Supreme Court allows appeal against peace court ruling on wage garnishment for debt repayment under Greek law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal filed by a debt collection fund against a final peace court judgment regarding wage garnishment. The fund argued the lower court violated statutory provisions by failing to order continued deductions from the employee's monthly salary for the debt amount. The court ruled that the first and third grounds of the appeal were admissible and sufficient to overturn the lower court's decision, rendering further examination unnecessary.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8 and 9 of Law 3869/2010; Article 11 of Law 3869/2010: The Supreme Court allows an appeal when the lower court fails to order continued wage garnishment for debt repayment, establishing that such procedural omission violates the statutory framework for debt collection.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1072 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1072/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ο. Τ. του Α., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" (πρώην "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", καθολικής διαδόχου της "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ") και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της δημόσιας εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Δελδήμο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.
Της προσθέτως υπέρ της "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "INTRUM HELLAS ΑΕΔΑΔΠ" (πρώην "ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας και πληρεξούσιας των απαιτήσεων των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "PIRAEUS SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φλώρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-2014 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πύργου.
Εκδόθηκε η 14/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πύργου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-2-2022 αίτησή του, η δε προσθέτως παρεμβαίνουσα με το από 14-7-2023 δικόγραφό της ζητεί τα εις αυτό αναφερόμενα.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον, η 1η των αναιρεσιβλήτων και η προσθέτως παρεμβαίνουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 1004/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 1294/2022, Α.Π. 904/2022, Α.Π. 1544/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη, από 21-2-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1/21-2-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 14/2018 ήδη τελεσίδικης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πύργου, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αριθμό πινακίου 42, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. ...-2022, ...-2022 και ...-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ε. Α., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νομίμως το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ανδριανής Κατσαρού, πληρεξουσίας αυτού (αναιρεσείοντος), το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επίδοση στους αρμοδίους για παραλαβή, υπαλλήλους της δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον το επισπεύδον τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείον και η πρώτη των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, αφού οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες τραπεζικές εταιρείες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.
Η κρινόμενη, από 21-2-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1/21-2-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 14/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πύργου, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του Κ.Πολ.Δ., με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρ. 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1 σε συνδ.
με 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ. και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπροθέσμως. Ειδικότερα, από την προσβαλλόμενη πρωτόδικη, υπ' αριθμ. 14/2018, απόφαση του Ειρηνοδικείου Πύργου, η οποία επιτρεπτώς επισκοπείται (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ), για την έρευνα του δικονομικού ζητήματος της τελεσιδικίας της, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση αναιρέσεως, προκύπτει ότι η πιο πάνω απόφαση δημοσιεύθηκε στις 22-2-2018.
Επίδοση της αποφάσεως αυτής δεν προκύπτει (στην αίτηση αναιρέσεως αναφέρεται ότι η απόφαση αυτή δεν επιδόθηκε). Η αίτηση δε, για την αναίρεση της πιο πάνω αποφάσεως, ασκήθηκε στις 21-2-2022, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1/2022 έκθεση καταθέσεως δικογράφου αναιρέσεως της Γραμματέως του ως άνω Δικαστηρίου, αφού είχε παρέλθει, η καταχρηστική προθεσμία ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του ηττηθέντος καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντος, των δύο (2) ετών από της δημοσιεύσεώς της, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 518 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε μετά τη δημοσίευση του πιο πάνω νόμου.
Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως, πριν την πάροδο τεσσάρων (4) ετών από την δημοσίευσή της, σύμφωνα με τα άρθρα 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., (όπως ισχύουν για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015) (Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 460/2022, Α.Π. 810/2018, Α.Π. 793/2014) είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από τη διάταξη του άρθρου 80 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει, σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη, πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναιρέσεως, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις, που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του Δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται, διαμένουν στην Ελλάδα, εκτός εάν ζητήθηκε και διατάχθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 150 του Κ.Πολ.Δ., σύντμηση της προθεσμίας, οπότε η κοινοποίηση της προσθέτου παρεμβάσεως γίνεται στον ορισθέντα, ελάσσονα των 60 ημερών προ της δικασίμου, χρόνο (Ολ.
Α.Π. 1/2023, Α.Π. 1750/2023, Α.Π. 1102/2022, Α.Π. 1736/2017). Έννομο συμφέρον για την άσκηση της προσθέτου παρεμβάσεως υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία εις βάρος του νομικής υποχρεώσεως, που, είτε απειλούνται από την δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ιδίας διατάξεως του άρθρου 80 του Κ.Πολ.Δ., νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (Ολ.
Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 3/2021, Ολ. Α.Π. 17/2004, Α.Π. 1750/2023, Α.Π. 1102/2022, Α.Π. 1329/2017, Α.Π. 611/2013). Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του Κ.Πολ.Δ., αν η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου, που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της προσθέτου παρεμβάσεως ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της αποφάσεως, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της ασκήσεως αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως παρέχεται, όχι λόγω της πιθανής εκδηλώσεως δυσμενών ενεργειών της αποφάσεως εις βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της αποφάσεως. Η ασκούμενη, κατά το άρθρο 83 του Κ.Πολ.Δ., αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με τον διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς, όμως, να έχει στην διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικώς στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (Α.Π. 1750/2023, Α.Π. 1102/2022, Α.Π. 404/2018, Α.Π. 1731/2011, Α.Π. 1485/2006, Α.Π. 91/2005).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός, που κατέστη διάδοχος του διαδίκου, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ' αυτού, κατά το άρθρο 325 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1750/2023, Α.Π. 1102/2022, Α.Π. 368/2019, Α.Π. 404/2018, Α.Π. 1564/2017, Α.Π. 1731/2011).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του Ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων...", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω Ν. 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α' 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης".
Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.", με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 14-7-2023 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο αναιρεσείον και στις αναιρεσίβλητες (βλ.
τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα, υπ' αριθμ. ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Φ. Σ. και υπ' αριθμ. ...-2023 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πατρών, με έδρα το Πρωτοδικείο Ηλείας, Μ. - Α. Ζ.), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" και της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας, με την επωνυμία "Piraeus SNF Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 του Κ.Πολ.Δ.).
Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει αδειοδοτηθεί νομίμως και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχειρίσεως απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 326/17-9-2019 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, των οποίων οι οφειλές έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την τράπεζα, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποιήσεως αξιώσεων, δυνάμει της από 12-9-2019 συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 και, ειδικότερα, στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο 10, με αριθμό 271 και με αριθμό Πρωτοκόλλου 237/16-9-2019, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "Piraeus SNF Designated Activity Company", ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού, που έχει συσταθεί νομίμως και λειτουργεί με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας, η οποία, ακολούθως, δυνάμει της από 12-9-2019 συμβάσεως αναθέσεως διαχειρίσεως απαιτήσεων, ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003.
Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων και οι απαιτήσεις της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τις συμβάσεις που συνήψε με την ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατά τα άρθρα 80 και 83 του Κ.Πολ.Δ., με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικασθεί με την αίτηση αναιρέσεως (άρθρα 246 και 573 του Κ.Πολ.Δ).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με τη διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πύργου, την από 5-3-2014 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 80/21-3-2014) αίτησή της, με την οποία, επικαλούμενη ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους καθών η αίτησή της, ήτοι το ήδη αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και τις αναιρεσίβλητες τραπεζικές εταιρείες, με τις επωνυμίες "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών της προς τους ως άνω πιστωτές της, κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 14/2018, ήδη τελεσίδικη, απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης προσδιορίζοντας μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές της επί εξήντα (60) μήνες, αρχής γενομένης από το μήνα μετά την δημοσίευση της αποφάσεως, συνολικού ποσού 250 ευρώ, συμμέτρως κατανεμόμενου, εκ των οποίων στο αναιρεσείον "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" ύψους 80,70 ευρώ, στην δεύτερη αναιρεσίβλητη ύψους 43,04 ευρώ και στην τρίτη αναιρεσίβλητη ύψους 126,26 ευρώ, από συμβάσεις καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της και καθόρισε, για την διάσωσή της το καταβλητέο από αυτήν συνολικό ποσό σε 55.301,40 ευρώ, σε μηνιαίες δόσεις και για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών, με ισόποσες μηνιαίες καταβολές των 230,42 ευρώ συμμέτρως προς τους πρώτη και τρίτο των καθών η αίτηση, έναντι της προς ρύθμιση αρχικής κύριας οφειλής της αναιρεσίβλητης προς το Τ.Π.Κ.Δ., από σύμβαση ενυπόθηκου στεγαστικού δανείου, ύψους 67.063,23 ευρώ.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της υπ' αριθμ. 80/21-3-2014 αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πύργου, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ιδίου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής".
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με τον Ν. 4336/2015), "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές ... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη.
Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ' όψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρ. 16 παρ. 2 ν. 4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".
Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και την στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, ασχέτως αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενεστέρως, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται, κατά βάση, με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα, που ορίζονται από το Δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, από το ένα μέρος, τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και, ιδίως, από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) εγγάμου συμβιώσεως και, από το άλλο μέρος, οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψη, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.
Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας.
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 66/2023, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018). Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του) (Α.Π. 144/2023, Α.Π. 1678/2022, Α.Π. 552/2020).
Εξάλλου, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου τον αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός, που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει, όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντιθέτως, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 677/2010).
Κατά συνέπεια, δόλο συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και, τελικώς, το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, αδικοπραξία.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή, του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς τουλάχιστον στο βαθμό, που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος, που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 778/2022, Α.Π. 400/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών, που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 550/2023, Α.Π. 1164/2022, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 515/2018, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 335/2020, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1, άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη από 21-2-2022 αίτηση αναιρέσεως, "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών και: α) έστω και συνοπτικώς (Ολ. Α.Π. Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του Δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια, επιπλέον, περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.
Α.Π. 20/2005). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψη διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.
Α.Π. 9/2016, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1913/2022, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 1162/2022).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι στερείται νομίμου βάσεως στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της απαιτούμενης από τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 γενικής αδυναμίας της αιτούσας - οφειλέτριας να εξυπηρετεί τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως υπαγωγής της στο ως άνω νόμο για το λόγο ότι δεν αναφέρει τα αναγκαία στοιχεία για τον προσδιορισμό της τότε υφιστάμενης ρευστότητάς της (αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) και, συγκεκριμένα, δεν αναφέρει: 1) το χρονικό σημείο συνομολογήσεως των δανείων, 2) τα ακριβή και καθαρά ατομικά εισοδήματά της κατά το χρόνο αναλήψεως όλων των δανειακών υποχρεώσεων της, 3) την εξέλιξη των εισοδημάτων της από το χρόνο δανεισμού έως το χρόνο της συζητήσεως της αιτήσεώς της και 4) το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεών της για την εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων με συνέπεια την παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010.
Το Ειρηνοδικείο Πύργου με την πληττόμενη, υπ' αριθμ. 14/2018, απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο : "Η αιτούσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) είναι ηλικίας ... ετών σήμερα.
