Appeal dismissed for four plaintiffs and split for two due to procedural defects and lack of admissible grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the second-instance judgment for four plaintiffs while splitting the case for two others who failed to appear. The court ruled that the appeal arguments regarding the employment regulation were inadmissible because they did not constitute fundamental defects under the Civil Procedure Code. Consequently, the appeal was rejected for the present plaintiffs, and they were ordered to pay the defendant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 559, 568, 576 of the Civil Procedure Code; An appeal is inadmissible if the alleged defects do not constitute fundamental errors affecting the judgment or if the appeal is filed by parties who did not participate in the proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1062 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1062/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Π. Π., 2)Γ.Κ., 3)Δ. Τ., 4)Α. Κ., 5)Χ. Γ. και 6)Κ. Μ., όλων κατοίκων …. Οι 4ος και 5ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί 1ος, 2ος, 3ος και 6ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Μαουσίδη, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΙΣΑΙΩΝ", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Κωνσταντίνου, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 453/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/7/2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου ανέγνωσε την από 15/2/2019 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1,2 και 4, 576§§1-3 ΚΠολΔ I προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος ή δεν μετάσχει σ' αυτήν κανονικά, δηλαδή με δικηγόρο που έχει πληρεξουσιότητα, η οποία χορηγήθηκε με τον τύπο που ορίζει ο νόμος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα, ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αναίρεσης.
Αν δε την συζήτησή της επέσπευσε έγκυρα ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης (ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος από τους διαδίκους την επέσπευσε) κηρύσσεται αυτή απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση.
Σε περίπτωση, όμως, απλής ομοδικίας, αν κάποιος διάδικος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης χωρεί νόμιμα ως προς τους εκπροσωπούμενους από πληρεξούσιο δικηγόρο ή τους διαδίκους που κλητεύθηκαν νόμιμα, ενώ ως προς τους λοιπούς κηρύσσεται απαράδεκτη (άρθρο 576§3 εδ.
β' ΚΠολΔ, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013 - ΑΠ 337/2018).? 2.Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για εκδίκαση η από 2-7-2010 αίτηση για αναίρεση της 453/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου αυτού από τους συνολικά έξι (6) αναιρεσείοντες, που είναι μεταξύ τους απλοί ομόδικοι, οι τέταρτος και πέμπτος των αναιρεσειόντων Κ.
Α. και Γ. Χ. αντίστοιχα δεν εμφανίστηκαν στο δικαστήριο ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠΟΛΔ, δήλωση μη παράστασης κατά την παρούσα δικάσιμο. Η συζήτηση της αναίρεσης είχε προσδιορισθεί κατ' άρθρο 568 παρ. 2 έως 4 ΚΠΟΛΔ για την αρχική δικάσιμο της 26-2-2019, κατά την οποία με αίτηση του αναιρεσιβλήτου και νόμιμα εκπροσωπούμενους όλους τους αναιρεσείοντες, αναβλήθηκε νομίμως για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος από τους διαδίκους είχε επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την αρχική αναβληθείσα δικάσιμο της 26-2-2019 και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί η συζήτηση της από 2-7-2010 αίτησης αναίρεσης απαράδεκτη ως προς τους απολειπομένους 4° και 5ο των αναιρεσειόντων και λόγω της δικονομικής σχέσης της απλής ομοδικίας, που τους συνδέει με τους λοιπούς παριστάμενους αναιρεσείοντες, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτούς και να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσείονττες, που νομίμως παρίστανται και εκπροσωπούνται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Μαουσίδη, σύμφωνα με το εδάφιο β' της παραγράφου 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν.4139/2013 (ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 195/2014).
