Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring order, upholding property exemption calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a debt restructuring fund against a first-instance judgment ordering debt repayment. The court found the lower court correctly calculated the minimum liquidation amount to ensure the debtor's primary residence remained exempt from auction. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and no court costs were imposed on the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 739-741 of the Code of Civil Procedure; Article 9 of Law 3869/2010: The Supreme Court rules that a first-instance judgment in voluntary jurisdiction debt restructuring proceedings is final and subject to appeal even if rendered in absentia, provided the specific law does not require prior annulment proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1052 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1052/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "H. P. C. Α. Ε. Π. Π.", που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Τερζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2017 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 403/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 49/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-7-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 2-7-2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθ. 49/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της δεύτερης των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "H.
P. C. Α. Ε. Π.". Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον της δεύτερης αναιρεσίβλητης διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 67/2020, ΑΠ 508/2020).
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλομένη επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 12-3-2020, η δε 30νθήμερη προθεσμία άσκησης αναίρεσης κατ' αυτής είχε ανασταλεί δυνάμει των ΚΥΑ υπ' αριθ. Δ1α/ΓΠοικ 17734/12-3-2020, Δ1α/ΓΠοικ 18176/15-3-2020, Δ1α/ΓΠοικ 21159/127-3-2020, Δ1α/ΓΠοικ 24403/11-4-2020, Δ1α/ΓΠοικ 26804/25-4-2020 και Δ1α/ΓΠοικ 30340/15-5-2020, μετά δε το τέλος της αναστολής (στις 31-5-2020) παρασχέθηκε κατ' άρθρο 74 παρ.
του ν. 4690/2020 (ΦΕΚ Α' 104/30.5.2020) επί πλέον προθεσμία 30 ημερών από την προβλεπόμενη λήξη της προθεσμίας (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του,
ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1205/2022, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την προσκομιζόμενη, από το αναιρεσείον, υπ' αριθ. 969/4-10-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη Περιφέρεια του Εφετείου Θράκης Δ. Α., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18-11-2022) και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., νομότυπα και εμπρόθεσμα, στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, αφού η τελευταία δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, όπως τούτο προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ.2 του ΚΠολΔ).
Με το ν. 3869/2010 δόθηκε ακριβώς η δυνατότητα σε υπερχρεωμένους πολίτες που έχουν αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, να ρυθμίσουν την εξόφλησή τους με ευνοϊκότερους όρους και να απαλλαγούν από αυτά, εφόσον εξυπηρετήσουν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα με βάση το εισόδημά τους ένα μέρος των χρεών τους και ρευστοποιηθεί η περιουσία τους, πλην της κύριας κατοικίας τους, για τη διάσωση της οποίας επίσης πρέπει να καταβληθεί σημαντικό τίμημα, που προσεγγίζει την πραγματική της αξία.
Η δυνατότητα ρύθμισης για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά, βρίσκει τη νομιμοποίησή της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου, που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία, χωρίς διέξοδο και προοπτική, κατάσταση, από την οποία, άλλωστε, και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος.
Μια τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει, όμως, να εξυπηρετεί ευρύτερα και το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες με την προβλεπόμενη από το νόμο ρύθμιση και απαλλαγή από τα χρέη τους επανακτούν ουσιαστικά, μέσω των εν λόγω διαδικασιών, την αγοραστική τους δύναμη, προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, καθώς και την επανένταξη τους στο κοινωνικό σύνολο (άρθρα 2 παρ.1, 21 παρ. 1 και 25 παρ. 1α του Συντάγματος).
Στόχος των εν λόγω διατάξεων είναι η επανένταξη του υπερχρεωμένου πολίτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή με την επανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας που συνεπάγεται η εξάλειψη των χρεών που αδυνατεί να αποπληρώσει. Επομένως, ο ν. 3869/2010 δεν έχει σχεδιαστεί ως νομοθέτημα μεταβατικού χαρακτήρα, με σκοπό την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης, αλλά αντιθέτως η λειτουργία του προορίζεται να καταστεί παραπληρωματική προς εκείνη του Πτωχευτικού Κώδικα, διαλαμβάνοντας εκείνες τις περιπτώσεις υπερχρεώσεως που δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του τελευταίου.
Εξ αυτής της απόψεως οι διατάξεις του συνιστούν ειδικό δίκαιο της εκκαθαρίσεως των οφειλών του ιδιώτη, το οποίο συντελεί από οικονομικής απόψεως στην (οιονεί κοινωνική) "ασφάλιση" των φυσικών προσώπων που έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους και ως εκ τούτου συνιστούν αναγκαστικό δίκαιο, αφού η φύσις διατάξεων ως δημοσίας τάξεως ή αναγκαστικού δικαίου συνάγεται εκτός άλλων και εκ του γενικοτέρου σκοπού ή συμφέροντος τον οποίο υπηρετούν (άρθρο 3 ΑΚ).
Ειδικότερα, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, καθόσον η ένδικη από 1-2-2017 αίτηση του αναιρεσιβλήτου, περί υπαγωγής του στις διατάξεις του ν. 3869/2010, υποβλήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του, ήτοι στις 19-2-2017], ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4 επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο"... 4.
Δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου οι οφειλές, οι οποίες: είτε α) έχουν αναληφθεί ή βεβαιωθεί το τελευταίο έτος πριν την κατάθεση της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4, είτε β) δημιουργήθηκαν από αδίκημα που τελέσθηκε από τον οφειλέτη με δόλο ή βαρεία αμέλεια, είτε γ) συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, είτε δ) αφορούν στην υποχρέωση διατροφής συζύγου ή ανηλίκου τέκνου.
Ο περιορισμός του εδαφίου α' στοιχείο α' δεν ισχύει όσον αφορά τις οφειλές του εδαφίου β' της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου." Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου ν. 3869/2010, για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του, που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από την δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ' άρθρα 323 και 340 Α.Κ.), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση την σχέση ρευστότητας του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λ.π. (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018).
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του μπορούν ενδεικτικά να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για τη μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λ.π. (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 951/2015).
Ακόμη, ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσης του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 677/2010).
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως. ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λ.π.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεως του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματα του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από τον νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά, Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Η τελευταία περίπτωση συντρέχει και όταν ο οφειλέτης, εν γνώσει του, χειροτερεύει την οικονομική του θέση με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του, το εισόδημα του και τη γενικότερη θέση του και συγκεκριμένα όταν δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας του και τη σωστή διαχείριση του ή όταν προβαίνει σε κατασπατάληση του εισοδήματος του ή των περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα να μειώνει τη δυνητική ροή ρευστότητας που διαθέτει.
Εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο δόλος του οφειλέτη πρέπει να συνδέεται με την πρόκληση της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας να εξοφλήσει τα χρέη του, δηλαδή η πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πρέπει να οφείλεται σε δόλο του. Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στον νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.
άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) και να τον αποδείξει (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).
Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του ΚΠολΔ, η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων προς αυτήν χρηματικών οφειλών από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:
α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) τον χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 166/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ. 1174/2019, ΑΠ. 515/2018).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 ότι "Αντικειμενικό σύστημα φορολόγησης και άλλες διατάξεις", ορίζεται ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεωλυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημοσίους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους κατά την κείμενη νομοθεσία κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:
α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθό, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙBEET κ.λ.π.), β) μέχρι τα 6/10 της κανονισθησομένης κύριας και επικουρικής συντάξεώς του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β' 677/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση, λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως (παρ.1).
Οι πιο πάνω εκχωρήσεις είναι ισχυρές καταργούμενης κάθε αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως. Για την αναγγελία των εκχωρήσεων αυτών αρκεί η τήρηση των κοινών διατάξεων κατά παρέκκλιση τυχόν ειδικών ρυθμίσεων όπως του άρθρου 95 του ν. 2362/1995 και του άρθρου 53 του ν.δ. 496/1974. Εκχωρήσεις που έχουν γίνει οποτεδήποτε πριν από την εφαρμογή του παρόντος χωρίς την εφαρμογή των αναφερόμενων στο προηγούμενο εδάφιο ειδικών ρυθμίσεων θεωρούνται εξ υπαρχής έγκυρες, εφόσον τηρήθηκαν οι κοινές διατάξεις (παρ. 2).
Από τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης προκύπτει ότι ο πραγματικά επιδιωκόμενος σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι μόνον η εξασφάλιση του εκδοχέα και η παραχώρηση ασφαλείας προς αυτόν ως προς την είσπραξη της απαίτησης από τον εκδοχέα - Τ.Π.Δ. και όχι η οριστική απόκτηση από αυτόν (Τ.Π.Δ.) της απαίτησης.
Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις στο άρθρο 62 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Εξάλλου, κατά τη ρύθμιση των οφειλών σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις του λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, διότι από το σύνολο των διατάξεων του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι αυτές έχουν χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου, καθόσον ο νόμος αυτός περιέχει ειδικότερες ως προς το σκοπό και το εύρος εφαρμογής τους διατάξεις, με τις οποίες υποκαθίσταται η ιδιωτική αυτονομία και η δικαιοπρακτική ελευθερία των μερών από τη δικαστική απόφαση, από την οποία πηγάζουν αναγκαστικού δικαίου συνέπειες για τις απαιτήσεις των δανειστών και τα δικαιώματά τους κατά του υπερχρεωμένου οφειλέτη.
Επιπρόσθετα, οι διατάξεις περί δημοσίου λογιστικού δεν κωλύουν την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3869/2010. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων μπορεί ύστερα από αίτηση του υπόχρεου να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων οποιουδήποτε είδους δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Με βάση τα ανωτέρω, επιβάλλεται από την καλή πίστη αλλά και από την ratio του νόμου, ο οποίος αποσκοπεί μεν στην προστασία του υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου αλλά και στην εξισορρόπηση των συμφερόντων των πιστωτών, η διαφάνεια της περιουσιακής κατάστασης (καθήκον ειλικρίνειας έναντι των πιστωτών αλλά και της ίσης μεταχείρισης αυτών), η οποία υπαγορεύει την υποχρέωση του αιτούντος-οφειλέτη να συμπεριλάβει στην αίτησή του όλους τους πιστωτές του αλλά και το σύνολο των ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών του, ώστε να μπορεί κάθε δανειστής να καθορίζει τη στάση του βάσει της συνολικής οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη του.
