Legislator Case Law & Legislation
1075/2015 AI generated

Supreme Court annuls appeal court decision for procedural error regarding statute of limitations in public land compensation annulment. Appeal dismissed as inadmissible due to untimely filing. Court remands case for proper adjudication.

Case Number 1075/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the appeal court's decision for violating Article 559(14) of the Code of Civil Procedure by accepting an appeal filed after the statutory one-month deadline. The appellant argued that superior force extended the limitation period, but the lower court failed to verify this fact or the specific date of its removal. Consequently, the Supreme Court ordered the annulment, remanded the case to the first-instance court for a new decision on the admissibility of the annulment action.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal filed after the statutory limitation period is inadmissible unless superior force is proven, and the lower court must verify the removal of such force before accepting the appeal.

Keywords

AI generated
statute of limitations public land compensation annulment action superior force procedural error remand for trial inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 115 of the Law on Public Property Management dated 11/12/1929
Articles 152(1), 153, 154, and 155 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1075 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1075/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Δ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Ιωαννίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 339/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 314/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 18-4-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 29-4-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 Ν. 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 Ν. 5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 20 Α.Ν. 1540/1938, 10 Α.Ν. 1919/1939, 2 Α.Ν. 1925/1951 όπως η παράγραφος 2 αυτού αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 § 4 Α.Ν. 263/1968 "σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων, βεβαιώνεται με πρωτόκολλο αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση.

Η αποζημίωση ορίζεται, κατά κρίση αγαθού ανδρός, με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εκείνος σε βάρος του οποίου εκδόθηκε το πρωτόκολλο αποζημιώσεως δικαιούται να ασκήσει ανακοπή εντός μηνός από της κοινοποιήσεως σε αυτόν του πρωτοκόλλου ενώπιον, σύμφωνα με το άρθρο 3 § § 1, 2 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 1 εδ.

ε’ , στ’ και 4 του Εις. Ν.Κ.Πολ.Δ., του Μονομελούς Πρωτοδικείου, το οποίο δικάζει κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (Α.Π. 1163/2013, Α.Π. 950/2009). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 152 παρ. 1, 153, 154 και 155 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο διάδικος ο οποίος από ανώτερη βία ή δόλο του αντιδίκου του δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία, άρα και την κατά το άρθρο 10 του α.ν. 1919/1939 δικονομική μηνιαία προθεσμία άσκησης ανακοπής κατά πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση και κάρπωση δημοσίου κτήματος, μπορεί με οποιοδήποτε κοινοποιούμενο στον αντίδικο δικόγραφο ή με τις προτάσεις του ή με αυτοτελές δικόγραφο το οποίο κατατίθεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την άσκηση της αγωγής και κοινοποιείται στον αντίδικο, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, προκειμένου να κριθεί με δικαστική απόφαση, ότι η εκπρόθεσμη διαδικαστική πράξη έχει τις έννομες συνέπειες που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη.

Η αίτηση επαναφοράς ασκείται μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την άρση του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή από τη γνώση του δόλου του αντιδίκου του. Ως ανώτερη βία νοείται το παρακωλυτικό της τήρησης της προθεσμίας γεγονός που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης.

Στην αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων, αν ο διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία λόγω ανώτερης βίας, πρέπει, μεταξύ των άλλων στοιχείων, να αναφέρονται και οι λόγοι για τους οποίους δεν κατέστη δυνατό να τηρηθεί η προθεσμία και τα αποδεικτικά μέσα για την εξακρίβωση της αλήθειάς τους. Ειδικότερα, πρέπει να αναφέρονται στην αίτηση τα γεγονότα εξαιτίας των οποίων παρεμποδίσθηκε η εμπρόθεσμη άσκηση της διαδικαστικής πράξεως καθώς και εκείνα που ανέτρεψαν το εμπόδιο, ιδίως δε ο χρόνος άρσεως της ανώτερης βίας, ώστε να προκύπτει αμέσως αν η αίτηση υποβάλλεται εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 153 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.950/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα δικόγραφα και έγγραφα, με το υπ’ αριθ. …29-1-2003 πρωτόκολλο του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας του νομού Ηλείας, καθορίσθηκε σε βάρος του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου αποζημίωση αυθαίρετης χρήσεως δημοσίου κτήματος και ειδικότερα για παράνομη λήψη αδρανών υλικών από τον ποταμό ..., από 15.540 ευρώ.