Μετά ταύτα, ως προς τους νομίμως εκπροσωπούμενους από τον ανωτέρω δικηγόρο Παύλο Μαουσίδη και παριστάμενους πρώτο, δεύτερο τρίτο και έκτο των αναιρεσειόντων, η υπό κρίση από 2-7-2010 αίτηση αναίρεσης (με αριθ. κατάθ. 65/2-7-2010), ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως την 2-7-2010 στην προθεσμία των τριών (3) ετών από την 4-7-2007, οπότε δημοσιεύθηκε η προσβαλλόμενη 453/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ .3 566 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 564 παρ.3 ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 - ΟΛΑΠ 10/2018), δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 5188/2015 αποφάσεως ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της [άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ], Όσα ισχυρίζεται το αναιρεσίβλητο με τις προτάσεις του, που κατέθεσε κατά την παρούσα δικάσιμο, περί απαραδέκτου της αναίρεσης λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων, επειδή αυτοί (αναιρεσείοντες) πριν την άσκηση της αναίρεσης την 2-7-2010, είχαν αποδεχθεί σιωπηρά την προσβαλλόμενη, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή τους ως μη νόμιμη, τουλάχιστον από 27-11-2006, οπότε και γνώριζαν ότι με την … απόφαση του Δ Τμήματος του ΑΣΕΠ κρίθηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις του άρθρου 11 παρ. 3 πδ 164/2004, είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτα, εφόσον δεν προβλήθηκαν προτάσεις κατατεθειμένες είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από την παρούσα δικάσιμο κατ' άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠΟΛΔ.
Τούτο γιατί η ένσταση απαραδέκτου της αναίρεσης λόγω σιωπηρής αποδοχής της προσβαλλόμενης πρέπει να προβάλλεται από τον αναιρεσίβλητο με εμπροθέσμως κατατιθέμενες προτάσεις κατ' άρθρο 570 παρ.1 ΚΠΟΛΔ, αφού στηρίζεται σε γεγονότα που δεν προκύπτουν από την αυτεπάγγελτη έρευνα (ΑΠ 1272/2008,ΑΠ 116/1997). Σε κάθε δε περίπτωση η προβλεπόμενη από το άρθρο 11 παρ. 2 π.δ. 164/2004 διαδικασία ενώπιον των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και του Α.Σ.Ε.Π.
για τη "μετατροπή" των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου, συντρεχουσών των καθοριζομένων στην πρώτη παράγραφο αυτού προϋποθέσεων, δεν αποκλείει ούτε είναι δυνατόν να αποκλείσει το δικαίωμα των εργαζομένων να προσφύγουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 26, 94 και 95 του Συντάγματος, στα πολιτικά δικαστήρια, επιδιώκοντας την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της συμβατικής εργασιακής σχέσης τους, ο ορθός χαρακτηρισμός της οποίας κατά τα προεκτεθέντα αποτελεί έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας (ΑΠ 107/2017, Α.Π. 465/2014).
Διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος του τέταρτου και πέμπτου των αναιρεσειόντων ως προς τους οποίους κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης τους και υπέρ του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΙΣΑΙΩΝ" δεν ορίζεται, διότι η απόφαση ως προς αυτούς δεν είναι οριστική (ΑΠ ΟΛ 4/2013).? 3)Με την κρινόμενη από 2-7-2010 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), υπ' αριθμόν 453/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 21/3/2005 και με αριθμό εκθέσεως κατάθεσης 126/2005 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΙΣΑΙΩΝ" εξαφάνισε την 80/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και αφού κράτησε την υπόθεση προς εκδίκαση απέρριψε την από 22.03.2004 με αριθ. κατάθεσης 246/2004 αγωγή των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων ως μη νόμιμη.
4) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ" αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (Ολ ΑΠ 18/2006, ΑΠ 79/2013). Κατά το αρθρ. 21 § 1 του Ν. 2190/1994 οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του αρθρ. 14 § 1 του ίδιου νόμου, όλοι δηλαδή οι φορείς του δημόσιου τομέα επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, υπό τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων.
Κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβεί τους 8 μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο 12 μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατά της ισχύουσες διατάξεις κατεπειγουσών αναγκών λόγω απουσίας προσωπικού η κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβεί τους 4 μήνες για το ίδιο άτομο, παράταση δε ή σύναψη νέας συμβάσεως κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αόριστου χρόνου είναι άκυρη.
Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όταν πρόκειται για προσωπικό που προσλήφθηκε για εκτέλεση προγραμμάτων η έργων που χρηματοδοτούνται ή επιδοτούνται από διεθνείς οργανισμούς ή ερευνητικών προγραμμάτων ή προγραμμάτων τεχνικής βοήθειας ή για την εκπλήρωση υποχρεώσεων από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς, επιτρέπεται οι σχετικές συμβάσεις να είναι διάρκειας ενός έτους και να παρατείνονται μέχρι το τέλος του προγράμματος ή του έργου ή την εκπλήρωση της ανειλημμένης υποχρέωσης.
Στη συνέχεια, στην παράγραφο, 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος, ότι ο: προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ.
Εξάλλου, με τις διατάξεις του αρθρ.103 παρ. 2 του Συντάγματος επιβάλλεται να υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και λοιπών ΝΠΔΔ, κατ' εξαίρεση δε μπορεί να προβλέπεται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου, ενώ με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου γίνεται πρόβλεψη για την πλήρωση οργανικών θέσεων ιδιωτικού επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού με πρόσωπα που προσλαμβάνονται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και τις διαφάνειας στις προσλήψεις στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο της Ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης στο ίδιο ως άνω άρθρο προστέθηκε και παρ. 8 με την οποία στα εδάφια α" και γ' ορίζεται ότι "νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δίκαιου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά για την κάλυψη, είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3.
εδ. α αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β', αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή τη μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Έτσι με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα.
Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του Ν.2190/1994, και οι οποίες ήδη κατέστησαν συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται ενόψει της σαφούς διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το, άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Όπως προκύπτει από τις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, ο αναθεωρητικός νομοθέτης, θέλησε να αποτρέψει τη συνέχιση μιας συνήθους πρακτικής του παρελθόντος, κατά την οποία αρχικώς προσλαμβανόταν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη, τυπικά πρόσκαιρων και απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, κατά παράβαση του άρθρου 103 παρ 2 του Συντάγματος, άλλα και κοινής νομοθεσίας (άρθρα 55 έως 82 του π.δ. 410/1988), στη συνέχεια διαπιστωνόταν ότι οι ανάγκες αυτές είναι πάγιες και διαρκείς και τελικά, για την κάλυψη των εν λόγω αναγκών, "τακτοποιούνταν" το κατά τον ως άνω τρόπο προσλαμβανόμενο προσωπικό, είτε με τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου, είτε με τον διορισμό του ως μόνιμου δημοσιοϋπαλληλικού, κατ" αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων, που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις, βάσει των παγίων διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας.
Έτσι, μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όχι απλώς αυτών που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες άλλα και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Για να αποτρέψει λοιπόν τη συνέχιση της πιο πάνω πρακτικής, ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρόσθεσε την προμνημονευόμενη διάταξη του εδαφ.
γ' της παραγράφου 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου, χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994 με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους υπόλοιπους φορείς, που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις, αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών κατ" ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού εργοδότης βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου.
Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό, χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου και μετά την ως άνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασμένου από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου.
Στις συμβάσεις αυτές υπό την ισχύ των παραπάνω διατάξεων των αρθρ. 21 του Ν. 2190/1994 και 103 του Συντάγματος δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 8 του Ν. 2112/1920 (ΑΠ 6/2014, ΑΠ 422/2010, ΑΠ 271/2009). Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004).
Ορίζει δε το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού ΠΔ τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ιδίους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ" εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης... 4.
Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου ΠΔ η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, με το άρθρο 11 αυτού περιελήφθησαν ως μεταβατικές διατάξεις ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερόμενη Οδηγία. Έτσι, με το άρθρο 11 του εν λόγω Π.Δ. ορίζονται τα ακόλουθα: 1 περ.
