Legislator Case Law & Legislation
70/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank debt ruling for lack of fraud and insufficient evidence analysis.

Case Number 70/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment ordering debt repayment to major Greek banks. The appellant argued the lower court erred in finding fraud and failed to consider her medical conditions and early retirement. The court rejected these claims, stating that fraud requires specific intent beyond mere omissions by the bank and that the lower court's assessment of evidence and solvency was not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 § 1 and 560 § 6 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews only legal errors, not factual assessments, and finds fraud in debt cases requires specific intent independent of the creditor's investigative omissions.

Keywords

AI generated
bank debt collection fraud element appellate review limits evidence assessment civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 1 § 1 of Law 3869/2010
Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 Ν.
Article 560 § 6 of the Code of Civil Procedure
Article 561 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 8 § 6 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
OloMAP 24/1992
OloMAP 1/1999
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 70 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 70/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Λ. Α. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σπυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, για τον εαυτό της ατομικά και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", εδρεύουσας στην … και ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL PLC", εδρεύουσας στην …, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, για τον εαυτό της ατομικά και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ PROBANK ΑΕ", εδρεύουσας στην …, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της κυπριακής δημόσιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...

BANK PUBLIC CO LTD" (πρώην "... BANK PUBLIC CO LTD"), εδρεύουσας στη ... και ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", εδρεύουσας στην … , 5) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Πιστώσεων", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 3η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Χαριάτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σαραντόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1η, 5η και 6η δεν παραστάθηκαν.

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και με διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις - μη δικαιούχου διαδίκου και ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "..." (…), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "...) SA" (...), που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα (για τις απαιτήσεις της ιδίας, καθώς και για τις απαιτήσεις της "CITIBANK INTERNATIONAL PLC", ως ειδικής διαδόχου και της πρώην "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", ως καθολικής διαδόχου), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ανδρουτσόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-1-2012 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 4ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 962/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9184/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-4-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία αφορά αίτηση της οφειλέτριας αναιρεσείουσας για ρύθμιση των χρεών της έναντι των πιστωτριών αυτής Τραπεζών (αναιρεσιβλήτων), κατά το Ν. 3869/ 2010 που εκδικάσθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, εκδόθηκε ερήμην των ήδη αναιρεσιβλήτων ATTICA BANK ATE, ΤΡΑΠΕΖΑ PROBANK AE και ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ και αντιμωλία των λοιπών.

Εφόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν είναι δεκτική κατά νόμο ανακοπής ερημοδικίας είναι δεκτική ασκήσεως κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως (ΚΠολΔ 552, 553), η οποία, όπως εν προκειμένω, πρέπει να απευθύνεται κατά των άλλων στην πρωτόδικη δίκη διαδίκων (ΚΠολΔ 762, 769). Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. .../18-7-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς Σ. Χ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη, πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων.

Κατά συνέπεια, εφόσον, σύμφωνα με τα πρακτικά, αυτές δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση (ΚΠολΔ 242 § 2 και 573 § 1), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.

Με χωριστό δικόγραφο που επιδόθηκε σε όλους τους διαδίκους νόμιμα και εμπρόθεσμα ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης και κατά των λοιπών από την εντολοδόχο και ειδική πληρεξούσια ημεδαπή εταιρία "..." της αλλοδαπής εταιρίας με έδρα το ... "..., ως ειδικής διαδόχου της αλλοδαπής εταιρίας με έδρα το ... "..." που εν επιδικία της μεταβιβάστηκαν συμβατικά από την ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ οι επίδικες απαιτήσεις κατ' άρθρο 2 § 4 Ν. 4354/ 2015, από συμβάσεις δανείων της ίδιας (ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ) και ως ειδικής διαδόχου της "CITIBANK INTERNATIONAL plc" και "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" με την αναιρεσείουσα δανειολήπτρια. Η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση έχει χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατά τα άρθρα 80-83 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (ΚΠολΔ 246, 573, βλ. ΑΠ 368/2019).

Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 § Α1 Ν. 3995/2011, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για να επιτευχθεί η ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου οφειλέτη προς τους πιστωτές του και η απαλλαγή του, πρέπει αυτός να μη περιήλθε σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των χρηματικών οφειλών του με δόλιο τρόπο. Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής.

