Legislator Case Law & Legislation
1058/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final debt restructuring judgment for lack of finality regarding absent bank.

Case Number 1058/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to appeal the final judgment of the Single Member District Court of Thessaloniki. The appellants argued that the bank's failure to conduct credit checks constituted fraud, but the court found this argument legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected because the judgment remained non-final regarding the absent bank, violating procedural requirements for appeals.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b) and 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only against final judgments that cannot be challenged by a complaint for default judgment or an appeal, and that conclude the entire trial or the trial for the claim or counterclaim.

Keywords

AI generated
appeal admissibility finality of judgment default judgment debt restructuring code of civil procedure bankruptcy proceedings procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 1(1)(e) of Law 3869/2010
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1058 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1058/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Ζ. του Ε. και 2) Α. Λ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Παπαναστασίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. «Α. (πρώην «Τ. E. E. E. «Α.) και ήδη "Τράπεζα E. Α. Ε." και δ.τ. "E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 15-12-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-10-2013 (αρ. εκθ. καταθ. .../2013) αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6118/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4793/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-5-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, από 5-5-2021 (αριθμ. έκθ. κατάθ. ...), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλει την με αριθμ. 4793/2020 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην της τρίτης των εφεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" και ήδη δεύτερης των αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ανωτέρω τρίτη των εφεσιβλήτων ανώνυμης εταιρίας, που δικάστηκε ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β`του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.

Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 του ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.

β` περ. β` του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 58/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 805/2019).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. με 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της τρίτης των εφεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στη δικάσιμο της 19-11-2019 ενώπιον, του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η δε συζήτηση της υπόθεσης έγινε με επίσπευση της εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "E. E. AE" καθώς επίσης ότι η συζήτηση της υπόθεσης (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) χώρισε σαν να ήταν και αυτή (απολειπόμενη) παρούσα (άρθρο 764 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Επομένως, ως προς την ανωτέρω ανώνυμη τραπεζική εταιρία (εφόσον αυτή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, η δε συζήτηση της υπόθεσης έγινε με επίσπευση της εκκαλούσας), η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας.

Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, κατ` άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ΚΠολΔ και ως προς την ανωτέρω δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και εφόσον περαιτέρω έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. Ιβ, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 του ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει o νόμος κάποιος από τους διαδίκους. ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος o οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, o Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την με αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Σ. Π., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (27-1-2023) και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη τραπεζικη εταιρία.

Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (27-1-2023) κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσίβλητη αυτή (δεύτερη) ήταν απούσα και ειδικότερα δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, εφόσον η ανωτέρω απολειπόμενη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της. Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής:

Οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης τις από 21-10-2013 (αριθμ. καταθ. ...) αιτήσεις με τις οποίες, επικαλούμενοι ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών προς τις καθών οι αιτήσεις πιστώτριες τραπεζικές εταιρίες, ζήτησαν τη διευθέτηση των οφειλών τους από το Δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή τους από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών τους έναντι των πιστωτριών τραπεζών, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχαν υποβάλει, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή περιουσιακή τους κατάσταση, όπως αναλυτικά την περιέγραφαν στις αιτήσεις τους, καθώς επίσης, να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της οικογένειας αυτών (συγκυριότητάς τους).

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οι καθών οι αιτήσεις πιστώτριες τράπεζες προέβαλαν, μεταξύ άλλων ισχυρισμών, που δεν αφορούν την παρούσα αναιρετική δίκη, και την ένσταση της δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους.

Επί των ένδικων αιτήσεων(οι οποίες συνεκδικάστηκαν) εκδόθηκε η με αριθμ. 6118/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχτηκε εν μέρει τις αιτήσεις των αιτούντων-αναιρεσειόντων, ρύθμισε τα χρέη τους, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία τους, και επέβαλε την καταβολή των μηνιαίων δόσεων, που καθόρισε προς διάσωση της κύριας κατοικίας τους.