α' "1 Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση", 2. "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στον οποίο αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.
Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κειμένη νομοθεσία", 3. "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" και 5 του ίδιου άρθρου του ως άνω Π.Δ..
Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει, αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10- 7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του ΠΔ 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του ΠΔ αυτού (Ολ ΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 6/2014, ΑΠ 79/2013, ΑΠ 696/2013, ΑΠ 64/2010).
Αλλά και στις περιπτώσεις που συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της μεταβατικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 11 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004, η μετατροπή ισχύει, εφόσον οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ήταν ενεργές έως την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 ή κατά το χρονικό διάστημα των τριών τελευταίων μηνών πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, όπως από τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 και 5 αυτού προκύπτει.
Ανεξάρτητα όμως από την πιο πάνω Οδηγία, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25§§1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.
ΑΠ 6/2001, ΑΠ 79/2013), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (Ολ ΑΠ 18/2006, ΑΠ 79/2013).
Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθρων 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθρων 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.
Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.
και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΑΠ Ολ. 7/2011, ΑΠ993/2018, ΑΠ244/2015, ΑΠ 79/2013, ΑΠ 696/2013).
5)Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο: α) την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή β) την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως και συνεπώς να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα στην πρώτη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη και στη δεύτερη περίπτωση οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην αποδοχή ή απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν βάσιμης ή αβάσιμης (Ολ. Α.Π. 28/1998,ΑΠ 993/2018, Α.Π. 1909/2007).
6)Στην προκειμένη περίπτωση με την από 22-03-2004 αγωγή τους οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και έκτος αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προσελήφθησαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΙΣΑΙΩΝ" και απασχολήθηκαν σ'αυτό ως οδηγοί απορριματοφόρων κατά τα εξής χρονικά διαστήματα: 1)ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσείων Π.
Π.: α)από 19-12-1997 μέχρι 19-4-1998, β) από 29-12-1998 μέχρι 29-4-1999, γ)από 14-06-1999 μέχρι 13-10-1999, δ) από 24-07-2000 μέχρι 31-01-2001, ε)από 03-07-2001 μέχρι 03-01-2002, στ) από 19-6-2002 μέχρι 19-02-2003, και ) από 21-04-2003 μέχρι 21-12-2003. 2) ο δεύτερος ενάγων και ήδη δεύτερος αναιρεσείων Κ. Γ.: α)από 19-12-1997 μέχρι 19-4-1998, β) από 19-10-1999 μέχρι 18-12-1999, γ)από 13- 01-2000 μέχρι 12-02-2000, δ) από 01-03-2000 μέχρι 30-08-2000, ε)από 24-7-2000 μέχρι 23-01-2001, στ) από 19-06-2002 μέχρι 16-03-2003, και ζ) από 21-04-2003 μέχρι 21-12-2003. 3) ο τρίτος ενάγων και ήδη τρίτος αναιρεσείων Τ.Δ.:
α)από 19-10-1999 μέχρι 18-12-1999, β)από 01-03-2000 μέχρι 30-08-2000, γ) από 01-03-2001 μέχρι 01-05-2001, δ)από 16-01-2002 μέχρι 16-09-2002,και ε) από 22-04-2003 μέχρι21-12-2003, και 4)ο έκτος ενάγων και ήδη έκτος αναιρεσείων Μ. Κ.: α) από 19-06-1997 μέχρι 19-10-1997, β) από 19-12-1997 μέχρι 19-11-1998, γ) από 12-01- 1999 μέχρι 12-05-1999. και δ) από 10-10-1999 μέχρι 19-02-2000, ε)από 10-07-2010 μέχρι 10-01-2001, στ) από 16-01-2002 μέχρι 16-09-2002, και ζ) από 07-05-2003 μέχρι 07-01-2004.
