβίβασε λόγω πώλησης το 2010 έναντι τιμήματος 42.025,50 €, (ο ίδιος εισέπραξε από το τίμημα 36.000 €) και αποπλήρωσε με αυτό οφειλή του προς την Τράπεζα Πειραιώς ύψους 15.261,15 €, οφειλή προς την ΑΛΦΑ Τράπεζα ύψους 3.150,48 €, και μέρος της οφειλής του προς το εκκαλούν, καταβάλλοντας σ' αυτό το ποσό των 13.579,02 €.

Σχετικά δε με τη διαχρονική εξέλιξη των εισοδημάτων του εφεσιβλήτου, όπως προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα από αυτόν εκκαθαριστικά σημειώματα της ΔΟΥ και τις βεβαιώσεις αποδοχών του, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Το έτος 2008 το μηνιαίο του εισόδημα ανερχόταν σε 1.450 € (αφαιρουμένου του ποσού του φόρου), το έτος 2009 σε 1.490 €, το έτος 2010 σε 1.421 €, το έτος 2011 σε 1.244 €, το έτος 2012 σε 1.027 € και το έτος 2013 σε 995 €.

Επισημαίνεται ότι στα ως άνω ποσά συμπεριλαμβάνονται τα παρακρατηθέντα από το μισθό του πρώτου εφεσιβλήτου χρηματικά ποσά για την εξόφληση του δανείου, που έλαβε από το εκκαλούν ΤΠΔ (494,11 € μηνιαίως).

Συνεπώς, το εισόδημά του δεν επαρκεί για την εξυπηρέτηση των δανείων του, αλλά και την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις μη προσβαλλόμενες με λόγο έφεσης παραδοχές του, καθώς προκειμένου να καλυφθούν οι δαπάνες διαβίωσής του (διατροφή προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις πάσχοντος από σακχαρώδη διαβήτη, ένδυση, υπόδηση, λειτουργικά έξοδα κατοικίας, υπηρεσίες υγείας με την επισήμανση ότι απαιτείται γι' αυτές μεγαλύτερη δαπάνη λόγω της πάθησής του, εστίαση, απόλαυση διαρκών αγαθών, καταναλωτικές δαπάνες, μετακινήσεις, δαπάνες ψυχαγωγίας - αναψυχής) και να εξασφαλιστεί σ' αυτόν ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, απαιτείται περίπου το ποσό των 800 € μηνιαίως (βλ.

και τον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων δαπανών διαβίωσης, επιμεριζόμενων σε 4 κατηγορίες, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, στην ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή www.efpolis.gr, που στηρίχθηκε στην Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής). Το εκκαλούν με το μοναδικό πρόσθετο λόγο της έφεσής του ισχυρίζεται ότι ο πρώτος εφεσίβλητος περιήλθε από δόλο σε αδυναμία πληρωμής των χρεών του προς αυτό, επικαλούμενο ότι προέβη στη συνομολόγηση του δανείου του, ύψους 99.000 €, το έτος 2009, αν και γνώριζε ότι το εισόδημά του δεν επαρκεί για την?εξυπηρέτησή του και ειδικότερα ότι ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει σ' αυτό (ΤΠΔ) από το έτος 2009 και εφεξής το ποσό των 494,11 € μηνιαίως ως δόση αποπληρωμής του, αν και το κατά το χρόνο συνομολόγησης του δανείου και ευλόγως αναμενόμενο στο μέλλον εισόδημά του δεν επαρκούσε για την αποπληρωμή του και την κάλυψη των βιοτικών του αναγκών.

Η ως άνω ένσταση, που προβάλλεται με τρόπο ορισμένο και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 1 § 1 Ν. 3869/2010, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς ο εφεσίβλητος το έτος 2009, όταν συνομολόγησε το στεγαστικό δάνειο από το εκκαλούν ΤΠΔ, είχε μηνιαίο εισόδημα ύψους 1.490 €, με συνέπεια το εισόδημά του να επαρκεί για την αποπληρωμή του δανείου του και την κάλυψη των βιοτικών του αναγκών.