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης και αυτών των άρθρων 330 ΑΚ και 27 § 1 ΠΚ, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό (άμεσος και ενδεχόμενος δόλος).

Ειδικότερα πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε άμεσα ή ενδεχόμενα κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από έντονη δική του υπαιτιότητα (δόλος υπό τις άνω διακρίσεις) βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017).

Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και άρα ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 755/2018, 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αρ. 1 και 6 ιδ.κ).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ. Ενώ, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 560 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ.

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση. Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (ΑΠ 515/2018, ΑΠ 704/2017).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη 9184/2017 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (ΚΠολΔ 561 § 1), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκείμενη δίκη: "...Η αιτούσα - εκκαλούσα ηλικίας 65 ετών (γεννηθείσα το 1952) είναι συνταξιούχος του Δημοσίου, εργαζόμενη πριν την συνταξιοδότησή της ως νοσηλεύτρια στο Γενικό Νοσοκομείο Πατησίων, ανύπανδρη, με μία ενήλικη θυγατέρα, ηλικίας 37 ετών που διαμένει μόνη της και εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος.

Η δε αιτούσα διαμένει σε ιδιόκτητη οικία της στην Αθήνα και συγκεκριμένα έχει στην πλήρη κυριότητά της ένα διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, συνολικής επιφανείας 100 τ.μ., κείμενου σε οικοδομή επί της οδού ... στην ..., που αποτελεί και την κύρια κατοικία της και η αντικειμενική αξία του ανέρχεται στο ποσό των 79.200 ευρώ..., ενώ δεν διαθέτει άλλη ακίνητη περιουσία, ούτε αυτοκίνητο.

Οι δε μηνιαίες καθαρές απολαβές της ως νοσηλεύτριας ανέρχονταν στο ποσό των 1.760 ευρώ, ενώ περί το έτος 2011 μειώθηκαν στο ποσό των 1.412 ευρώ και ακολούθως περί το έτος 2011 υπέβαλε την αίτησή της για συνταξιοδότηση, το ύψος δε της σύνταξής της ανέρχονταν αρχικά στο ποσό των 1.117 ευρώ και κατά τον παρόντα χρόνο στο ποσό των 1.014 ευρώ.

Εξάλλου, το ετήσιο συνολικό καθαρό εισόδημα της αιτούσας κατά τα οικονομικά έτη 2010, 2011 και 2012 ανέρχεται στο ποσό των 24.788,55 ευρώ, 19.288,93 ευρώ και 18.298,08 ευρώ αντίστοιχα, ενώ κατά τα οικονομικά έτη 2013, 2014 και 2015 στο ποσό των 15.426,20 ευρώ, 13.841,15 ευρώ και 13.659,96 ευρώ.... Το συνολικό λοιπόν ύψος των παραπάνω οφειλών της αιτούσας που αναλήφθηκαν σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης ανέρχεται στο ποσό των (19.069,55 + 17.593,44 + 51.932,25 + 1.319,47 + 12.618,04 + 6.200,04 + 23.161,49 + 9.706,15 + 11.447,86) 153.048,29 ευρώ.

Παράλληλα κατά το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της κρινόμενης αίτησης και παρά το γεγονός ότι επρόκειτο να λάβει σύνταξη και δεν εδύνατο να εξυπηρετήσει τα προηγούμενα δάνεια με τον μισθό της που ήταν υψηλότερος της συντάξεως προέβη στην λήψη καταναλωτικών δανείων (1.319,47 + 43.442,69 + 23.386,31 €)... ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι επειδή αναλήφθησαν το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της υπό κρίση αίτησης δεν επιτρέπεται η ρύθμισή τους κατ' άρθρο 1 παρ. 2α του ν. 3869/2010.

Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η αιτούσα με τις πράξεις της οδηγήθηκε σε υπέρμετρο δανεισμό, που υπερέβαινε κατά πολύ τα μέτρα των οικονομικών της δυνατοτήτων... Επιπλέον από προσκομισθέν τμήμα αντιγράφου λογαριασμού της τράπεζας ... προκύπτει ότι μέρος των χρεώσεων αφορούν αγορές σε εταιρείες όπως ... ..., ήτοι προς κατανάλωση αγαθών που δεν αφορούσαν ούτε φάρμακα, ούτε εκπαίδευση, ούτε είδη πρώτης ανάγκης ως ισχυρίζεται η αιτούσα, που επικαλείται πιεστικές οικογενειακές ανάγκες όπως έξοδα διαβίωσης και εκπαίδευσης της κόρης της, συνεπεία των οποίων αναγκάστηκε να καταφύγει σε τραπεζικό δανεισμό.

Σε κάθε περίπτωση είναι προφανές ότι ο μηνιαίος μισθός της ύψους 1.400 ευρώ περίπου, ήτοι πριν ακόμη υποστεί μειώσεις, δεν επαρκούσε για την ταυτόχρονη κάλυψη τόσο των ως άνω δανειακών της υποχρεώσεων, όσο και των βιοτικών αναγκών της, που η ίδια ισχυρίζεται ότι ανέρχονται σε 700 ευρώ. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η αιτούσα δεν επέδειξε συμπεριφορά συνετού καταναλωτή, διότι ήδη από τον χρόνο λήψης των ως άνω δανείων διέβλεπε ως ενδεχόμενη την αδυναμία της αποπληρωμής των υποχρεώσεών της στο μέλλον, καθόσον το μοναδικό αξιόλογο αλλά και σταθερό εισόδημά της ήταν ο μισθός της ως δημοσίου υπαλλήλου, ο οποίος κυμαινόταν περίπου στα 1.400 ευρώ, παράλληλα δε η αιτούσα δεν επικαλείται, ούτε αποδεικνύει εισοδήματα από άλλες πηγές, τα οποία χρησιμοποιούνταν ως συμπλήρωμα του συνολικού ποσού της δόσεως που έπρεπε να καταβάλλει μηνιαίως στους πιστωτές της...

Εκ των ανωτέρω λοιπόν προκύπτει ότι η αιτούσα, ενώ προέβη στην λήψη του στεγαστικού δανείου, προέβη ακολούθως σε συνεχή και δυσανάλογο σε σχέση με τις οικονομικές της δυνατότητες δανεισμό, δίχως παράλληλα να φροντίσει για την ορθή διαχείριση του ενεργητικού της, προκειμένου να εξυπηρετήσει επαρκώς τα ήδη αναληφθέντα χρέη της, ήτοι δεν φρόντισε να διαφυλάξει τα εισοδήματα που λάμβανε από την εργασία της ως νοσηλεύτρια, αλλά αντιθέτως προέβη αλόγιστα και χωρίς επιμέλεια και σύνεση σε διαρκείς λήψεις καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών, χωρίς να υφίσταται εμφανής λόγος προς τούτο, όπως π.χ.

λόγοι υγείας και χωρίς να προσδοκεί στο μέλλον σε μεγαλύτερα εισοδήματα εκ του επαγγέλματός της, γνωρίζοντας έτσι ότι οι αναληφθείσες εκ μέρους της υποχρεώσεις είναι δυσανάλογα μεγάλες σε σχέση με τις οικονομικές δυνατότητές της (δάνεια υπερπολλαπλάσιας αξίας του ύψους των εισοδημάτων της). Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι αντιμετώπιζε κάποια ανίατη ή σπάνια ασθένεια, τα δε προβλήματα υγείας που επικαλείται (υπερτασική καρδιοπάθεια, σακχαρώδης διαβήτης, εκτακτοσυστολική κοιλιακή αρρυθμία) αντιμετωπίζονται με κατάλληλη ιατροφαρμακευτική αγωγή και θεραπεία, ενώ επιπλέον τύγχανε και τυγχάνει ασφαλισμένη στο δημόσιο και ως εκ τούτου είχε την απαιτούμενη ιατρική κάλυψη.

