Supreme Court allows appeal against default judgment, remanding case for retrial due to procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appellant's challenge regarding the default judgment against the credit union. The court found the lower court erred by requiring additional evidence for the debtor's insolvency beyond what the law mandates. Consequently, the appeal was allowed, and the case was remanded for retrial before a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 580 of the Code of Civil Procedure; Article 1(1)(a) of Law 3869/2010; Article 330 of the Civil Code; Article 27(1) of the Penal Code: The Supreme Court may examine the case ex officio if a party is absent; the lower court erred by demanding extra evidence for insolvency beyond the statutory requirement of subjective intent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1063 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1063/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2015 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-4-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως , δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικο του, είτε από αναγκαίο ομόδικο του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολιπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του.
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β' του ΚΠολΔ (ΑΠ 26/2023, ΑΠ 173/2022, ΑΠ 1487/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, από α) τη με αριθμ. 6880β/24-9-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αιγαίου Κ. Ψ. και β) τις με αριθμ. 4340/24-9-2021, 4332/24-9-2021, 4360/27-9-2021, 4328/24-9-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ε. Α., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", το οποίο και επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 28-4-2020 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 1/1-6-2020, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 18-2-2022, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη Δ.
Κ. και στις δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες, με τις επωνυμίες ..., ...", και ... αντίστοιχα. Η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως , κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο (κατά την οποία οι μεν πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι δε λοιπές δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ,ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ) αναβλήθηκε, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20-10-2023).
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 20-10-2023, οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη ,τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, εφ' όσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη κλήτευσή τους, δεδομένου ότι η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρα 576 παρ. 2, 226 παρ. 4 εδαφ. γ' και δ', 575 εδαφ. β' ΚΠολΔ). Η κρινόμενη από 28-4-2020 και με αριθμ.
έκθ κατάθ. 1/1-6-2020 αίτηση αναιρέσεως του Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", απευθύνεται τόσον κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης οφειλέτριας (που είχε αιτηθεί την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010), όσον και κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης πιστώτριας τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία ...
και κατά των τραπεζικών εταιριών, με τις επωνυμίες ... ... και ....", ως αναγκαίων ομοδίκων του αναιρεσείοντος πιστωτικού ιδρύματος, παραδεκτά, λόγω της φύσης της υπόθεσης, που μπορεί να δημιουργήσει αντιδικία μεταξύ των αναγκαίων ομοδίκων (Ολ. ΑΠ 15/1996, ΑΠ 641/2019) και προσβάλλει την υπ'αριθμ. 36/2018 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό 739 επ.
ΚΠολΔ), ερήμην της τότε πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία ... και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ανωτέρω δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, που δικάστηκε ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.
Έτσι, η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001, ΑΠ 46/2022, ΑΠ 792/2022), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 του ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναιρέσεως, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.
β' περ. β' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998,ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 58/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 805/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. με άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία ... (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης), η οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στη δικάσιμο της 16-3-2018 ενώπιον, του ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, η δε συζήτηση της υπόθεσης έγινε με επίσπευση της εκκαλούσας-αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτή (η απολιπόμενη) παρούσα (άρθρο 764 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Επομένως, ως προς την ανωτέρω αναφερθείσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία (η οποία είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα) και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση (ΑΠ 448/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 208/2020).
Συνακόλουθα, η κρινόμενη από 28-4-2020 και με αριθμ. έκθ κατάθ. 1/1-6-2020 αίτηση αναιρέσεως του Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" κατά της δημοσιευθείσας στις 19-4-2018 απόφασης του δικάσαντος, ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο (άρθρο 553 παρ. 1 σε συνδ.
με άρθρα 741 και 769 ΚΠολΔ), και ως προς την ανωτέρω δεύτερη των αναιρεσιβλήτων. Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 του ΚΠολΔ), δηλαδή εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.
Και ναι μεν η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 19- 4-2018, η δε αναίρεση ασκήθηκε στις 1-6-2020, πλην όμως, δεν είχε συμπληρωθεί κατά τον ως άνω χρόνο (κατάθεσης της αιτήσεως αναιρέσεως) η διετής προθεσμία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 1 εδ. α' του ν. 4690/2020 (Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης), (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία...". Τούτο διότι, η διετής προθεσμία για την άσκηση της ένδικης αναιρέσεως, που άρχισε την 20-4-2018 (επομένη της δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης απόφασης) και έληγε στις 20-4-2020, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3- 2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες), σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 74 παρ. 1 εδ.