Είναι έγγαμη με τον Δ. Τ. και από το γάμο τους έχουν αποκτήσει ένα τέκνο, τον Π. Τ., ο οποίος συμπληρώνει τα δεκαοκτώ (...) έτη την 02-04-2018. Η αιτούσα είναι δημόσιος υπάλληλος και συγκεκριμένα διοικητική υπάλληλος στο Γενικό Νοσοκομείο ... και οι καθαρές αποδοχές της εκ της εργασίας της ανέρχονται σήμερα στο ποσό των 972,64 ευρώ περίπου (βλ.
προσκομιζόμενες βεβαιώσεις αποδοχών). Ο σύζυγος της απούσας διατηρεί από το έτος 1997 μέχρι σήμερα στο Κατάκολο Ηλείας καφετέρια σνακ-μπαρ (βλ. σχετ. έγγραφο της Περιφερειακής Διεύθυνσης Ηλείας). Από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 2002 (χρήση 2001), 2003 (χρήση 2002), 2007 (χρήση 2006), 2011 (χρήση 2010), 2012 (χρήση 2011), 2014 (χρήση 2013) και των φορολογικών ετών 2014 και 2016, προκύπτει ότι τα εισοδήματα της απούσας έβαιναν ανοδικά μέχρι το έτος 2011 και ανέρχονταν ετησίως στο ποσό των 16.471,90 ευρώ περίπου, ενώ από το έτος 2013 έως το 2016 μειώθηκαν δραματικά και ανέρχονται σήμερα στο ποσό των 11.664 ευρώ περίπου.
Τα εισοδήματα δε του συζύγου της κατά τα ως άνω εκκαθαριστικά σημειώματα ανήλθαν το 2006 στο ποσό των 62.405,88 ευρώ (οικ. έτος 2007), όμως κατά τα έτη που ακολούθησαν εμφάνισαν ραγδαία πτώση, 9.999,98 ευρώ το 2010, 820,31 ευρώ το 2011, τεκμαρτά εισοδήματα το 2013, 2.992,66 ευρώ το 2014 και το 2016 ανέρχονταν ετησίως στο ποσό των 11.695,26 ευρώ.
Ως προς την ακίνητη περιουσία της, η απούσα έχει στην πλήρη κυριότητά της, μία οριζόντια ιδιοκτησία-διαμέρισμα, επιφάνειας 114,00 τ.μ, τρίτου (3ου) ορόφου πολυκατοικίας κτισμένης στη συνοικία "..." της πόλεως του ... και επί της παρόδου ... όπου φέρει τον αριθμό ..., έτους κατασκευής του 2002 (βλ. οχετ. το Ε9 της απούσας), την οποία η απούσα απέκτησε δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2002 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Πύργου Μ.-Ι.
Κ., νόμιμα μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πύργου στον τόμο ... με αριθμό ... Το διαμέρισμα αυτό αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας, την εξαίρεση από την εκποίηση του οποίου ζητά η αιτούσα, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, και η αντικειμενική αξία του ανέρχεται στο ποσό των 69.126,75 ευρώ, όπως αποδεικνύεται από το από 19-04-2017 φύλλο υπολογισμού αξίας κατοικίας σε οικόπεδο εντός σχεδίου της Συμβολαιογράφου Πύργου Μ.-Ι.
Κ. Όπως δε αποδεικνύεται από το με αριθμό ... πιστοποιητικό βαρών του Υποθηκοφύλακα Πύργου, επί της κύριας κατοικίας της απούσας, έχει εγγραφεί, την 03-06-2002, προσημείωση υποθήκης προς εξασφάλιση της απαίτησης του τρίτου των καθ' ων, εκ στεγαστικού δανείου, και την 14-01-2003 έχει εγγράφει δεύτερη σε τάξη προσημείωση υποθήκης προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της πρώην ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", όπως η καθολική διάδοχος αυτής "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε" και πρώτη των καθ' ων παρίσταται στην παρούσα δίκη.
Ο δε σύζυγος της απούσας έχει στην κυριότητά του ένα αγροτεμάχιο επιφάνειας 4.000 τ.μ. (βλ. σχετ. Ε9 συζύγου), στη θέση ... Ως προς την κινητή της περιουσία η αιτούσα, έχει στην πλήρη κυριότητά της ένα Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ..., μάρκας BMW, τύπου 1 SERIES, με ημερομηνία πρώτης αδείας κυκλοφορίας την 31- 01-2006, 1596 κ.ε, το οποίο η αιτούσα χρησιμοποιεί για την μετακίνηση στην εργασία της και η αξία του οποίου δεν υπερβαίνει τα 6.500 ευρώ.
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους η αιτούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, ήτοι: Α) από την "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", όπως στις απαιτήσεις αυτές την διαδέχθηκε ως καθολική διάδοχος η πρώτη των καθ' ων μετέχουσα "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", α) οφειλή απορρέουσα από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου με αριθμό λογαριασμού ...