Κατά της απόφασης αυτής η πρώτη των καθών πιστώτρια τράπεζα με την επωνυμία "E. E. AE" άσκησε την από 30-9-2017 (αριθμ. καταθ. ...) έφεση, με την οποία ζήτησε την απόρριψη των αιτήσεων, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ επανέφερε, με λόγο έφεσης, μεταξύ άλλων και την ένσταση δόλιας περιέλευσης των αιτούντων-εφεσιβλήτων σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, η οποία είχε προταθεί και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Το, δικάσαν ως Εφετείο, δικαστήριο, δέχθηκε κατ` ουσία την έφεση, με την κατάγνωση σε βάρος των αιτούντων ενδεχόμενου δόλου. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α` και β` και 2 περ. α' του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη

υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "1. φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.

Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.

Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή(ΑΠ 1508/2022).

Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει, και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι κατά τα προαναφερόμενα η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 208/2020).

Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και, γι' αυτό, παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).

Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 1508/2022).

Περαιτέρω, πέραν των όσων έχουν εκτεθεί, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 1173/2022, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 1226/2014).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010 οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση(Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 164/2021).

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 90/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β'του ν. 3869/2010, 739 επ. του ΚΠολΔ), με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: ''...ο πρώτος εφεσίβλητος (ήδη πρώτος αναιρεσείων) Α.

Ζ., ηλικίας 51 ετών και η δεύτερη εφεσίβλητη (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) Α. Λ., ηλικίας 46 ετών, τυγχάνουν σύζυγοι και από τον γάμο τους απέκτησαν δύο τέκνα, ηλικίας 20 και 8 ετών. Ο πρώτος εξ αυτών εργάζεται ως εργατοτεχνίτης στο Δήμο Θέρμης έναντι μηνιαίων αποδοχών 1.063,96 ευρώ, οι οποίες βαίνουν ολοένα και μειούμενες, ως αποδεικνύεται από την συγκριτική επισκόπηση των προσκομιζόμενων εκκαθαριστικών σημειωμάτων των τελευταίων ετών ενόψει της γενικότερης δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας και της εξ αυτής συνεχών περικοπών των μισθών των πολιτών.

Η δεύτερη εξ αυτών είναι άνεργη, εγγεγραμμένη στα μητρώα του ΟΑΕΔ και στερείται εισοδημάτων, αδυνατεί δε να ανεύρει εργασία παρά τις προσπάθειές της λόγω της ηλικίας της, αλλά και της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας και των μειωμένων δυνατοτήτων στην αγορά εργασίας. Αυτοί διαμένουν σε ένα διαμέρισμα ιδιοκτησίας τους, που βρίσκεται στον ανώγειο όροφο μιας οικοδομής, κτισμένης επί οικοπέδου εκτάσεως 970,66 τ.μ., επί της οδού ..., στη … Θεσσαλονίκης, το οποίο έχει εμβαδά μικτό 105,50 και καθαρό 93,10 τ.μ.

και στο οποίο αναλογεί ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο και τα λοιπά κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη, χώρους και εγκαταστάσεις της οικοδομής 12,12/100 εξ αδιαιρέτου. Το ως άνω ακίνητο συνιστά την κύρια κατοικία τους, της οποίας ζητούν την εξαίρεση και περιήλθε σε αυτούς κατά πλήρη κυριότητα και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε έκαστο αυτών δυνάμει του με αριθμό 17488/9-6-2006 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ.

Σ.-Χ.. Η αντικειμενική αξία του διαμερίσματος αυτού ανέρχεται στο ποσό των 38.459,61 ευρώ, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα φύλλα υπολογισμού. Επιπλέον, σύμφωνα με την βεβαίωση δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης 2017, ο πρώτος εφεσίβλητος τυγχάνει κύριος α) ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 7.000 τ.μ., β) ποσοστού 50% επί ενός αγροτεμαχίου 15.984 τ.μ., γ) ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 2.059 τ.μ.