α' του ν. 4690/2020, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου (στις 1-6-2020). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).
Από την προσβαλλόμενη με αριθμό 36/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου που δίκασε ως Εφετείο και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η πρώτη αναιρεσίβλητη με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νάξου από 31-12-2015 και με αρ.
καταθ. 88/31-12-2015 αίτησή της απευθυνόμενη κατά του ήδη αναιρεσείοντος και των ήδη αναιρεσιβλήτων ανωνύμων πιστωτριών εταιριών, ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, ρύθμιση των χρεών της με την υπαγωγή της στην διαδικασία του ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλε, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής κατάστασης που παρέθεσε.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αριθμό 34/2017 απόφασή του απέρριψε την αίτηση, δεχθείσα την υποβληθείσα από το δεύτερο των καθ'ών (και ήδη αναιρεσείον) και τις τρίτη και τέταρτη των καθ'ών πιστωτριών εταιριών ένσταση δόλου. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη με την από 14-6-2017 και με αρ.
καταθ.14/14-6- 2017 έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου. Το τελευταίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δίκασε ερήμην της πρώτης των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και παρόντων των λοιπών διαδίκων, δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσης σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως κατ' ουσία βάσιμη, ρύθμισε τα χρέη της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της.
Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το νόμο 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, καθόσον η ένδικη από 31-12- 2015 αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης, περί υπαγωγής της στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νάξου, υποβλήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του, ήτοι στις 31-12-2015], ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 1783/2023,ΑΠ 604/2023, ΑΠ1508/2022,ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 59/2021).
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό, που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 448/2022, ΑΠ 550/2020, ΑΠ208/2020).
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 208/2020).
Επισημαίνεται ότι ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 550/2020 ,ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 426/2019, ΑΠ 1446/2018).
Περαιτέρω, πέραν των όσων έχουν εκτεθεί, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητα του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 448/2022, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 1226/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 31/2009, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
Στην ερευνώμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ και 27 παρ. 1 ΠΚ.
Συγκεκριμένα κατά τις προβαλλόμενες με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, το δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένα αφενός απαίτησε μόνο άμεσο δόλο για την συνδρομή της δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών της υπερχρεωμένης οφειλέτριας (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης), και ειδικότερα απαίτησε εσφαλμένα την υπ' αυτής εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος από το οποίο δανειοδοτήθηκε, με την προσκόμιση πλαστών στοιχείων ή με την απόκρυψη των υποχρεώσεών της, αφετέρου απέκλεισε ταυτόχρονα την συνδρομή της δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών του υπερχρεωμένου οφειλέτη (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) στην περίπτωση του ενδεχόμενου δόλου της, δηλαδή στην περίπτωση κατά την οποία, από την αρχή, ο υπερχρεωμένος οφειλέτης (ήδη 1η αναιρεσίβλητη) αναλαμβάνοντας τα χρέη γνώριζε ότι ενόψει των εισοδημάτων της και των εν γένει αναγκών της δεν θα μπορούσε να τα εξυπηρετήσει, με τις παραπάνω εσφαλμένες δε παραδοχές απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του εφεσιβλήτου (ήδη αναιρεσείοντος) Ν.Π.Δ.Δ. [το οποίο προς απόκρουση της έφεσης της αιτούσης - εκκαλούσας επανέφερε παραδεκτά την πρωτοδίκως προταθείσα ένστασή του περί δόλιας περιέλευσης της τελευταίας σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών].
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται για τις ανάγκες των ερευνώμενων ως άνω αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο αναφορικά με την μη κατάγνωση δόλιας συμπεριφοράς στην 1η αναιρεσίβλητη - αιτούσα και στη συνέχεια για την ουσιαστική παραδοχή της αίτησής της και τη ρύθμιση των χρεών της με για τρία έτη με την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, δέχτηκε τα ακόλουθα: "...Η αιτούσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη)...