κατά την από ...-2016 αναλυτική κατάσταση οφειλών και ... κατά την από ...-2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών, η οποία ανέρχεται κατά την από ...-2016 αναλυτική κατάσταση οφειλών στο ποσό των 15.483,50 ευρώ, που αναλύεται σε κεφάλαιο 15.052,13 ευρώ, τόκους 386,37 ευρώ και έξοδα 0,00 ευρώ μείον 428,40 ευρώ από καταβολές της απούσας έως 19-03-2014, ήτοι συνολικά στο ποσό των 15.010,10 ευρώ, στην οποία η αιτούσα ενέχεται ως οφειλέτης και η οποία είναι εξασφαλισμένη με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί της κύριας κατοικίας της απούσας, β) οφειλή απορρέουσα από την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση στεγαστικού δανείου με αριθμό λογαριασμού ... κατά την από ...-2016 αναλυτική κατάσταση οφειλών και ... κατά την από ...-2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών, η οποία ανέρχεται κατά την από ...-2016 αναλυτική κατάσταση οφειλών στο ποσό των 23.674,09 ευρώ, που αναλύεται σε κεφάλαιο 22.766,46 ευρώ, τόκους 476,76 ευρώ και έξοδα 430,87 ευρώ μείον 676,96 ευρώ από καταβολές της απούσας έως 11-04-2014, ήτοι συνολικά στο ποσό των 22.997,13 ευρώ στην οποία η απούσα ενέχεται ως οφειλέτης και η οποία είναι εξασφαλισμένη με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί της κύριας κατοικίας της αιτούσας, Β) από την "MARFIN EGNATIA BANK" και την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ", όπως στις απαιτήσεις αυτές τις διαδέχθηκε ως ειδική διάδοχος η δεύτερη των καθ' ων μετέχουσα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε", α) οφειλή απορρέουσα από την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου μετά της πρόσθετης πράξης αυτής με αριθμό ... καταρτισθείσας την 31-05-2010 (βλ. σχετικά προσκομιζόμενη σύμβαση της MARFIN EGNATIA BANK και πρόσθετη πράξη), η οποία ανέρχεται κατά την από 20-11-2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών στο ποσό των 96.708,76 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 2.872,07 ευρώ αποτελούν δεδουλευμένους τόκους, στην οποία η αιτούσα ενέχεται ως εγγυήτρια με οφειλέτη τον σύζυγό της και η οποία δεν είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη, και β) οφειλή απορρέουσα από την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση καταναλωτικού δανείου (βλ. σχετ. την προσκομιζόμενη σύμβαση δανείου της Τράπεζας Κύπρου) με αριθμό ταυτοποίησης της απαίτησης ... κατά την από 10-03-2016 αναλυτική κατάσταση οφειλών της δεύτερη των καθ' ων, η οποία ανέρχεται, κατά την αναλυτική κατάσταση αυτή, στο ποσό των 14.063,35 ευρώ, που αναλύεται σε κεφάλαιο 12.677,05 ευρώ, τόκους 1.040,60 ευρώ και τόκους υπερημερίας 345,70 ευρώ, στην οποία η αιτούσα ενέχεται ως εγγυήτρια με οφειλέτη τον σύζυγό της και η οποία είναι εξασφαλισμένη με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο ως άνω αναφερόμενο αγροτεμάχιο που ανήκει κατά κυριότητα στον σύζυγο της αιτούσας Δ.
Τ., και Γ) από το τρίτο των καθ' ων μετέχον Ν.Π.Δ.Δ "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", οφειλή απορρέουσα από την με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση δανείου, η οποία ανέρχεται, κατά την από 12-04-2017 αναλυτική κατάσταση οφειλών, στο ποσό των 67.063,23 ευρώ (59.750,19€ ανεξόφλητο κεφάλαιο συν 7.313,04€ οφειλή κατόπιν καταβολής 210,67€ δυνάμει της από 01-09-2014 προσωρινής διαταγής), στην οποία η αιτούσα ενέχεται ως οφειλέτης και η οποία είναι εξασφαλισμένη με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί της κύριας κατοικίας της αιτούσας.
Όπως και ανωτέρω ελέχθη, τα εισοδήματα της αιτούσας έβαιναν ανοδικά μέχρι το έτος 2011 και ανέρχονταν ετησίως στο ποσό των 16.471,90 ευρώ περίπου, ενώ από το έτος 2013 έως το 2016 μειώθηκαν δραματικά και ανέρχονται σήμερα στο ποσό των 11.664 ευρώ περίπου. Τα εισοδήματα δε του συζύγου της κατά τα ως άνω εκκαθαριστικά σημειώματα ανήλθαν το 2006 στο ποσό των 62.405,88 ευρώ (οικ.
έτος 2007), όμως κατά τα έτη που ακολούθησαν εμφάνισαν ραγδαία πτώση, 9.999,98 ευρώ το 2010, 820,31 ευρώ το 2011, τεκμαρτά εισοδήματα το 2013, 2.992,66 ευρώ το 2014 και το 2016 ανέρχονταν ετησίως στο ποσό των 11.695,26 ευρώ, γεγονός από το οποίο αποδεικνύεται ότι η επιχείρηση-καφετέρια του συζύγου της αιτούσας δεν έχει σταθερά εισοδήματα και κάποια έτη μάλιστα από το έτος 2010 και έπειτα δεν απέφερε καν κέρδος, ενώ το έτος 2006 τα εισοδήματά του από αυτή ανήλθαν στο ποσό των 62.405,88 ευρώ.
Περαιτέρω αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες συμβάσεις δανείων της αιτούσας ότι αυτές καταρτίσθηκαν από το έτος 2002 έως το έτος 2008, έτη κατά τα οποία τα οικογενειακά εισοδήματα της απούσας ανέρχονταν, κατά τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα, σε ποσό 2.417,00 ευρώ περίπου το οικονομικό έτος 2003 (χρήση 2002), σε ποσό 6.467,43 ευρώ περίπου το οικονομικό έτος 2007 (χρήση 2006) και σε ποσό 2.324,83 ευρώ περίπου το οικονομικό έτος 2011 (χρήση 2010).