Ότι στην πραγματικότητα οι ανωτέρω συμβάσεις υπέκρυπταν μία ενιαία για τον καθένα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αφού αυτοί κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, καταρτίσθηκαν δε από το τελευταίο ως ορισμένου χρόνου προς καταστρατήγηση των διατάξεων για τη. καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου.
Ζήτησαν δε: α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β)να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, γ)να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με απειλή χρηματικής ποινής 1000 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών των εναγόντων, δ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας άλλως τη νόμιμη αποζημίωση και ε) να υποχρεωθεί να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα 300 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι, αν υποτεθεί ότι ήταν αληθινά τα περιστατικά που τη θεμελίωναν, οι συμβάσεις εργασίας των ανωτέρω εναγόντων δεν είχαν αποκτήσει το χαρακτήρα μιας ενιαίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (17-4-2001) και συγκεκριμένα δεν ήταν διαδοχικές διότι μεταξύ τους μεσολαβούσαν μεγάλα κενά χρονικά διαστήματα.
Συγκεκριμένα 1) Ως προς τον πρώτο ενάγοντα αναιρεσείοντα Π. Π. μετά τη λήξη της πρώτης σύμβασης (19-4-1998) και την έναρξη της δεύτερης σύμβασης την 29-12-1998 μεσολάβησε χρονικό διάστημα οκτώ (8) μηνών και δέκα (10) ημερών, μετά τη λήξη της δεύτερης σύμβασης την 29-4-1999 μέχρι την κατάρτιση της τρίτης σύμβασης την 14-6-1999, μεσολάβησε χρονικό διάστημα ενός (1) μηνός και δέκα πέντε (15) ημερών, μετά τη λήξη της τρίτης σύμβασης την 13-10-1999 μέχρι την κατάρτιση της τέταρτης σύμβασης την 24-7-2000 μεσολάβησε χρονικό διάστημα εννέα (9) μηνών και δέκα τεσσάρων (14) ημερών, μετά τη λήξη της τέταρτης σύμβασης την 23.1.2001 μέχρι την έναρξη της πέμπτης σύμβασης την 3-7-2001 μεσολάβησε χρονικό διάστημα πέντε ((5) μηνών και δέκα πέντε (15) , 3) μετά τη λήξη της πέμπτης σύμβασης την 3-1-2002 μέχρι την κατάρτιση της έκτης σύμβασης την 19-6- 2002 μεσολάβησε χρονικό διάστημα πέντε (5) μηνών, και δεκαπέντε (15) ημερών, μετά τη λήξη της έκτης σύμβασης την 19-2-2003μέχρι την κατάρτιση της έβδομης σύμβασης την 21 4.2003, μεσολάβησε χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών.
Σημειώνεται οι πέμπτη, έκτη και έβδομη από τις συμβάσεις έγιναν μετά την ισχύ των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του ως άνω προσλαμβανόμενου ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου ΔΗΜΟΥ ΛΑΡΙΣΑΙΩΝ. 2)Ως προς το δεύτερο ενάγοντα - αναιρεσείοντα Κ.Γ.
μετά τη λήξη της πρώτης σύμβασης την 19-4-1998 και την έναρξη της δεύτερης την 19-10-1999 μεσολάβησε χρονικό διάστημα δέκα οκτώ (18) μηνών ,μετά τη λήξη της δεύτερης σύμβασης την 18-12-1999 και την έναρξη της τρίτης την 13-1-2000 μεσολάβησε χρονικό διάστημα 26 ημερών, μετά τη λήξη της τρίτης σύμβασης την 12-2-2000 και την έναρξη της τέταρτης την 1-3-2000 μεσολάβησε χρονικό διάστημα 18 ημερών, ενώ τα αναφερόμενα στην αγωγή ότι από τη λήξη της τέταρτης σύμβασης στις 30-8-2000 μέχρι την έναρξη της πέμπτης σύμβασης από την 24-7-2000 μέχρι 23-1-2001 αφορούν αλληλοκαλυπτόμενα χρονικά διαστήματα, η δε έκτη σύμβαση καταρτίσθηκε στις 19-6-2002 με διάρκεια μέχρι 16-3-2003 και η έβδομη από 21-4-2003 με διάρκεια μέχρι 21-12-2004 μετά την ισχύ των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του ως άνω προσλαμβανόμενου ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου ΔΗΜΟΥ ΛΑΡΙΣΑΙΩΝ. 3) Ως προς τον τρίτο ενάγοντα - αναιρεσείοντα Τ.