Επιπλέον δεν αποδείχθηκε ότι υποβλήθηκε σε μεγάλες δαπάνες εκπαίδευσης (όπως δαπάνες διδάκτρων για φοίτηση στο εξωτερικό κλπ) για την θυγατέρα της που δικαιολογούσαν την λήψη ανάλογων δανείων. Αντιθέτως οι δαπάνες που επικαλείται φοίτησης (70 ευρώ μηνιαίως) και των λοιπών εξόδων διαβίωσης είναι οι συνήθεις δαπάνες μίας μονογονεϊκής οικογένειας, ο δε μισθός της και ακολούθως η σύνταξή της θεωρούνται από τους ικανοποιητικούς μισθούς ενός δημοσίου υπαλλήλου και αντίστοιχα ενός συνταξιούχου, ειδικά με τα σημερινά δεδομένα, όπου μεγάλη μερίδα του ελληνικού πληθυσμού ανταποκρίνεται στα αντίστοιχα έξοδα διαβίωσης με μικρότερα εισοδήματα.

Η αιτούσα λοιπόν γνώριζε, σε κάθε δε περίπτωση μπορούσε, μετά βεβαιότητας να προβλέψει, την αδυναμία αποπληρωμής του ποσού των 153.048,29 ευρώ (συνολικό ύψος των χρεών της), αφού αφενός μεν δεν διέθετε άλλους πόρους πέραν των αποδοχών της, αφετέρου δε επειδή κάποια στιγμή θα συνταξιοδοτούνταν και ως εκ τούτου τα εισοδήματά της θα μειώνονταν δραματικά, γεγονός που θα έπρεπε να την κάνει περισσότερο συνετή και προσεκτική όσον αφορά τον αλόγιστο δανεισμό της.

Δηλαδή στην προκείμενη περίπτωση κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής η αιτούσα -καίτοι ο υπερδανεισμός δεν συνιστά εξ ορισμού στοιχείο του δόλου- υπερέβη καταφανώς τον συνήθως αναλαμβανόμενο από το μέσο συνετό άνθρωπο κίνδυνο μελλοντικής εξυπηρέτησης των δανειακών της υποχρεώσεων, προβαίνοντας συνειδητά στην ανάληψη αυτών.

Εξάλλου και η λήψη των ως άνω δανείων συνολικού ύψους 44.762,6 ευρώ τον τελευταίο χρόνο πριν την υποβολή της υπό κρίση αίτησης και παρά το γεγονός ότι σε κάθε περίπτωση σύντομα θα συνταξιοδοτούνταν καταδεικνύει για άλλη μία φορά την υπέρβαση του ορίου οικονομικής δυνατότητας της αιτούσας που λαμβάνοντας υπόψη της το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των συσσωρευμένων χρεών της και αφού το στάθμισε, αποφάσισε να προχωρήσει στη λήψη και αυτών των δανείων, γεγονός που μαρτυρεί και την εν γένει συμπεριφορά της.

Εξάλλου η αιτούσα παρά το γεγονός ότι ισχυρίστηκε ότι συνταξιοδοτήθηκε, προκειμένου να λάβει το εφάπαξ, ουδέν αναφέρει περί του ύψους αυτού και το ποσό που εισέπραξε, ενώ δεν προκύπτει να διατέθηκε για την ικανοποίηση των πιστωτριών της. Απ' όλα τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτει ότι η αιτούσα δημιούργησε χρέη συνολικού ύψους 153.048,29 ευρώ -πέραν του ως άνω ποσού των 44.762,6 ευρώ- υπερβαίνοντας το μέτρο και την σύνεση του μέσου καταναλωτή με τον αλόγιστο δανεισμό της με την λήψη καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών, μολονότι γνώριζε ότι στο μέλλον θα αδυνατούσε να τα καλύψει ή τουλάχιστον προχωρούσε στην λήψη των δανείων αποδεχόμενη πλήρως ως πιθανόν αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες.

Και τούτο διότι παρά τον ισχυρισμό των πιστωτριών Τραπεζών περί δόλιας περιέλευσής της στην σημερινή κατάσταση της υπερχρέωσης, δεν ανταπέδειξε ότι κατά την ανάληψη των επίδικων οφειλών της, ανέμενε ή ήλπιζε σε μεταγενέστερη βελτίωση των οικονομικών της, ώστε να υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής τους, ούτε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε κατά τον ίδιο παραπάνω χρόνο αναμενόμενη βελτίωση του οικογενειακού εισοδήματός της, το οποίο, όπως με σαφήνεια καταδείχθηκε πιο πάνω, προερχόταν ουσιαστικά μόνο από τον μηνιαίο μισθό της, χωρίς να διαθέτει άλλους αξιόλογους οικονομικούς πόρους ή ακίνητη περιουσία.