και δ)ποσοστού 50% επί ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 1.350 τ.μ., ευρισκόμενα άπαντα στο χωριό Π. του Δ. Δ. του Ν. Έβρου και η δεύτερη εφεσίβλητη έχει την ψιλή κυριότητα επί μιας ισόγειας οικίας εμβαδού 50 τ.μ. κτισμένης επί ενός αυτοτελούς και διηρημένου τμήματος αγρού, εκτάσεως 151 τ.μ., που βρίσκεται στο Ν. Ρ. του Δ.

Θ. Ν. Θεσσαλονίκης και ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 4.000 τ.μ. που βρίσκεται στο χωριό Π. του Δ. Δ. του Ν. Έβρου. Επιπλέον, ο πρώτος εφεσίβλητος διαθέτει το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ επιβατικό αυτοκίνητο, μάρκας ΒΜW, κυβισμού 1996 κ.εκ., έτους κυκλοφορίας 2002 και το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ επιβατικό αυτοκίνητο, μάρκας VOLKSWAGEN, κυβισμού 1390 κ.εκ., έτους κυκλοφορίας 2005.

Πέραν τούτων, οι ανωτέρω εφεσίβλητοι δεν διαθέτουν άλλη κινητή ή ακίνητη περιουσία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης οι δύο πρώτοι των εφεσίβλητων ανέλαβαν προς τις πιστώτριές τους, αντίστοιχα, τα παρακάτω χρέη, τα οποία κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, με εξαίρεση τα απορρέοντα από τα κάτωθι στεγαστικά δάνεια χρέη που είναι εμπράγματος ασφαλισμένα, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 ν. 3869/10) και συγκεκριμένα οφείλουν κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα:

Α) ο πρώτος εφεσίβλητος οφείλει: 1) προς την πρώτη καθ' ης "E. E. Α.Ε." (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) από την με αριθμό ... σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου το ποσό των 81.250,42 ευρώ με ποσό 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης 48,89 ευρώ, 2) προς την τρίτη εφεσίβλητη "Τ. Π. Α.Ε." (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) για δικές της απαιτήσεις:

α) από την με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 95.136,75 ευρώ με ποσό 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης 30,25 ευρώ, β) από την με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 45.647,78 ευρώ με ποσό 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης 14,02 ευρώ, γ) από την με αριθμό ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 5.925,89 ευρώ με ποσό 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης 11,53 ευρώ και ως καθολικής διαδόχου της MILLENIUM ΒΑΝΚ, δ) από την με αριθμό ...

και νέα στοιχεία αναφοράς ... σύμβαση ανοιχτού δανείου το ποσό των 4.419,79 ευρώ με ποσό 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης 7,83 ευρώ και Β) η δεύτερη εφεσίβλητη οφείλει: 1) προς την πρώτη καθ' ης "E. E. Α.Ε." από την με αριθμό ... σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, ως συνοφειλέτρια με τον πρώτο εφεσίβλητο, το ποσό των 81.250,42 ευρώ με ποσό 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης 48,89 ευρώ, 2) προς την τρίτη εφεσίβλητη, ως συνοφειλέτρια με τον πρώτο εφεσίβλητο, "Τ.

Π. Α.Ε." α) από την με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 95.136,75 ευρώ και β) από την με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 45.647,78 ευρώ με ποσό 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης 14,02 ευρώ. Επομένως, το συνολικό ύψος των παραπάνω οφειλών του πρώτου εφεσίβλητου ανέρχεται στο ποσό των 232.380,63 ευρώ και της δεύτερης εφεσίβλητης στο ποσό των 222.034,95 ευρώ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το έτος 2009 το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα των δύο πρώτων εφεσίβλητων ανήλθε στο ποσό των 26.757 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογίας εισοδήματος οικ. έτους 2010), τα επόμενα έτη 2010, 2011, 2012 μειώθηκε στο ποσό των 21.391,02 ευρώ, 19.469,22 ευρώ και 17.864,67 ευρώ, αντίστοιχα (βλ. εκκαθαριστικά σημειώματα φορολογίας εισοδήματος οικ.