Δ. μετά τη λήξη της πρώτης σύμβασης στις 18- 12-1999 και την έναρξη της δεύτερης την 1-3-2000 μεσολάβησε χρονικό διάστημα δύο μηνών και δέκα πέντε ημερών, μετά τη λήξη της δεύτερης σύμβασης στις 30-8-2000 μέχρι την έναρξη της τρίτης την 1-3-2001 μεσολάβησε χρονικό διάστημα έξι μηνών, μετά τη λήξη της τρίτης σύμβασης την 1-5-2001 μέχρι την έναρξη της τέταρτης την 16-1-2002 μεσολάβησε χρονικό διάστημα οκτώ μηνών και δέκα πέντε ημερών, μετά τη λήξη της τέταρτης σύμβασης την 16.9.2002 μέχρι την έναρξη της πέμπτης σύμβασης την 22-4-2003 μεσολάβησε χρονικό διάστημα επτά((7) μηνών και έξι (6) ημερών.
Σημειώνεται οι τέταρτη και πέμπτη, από τις συμβάσεις έγιναν μετά την ισχύ των παραγράφων 7 και 3 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του ως άνω προσλαμβανόμενου ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου ΔΗΜΟΥ ΛΑΡΙΣΑΙΩΝ. 4)Ως προς τον έκτο ενάγοντα - αναιρεσείοντα Μ.
Κ. μετά τη λήξη της πρώτης σύμβασης (19-10-1997) και την έναρξη της δεύτερης σύμβασης την 19-12-1997 μεσολάβησε χρονικό διάστημα δυο (2) μηνών, μετά τη λήξη της δεύτερης σύμβασης την 19-4-1998 μέχρι την κατάρτιση της τρίτης σύμβασης την 12-1-1999, μεσολάβησε χρονικό διάστημα οκτώ (8) μηνών και είκοσι τεσσάρων (24) ημερών, μετά τη λήξη της τρίτης σύμβασης την 12-5-1999- μέχρι την κατάρτιση της τέταρτης σύμβασης την 19-10-1999 μεσολάβησε χρονικό διάστημα πέντε (5) μηνών και επτά (7) ημερών, μετά τη λήξη της τέταρτης σύμβασης την 19.2.2000 μέχρι την έναρξη της πέμπτης σύμβασης την 10-7-2000 μεσολάβησε χρονικό διάστημα πέντε (5) μηνών, μετά τη λήξη της πέμπτης σύμβασης την 10-1-2001 μέχρι την κατάρτιση της έκτης σύμβασης την 15-Ί-2002 μεσολάβησε χρονικό διάστημα δώδεκα (12) μηνών, μετά τη λήξη της έκτης σύμβασης την 16-9-2002 μέχρι την κατάρτιση της έβδομης σύμβασης την 7-5-2003, μεσολάβησε χρονικό διάστημα επτά (7) μηνών και είκοσι έξι (26) ημερών.
Σημειώνεται οι έκτη και έβδομη από τις συμβάσεις έγιναν μετά την ισχύ των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του ως άνω προσλαμβανόμενου ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου ΔΗΜΟΥ ΛΑΡΙΣΑΙΩΝ.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι, αν υποτεθεί ότι ήταν αληθινά τα περιστατικά που τη θεμελίωναν, οι συμβάσεις εργασίας των ανωτέρω εναγόντων δεν είχαν αποκτήσει το χαρακτήρα μιας ενιαίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (27- 4-2001) και συγκεκριμένα δεν ήταν διαδοχικές διότι μεταξύ τους μεσολαβούσαν μεγάλα κενά χρονικά διαστήματα.
Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του ΠΔ164/2004, εφόσον οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν ήταν ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού στις 19-7-2004, επειδή η τελευταία σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είχε λήξει την 21-12-2003 για τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο από τους ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες καθώς και την 7-1-2004 για τον έκτο ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα.
Όσα ισχυρίζονται με τις προτάσεις τους οι αναιρεσείοντες -ενάγοντες περί δεδικασμένου ως προς τη διαδοχικότητα των επιδίκων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που απορρέει από την πρωτόδικη 80/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, εφόσον η εν λόγω απόφαση εξαφανίστηκε από την προσβαλλόμενη, ύστερα από έφεση του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου και απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη, με αποτέλεσμα αυτή (πρωτόδικη απόφαση) να έχει αποβάλλει την ισχύ της και να μη παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος αυτή έκρινε (ΑΠ 1282/2018).
Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία (άρθρο 578 ΚΠΟΛΔ), κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα (απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη) και δέχθηκε την έφεση του εναγομένου Δήμου Λαρισαίων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των εναγόντων ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 10 της ΣυνθΕΚ, της ρήτρας 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των άρθρων 1 και 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, άρθρα 21 ν 2190/1994. Γι' αυτό οι τρείς πρώτοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους οι ανωτέρω αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 7) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ.
α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/08).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ. Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
Α.Γι. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 2/1989, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/15). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άνω άρθρο 559 αριθμ. 8 εδ.
α ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πραγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη τον Κανονισμό Προσωπικού του εναγομένου- αναιρεσίβλητου σύμφωνα με τον οποίο επιτρέπονται οι προσλήψεις προσωπικού με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που λήγουν αυτοδίκαια με την παρέλευση του χρόνου αυτού είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον τα επικληθέντα ως άνω περιστατικά δεν συνιστούν θεμελιωτικά της ένδικης αγωγής στοιχεία και συνεπώς δεν αποτελούν "πράγμα" υπό την εκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι αφηρημένως λαμβανόμενα δεν οδηγούν στη γέννηση του αγωγικού δικαιώματος, αφού ο ουσιώδης ισχυρισμός της αγωγής αφορά στο ότι στην πραγματικότητα οι επικαλούμενες στην αγωγή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου υπέκρυπταν μία ενιαία για τον καθένα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού αυτοί κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, καταρτίσθηκαν δε από το τελευταίο ως ορισμένου χρόνου προς καταστρατήγηση των διατάξεων για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου.
Επίσης ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠΟΛΔ, που αφορά την αποδεικτική διαδικασία, και ειδικότερα ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αναφορικά με τον Κανονισμό Προσωπικού του εναγομένου- αναιρεσιβλήτου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον το δικαστήριο δεν εξέτασε την ουσία της υπόθεσης αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (ΑΠ728/2010).
Συνακόλουθα , εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση ως προς τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και έκτο των αναιρεσειόντων. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος των παραπάνω αναιρεσειόντων, λόγω ήττας τους (άρθρα 176,183,189 και 191 παρ.2 ΚΠΟΛΔ) μειωμένα κατ'άρθρο 281 Ν.3463/2006, όπως αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει το χωρισμό της υποθέσεως, όσον αφορά τους τέταρτο (Κ. Α.) και πέμπτο (Γ.Χ.) των αναιρεσειόντων.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 2-7-2010 αίτησης αναίρεσης ως προς τους τέταρτο (Κ. Α.) και πέμπτο (Γ. Χ.) των αναιρεσειόντων.
Απορρίπτει την αναίρεση ως προς τους πρώτο (Π. Π.), δεύτερο (Κ. Γ.), τρίτο (Τ. Δ.) και έκτο (Μ. Κ.) των αναιρεσειόντων.
Καταδικάζει τους παραπάνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τετρακοσίων (1.400) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