Από τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με τις μηνιαίες δόσεις της απούσας που κατέβαλε για την αποπληρωμή των δανείων της, όπως αυτές προκύπτουν από τις αναλυτικές καταστάσεις οφειλών της, προκύπτει ότι η απούσα, εκ του εισοδήματός της, είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει, κατά το χρόνο ανάληψης των επίδικων δανείων, τις μηνιαίες δόσεις για την αποπληρωμή των δανείων στα οποία είναι οφειλέτης και ο σύζυγός της, είχε επίσης την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει προς την δεύτερη των καθ' ων τη μηνιαία δόση για τα ανωτέρω δάνεια στα οποία είναι οφειλέτης με εγγυήτρια την απούσα.
Όμως η απούσα, εν συνεχεία, δεν δύνατο να προβλέψει, ούτε την μείωση του μισθού της ένεκα της οικονομικής κρίσης που έπληξε την χώρα, ούτε την ζημία της επιχείρησης του συζύγου της, η οποία υφίστατο εν ενεργεία από το έτος 1997. Σήμερα τα εισοδήματα της απούσας, ανέρχονται μηνιαίως στο ποσό των 972,64 ευρώ, τα δε εισοδήματα του συζύγου της, δεν είναι σταθερά και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, κυμαίνονται μηνιαίως από μηδενικά έως 916,66 ευρώ περίπου, ενώ ο τελευταίος έχει σημαντικές οφειλές προς την Δ.Ο.Υ ..., όπως αποδεικνύεται από τις εκτυπώσεις της ηλεκτρονικής σελίδας TAXISNET, που προσκομίζει η αιτούσα.
Συνεπώς, από όλα τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι η απούσα σήμερα, δεν έχει πλέον την οικονομική δυνατότητα να εξυπηρετήσει τον δανεισμό της, λόγω μείωσης του μισθού της και ζημίας της επιχείρησης του συζύγου της, γεγονότα τα οποία δεν ήταν δυνατό να προβλέψει κατά τη συνομολόγηση των επίδικων δανείων, επομένως, έχει περιέλθει άνευ υπαιτιότητάς της σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ενστάσεων των καθ' ων.
Όπως η απούσα εκθέτει, τα έξοδα διαβίωσης της οικογένειάς της ανέρχονται στο ποσό των 1040 ευρώ περίπου, ποσό το οποίο είναι εύλογο και ανάλογο με τα στοιχεία Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών που διενεργείται ετησίως από την ΕΛ.ΣΤΑΤ, κατά την οποία το κόστος της στοιχειώδους διαβίωσης δύο ενηλίκων με ένα τέκνο ανέρχεται στο ποσό των 1.126,00 ευρώ μηνιαίως.
Επομένως, λαμβανομένης υπόψη και της συμμετοχής του συζύγου της στις οικογενειακές δαπάνες, αφού διατηρεί ακόμα την ως άνω ατομική του επιχείρηση και δεδομένου ότι τα εισοδήματα αυτού δεν είναι σταθερά και περαιτέρω, δεδομένου ότι έχει ήδη αποβιώσει ο πατέρας της αιτούσας, την 02-03-2017 (βλ. σχετ. ληξιαρχική πράξη θανάτου), ο οποίος την συνέδραμε στην καταβολή των 500,00 ευρώ μηνιαίως προς τους πιστωτές της κατά τα οριζόμενα στην από 01-09-2014 προσωρινή διαταγή επί της κρινόμενης αιτήσεως, κρίνεται ότι η αιτούσα δύναται να διαθέσει πλέον μηνιαίως το ποσό των 250,00 προς τους πιστωτές της προς ρύθμιση των ένδικων οφειλών της.
Συνεπώς, κατά τα ανωτέρω, συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα αυτές των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2. Επομένως, η ρύθμιση των οφειλών της θα γίνει με μηνιαίες καταβολές απευθείας προς τους πιστωτές της επί πενταετία (60 μήνες) που θα αρχίζουν τον επόμενο μήνα από την δημοσίευση της παρούσας απόφασης, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 3869/2010, όπως η τελευταία συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του Ν. 4161/2013. Όσον αφορά στο ειδικότερο περιεχόμενο τη ρύθμισης αυτής, το προς διάθεση στους πιστωτές της ποσό πρέπει να ορισθεί στα 250,00 ευρώ μηνιαίως, λαμβανομένων υπόψη των εισοδημάτων της και των δαπανών για την κάλυψη των βασικών βιοτικών της αναγκών, οι οποίες προσδιορίζονται ανωτέρω. Όμως στην ως άνω πενταετή ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, πρέπει να συνυπολογισθούν τόσο ως προς το χρόνο, όσο και ως προς το ποσό τους οι μηνιαίες καταβολές, σύμφωνα τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3869/2010, οι δόσεις προς τους καθ' ων, στις οποίες προέβη η αιτούσα δυνάμει της από 01-09-2014 προσωρινής διαταγής του Δικαστηρίου τούτου.
Συγκεκριμένα, μετά από τον συνυπολογισμό του χρόνου των είκοσι εννέα (29) μηνών κατά τους οποίους η αιτούσα κατέβαλε προς τους μετέχοντες πιστωτές τις δόσεις όπως αυτές περιγράφονται στην ως άνω προσωρινή διαταγή, ο χρόνος της οριστικής ρύθμισής της περιορίζεται σε δύο (2) έτη και επτά (7) μήνες, ήτοι συνολικώς σε 31 μήνες (βλ. σχετ. αποδεικτικά καταβολών μετά την έκδοση της από 01-09-2014 προσωρινής διαταγής του Δικαστηρίου τούτου).
