Legislator Case Law & Legislation
1065/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of specific factual allegations regarding hospital allowance eligibility.

Case Number 1065/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible and dismissed it against thirteen individuals while ordering the Health Administration to pay court costs. The appellants argued they were entitled to a hospital allowance because they worked continuously in health units, but the court found their appeal vague. The court ruled that the appeal failed to substantiate factual assumptions required to challenge the lower court's finding on their employment status and eligibility.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure; Article 576 paragraph 3, section a of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to substantiate the factual assumptions upon which the appeal rests, rendering the appeal vague and insufficient for judicial review.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague factual allegations substantiation of facts health allowance eligibility court costs award health administration liability procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 3, section a of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 3 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1065 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1065/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Aπριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Μουζουράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του K.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Μ. Ζ. του Π., 2.Ι. Σ. - Κ. του Σ., 3.Ε. Ν. του Θ., 4.Δ. Τ. του Π., 5.Π. Π. του Γ., 6.Φ. Σ. του Α., 7.Γ. Ν. - Ι. του Π., 8.Κ. Κ. του Ε., 9.Π. Κ. του Π., 10.Τ. Α. του Χ., 11.Σ. Ξ. του Π., 12.Κ. Κ. του Σ. και 13. Μ. Α. του Π.. Ο 4ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Κωστούλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 805/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5033/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 14-10-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός τους, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1019/2021, ΑΠ 110/2020).

Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.α' του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β' του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και απολείπεται ή δε μετέχει προσηκόντως της συζήτησης ένας εξ αυτών σε περίπτωση απλής ομοδικίας η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 415/2020, ΑΠ 306/2020).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 306/2020). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 1961/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι αν ο διάδικος παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται δικονομικά απών.

Στην περίπτωση αυτή, αν δεν προκύπτει κλήτευση του μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1923/2022, ΑΠ 446/2020, ΑΠ 1374/2017). Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 14 Οκτωβρίου 2022 με αριθμ.

καταθ. 7902/880/14.10.2022 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "1ης Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.ΠΕ. Αττικής) κατά την ορισθείσα δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (25.4.2023), δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο τέταρτος αναιρεσίβλητος Δ.

Τ., ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτόν δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως υπ' αριθμ. 4477β/11.1.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Πειραιώς Γ.

Π., από την οποία προκύπτει ότι κατόπιν παραγγελίας της Δικηγόρου Αθηνών Αλεξάνδρας Κωστούλα, ως πληρεξουσίας δικηγόρου όλων των αναιρεσίβλητων επιδόθηκε στο αναιρεσείον ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Όμως, ο ως άνω τέταρτος (4ος) αναιρεσίβλητος, δεν αποδεικνύεται ότι είχε χορηγήσει πληρεξουσιότητα στην ως άνω δικηγόρο, που υπέγραψε, για λογαριασμό όλων των αναιρεσίβλητων, την παραγγελία προς επίδοση της ένδικης αίτησης αναίρεσης προς το αναιρεσείον, να επισπεύσει και για λογαριασμό του τη συζήτηση αυτής, αφού δεν προσκομίζεται έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότηση αυτού προς την ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό προς αυτήν πληρεξούσιο, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτός κλητεύθηκε από το αναιρεσείον, αλλά ούτε και από τους απλούς ομόδικούς του αναιρεσίβλητους, για να παραστεί στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Κατά συνέπεια ακύρως ο ως άνω τέταρτος (4ος) αναιρεσίβλητος επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, δεν προκύπτει κλήτευσή του, προκειμένου να παραστεί κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τον τέταρτο (4ο) αναιρεσίβλητο, καθότι συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν.

Με το άρθρο 11 του διατάγματος της 26.6/10.7.1944 " Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", όπως το εδ. α' αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3514/2006, ορίζεται ότι "Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων.

Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση των μαρτύρων αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών....". Περαιτέρω, με το άρθρο 28 παρ.4 εδ. α` του ν. 2579/1998 (ΦΕΚ Α 31) ορίζεται ότι "Οι διατάξεις των άρθρων 11 του κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών το Δημοσίου" και 22 παρ. 4 του ν. 1868/1989 (ΦΕΚ Α 230), έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.).

Τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος, ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης, ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών".