γεννηθείσα εν έτει 1965, νυμφευμένη από το έτος 1993 με τον Ν. Κ. του Ι. ... έχει δυο (2) τέκνα, την Α. Κ., γεννηθείσα εν έτει 1995, φοιτήτρια στο Τ.Ε.1 Πειραιώς και την Μ.- Ι. Κ. γεννηθείσα εν έτει 2001, μαθήτρια Λυκείου. Κατοικεί μετά της οικογενείας της σε οικία ιδιοκτησίας της ευρισκόμενη στον Άγιο Αρσένιο Νάξου, στη θέση ..., και συγκεκριμένα σε μια οριζόντια ιδιοκτησία οικοδομής, κειμένης σε τμήμα έκτασης 598 τ.μ.
αγροτεμαχίου καλούμενου ...", συνολικής έκτασης 2392 τ.μ, που περιήλθε στην πλήρη κυριότητα της αιτούσης δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ'αριθμόν 3633/27-5-2005 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της Συμβολαιογράφου Νάξου Αννας Κοντοπίδη. Άλλη ακίνητη περιουσία δεν διαθέτει, ενώ στην πλήρη κυριότητα αυτής ανήκει το με αριθμό κυκλοφορίας ...
επιβατικό Ι.Χ αυτοκίνητο όχημα, έτους πρώτης κυκλοφορίας 1998, μάρκας HYUNDAI κυβικών 1595, το οποίο λαμβανομένων υπ'όψιν του τύπου της παλαιότητάς του και της χαμηλής εμπορική αξίας, δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίηση, διότι δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών της, μετά την αφαίρεση και των εξόδων της σχετικής διαδικασίας.
Επομένως, δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ' άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 εκποίηση του ανωτέρω περιουσιακού στοιχείου ιδιοκτησίας της αιτούσης. Επιπλέον, η προπεριγραφόμενη κατοικία αποτελεί την πρώτη και κύρια κατοικία της αιτούσης και της οικογενείας της, της οποίας την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση αιτείται.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα εργάζεται ως δασκάλα στο δημοτικό σχολείο της Γλινάδου Νάξου, όπου έχει τη θέση της διευθύντριας, ενώ ο μισθός της σήμερα ανέρχεται περί το ποσό των 1.450.00 ευρώ που αποτελεί το μοναδικό εισόδημά της. Ο, δε, σύζυγος της μέχρι το έτος 2005 διατηρούσε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος στη Χώρα Νάξου και έκτοτε εργάζεται ως σερβιτόρος κατά τους θερινούς μήνες εκάστου έτους, ενώ κατά τους χειμερινούς μήνες είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ. ...
σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης, η αιτούσα είχε αναλάβει τα κάτωθι αναφερόμενα χρέη, τα οποία κατά πλάσμα του νόμου θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, με εξαίρεση τις εμπραγμάτως εξασφαλισμένες οφειλές, των οποίων ο εντοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο εκδόσεως της απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 Β. 3869/2010): 1) προς τη ...
από το υπ'αριθμόν ... καταναλωτικό δάνειο, απαίτηση ύψους 23.168,05 ευρώ, 2) προς το Τ.Π.Δ από το υπ'αριθμόν ... επισκευαστικό δάνειο, απαίτηση ύψους 1 1.058,51 ευρώ, 3) προς την Τράπεζα Πειραιώς , από την υπ'αριθμόν ... πιστωτική κάρτα απαίτηση ύψους 11.453,00 ευρώ, 4) προς την Τράπεζα Πειραιώς, από το υπ'αριθμόν ... στεγαστικό δάνειο απαίτηση ύψους 205.426,34 ΕΥΡΩ, 5) προς την Τράπεζα Πειραιώς, από την υπ'αριθμόν ...
πιστωτική κάρτα, απαίτηση ύψους 11.345,87 ευρώ, 6) προς την Τράπεζα Πειραιώς από το υπ'αριθμόν ... καταναλωτικό δάνειο, απαίτηση ύψους 9.450,30 ευρώ, 7) προς την Τράπεζα Πειραιώς, από την υπ'αριθμόν ... πιστωτική κάρτα, απαίτηση ύψους 13.426,60 ευρώ, 8) προς την Τράπεζα Πειραιώς, από την υπ'αριθμόν ... πιστωτική κάρτα, απαίτηση ύψους 14.088,12 ευρώ, 9)προς την ..., από το υπ'αριθμόν ...