Περαιτέρω, ως προς τις οφειλές της αιτούσας, πρέπει από το συνολικό ως άνω ποσό αυτών να αφαιρεθούν τα ποσά που κατέβαλε μετά την έκδοση της ανωτέρω προσωρινής διαταγής.
Συνεπώς η αιτούσα οφείλει, Α) προς την πρώτη μετέχουσα, εκ του ανωτέρω δανείου υπό στοιχείο α) το συνολικό ποσό των 14.122,70 ευρώ [15.010,10€ συνολικό ποσό οφειλών μείον 887,40€ (30,60€ επί 29 μήνες) συνολικό ποσό καταβολών στο οποίο προέβη η αιτούσα από το Νοέμβριο του 2014 έως το Μάρτιο του 2017 και εκ του ανωτέρω δανείου υπό στοιχείο β) το συνολικό ποσό των 21.636,45 ευρώ [22.997,13€ συνολικό ποσό οφειλών μείον 1.360,68€ (46,92€ επί 29 μήνες) συνολικό ποσό καταβολών στο οποίο προέβη η αιτούσα από το Νοέμβριο του 2014 έως το Μάρτιο του 2017], Β) προς την δεύτερη μετέχουσα, εκ του ανωτέρω δανείου υπό στοιχείο α) το συνολικό ποσό των 91.150,33 ευρώ [96.708,76€ συνολικό ποσό οφειλών μείον 5.558,43€ (191,67€ επί 29 μήνες) συνολικό ποσό καταβολών στο οποίο προέβη η αιτούσα από το Νοέμβριο του 2014 έως το Μάρτιο του 2017] και εκ του ανωτέρω δανείου υπό στοιχείο β) το συνολικό ποσό των 13.769,86 ευρώ [14.663,35€ συνολικό ποσό οφειλών μείον 893,49€ (30,81€ επί 29 μήνες) συνολικό ποσό καταβολών στο οποίο προέβη η αιτούσα από το Νοέμβριο του 2014 έως το Μάρτιο του 2017] και Γ) ως προς το τρίτο των καθ' ων η αιτούσα οφείλει το προαναφερθέν ποσό των 67.063,23 ευρώ, όπως αυτό έχει υπολογισθεί στην από 12-04-2017 αναλυτική κατάσταση οφειλών, κατόπιν αφαίρεσης των μηνιαίων καταβολών της αιτούσας ποσού 210,67€ δυνάμει της από 01-09-2014 προσωρινής διαταγής.
Επομένως, η αιτούσα θα πρέπει να καταβάλει μηνιαίως και συμμέτρως προς τους καθ' ων, το ανωτέρω ποσό των 250,00 ευρώ, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών και επτά (7) μηνών, ήτοι για 31 μήνες, που ξεκινά από τον μήνα που έπεται της δημοσίευσης της παρούσας, ήτοι από τον Απρίλιο του 2018 έως και τον Οκτώβριο του 2020 και συγκεκριμένα Α) στην πρώτη των καθ' ων το ποσό των 17,00 ευρώ και 26,04 ευρώ αντίστοιχα για τα ανωτέρω δάνεια υπό στοιχεία α και β, Β) στην δεύτερη των καθ' ων το ποσό των 109,69 ευρώ και των 16,57 ευρώ αντίστοιχα για τα ανωτέρω δάνεια υπό στοιχεία α και β και Γ) στο τρίτο των καθ' ων, το ποσό των 80,70 ευρώ.
Στο τέλος του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, η αιτούσα θα έχει καταβάλει Α) στην πρώτη μετέχουσα το ποσό των 526,86 ευρώ και θα απομένει υπόλοιπο 13.595,84 ευρώ (14.122,70€ - 526,86€) για το ανωτέρω δάνειο υπό στοιχείο α και το ποσό των 807,16 ευρώ και θα απομένει υπόλοιπο 20.829,29 ευρώ (21.636,45€ - 807,16€) για το ανωτέρω δάνειο υπό στοιχείο β, Β) στην δεύτερη μετέχουσα, το ποσό των 3.400,43 ευρώ και θα απομένει υπόλοιπο 90.805,90 ευρώ (91.150,33€ - 3.400,43€) για το ανωτέρω δάνειο υπό στοιχείο α και το ποσό των 513,70 ευρώ και θα απομένει υπόλοιπο 13.256,16 ευρώ (13.769,86€ - 513,70€) για το ανωτέρω δάνειο υπό στοιχείο β και Γ) στο τρίτο μετέχον το ποσό των 2.501,85 ευρώ και θα απομένει υπόλοιπο 64.561,38 ευρώ (67.063,23€- 2.501,85€).
Ως προς το ανωτέρω περιγραφόμενο Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο της αιτούσας, κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η εκποίησή του κατ' άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, διότι λόγω της παλαιότητάς του (12 ετών) και του μειωμένου αγοραστικού ενδιαφέροντος, λόγω της οικονομικής κρίσης, στην αγορά αυτοκινήτων, η εκποίησή του δεν θα αποφέρει αξιόλογο τίμημα προς ικανοποίηση των δανειστών, η δε αιτούσα το χρησιμοποιεί για να μεταβαίνει στην εργασία της και για τις ανάγκες της οικογένειάς της.