Εξάλλου με το άρθρο 11 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το ν. 1756/1988, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 130 του ν. 4938/2022, ορίζεται ότι "οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους". Τέλος, με το άρθρο 11 παρ. 2 του του ν. 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α 109) ορίζεται ότι "τα θερινά τμήματα αρχίζουν την 1 Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους".

Από το συνδυασμό ων ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι για το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ αναστέλλονται οι προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων και συνεπώς και της αίτησης αναίρεσης, για το χρονικό διάστημα από 1 Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους (ΑΠ 347/2021, ΑΠ 564/2017, ΑΠ 415/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 23.12.2009 με αριθμ. κατάθ. 253149/6969/24.12.2009 αγωγή σαράντα δύο (42) συνολικά εναγόντων κατά του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφαλίσεων Μισθωτών ΙΚΑ-ΕΤΑΜ", ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αυτοί (ενάγοντες) ισχυρίσθηκαν ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2004 έως 31.12.2009 υπηρετούσαν στο εναγόμενο ως ιατροί με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αμειβόμενοι με βάση τις διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου και ότι ασκούσαν τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντά τους συνεχώς και αδιαλείπτως σε υγειονομικές μονάδες του εναγόμενου, ήτοι σε Νομαρχιακές και Τοπικές Μονάδες Υγείας ΙΚΑ, όπως αντίστοιχα για τον καθένα αναφέρεται στην αγωγή.

Ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους προς το εναγόμενο, αυτό αρνείται να τους καταβάλει το νοσοκομειακό επίδομα που προβλέπεται στο άρθρο 8 παρ. 5 του ν. 3205/2003. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν, μετά από νομότυπο περιορισμό του αιτήματος τους από καταψηφιστικό σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ να καταβάλει σε έκαστο από αυτούς το ποσό των 11.775 ευρώ που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 1.10.2006 έως 31.12.2009 και να αναγνωριστεί ότι οφείλει να καταβάλει σε έκαστον από αυτούς το ποσό των 7.920 ευρώ που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 1.1.2004 έως 30.9.2006 με το νόμιμο τόκο, εξαιτίας του μη συνυπολογισμού του νοσοκομειακού επιδόματος στις αποδοχές τους, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, με βάση την αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται στο άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος και της αρχής της ίσης μεταχείρισης που προβλέπεται από το άρθρο 22 του Συντάγματος, να αναγνωρισθεί επίσης ότι είναι δικαιούχοι του ως άνω επιδόματος και να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να τους καταβάλει το νοσοκομειακό επίδομα από 1.1.2010 και εφεξής.

Κατόπιν ματαίωσης της συζήτησης της αγωγής η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την από 6.12.2012 με αριθμ. κατάθεσης 205278/5984/20-12-2012 κλήση των καλούντων-εναγόντων κατά του καθού η κλήση ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", ως οιονεί καθολικού διαδόχου του εναγομένου ΝΠΔΔ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ).

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στη δικάσιμο της 9.11.2015, εμφανίσθηκε το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "1ης Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής", με την ιδιότητα του οιονεί καθολικού διαδόχου του καθού η κλήση ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), ως προς τους 1η, 2η, 4η, 11ο, 13ο, 16η, 18ο, 19ο, 20ο 21ο, 25ο και 39η ενάγοντες.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ'αριθμ. 805/2017 οριστική του απόφαση, δικάζοντας ερήμην του Ν.Π.Δ.Δ. "1η Δ.Υ.Π.Ε Αττικής" ως προς τον 8ο ενάγοντα και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων α) κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ως προς τον 29ο ενάγοντα (ως προς τον οποίο έκρινε ότι ανήκει στο μόνιμο προσωπικό του ΙΚΑ και ότι ως εκ τούτου δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων) και απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής ως προς τους 27ο, 33ο, 34ο, 35ο, 37η, 40η, 41ο και 42η ενάγοντες, μη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη (ως προς τους οποίους έκρινε ότι είχαν μεταφερθεί στο ΝΠΔΔ "2η ΔΥΠΕ Πειραιά", που δεν είχε κληθεί από τους καλούντες-ενάγοντες), β) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες ως κατ' ουσία βάσιμη για το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 έως 31.12.2009 (για το χρονικό διάστημα από 1.1.2004 έως 31.12.2004 έκρινε ότι η ένδικη αξίωση έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951), γ) υποχρέωσε το ΝΠΔΔ "Ε.Ο.Π.Υ.Υ"., ως καθολικό διάδοχο του εναγομένου ΝΠΔΔ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) να καταβάλει στον καθένα από τους 3ο, 5ο, 6ο, 7ο, 9η, 10η, 12η, 14η, 15ο, 17ο, 22η, 23η, 24ο, 26ο, 28ο, 30ο, 31η, 32ο, 36ο και 38ο ενάγοντες το ποσό των 11.775 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωσή του να καταβάλει σε έκαστο από αυτούς το ποσό των 5.040 ευρώ με το νόμιμο τόκο, δ) υποχρέωσε το Ν.Π.Δ.Δ. "1η Δ.Υ.ΠΕ.