καταναλωτικό δάνειο ρύθμισης απαίτηση ύψους 49.930,09 ευρώ, 10) προς την ..., από την υπ'άριθμόν ... πιστωτική κάρτα, απαίτηση ύψους 7.795,06 ευρώ, 12) προς την ... από την υπ'αριθμόν ... πιστωτική κάρτα, απαίτηση ύψους 3.016,97 ευρώ, 13) προς την ..., από το υπ'αριθμόν ... ανοικτό προσωπικό δάνειο, απαίτηση ύψους 33.257,29, 14) προς την ..., από το υπ'αριθμόν 3479981 καταναλωτικό δάνειο, απαίτηση ύψους 22.648,33 ευρώ και 15) προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, από την υπ'αριθμόν ...
σύμβαση δανείου ρύθμισης οφειλών, απαίτηση ύψους 11.897,14 ευρώ.
Συνεπώς, το σύνολο των απαιτήσεων των καθ'ών της αιτούσης ανέρχεται στο ποσό των 436.743,89 ευρώ. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι κατά το οικονομικό έτος 2011 το ατομικό εισόδημα της αιτούσης ανήλθε στο ποσό των 23.309,10 ευρώ, ενώ του συζύγου της στο ποσό των 10.775,46 ευρώ. Κατά το οικονομικό έτος 2012 το ατομικό εισόδημα της αιτούσης ανήλθε στο ποσό των 19.524,60 ευρώ, ενώ του συζύγου της ήταν μηδενικό, κατά το οικονομικό έτος 2013 το ατομικό εισόδημα της αιτούσης ανήλθε στο ποσό των 18.778,14 ευρώ, ενώ του συζύγου της στο ποσό των 3.233,48 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2014 το ατομικό εισόδημα της αιτούσης ανήλθε στο ποσό των 20.288,74 ευρώ, ενώ του συζύγου της στο ποσό των 6.270,31 ευρώ, κατά το φορολογικό έτος 2015 το ατομικό εισόδημα της αιτούσης ανήλθε στο ποσό των 20.525,21 ευρώ, ενώ του συζύγου της στο ποσό των 6.212,22 ευρώ, και τέλος κατά το φορολογικό έτος 2016 το ατομικό εισόδημα της αιτούσης ανήλθε στο ποσό των 20.543,85 ευρώ, ενώ του συζύγου της στο ποσό των 7.034,18 ευρώ.
Μέχρι και το έτος 2010 η αιτούσα είχε αρκετά ικανοποιητικά μηνιαία εισοδήματα από την εργασία της, ενώ από το έτος 2010 και εντεύθεν άρχισαν οι περικοπές στις μηνιαίες αποδοχές της, ο σύζυγος της εργάζεται σε εποχιακή βάση, η μία εκ των θυγατέρων της σπουδάζει στον Πειραιά, οπότε υφίσταται μία επιπλέον μηνιαία αρκετά υψηλή δαπάνη, με αποτέλεσμα η ρευστότητα της αιτούσης, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση που διέπει τη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών της.
Το ποσό, εξάλλου, που είναι αναγκαίο και δαπανάται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της αιτούσης και της οικογενείας της, ήτοι διατροφή, ένδυση, υπόδηση, δαπάνες για τις σπουδές της μιας εκ των θυγατέρων της και τα φροντιστήρια της έτερης εξ αυτών, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, λογαριασμοί κοινής ωφελείας, καταβολής φόρων, δαπάνες αγοράς αγαθών οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, εκτιμάται στο ποσό των 1.500 ευρώ, λαμβανομένου υπ'όψιν ότι ο οφειλέτης, ο οποίος ζητεί να υπαχθεί στις ευεργετικές ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010, πρέπει από την πλευρά του να μειώσει τις δαπάνες του μόνο στις απολύτως απαραίτητες για το προβλεπόμενο από το Νόμο χρονικό διάστημα της ρύθμισης.
Η αρνητική, δε, τούτη σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών της αιτούσης δεν αναμένεται να βελτιωθεί κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο, αλλά και το εγγύς μέλλον, ένεκα της ηλικίας αυτής και της σοβούσης οικονομικής κρίσεως, ενώ παράλληλα οι δανειακές της υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς λόγω της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας.