ετών 2011, 2012 και 2013), ενώ τα έτη 2014 και 2015, κατά τα οποία πλέον οι δύο πρώτοι των εφεσίβλητων αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στις πληρωμές τους, το εισόδημα τους υπέστη περαιτέρω μειώσεις και ανήλθε στο ποσό των 12.943,97 ευρώ και 13.064,92 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικά σημειώματα φορολογίας εισοδήματος φορ. ετών 2014 και 2015).

Επιπλέον αποδείχθηκε ότι η με αριθμό ... σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, την οποία αυτοί κατάρτισαν με την εκκαλούσα στις 17.01.2012 και από την οποία οφείλουν στην ανωτέρω τραπεζική ανώνυμη εταιρεία το ποσό των 81.250,42 ευρώ, αποτελεί δάνειο συγκέντρωσης οφειλών και αναχρηματοδότησης από προηγούμενες συμβάσεις προσωπικών δανείων, όπως η ίδια η εκκαλούσα εκθέτει στην έφεσή της ....

Συνεπώς αποδείχθηκε ότι όλα τα δάνεια των δύο πρώτων εφεσίβλητων αναλήφθηκαν μέχρι το 2009. Το ανωτέρω χρονικό σημείο το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα των δύο πρώτων εφεσίβλητων ανήλθε στο ποσό των 26.757 ευρώ, ήτοι (26.757/12 = 2.229,75 ευρώ), ενώ εν συνεχεία άρχισε η ραγδαία μείωση των εισοδημάτων τους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το συνολικό ύψος των μηνιαίων δόσεων, που όφειλε να καταβάλει ο πρώτος εφεσίβλητος προς τις πιστώτριες, με βάση το ποσοστό 10% αυτών, όπως ο ίδιος το παραθέτει στην αίτησή του, ανέρχεται σε [30,25 + 14,02 + 11,53 + 48,89 + 7,830 = 112,52 Χ 10=] 1.125,20 ευρώ, ενώ το συνολικό ύψος των μηνιαίων δόσεων, που όφειλε να καταβάλει η δεύτερη εφεσίβλητη προς τις πιστώτριες, με βάση το ποσοστό 10% αυτών, όπως η ίδια το παραθέτει στην αίτησή της, ανέρχεται σε [ 13,91 + 48,89 =) 62,80 Χ 10 =] 628 ευρώ, ήτοι συνολικά αμφότεροι όφειλαν να καταβάλλουν μηνιαίως ποσό (1.125,20 + 628 =) 1.753,20 ευρώ και όχι 1.500 ευρώ, όπως κατέθεσε εξεταζόμενος ανωμοτί ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο πρώτος εφεσίβλητος ....

Συνεπώς το διαθέσιμο σε αυτούς εισόδημα κατά το χρόνο λήψης των δανείων τους μετά και την αποπληρωμή των ως άνω δόσεων ανερχόταν σε (2.229,75 - 1.753,20 =) 476,55 ευρώ, όπως εξάλλου κατά προσέγγιση υπολόγισε το εναπομένον εισόδημα στην ως άνω κατάθεσή του ο πρώτος εφεσίβλητος, καταθέτοντας ότι απέμενε σε αυτούς διαθέσιμο εισόδημα περί τα 500 ευρώ. Δεδομένου ότι στο ανωτέρω χρονικό σημείο, οι δύο πρώτοι εφεσίβλητοι δεν είχαν αποκτήσει ακόμη δεύτερο τέκνο, οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης αυτών ως ζεύγους δύο ενηλίκων με ένα προστατευόμενο μέλος ανέρχονταν περί τα 1.000 ευρώ [βλ. και Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, ως προς τον προσδιορισμό των ευλόγων δαπανών διαβίωσης και για το ρόλο τους στη διευκόλυνση του Δικαστηρίου σε Αθ. Κ.., ο.π., σελ. 231-232 και 335 επ., οι οποίες λαμβάνονται μεν υπόψη, χωρίς, ωστόσο, να εκδηλώνουν νομική δεσμευτικότητα, που απαγορεύει τον προσδιορισμό των εν λόγω αναγκών κατά περίπτωση, αναλόγως των εκάστοτε ιδιαιτεροτήτων (...), που αυτές αποτιμώνται σε 1.126 ευρώ, όπως αυτές προσδιορίζονται από την πρώτη ομάδα δαπανών, στην οποία και οφείλει να προσαρμόζεται ο δανειολήπτης, που έχει αναλάβει αποπληρωμή δανείων για τη βελτίωση της προσωπικής του κατάστασης].