ΑΤΤΙΚΗΣ", ως καθολικό διάδοχο του ΝΠΔΔ Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (καθολικού διαδόχου του εναγομένου), να καταβάλει στον καθένα από τους 1η, 2η, 4η, 8ο, 11ο, 13ο, 16η, 18ο, 19ο, 20ο 21ο, 25ο και 39η ενάγοντες το ποσό των 11.775 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωσή του να καταβάλει σε έκαστο από αυτούς το ποσό των 5.040 ευρώ, με το νόμιμο τόκο και ε) αναγνώρισε ότι οι ως άνω ενάγοντες είναι δικαιούχοι του νοσοκομειακού επιδόματος και ότι αρχικά εναγόμενο όφειλε να τους εντάξει το επίδομα αυτό στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους από 1.1.2010 και εφεξής, όπως αυτό διαμορφωνόταν κάθε φορά.

Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκαν : α) η από 20.5.2019 με αριθ. κατάθ. 47132/3644/2019 έφεση του εκκαλούντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "1ης Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.ΠΕ. ΑΤΤΙΚΗΣ), β) η από 16.1.2019 με αριθμ. κατάθ. 5534/464/2019 έφεση του εκκαλούντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.).

Επί των ως άνω εφέσεων, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλομένη υπ'αριθμ. 5033/7.12.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία α) έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 20.5.2019 έφεση ως προς τον όγδοο ενάγοντα - τέταρτο εφεσίβλητο και ήδη τέταρτο αναιρεσίβλητο Δ.

Τ. εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το διάδικο αυτόν, κρατήθηκε η υπόθεση, δικάσθηκε η αγωγή ως προς αυτόν και υποχρεώθηκε το Ν.Π.Δ.Δ. 1η Δ.Υ.ΠΕ Αττικής να καταβάλει στον ως άνω ενάγοντα το ποσό των 11.775 ευρώ και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή της να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 5.050 ευρώ με το νόμιμο τόκο, β) έγιναν δεκτές τυπικά και εν μέρει κατ' ουσία αμφότερες οι ως άνω εφέσεις ως προς τους λοιπούς διαδίκους, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση μόνο κατά το μέρος που αναγνώρισε την υποχρέωση των Ν.Π.Δ.Δ. "1η Δ.Υ.ΠΕ Αττικής" και "Ε.Ο.Π.Υ.Υ"., ως καθολικών διαδόχων του αρχικά εναγομένου, να εντάξουν το νοσοκομειακό επίδομα στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων από 1.1.2010 και εφεξής, κρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε η αγωγή κατά το ως άνω αγωγικό αίτημα το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο.

Κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 5033/7.12.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.ΠΕ. Αττικής) άσκησε κατά των 1ης, 2ης, 4ης, 8ου, 11ου, 13ου, 16ης, 18ου, 19ου, 20ου, 21ου, 25ου και 39ης εναγόντων και ήδη 1ης, 2ης, 3ης, 4ου, 5ου, 6ου, 7ης, 8ου, 9ου, 10ου, 11ου, 12ου και 13ης αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, την από 14.10.2022 με αριθμ.

κατάθεσης 7902/880/14.10.2022 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 14.10.2022 εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών (άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ) που αρχίζει από την 16.9.2022, καθότι η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου επιδόθηκε από τους αναιρεσίβλητους στο αναιρεσείον κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών στις 27.7.2022, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 4064Β/27-7-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Γ.