Το εν λόγω πρωτόκολλο κοινοποιήθηκε στον ανακόπτοντα την 26-2-2003, αυτός δε, άσκησε την κρινομένη ανακοπή μετά την πάροδο της ως άνω προθεσμίας του ενός μηνός, όπως ο μήνας ορίζεται από το άρθρο 145 § 2 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή όχι μέχρι την 26-3-2003, αλλά την 28-3-2003, αντίγραφο δε εκείνης επεδόθη αυθημερόν στον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας.

Για τον λόγο αυτό, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας, με την υπ’ αριθ. 339/2007 απόφασή του απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη. Ακολούθως, ο ανακόπτων άσκησε κατά της ανωτέρω αποφάσεως την με ημερομηνία καταθέσεως 24-4-2008 έφεση, με την οποία για πρώτη φορά ισχυρίσθηκε, ότι η απώλεια της μηνιαίας προθεσμίας για την άσκηση εμπρόθεσμης ανακοπής οφείλεται σε υπαιτιότητα της Κτηματικής Υπηρεσίας και ειδικότερα στο γεγονός ότι μαζί με το επιδοθέν σε αυτόν πρωτόκολλο καθορισμού αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσεως του επεδόθη και έγγραφο της Υπηρεσίας αυτής με το οποίο τον ενημέρωνε, ότι μπορούσε να ασκήσει ανακοπή όχι εντός μηνός, αλλά "μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίησή του" και εζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός, κρινόμενος ως αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση προκειμένου η ανακοπή να θεωρηθεί ως ασκηθείσα εμπροθέσμως, είναι αόριστος, επειδή ο εκκαλών εν όψει του γεγονότος ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε για πρώτη φορά πέντε (5) έτη μετά από την επίδοση σε αυτόν του πρωτοκόλλου και του συνημμένου εγγράφου της Κτηματικής Υπηρεσίας, δεν ανέφερε στην έφεσή του τα γεγονότα τα οποία ανέτρεψαν το εμπόδιο και ιδίως τον χρόνο άρσεως της ανωτέρας βίας, ώστε να προκύπτει αμέσως αν η αίτηση υποβάλλεται εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 153 Κ.Πολ.Δ., λαμβανομένου μάλιστα υπ’ όψη ότι η ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου ασκήθηκε δύο μόλις ημέρες μετά από την πάροδο της οριζομένης από τον νόμο μηνιαίας προθεσμίας προς άσκησή της.

Το Εφετείο έκρινε, ότι στην έφεση περιέχεται αίτημα για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και αντί να το απορρίψει ως αόριστο (απαράδεκτο) εν όψει της κατά τα άνω ελλείψεως, το δέχθηκε κατ’ ουσίαν, χωρίς να προσδιορίσει και το Εφετείο τον χρόνο άρσεως της ανωτέρας βίας, ώστε να προκύπτει αν η αίτηση υπεβλήθη εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 153 Κ.Πολ.Δ., δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία η ανακοπή είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), κράτησε και δίκασε την ανακοπή, την δέχθηκε κατ’ ουσίαν εν μέρει και μεταρρύθμισε το πρωτόκολλο.

Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. και ο μοναδικός, από το άρθρο αυτό λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Από το άρθρο 580 § 3 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, προκύπτει, ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για όποιον δήποτε άλλον λόγο, εκτός από τους αναφερομένους στις παραγράφους 1 και 2 του ιδίου άρθρου (υπέρβαση δικαιοδοσίας και αναρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δηλαδή όταν δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως, αλλά υπολείπεται μόνον η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο, να εξαφανισθεί η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, να δικασθεί και να απορριφθεί η έφεση κατ’ ουσίαν. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 314/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Δικάζον την έφεση κατά της υπ’ αριθ. 339/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας.

Απορρίπτει την έφεση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Αυγούστου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