Συνεπώς το εναπομένον διαθέσιμο μηνιαίο εισόδημά τους μετά την αποπληρωμή των μηνιαίων δόσεων των δανείων τους ακόμα και κατά την έναρξη του δανεισμού τους και πριν την απομείωση του οικογενειακού τους εισοδήματος, δεν επαρκούσε για την κάλυψη των εύλογων δαπανών διαβίωσής τους, η δε αναφορά του πρώτου εφεσίβλητου στην ως άνω κατάθεσή του ότι τα 500 ευρώ που απέμεναν επαρκούσαν για την κάλυψη των ως άνω αναγκών είναι ανακριβής, έρχεται μάλιστα σε αντίθεση με άλλο σημείο της κατάθεσής του, όπου ανέφερε ότι σε κάθε περίπτωση στηρίζονταν και στη οικονομική βοήθεια που προσέφερε σε αυτούς ο πεθερός του, την οποία επίσης δεν προσδιόρισε αριθμητικά (...).

Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι οι δύο πρώτοι εφεσίβλητοι ανέλαβαν υψηλές οφειλές, εν γνώσει του γεγονότος ότι δεν μπορούσαν να τις εξοφλήσουν, απολαμβάνοντας τα δι' αυτών αποκτηθέντα αγαθά, προβλέποντας ότι ο υπερδανεισμός τους με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφελών τους, θα τους οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό, περιήλθαν, δηλαδή, σε αδυναμία πληρωμής με ενδεχόμενο δόλο, σύμφωνα και με όσα ανωτέρω, στη μείζονα σκέψη εκτίθενται, συνεπώς η εκκαλουμένη, η οποία έκανε δεκτές τις αιτήσεις, απορρίπτοντας την ένσταση δόλου, που κατά τρόπο παραδεκτό πρότειναν η εκκαλούσα και την οποία παραδεκτά επαναφέρει με τον πρώτο λόγο έφεσης έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου και συνεπώς, ο πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην εκκαλουμένη η ως άνω πλημμέλεια, ο οποίος είναι ορισμένος [η αξίωση πρόσθετων στοιχείων για το ορισμένο της ένστασης δόλου, ήτοι να αναφέρει ο πιστωτής α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (...), προσκρούει στην αρχή της δίκαιης δίκης που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η οποία εγγυάται την ύπαρξη μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των μερών στην αστική δίκη, καθώς τα στοιχεία αυτά δεν δύναται να γνωρίζει ο πιστωτής, ώστε να προβάλλει τη σχετική ένσταση, αφού δεν απαιτούνται με βάση το ν. 3869/2010 για το ορισμένο της αίτησης του οφειλέτη (...)], και νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ' ουσία βάσιμος ...''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως άνω, δικάσαν ως Εφετείο, δικαστήριο, δέχθηκε ως και κατ' ουσία βάσιμο τον ισχυρισμό της εκκαλούσας πιστώτριας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, ότι οι αιτούντες-πρώτος και δεύτερη των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσείοντες περιήλθαν εκ δόλου (ενδεχόμενου) σε αδυναμία πληρωμών και δέχθηκε και κατ' ουσία την προαναφερόμενη έφεση αυτής κατά της πρωτόδικης 6118/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κρίνει διαφορετικά, την οποία και εξαφάνισε, στη συνέχεια δε, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση, απέρριψε τις ένδικες από 21-10-2013 αιτήσεις των αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμες, κατά παραδοχή της σχετικής, κατ' άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένστασης της τότε εκκαλούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης.