Π., στην οποία (προθεσμία) δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 27.7.2022 έως 15.9.2022, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής, ως προς τους παρισταμένους αναιρεσίβλητους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1040/2022, ΑΠ 485/2022). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 2093/2022, ΑΠ 1733/2022). Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1042/2022, ΑΠ 233/2021, ΑΠ 19/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με το μοναδικό εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιατροί δικαιούνται το νοσοκομειακό επίδομα ευθέως από το νόμο (άρθρο 2παρ.1 β του ν. 3235/2004) παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1β του Συντάγματος, 8 και 10 του ν. 2470/1997, 8 του ν. 3205/2003, 5, 6, 15, 17, 18 του ν. 1397/1983, 5 παρ.1 του ν. 2194/1994, 4, 6, 7 του ν 2716/1999, 1 του ν. 3106/2003, 1 του ν. 3329/2005, 18 παρ.1 εδ α του ν. 2150/1993, 13 παρ.3 περ.δ του ν. 2703/1999, 3 και 5 του π.δ/τος 266/1989, 2 παρ.1 του ν. 3235/2004, 1 επ.

ν. 1204/1972, καθότι οι αναιρεσίβλητοι εργάζονταν το επίδικο χρονικό διάστημα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης σε Νομαρχιακές και Τοπικές Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ, όπου παρέχεται αμιγώς πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και όχι νοσηλευτικό έργο και συνεπώς δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας, ούτε παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες με τους εργαζόμενους στα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ και συνακόλουθα δεν δικαιούνται το νοσοκομειακό επίδομα.

Ο ως άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης, καθό μέρος, ερευνάται ως προς τους παρισταμένους αναιρεσίβλητους, είναι απορριπτέος ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, καθότι διαλαμβάνεται στο οικείο δικόγραφο της αίτησης μόνο το αποδεικτικό της πόρισμα και δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή (αίτηση), όλες οι κρίσιμες επί της ουσίας παραδοχές αυτής (που περιέχονται από το 12ο έως και το 17ο φύλλο αυτής) επί του ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το εν λόγω Εφετείο ως θεμελιωτικά του αποδεικτικού του πορίσματος ότι οι αναιρεσίβλητοι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα υπηρετούσαν συνεχώς και αδιάλειπτα σε Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας και Τοπικές Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ και ήδη Κέντρα Υγείας, όπως μετονομάστηκαν από 18.2.2004, ασκώντας κατά πλήρη και αποκλειστική απασχόληση τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντα και ότι δικαιούνται τη χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος για το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 έως 31.12.2009, αλλά το αναιρεσείον ΝΠΔΔ περιορίζεται στην ανάπτυξη της κατ' αυτό ερμηνείας των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων, βάσει των οποίων, κατά τη εκτίμησή του, οι αναιρεσίβλητοι δεν δικαιούνταν το επίδικο χρονικό διάστημα το επίδομα αυτό.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως προς τους 1η, 2η, 3η, 5ο, 6ο, 7η, 8ο, 9ο, 10ο, 11ο, 12ο και 13η αναιρεσίβλητους. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω παρισταμένων αναιρεσίβλητων που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός τους (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), τα οποία δεν επιβάλλονται μειωμένα, αφού η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ.3 του Ν.3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης, αλλά από πληρεξούσιο δικηγόρο του (ΑΠ 788/2022, ΑΠ 559/2021, ΑΠ 151/2020, ΑΠ 1073/2019) όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς τον 4ο αναιρεσίβλητο Δ. Τ..

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 14 Οκτωβρίου 2022 με αριθμ. καταθ. 7902/880/14.10.2022 αίτηση αναίρεσης ως προς τον 4ο αναιρεσίβλητο.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 5033/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους 1η, 2η, 3η, 5ο, 6ο, 7η, 8ο, 9ο, 10ο, 11ο, 12ο και 13η αναιρεσίβλητους .

Καταδικάζει το αναιρεσείον ΝΠΔΔ στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των 1ης, 2ης, 3ης, 5ου, 6ου, 7ης, 8ου, 9ου, 10ου, 11ου, 12ου και 13ης αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης,

ο αρχαιότερος της σύνθεσης

Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