Περαιτέρω, για την ικανοποίηση του ως άνω αναφερομένου υπολοίπου των οφειλών της αιτούσας, οι ανωτέρω ορισθείσες καταβολές θα συνδυαστούν με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 ρύθμιση, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το Ν. 4161/2013 καθώς δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτών της και προβάλλεται σχετικό αίτημα από την αιτούσα για εξαίρεση της κύριας κατοικίας της από την ρευστοποίηση, η οποία της ανήκει κατά πλήρη κυριότητα. Η αντικειμενική αξία του ανωτέρω ακινήτου της αιτούσας ανέρχεται στο ποσό των 69.126,75 ευρώ και δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας για έγγαμο με ένα ανήλικο τέκνο, προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος. Το δε 80% αυτής ανέρχεται στο ποσό των 55.301,40 ευρώ. Με βάση λοιπόν τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, εφόσον τα υπόλοιπα των χρεών του οφειλέτη, μετά τις καταβολές της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 του ιδίου Νόμου, υπερβαίνουν το ποσό του 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του, το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση, επιβάλλοντάς του πρόσθετο χρέος για την εξόφληση αυτών των οφειλών του, ίσο με το ποσό αυτό του 80%, απαλλασσομένου του υπολοίπου των χρεών με την τήρηση της ρύθμισης και κατόπιν νέας αιτήσεως του οφειλέτη ώστε να διαπιστωθεί η τήρηση και να επέλθει η απαλλαγή ...
Στην προκειμένη περίπτωση, το υπόλοιπο των οφειλών της αιτούσας, μετά τις καταβολές των δόσεων της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 3869/2010, θα ανέρχεται όπως εκτέθηκε ανωτέρω, οπότε και θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για την διάσωση της κύριας κατοικίας της, με τις οποίες θα ορισθεί να καταβάλλει συνολικά ποσό ίσο με το 80% της αντικειμενικής αξίας της ως άνω κύριας κατοικίας της, δηλαδή το ποσό των 55.301,40 ευρώ (69.126,75 αντικειμενική αξία X 80%), στο οποίο εξαντλείται και η υποχρέωσή της.
Ο δε χρόνος εξόφλησης του ποσού αυτού, λαμβάνοντας υπόψη του ύψους της οφειλής, της οικονομικής δυνατότητας της αιτούσας και της ηλικίας της, πρέπει να οριστεί σε είκοσι (20) έτη, ήτοι διακόσιους σαράντα (240) μήνες. Έτσι η μηνιαία δόση που θα καταβάλλει η αιτούσα κατά την ως άνω ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 230,42 ευρώ, δηλαδή 55.301,40 ευρώ διά 240 μήνες (20 έτη X 12 μήνες/έτος = 240 μήνες).
Παράλληλα, θα πρέπει να χορηγηθεί στην αιτούσα περίοδος χάριτος δύο (2) ετών και επτά (7) μηνών, ήτοι 31 μηνών, ώστε να μη συμπέσει η τελευταία αυτή ρύθμιση με την πιο πάνω ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2 ν. 3869/2010, και να επιβαρυνθεί η αιτούσα με δύο μηνιαίες δόσεις με κίνδυνο να φανεί ασυνεπής στις υποχρεώσεις της.
Η καταβολή, ούτως, των δόσεων για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας, θα ξεκινήσει από τον μήνα Νοέμβριο του 2020 θα έχει διάρκεια είκοσι (20) ετών (240 μηνιαίες δόσεις) και θα γίνεται εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Από τις καταβολές αυτές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της θα ικανοποιηθούν συμμέτρως οι απαιτήσεις της πρώτης και του τρίτου των καθ' ων, που είναι εξοπλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια, ήτοι με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί της κύριας κατοικίας της αιτούσας και μέχρι του ποσού των 55.301,40 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας της αιτούσας, στο οποίο εξαντλείται η υποχρέωσή της.
Το υπόλοιπο των απαιτήσεων αυτών, καθώς και οι λοιπές απαιτήσεις των υπολοίπων μετεχουσών στην παρούσα δίκη, δεν μπορούν να ικανοποιηθούν, γιατί δεν μπορεί από το νόμο να επιβληθεί άλλη υποχρέωση στην αιτούσα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Ειρηνοδικείο Πύργου, που δίκασε επί της αιτήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης - αιτούσας, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση της τελευταίας και, αφενός μεν, ρύθμισε τα χρέη της προσδιορίζοντας μηνιαίες καταβολές προς τις πιστώτριες, όπως ακριβώς αναφέρεται στο σκεπτικό αυτής, αφετέρου δε, εξαίρεσε της εκποιήσεως την κύρια κατοικία αυτής και επέβαλε σε αυτήν την υποχρέωση να καταβάλει, για την διάσωση αυτής το ποσό των 55.301,40 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της.
Κρίνοντας, όμως, έτσι το ως άνω Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικώς με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών των χρεών της πρώτης αναιρεσίβλητης, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Και τούτο, διότι, δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης - αιτούσας για την εξυπηρέτηση των δανείων και καρτών της, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων της (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της, ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωσή της, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως προεκτέθηκε, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (Α.Π. 1.784/2023, Α.Π. 144/2023, Α.Π. 1913/2022, Α.Π. 166/2022, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 1208/2017), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παραλλήλως, για την μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν η πρώτη αναιρεσίβλητη - οφειλέτρια μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 ή αν, αντιθέτως, τα εισοδήματά της δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψεως.
Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο δεν προσδιορίζει το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης για την εξυπηρέτηση των δανείων και καρτών της, με επακόλουθο να μην δικαιολογείται η κρίση του, για το ότι αυτή έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών της.