Προέκυψε περαιτέρω ότι ο υπέρμετρος δανεισμός της αιτούσας με τη χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης αποσκοπούσε στην επίτευξη από μέρους της επιπέδου διαβίωσης ανώτερου από τις οικονομικές της δυνατότητες βάσει των ανωτέρω. Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η αιτούσα με τις πράξεις της οδηγήθηκε σε αδυναμία πληρωμών με έντονη τη δική της υπαιτιότητα.

Υπό τα περιστατικά αυτά η υπαιτιότητα της αιτούσας είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον η οφειλέτρια - αιτούσα συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Δηλαδή γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών της που διαρκώς διογκώνονταν, αποτελούσε ένα ενδεχόμενο που η πραγμάτωση του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα. Κρίνεται δε ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του.

Συνεπώς ακόμη και αν γίνει δεκτή η άποψη ότι οι πιστώτριες ακολουθούσαν επιθετική στρατηγική προκειμένου να την δανειοδοτούν, η αιτούσα είχε την τελική επιλογή... Ως εκ τούτου σύμφωνα με τη νομική σκέψη της παρούσας και με όσα έχουν γίνει δεκτά ανωτέρω, η αιτούσα περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της από ενδεχόμενο δόλο και συνεπώς δεν εμπίπτει στην έννοια του έντιμου και καλόπιστου υπερχρεωμένου οφειλέτη που τυγχάνει προστασίας από το ν. 3869/ 2010...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 7-2-2014 έφεση της αιτούσας -αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 962/Φ 141/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζον την από 4-1-2012 αίτηση της αναιρεσείουσας για ρύθμιση των οφειλών της κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατ' αποδοχή της ένστασης των πιστωτριών τραπεζών περί δόλιας περιέλευσης της οφειλέτριας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, κρίνοντας ότι αυτή δολίως περιήλθε σε κατάσταση αδυναμίας των ληξιπρόθεσμων πληρωμών της.

Ήδη, η αναιρεσείουσα οφειλέτρια, με το πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση τις ακόλουθες πλημμέλειες, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ: α) ότι παραβίασε την ΑΚ 300, μη λαμβάνοντας υπόψη την αποκλειστική υπαιτιότητα άλλως συνυπαιτιότητα των Τραπεζών γιατί παραβίασαν την καθιερούμενη με την ΚΥΑ Ζ1-699/ΦΕΚ Β'/917/2010 αρχή της καταναλωτικής πίστης και του υπεύθυνου δανεισμού, δεν έλεγξαν το σύστημα Τειρεσίας και γνώριζαν την περιουσιακή της κατάσταση και γιατί ο οφειλέτης που πιθανολογεί την αδυναμία του εισοδήματός να ανταπεξέλθει στις δανειακές υποχρεώσεις που αναλαμβάνει δεν νοείται να βρίσκεται σε μεμπτότερη θέση έναντι του πιστωτή που γνωρίζει την οικονομική του δύναμη και εντούτοις τον δανείζει.

Κατά το μέρος αυτό ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προειπώθηκε στη μείζονα σκέψη, για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 1 § 1 εδ. τελ. Ν. 3869/2010, πλην του υποκειμενικού στοιχείου δεν απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία, όπως η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, β) ότι παραβίασε την έννοια του δόλου του άρθρου 330 ΑΚ, διότι τα γεγονότα που ακολούθησαν, ήτοι η οικονομική κρίση και οι εξ αυτής μειώσεις των εσόδων της και οι ασθένειες της ίδιας ήταν αδύνατο να προβλεφθούν κατά τη σύναψη των δανείων, ο μισθός της επαρκούσε για την αποπληρωμή αυτών και κατά τη σύναψη των δανείων δεν είχε προβλέψει ότι δεν θα μπορούσε μελλοντικά να ανταποκριθεί στην αποπληρωμή τους, οπότε δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό της κατά τη λήψη των δανείων άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος.