Με τον πρώτο και τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο, με το να δεχθεί την ύπαρξη δόλου στο πρόσωπό τους σε σχέση με την μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής και, συνεπώς, τον αποκλεισμό τους από τη δυνατότητα ρύθμισης των χρεών τους με βάση τις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 3869/2010 και αυτών των άρθρων 481 και 483 του ΑΚ.

Ειδικότερα, κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα δέχθηκε την ύπαρξη δόλου στο πρόσωπό τους, ως προς την περιέλευσή τους σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, καθόσον: α] κατά την εξέταση της ένστασης δόλιας περιέλευσής τους σε αδυναμία πληρωμών, εκτίμησε το ύψος του μηνιαίου ποσού, που όφειλαν να καταβάλουν αυτοί στις πιστώτριες για την αποπληρωμή των οφειλών τους, κατά παράβαση των άρθρων 481 και 483 του ΑΚ και β] δεν δέχθηκε ότι τόσο η προϋπάρχουσα, όσο και η αποκτηθείσα με τραπεζικό δανεισμό ακίνητη περιουσία τους προσμετράται στις οικονομικές τους δυνατότητες, ενώ περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο ζήτημα των οικονομικών τους δυνατοτήτων να αποπληρώσουν τα δάνεια, όπως και αντιφατικές αιτιολογίες, επειδή ενώ δέχεται ότι υπάρχει ακίνητη περιουσία, όμως, δεν την προσμετρά στην οικονομική δυνατότητα αποπληρωμής τους.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, δεδομένου ότι το δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3896/2010, 481 και 483 του ΑΚ.

Ειδικότερα, με το να δεχθεί την ύπαρξη του στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο των αιτούντων, διότι αυτοί, κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων (όλα τα δάνεια των αναιρεσειόντων αναλήφθηκαν μέχρι το έτος 2009), σε χρόνο δηλαδή προγενέστερο του έτους από την κατάθεση των αιτήσεων (21-10-2013), συνολικού ύψους 232.380,63 ευρώ για τον πρώτο αναιρεσείοντα και 222.034,95 ευρώ για τη δεύτερη αναιρεσείουσα, είχαν προβλέψει την αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών τους και αποδέχθηκαν τούτο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, διέλαβε δε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή της περιέλευσής τους, από ενδεχόμενο δόλο, σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί το αποδεικτικό της πόρισμα και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, με επαρκή και χωρίς αντίφαση αιτιολογία, προσδιορίζει αναλυτικά: α) το ύψος των δανειακών συμβάσεων, που ανέλαβε καθένας των αιτούντων-συζύγων και ήδη αναιρεσειόντων, το οποίο ανέρχεται όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα στο ως άνω ποσό των 232.380,63 ευρώ, προερχόμενο από δύο στεγαστικά δάνεια 95.136,75 και 45.647,78 ευρώ, ένα καταναλωτικό δάνειο 5.925,89 ευρώ, ένα ανοικτό δάνειο 4.419,79 ευρώ από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και όσον αφορά την δεύτερη αναιρεσείουσα στο ως άνω ποσό των 222.034,95 ευρώ, προερχόμενο από δύο στεγαστικά δάνεια 95.136,75 και 45.647,78 ευρώ, ως συνοφειλέτης, από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ενώ αμφότεροι κατάρτισαν στις 17-1-2012 με την πρώτη αναιρεσίβλητη σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου από την οποία οφείλουν το ποσό των 81.250,42 ευρώ (αποτελεί δάνειο συγκέντρωσης οφειλών και αναχρηματοδότησης από προηγούμενες συμβάσεις προσωπικών δανείων), β) το οικογενειακό εισόδημα των αιτούντων κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2009 έως 2015, με τις κατά μήνα αποδοχές του πρώτου από αυτούς, γ) ότι, προέβαιναν στον ως άνω δανεισμό αποδεχόμενοι το ενδεχόμενο να μην ανταποκριθούν στην εξόφλησή τους (δανείων) καθόσον εκ των προτέρων γνώριζαν την εισοδηματική τους κατάσταση και ότι ήταν αδύνατον να τα εξυπηρετήσουν συνολικά, δεδομένου ότι το μόνο εισόδημά τους ήταν ο μισθός του πρώτου αναιρεσείοντος αφού η δεύτερη αναιρεσείουσα δεν εργάζονταν δηλαδή ότι περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμής με ενδεχόμενο δόλο, προβλέποντας ότι ο υπερδανεισμός τους με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφελών τους, θα τους οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό και δ) ότι οι ως άνω οικονομικές υποχρεώσεις, που ανέλαβαν έναντι των πιστωτών τους, υπερέβαιναν τις δυνατότητές τους με βάση τα ετήσια οικογενειακά εισοδήματά τους σε συνδυασμό με το κόστος διαβίωσης της οικογενείας τους το οποίο προσδιορίζεται, χωρίς την απόκτηση κατά το χρόνο λήψης των δανείων του δεύτερου τέκνου τους, στο ποσό των 1.000 ευρώ περίπου.