Συνεπώς, ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες είτε μη γνήσιες) εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ' άρθρο 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 1913/2022, Α.Π. 166/2022, Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 438/2019, Α.Π. 636/2017).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3689/2010, όπως αυτή ίσχυε κατά την κατάθεση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πύργου της κρινόμενης από 5-3-2014 αιτήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης και μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 του Ν. 4161/2013: "...2. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας ... Οι απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο ικανοποιούνται προνομιακά από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ο λόγος αναιρέσεως αυτός ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 4/2023, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 1/2021). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ.
α' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με τη μη εφαρμογή της, τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίησή της με τον Ν. 4336/2015, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της αιτήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης στο Ειρηνοδικείο Πύργου (21-3-2014), η οποία προέβλεπε την προνομιακή ικανοποίηση των πιστωτών και, αντιθέτως, εφάρμοσε την μη εφαρμοστέα εν προκειμένω ως άνω διάταξη (του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010), όπως το άρθρο 9 αντικαταστάθηκε με την παρ. 18 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015, με την οποία προβλέφθηκε η σύμμετρη ικανοποίηση των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών.
Ειδικότερα, το αναιρεσείον επικαλείται τα ακόλουθα: Καίτοι η αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πύργου στις 21-3-2014 και, συνεπώς, εμπίπτει στο χρονικό διάστημα μέχρι την ψήφιση του Ν. 4336/2015, κατά το οποίο η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 προέβλεπε την προνομιακή ικανοποίηση των πιστωτών και όχι την σύμμετρη ικανοποίηση των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών, εν τούτοις, το Ειρηνοδικείο Πύργου, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κρίνοντας ότι με τις ορισθείσες καταβολές για την διάσωση της κύριας κατοικίας της πρώτης αναιρεσίβλητης θα ικανοποιηθούν συμμέτρως οι εμπραγμάτως ασφαλισμένες απαιτήσεις της δεύτερης αναιρεσίβλητης πιστώτριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και του αναιρεσείοντος, έσφαλε, διότι μη εφαρμόζοντας τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο καταθέσεως της αιτήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης, την οποία, εκ του λόγου αυτού, έπρεπε να εφαρμόσει και, αντιθέτως, εφαρμόζοντας τη διάταξη αυτή, όπως ίσχυσε μετά την τροποποίησή της με το Ν. 4336/2015, δεν όρισε την προνομιακή ικανοποίηση των πιστωτών της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και παρέβλεψε την αρχή της χρονικής προτεραιότητας και σειρά των εγγεγραμένων, στο προς διάσωση ακίνητο, βαρών, παραβλέποντας την πρώτη τη τάξει εγγραφείσα στις 3-6-2002 από το αναιρεσείον υποθήκη, σχετικά με την απαίτησή του από την καταρτισθείσα με την πρώτη αναιρεσίβλητη σύμβαση στεγαστικού δανείου.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικώς με το ενδιαφέρον εν προκειμένω θέμα της εφαρμογής του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Η καταβολή, ούτως, των δόσεων για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας, θα ξεκινήσει από τον μήνα Νοέμβριο του 2020 θα έχει διάρκεια είκοσι (20) ετών (240 μηνιαίες δόσεις) και θα γίνεται εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Από τις καταβολές αυτές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της θα ικανοποιηθούν συμμέτρως οι απαιτήσεις της πρώτης και του τρίτου των καθ' ων, που είναι εξοπλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια, ήτοι με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί της κύριας κατοικίας της αιτούσας και μέχρι του ποσού των 55.301,40 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας της αιτούσας, στο οποίο εξαντλείται η υποχρέωσή της.
Το υπόλοιπο των απαιτήσεων αυτών, καθώς και οι λοιπές απαιτήσεις των υπολοίπων μετεχουσών στην παρούσα δίκη, δεν μπορούν να ικανοποιηθούν, γιατί δεν μπορεί από το νόμο να επιβληθεί άλλη υποχρέωση στην αιτούσα". Κρίνοντας, έτσι, το δικάσαν Δικαστήριο, εφαρμόζοντας, δηλαδή, τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3689/2010, όπως αυτή ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το Ν. 4336/2015 και όχι πριν από την τροποποίησή του αυτή, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης, εσφαλμένως την εφάρμοσε, με αποτέλεσμα να παραβιάσει ευθέως την ανωτέρω διάταξη καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 1272 και 1300 του Α.Κ.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως. Τέλος, παρέλκει η έρευνα των δευτέρου και τετάρτου των λόγων της αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., αναφορικώς με τις αιτιάσεις ότι το Ειρηνοδικείο Πύργου παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου, με έλλειψη αιτιολογίας, τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 455 επ.
του Α.Κ., 62 του Ν. 2214/1994, 4 παρ. 1, 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, αντιστοίχως, επειδή, όπως ισχυρίζεται, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της και δεν διέταξε την συνέχιση της παρακρατήσεως από τις μηνιαίες αποδοχές της του ποσού, που καθορίσθηκε καταβλητέο σε αυτό (αναιρεσείον) με τη ρύθμιση των άρθρων 8 και 9 του Ν. 3.869/2010 και με την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 3869/201, αντιστοίχως, καθώς η αναιρετική εμβέλεια των πρώτου και τρίτου των λόγων, που έγιναν δεκτοί, καταλαμβάνει και τα ανωτέρω κεφάλαια και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δευτέρου και του τετάρτου αναιρετικού λόγου, που διατυπώνονται με την αίτηση αναιρέσεως και οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα.
Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 930/2021, Α.Π. 1150/2019).
Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 420/2023).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 21-2-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 14/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πύργου, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 14/2018 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Πύργου.
Και Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος Αρεοπαγίτης.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