Πέραν των ανωτέρω, μέχρι το 2009 το μηνιαίο του εισόδημα αυξανόταν σταθερά, όπως καταδείχθηκε παραπάνω (οι δημόσιοι υπάλληλοι λάμβαναν μέχρι το 2010 αυξήσεις στο μισθό τους κάθε έτος), με συνέπεια κατά το χρόνο λήψης του δανείου από το ΤΠΔ, εφόσον μάλιστα, κατά τα προαναφερόμενα, εξόφλησε και τα χρέη του προς την Τράπεζα Πειραιώς και την ΑΛΦΑ Τράπεζα, να προσδοκά εύλογα ότι, ενόψει και της αναμενόμενης αύξησης των μελλοντικών εισοδημάτων του, θα μπορεί να εξυπηρετεί και στο μέλλον τις δανειακές του υποχρεώσεις, η δε μείωση των εισοδημάτων του από το 2011 και εφεξής δεν ήταν προβλεπτή το έτος 2009.

Συνεπώς, ο εφεσίβλητος περιήλθε χωρίς δόλο σε αδυναμία εξυπηρέτησης του δανείου του προς το εκκαλούν, παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν με τον πρόσθετο λόγο της έφεσής του, και ως εκ τούτου συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του χρέους του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, όπως έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, οι επιμέρους προβλέψεις της οποίας για την υλοποίηση της ρύθμισης, κατά τα άρθρα 8§2 και 9§2 Ν. 3869/2010, δεν προσβάλλονται με ειδικό λόγο έφεσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η από 5-10-2015 έφεση του εκκαλούντος ΤΠΔ να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του χρέους του αναιρεσιβλήτου στη ρύθμιση του Ν.3869/2010.

Ήδη το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, υποστηρίζει ότι το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, και δη αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι του δόλου του αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας του για την πληρωμή των χρεών του, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση και ειδικότερα δεν διέλαβε αυτή:

α) τα καθαρά εισοδήματα του αιτούντος κατά τον χρόνο ανάληψης όλων των δανειακών του υποχρεώσεων, β) την εξέλιξη των εισοδημάτων του από την λήψη του δανείου μέχρι την συζήτηση της αίτησης στον πρώτο και δεύτερο βαθμό γ) το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεών του, δ) την συμβολή της μητέρας του στα κοινά έξοδα της κατοικίας τους, δεδομένου ότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι αυτή λαμβάνει σύνταξη και διαμένει στο ίδιο διαμέρισμα με τον αιτούντα, και δ) τον τρόπο προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας της προς διάσωση κύριας κατοικίας του για την εφαρμογή του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010.

Σύμφωνα με τις άνω παρατιθέμενες παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αναιρεσιβλήτου στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, διότι αυτός, κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων δεν επιδίωξε την περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμών, αλλά ούτε ότι προέβλεψε και αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτού του αποτελέσματος και ότι παρά ταύτα συνέχισε την ίδια μη συνετή συμπεριφορά δανειολήπτη, διέλαβε πλήρη και σαφή αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη περιέλευσης αυτού από δόλο (άμεσο ή ενδεχόμενο) σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων.