Τα περιστατικά αυτά, που το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος των αναιρεσειόντων ενδεχόμενος δόλος, κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, κατά το οποίο οι αναιρεσείοντες μπορούσαν να προβλέψουν ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές τους δυνατότητες, θα τους οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών τους και εντούτοις αποδέχτηκαν και επιδοκίμασαν την συμπεριφορά αυτή.

Η αιτίαση των αναιρεσειόντων, με την οποία ειδικότερα διατείνονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ότι περιήλθαν από ενδεχόμενο δόλο σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμών των οφειλών τους προς τις πιστώτριες Τράπεζες, εκτιμώντας το ύψος του μηνιαίου ποσού που όφειλαν να καταβάλουν για την αποπληρωμή των οφειλών τους, κατά παράβαση των άρθρων 481 και 483 του ΑΚ, κρίνεται απορριπτέα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση για την κατάγνωση του ενδεχόμενου δόλου δεν στηρίχθηκε μόνο στο ύψος του μηνιαίου ποσού, το οποίο όφειλαν οι αναιρεσείοντες να καταβάλουν στις πιστώτριες για την αποπληρωμή των οφειλών τους (και το οποίο αυτοί αμφισβητούν), αλλά, κατά τις παραδοχές της, στο ποσό που απέμενε κάθε μήνα, μετά την εξυπηρέτηση των οφειλών τους, για την κάλυψη των οικογενειακών τους δαπανών και στην ομολογία του πρώτου αναιρεσείοντος ότι βασίζονταν στην οικογενειακή βοήθεια του πεθερού του για την εξόφληση των υποχρεώσεών τους.

Οι αιτιάσεις δε, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα των οικονομικών τους δυνατοτήτων να αποπληρώσουν τα δάνεια, αφού διαθέτουν ακίνητη περιουσία, την οποία δεν αξιολόγησε το δικαστήριο της ουσίας, αποτελούν επιχειρήματα για την πληρέστερη, κατά την άποψή τους, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και συνεπώς, προβάλλονται απαραδέκτως, κατά το άρθρο 561 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, διότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας.

Σε κάθε περίπτωση είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού της πορίσματος, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε ανέλεγκτα ότι η υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον αυτοί συμφώνησαν με τις πιστώτριες την απόλαυση τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών τους θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκαν ο αποτέλεσμα αυτό, το οποίο διατυπώνεται σαφώς.