Συνεπώς, συντρέχει, εν προκειμένω, μόνιμη και διαρκής πραγματική αδυναμία της αιτούσης για την πληρωμή των προαναφερομένων οφειλών της προς τους καθ'ών πιστωτές. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η αιτούσα περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών της με ίδιο δόλο, έστω ενδεχόμενο, παρά τα όσα αντιθέτως ισχυρίζονται οι καθ'ών, δεδομένου ότι μονάχα η υπερχρέωση, η χρήση πολλών πιστωτικών προϊόντων ή ακόμη και η ανακυκλούμενη χρήση των τελευταίων προς εξόφληση χρεωστικών υπολοίπων άλλων τέτοιων του ιδίου οφειλέτη δεν αρκεί, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ώστε να οδηγήσει στην παραδοχή ότι ο οφειλέτης δολίως περιήγαγε τον εαυτό του σε αδυναμία πληρωμών...".
Το Εφετείο δέχτηκε και τα ακόλουθα: "... δεν αποδείχθηκε ... δόλια περιέλευση της αιτούσης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των -έστω υπέρογκων- χρεών της, όπως λ.χ με την εξασφάλιση ανωτέρου επιπέδου διαβίωσης, την κτήση ακινήτων ή κινητών, την απόκρυψη ή κατασπατάληση των εισοδημάτων, τη μη σωστή διαχείριση του ενεργητικού, ενώ οι καθ'ών πιστωτές, που έχουν και το οικείο βάρος απόδειξης, αρκούνται στην επανάληψη του συνολικού ύψους των οφειλών της αιτούσης και του συνολικού αριθμού των ληφθέντων εκ μέρους της πιστωτικών προϊόντων, άλλωστε, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα πιστωτικά ιδρύματα είχαν, εν προκειμένω, τη δυνατότητα να ερευνήσουν την οικονομική κατάσταση της αιτούσης, να διαπιστώσουν τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις της ή την εν γένει οικονομική της συμπεριφοράς μέσω του συστήματος "Τειρεσίας" (σύστημα οικονομικής συμπεριφοράς και σύστημα συγκέντρωσης κινδύνων), ενώ από το σύνολο των προαναφερομένων πιστωτικών καταναλωτικών και μη προϊόντων, που παρασχέθηκαν στην αιτούσα, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι οι καθ'ών φέρουν σοβαρό μερίδιο ευθύνης για την "επιθετική πρακτική " που ακολούθησαν.
Με βάση, ..., τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κατόπιν στάθμισης των εκατέρωθεν συμφερόντων, τηρουμένης της συνταγματικώς κατοχυρωμένης αρχής της αναλογικότητας, η οποία τριτενεργεί και στις σχέσεις μεταξύ των ιδιωτών, και δη στα πλαίσιο του γενικότερου πνεύματος του Ν. 3869/2010, ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα της ρύθμισης για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του με απαλλαγή από αυτά, η οποία (ρύθμιση) βρίσκει νομιμοποίηση ευθέως στο ίδιο κράτος δικαίου, που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση, από την οποία, άλλωστε, ούτε οι πιστωτές μπορούν να αντλήσουν ορισμένο κέρδος, εφόσον, μάλιστα, ληφθεί υπ'όψιν και η έλλειψη επαρκών περιουσιακών στοιχείων στο όνομα της οφειλέτριας, κρίνεται ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσης οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 και οι καταβολές πρέπει να ρυθμισθούν από το Δικαστήριο... ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δικαστήριο, αφού έκρινε ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση, που πρότεινε (εκτός των άλλων) πρωτοδίκως και επανέφερε με τις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το τώρα αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., περί δόλιας περιελεύσεως της αιτούσας - πρώτης αναιρεσίβλητης σε αδυναμία πληρωμών, ακολούθως δέχθηκε και κατ' ουσία την προαναφερόμενη έφεση της τελευταίας κατά της πρωτόδικης με αριθμό 14/14-6-2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Νάξου, που είχε κρίνει διαφορετικά, την οποία και εξαφάνισε και στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση, δέχθηκε την ένδικη από 31-12-2015 αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και αφενός ρύθμισε τα χρέη της προσδιορίζοντας μηνιαίες καταβολές προς τις πιστώτριες, όπως ακριβώς αναφέρεται στο σκεπτικό αυτής, αφετέρου εξαίρεσε της εκποίησης την κύρια κατοικία αυτής και επέβαλε σε αυτήν την υποχρέωση να καταβάλει, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, το ποσό των 75.235,65 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας αυτής, ορίζοντας ότι "από τις εν λόγω καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσης θα ικανοποιηθεί η τρίτη των καθ'ών πιστώτρια τράπεζα ...