Πιο συγκεκριμένα, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο με επαρκή και σαφή αιτιολογία προσδιορίζει αναλυτικά 1) το ύψος των δανειακών συμβάσεων που ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 165.461 €, (κεφάλαιο 85.102,71 € και τόκους 80.341,25 €) με αρχικό κεφάλαιο 99.000 €, λήξης στις 31.12.2039 και συνολικής οφειλής κατά τη λήξη ύψους 178.342,32 €, 2) την ηλικία του και το εισόδημά του ως καθηγητή μέσης εκπαιδεύσεως (θεολόγου) από το έτος 2008 έως το έτος 2013, το οποίο μειώθηκε σημαντικά (ενδεικτικά, σύμφωνα με τις παραδοχές, το έτος 2008 ανερχόταν σε 1.450 ευρώ μηνιαίως και το έτος 2013 σε 995 ευρώ, η δε αίτηση κατατέθηκε την 23.7.2012), 3) το ύψος των βιοτικών αναγκών του για αξιοπρεπή διαβίωση, που επαρκώς προσδιόρισε ρητά σε 800 ευρώ, 5) ότι ο αιτών οφειλέτης δεν προσδοκά πλέον την άμεση βελτίωση των εισοδημάτων του λόγω της οικονομικής κρίσης, 6) ότι κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων, τις οποίες τότε του επέτρεπαν οι οικονομικές του δυνατότητες, υπολόγιζε καλόπιστα, με βάση τα υψηλότερα τότε εισοδήματά του, ότι θα δύναται να εξυπηρετήσει τις οφειλές του, όπως συνέβαινε έως το έτος 2012, δια της παρακρατήσεως από τον μισθό του, ποσού 494,11 ευρώ μηνιαίως, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στο ανωτέρω εκάστοτε μηνιαίο εισόδημά του, οπότε και άρχισε η αδυναμία κάλυψης των βιοτικών του αναγκών, και τέλος 7) ότι αντικειμενικά δεν μπορούσε να προβλέψει την μείωση των εισοδημάτων του από το έτος 2011 και εφεξής, ούτε να αποτρέψει τη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, στην οποία περιήλθε μετά τη σημαντική συρρίκνωση του εισοδήματός του σε σχέση με το διαρκώς αυξανόμενο ύψος των απαιτήσεων των πιστωτριών τραπεζών, λόγω της συνεχούς τοκοφορίας και του αυξανόμενου κόστους διαβίωσης, προκειμένου δε να αποπληρώσει και τις λοιπές δανειακές του υποχρεώσεις μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα επί του περιγραφόμενου ως άνω ακινήτου λόγω πώλησης το έτος 2010 έναντι εισπραχθέντος από αυτόν τιμήματος 36.000 € με το οποίο αποπλήρωσε οφειλή του ύψους 15.261,15 € προς την Τράπεζα Πειραιώς, οφειλή του 3.150,48 €, προς την ΑΛΦΑ Τράπεζα και μέρος της οφειλής του προς το αναιρεσείον, καταβάλλοντας σ' αυτό το ποσό των 13.579,02 €.

Τα περιστατικά αυτά, που το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε, ώστε να μην καταγνωστεί σε βάρος του αναιρεσιβλήτου δανειολήπτη - αιτούντος δολιότητα κατά τη σύναψη των δανειακών του υποχρεώσεων.

Σημειώνεται ακόμη ότι οι δαπάνες διαβίωσης που αναλύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αφορούν τον ίδιο τον αιτούντα και όχι την μητέρα του, η οποία λαμβάνει σύνταξη και δεν κρίθηκε ως προστατευόμενο μέλος. Οι παραδοχές αυτές στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που έχει νόμιμη βάση, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και αιτιολογούν πλήρως το πραγματικό των εφαρμοστέων πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου και συνεπώς ο πρώτος αναιρετικός λόγος που αποδίδει εκ του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω, όσον αφορά την προβαλλόμενη με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αιτίαση από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν παραδεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, καθόσον δεν εκτίθεται ποια πράγματα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης προτάθηκαν και δεν έλαβε υπόψη το Δικαστήριο, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, καθόσον, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως στην ένδικη περίπτωση, λόγω της εφαρμογής του ανακριτικού συστήματος, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδάφιο α' του άρθρου 560 εδ.α' του ΚΠολΔ.

Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το Ν. 4336/2015, διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες προέβη στον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του αιτούντος, στο ποσό των 55.093,50 ευρώ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον το Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του συνοπτικές, πλην όμως, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή αυτής.

Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείται η αναφορά των εγγράφων (εκκαθαριστικών ΕΝΦΙΑ, φύλλου υπολογισμού αντικειμενικής αξίας από συμβολαιογράφο, ή, εν ελλείψει αυτών, συγκριτικών στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη), από τα οποία να προκύπτει η αντικειμενική αξία του ακινήτου, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ πλημμέλεια πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ'άρθρο 28 παρ.4 Ν.2579/1998 (ΑΠ 897/2020, ΑΠ 1150/2019). Τέλος, διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.

β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 16.7.2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 125/27.7.2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9093/2019 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτης αποχωρησάσης καθώς και της

αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο

β'αρχαιότερος Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