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθμ. 1 και 6 του ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι δεν περιήλθαν από δόλο (ενδεχόμενο) σε μόνιμη και γενική αδυναμία εξόφλησης των ληξιπρόθεσμων χρεών τους προς τις πιστώτριες, είναι αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις ως άνω διακρίσεις.

Κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/ 2017).

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 1/1987, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1480/2018, ΑΠ 64/2017).

Επίσης, από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς εκείνες των άρθρων 556 παρ.2, 570 παρ.1 και 2, 577, 579 και 581 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.

Συνεπώς, δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 834/2021, ΑΠ 503/2018, ΑΠ 1724/2012). Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, η ένσταση δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμών, η οποία υποβλήθηκε από τις πιστώτριες Τράπεζες ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με τις από 9-2-2017 προτάσεις τους, και επαναφέρθηκε με τον πρώτο λόγο της από 30-9-2017 έφεσής της εκκαλούσας-πρώτης αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 αριθμ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο εν λόγω ισχυρισμός (περί απαραδέκτου της ένστασης δόλου) είχε προταθεί παραδεκτά από τους αναιρεσείοντες ως εφεσίβλητους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως όφειλαν προς αντίκρουση του λόγου έφεσης, ούτε, σε κάθε περίπτωση, από τις προτάσεις των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου της ουσίας, προκύπτει, μετά την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή τους, ότι τον παραπάνω ισχυρισμό είχαν προτείνει, ως εφεσίβλητοι, με νόμιμο και ορισμένο τρόπο στο Εφετείο, δηλαδή με τις από 19-11-2019 προτάσεις τους, που υπέβαλαν κατά τη συζήτηση σ` αυτό προς απόκρουση της έφεσης της αντιδίκου τους, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αν και μπορούσε να προβληθεί, παρά μόνο επίκληση του λόγου αυτού γίνεται με το αναιρετήριο, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ (ΑΠ 834/2021).

Πιο συγκεκριμένα, από την επιτρεπτή (άρθρ. 561 αριθμ. 2 του ΚΠολΔ) επισκόπηση των από 19-11-2019 προτάσεων των ήδη αναιρεσειόντων ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει ότι, αιτούμενοι την απόρριψη του πρώτου λόγου της έφεσης της αντιδίκου τους ισχυρίστηκαν ότι " ...η ένσταση δόλιας περιέλευσης σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών που πρότειναν οι καθών, στερείται βασιμότητας, καθόσον σύμφωνα με τα κρατούντα στις συναλλαγές ο δανειολήπτης που ζητά τη χορήγηση δανείου δεν έχει τη δυνατότητα να υποχρεώσει τον πιστωτή να αποδεχτεί το αίτημά του.

Ιδιαίτερα δε όταν οι πιστωτές είναι πιστωτικά ιδρύματα, αυτά έχουν επιπλέον τη δυνατότητα εκτός από την έρευνα των οικονομικών στοιχείων του αιτούμενου το δάνειο, μέσω εκκαθαριστικού σημειώματος ή βεβαίωσης αποδοχών, να διαπιστώσουν και τις τυχόν δανειακές του υποχρεώσεις σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα και την εν γένει οικονομική του συμπεριφορά μέσω του συστήματος "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ" πριν του χορηγήσουν το δάνειο.

Στην προκειμένη περίπτωση οι καθών μας χορήγησαν τα εν λόγω δάνεια που αιτηθήκαμε αφού τα οικονομικά στοιχεία ήταν επαρκή ...". Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι αβάσιμος, αφού, για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. τελ. του ν. 3869/2010, πλην του υποκειμενικού στοιχείου δεν απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία, όπως η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη (ΑΠ 70/2020).

Σε ακολουθία των παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).

Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.

β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 5-5-2021 (αριθμ. έκθ. κατάθ….), αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 4793/2020 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2023

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