για την εμπραγμάτως εξασφαλισμένη απαίτησή της που απορρέει από τη με αριθμό ... στεγαστικού δανείου ". Κρίνοντας, όμως, έτσι το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της πρώτης αναιρεσίβλητης, αιτούσης την υπαγωγή της στο Ν. 3869/2010, οι νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου και απαιτώντας για τη συνδρομή δόλιας περιελεύσεως της υπερχρεωμένης οφειλέτριας σε αδυναμία πληρωμών άμεσο δόλο αυτής, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 περ.
α του Ν. 3869/2010, και των άρθρων 330 ΑΚ και 27 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, διότι αξίωσε περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή τους, από όσα ο νόμος απαιτεί, παραβιάζοντας ευθέως τους ανωτέρω κανόνες δικαίου με τη μη εφαρμογή τους. Ειδικότερα, το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο δέχτηκε αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ανυπαρξίας δόλιας συμπεριφοράς της πρώτης αναιρεσίβλητης 1) ότι " δεν αποδείχθηκε ότι η αιτούσα περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών της με ίδιο δόλο, έστω ενδεχόμενο, παρά τα όσα αντιθέτως ισχυρίζονται οι καθ'ών, δεδομένου ότι μονάχα η υπερχρέωση, η χρήση πολλών πιστωτικών προϊόντων ή ακόμη και η ανακυκλούμενη χρήση των τελευταίων προς εξόφληση χρεωστικών υπολοίπων άλλων τέτοιων του ιδίου οφειλέτη δεν αρκεί, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ώστε να οδηγήσει στην παραδοχή ότι ο οφειλέτης δολίως περιήγαγε τον εαυτό του σε αδυναμία πληρωμών...". 2)"...
δεν αποδείχθηκε ... δόλια περιέλευση της αιτούσης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των -έστω υπέρογκων- χρεών της, όπως λ.χ με την εξασφάλιση ανωτέρου επιπέδου διαβίωσης, την κτήση ακινήτων ή κινητών, την απόκρυψη ή κατασπατάληση των εισοδημάτων, τη μη σωστή διαχείριση του ενεργητικού, ενώ οι καθ'ών πιστωτές, που έχουν και το οικείο βάρος απόδειξης, αρκούνται στην επανάληψη του συνολικού ύψους των οφειλών της αιτούσης και του συνολικού αριθμού των ληφθέντων εκ μέρους της πιστωτικών προϊόντων, άλλωστε, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα πιστωτικά ιδρύματα είχαν, εν προκειμένω, τη δυνατότητα να ερευνήσουν την οικονομική κατάσταση της αιτούσης, να διαπιστώσουν τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις της ή την εν γένει οικονομική της συμπεριφοράς μέσω του συστήματος "Τειρεσίας" (σύστημα οικονομικής συμπεριφοράς και σύστημα συγκέντρωσης κινδύνων), ενώ από το σύνολο των προαναφερομένων πιστωτικών καταναλωτικών και μη προϊόντων, που παρασχέθηκαν στην αιτούσα, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι οι καθ'ών φέρουν σοβαρό μερίδιο ευθύνης για την "επιθετική πρακτική" που ακολούθησαν...".
Με τις προαναφερόμενες παραδοχές και λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως εξετέθη και ανωτέρω, στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου, το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ.
α' Ν. 3869/2010, και οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 330 ΑΚ και 27 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως, που αφορούν στο αυτό κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως (μόνιμη αδυναμία πληρωμών των χρεών της πρώτης αναιρεσίβλητης, εξαιτίας του δόλου της), καθ' όσον η αναιρετική εμβέλεια του παραπάνω λόγου (που έγινε δεκτός) στο σύνολο της προσβαλλομένης με την αναίρεση αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λόγων αυτών (λοιπών), η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα.
Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναιρέσεως παράβολο, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1521/2023, ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 486/2021, ΑΠ 897/2020).
Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ.
β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1521/2023, ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 486/2021).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 36/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