Κατά το σκέλος του αυτό ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι αποδιδόμενες πλημμέλειες δεν αναφέρονται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν πραγματικών περιστατικών αλλά στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, κατά το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε ανέλεγκτα, ότι η υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον αυτή συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο διατυπώνεται σαφώς και επομένως πρέπει να απορριφθεί κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, γ) ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Κατά το σκέλος του αυτό ο λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν. Με τη διάταξη του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται, οι ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (ΟλομΑΠ 469/1984, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 625, 701/2008), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.

Επίσης, δεν είναι "πράγμα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 10/2008). Ούτε αποτελούν "πράγματα" οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (ΟλομΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά έγγραφα που επικαλέστηκε και προσκόμισε (αντίγραφα κίνησης λογαριασμών, ιατρικές γνωματεύσεις κ.α.), από τα οποία προέκυπταν, η αρχική εξυπηρέτηση των δανείων, η αγορά εξοπλισμού της οικίας της και η μετέπειτα αύξηση του κόστους ζωής της λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε η ίδια και η μητέρα της και των εξόδων φοίτησης της θυγατέρας της, τα οποία αν λάμβανε υπόψη, λόγω της μεγάλης αποδεικτικής τους αξίας θα έπρεπε να απορρίψει την περί δόλου ένσταση των αναιρεσιβλήτων και να δεχθεί την αίτησή της.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τα παραπάνω, καθόσον ούτε η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών ούτε οι επικαλούμενοι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, οι οποίοι συνιστούν αφενός νομικούς ισχυρισμούς που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου και αφετέρου αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης των πιστωτριών τραπεζών περί δόλιας περιέλευσης αυτής (οφειλέτριας) σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλομΑΠ 24/1992, ΟλομΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι η πληττόμενη απόφαση απέρριψε κατ' ουσία την έφεση αυτής βασιζόμενη σε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι: α) στη μείζονα σκέψη εσφαλμένα θεωρεί ότι η διάταξη του άρθρου 1 § 1 Ν. 3869/2010, η οποία απαιτεί έλλειψη δόλου του οφειλέτη προκειμένου να υπαχθεί στις διατάξεις του θεσπίστηκε προς το συμφέρον των πιστωτών και όχι του οφειλέτη, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του νόμου, με αποτέλεσμα να αποκλείσει την αξίωση πρόσθετων στοιχείων (όπως η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη) για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, β) μη ορθά στήριξε την κρίση της επί των συνολικών οφειλών της γιατί αυτές περιλαμβάνουν και τόκους, εισφορές και προμήθειες, γ) ενώ κρίνει το μισθό της ως ικανοποιητικό μισθό δημοσίου υπαλλήλου στη συνέχεια τον απαξιώνει κρίνοντας ότι μόνο με το μισθό της δεν καθίστατο εφικτή η αποπληρωμή των δόσεων, δ) δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς της ότι δεν είχε ρευστότητα λόγω των ασθενειών της (διαβήτη, στηθάγχη, οστεοαρθρίτιδα), ότι συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα για να λαμβάνει μεγαλύτερη σύνταξη, ότι ανήκε στις ευπαθείς ομάδες πολιτών γιατί ήταν ανύπαντρη μητέρα και είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου την κόρη της.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες πλημμέλειες δεν αφορούν έλλειψη ή εσφαλμένη αιτιολογία του εφαρμοστέου ουσιαστικού νόμου, αλλά, η υπό στοιχ. α' (πλημμέλεια) αναφέρεται στην έννοια του δόλου του άρθρου 1 § 1 εδ. τελ. Ν. 3869/2010, όπου, για τη στοιχειοθέτησή του, όπως προειπώθηκε, πλην του υποκειμενικού στοιχείου του οφειλέτη δεν απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία, όπως η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη (όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα), και οι λοιπές σε ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται σαφώς, οι οποίες δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ.

Μετά από αυτά και ελλείψει ετέρου λόγου αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 3). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν θα περιληφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 8 § 6 εδ. β' Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-4-2018 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 38858/71/23-4-2018 αίτηση για αναίρεση της 9184/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.

Και Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