Συνεπώς η συλλογική διαδικασία με το γνωστό χαρακτηριστικό της καθολικότητας, σημαίνει ότι η διαδικασία καταλαμβάνει όλη την περιουσία του οφειλέτη και όλους τους πιστωτές με μόνη εξαίρεση τις οφειλές του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3869/2010, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι εκ των στεγαστικών δανείων απαιτήσεις του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.
Επομένως, σαφώς προκύπτει ότι στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια τα οποία το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία δάνεια οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη κατά νόμο προεκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.
Ο νόμος με την άνω ρύθμιση θέλησε να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του χρηματικές οφειλές από δάνεια προς όλους τους πιστωτές (ιδιώτες και μη), στην περίπτωση δε που ήθελε να εξαιρέσει από το νόμο τις εκ δανείων οφειλές προς το ανωτέρω πιστωτικό ίδρυμα θα το είχε πράξει ρητώς, όπως τούτο συνέβη στην περίπτωση οφειλών από τέλη προς Ν.Π.Δ.Δ.
Αντίθετο δεν προκύπτει από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του ν. 3869/2010 που παρέχει τη δυνατότητα στον δανειολήπτη να ζητήσει-επιτύχει με απόφαση, του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ευνοϊκότερους όρους εξυπηρετήσεως των δανειακών συμβάσεων. Η παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 αναφέρει τα χρέη εκείνα των οποίων δεν επιτρέπεται η ρύθμιση με δικαστική απόφαση.
Η ένταξη και των έναντι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων χρεών στη ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 θα σήμαινε διεύρυνση των περιπτώσεων της παραγράφου αυτής, πράγμα το οποίο δεν προκύπτει ότι θέλησε ο νομοθέτης. Αντιθέτως ο τελευταίος, με την άνω διάταξη, έστω και αν δεν χρησιμοποιεί σχετική διατύπωση, ορίζει τις περιπτώσεις των μη υπαγόμενων στη ρύθμιση του νόμου χρεών.
Είναι πρόδηλο, ότι η εξαίρεση από τη ρύθμιση του νόμου των έναντι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων χρεών, θα δημιουργούσε προνομιακή κατάσταση του τελευταίου έναντι των λοιπών δανειστών, οι απαιτήσεις των οποίων υπάγονται στη ρύθμιση του νόμου και κατά τις περιστάσεις υφίστανται την οριζόμενη με την δικαστική απόφαση περικοπή.
Η εξαίρεση των δανείων του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων από τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 παρίσταται αδικαιολόγητη, εφόσον δεν εξαιρούνται ούτε οι οφειλές από στεγαστικά δάνεια που χορήγησαν τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Η ερμηνευτική εξαίρεση των οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από τις διατάξεις του ν. 3869/2010 παραβιάζει την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος) κατά διττό τρόπο, διότι αφενός οι οφειλές του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων θα στερούνταν αναιτιολόγητα την προστασία των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010 έναντι των δανειοληπτών των υπολοίπων πιστωτικών ιδρυμάτων και αφετέρου τα υπόλοιπα πιστωτικά ιδρύματα θα υποχρεούνταν να δέχονται τη μείωση των χρηματικών απαιτήσεών τους μέσω της αναγκαστικής συμμετοχής τους στη διαδικασία του ν. 3869/2010 σε αντίθεση με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων που θα διατηρούσε αλώβητες τις δικές του απαιτήσεις.
Ο δικαιολογητικός λόγος που ενδεχομένως θα μπορούσε να προβληθεί και σχετίζεται με την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, δεδομένου του δημόσιου χαρακτήρα του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (άρθρα 1 και 2 π.δ/τος 95/1996 "Οργανισμός Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων"), ήταν γνωστός στον νομοθέτη κατά τη θέσπιση και τις τροποποιήσεις του ν. 3869/2010, αλλά αυτός προτίμησε να μην το συμπεριλάβει στους δημόσιους φορείς, οι οφειλές προς τους οποίους εξαιρούνται από το πεδίο ρύθμισης του νόμου αυτού.
Ενδεικτικό προς τούτο πλέον είναι ότι μετά την τροποποίηση του ανωτέρω άρθρου με την παρ. 1 του άρθρου 1 της υποπαρ. Α. 4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, οι μόνες οφειλές έναντι του Δημοσίου γενικώς, που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου πλέον είναι οι οφειλές, οι οποίες συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές (ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική μεν, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 732/2017, ΑΠ 253/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 49/2020 τελεσίδικη απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), επί της από 9-11-2018 έφεση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" κατά της υπ' αριθ. 403/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, αναφορικά με την υπαγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου στη ρύθμιση του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 των υφισταμένων, έναντι του αναιρεσείοντος, χρέους, προερχομένου από σύμβαση χορήγησης στεγαστικού δανείου στον αιτούντα, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κρίση του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: "Ο αιτών, (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), ηλικίας 56 πλέον ετών (γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 14-4-1964 και είχε συμπληρώσει 54 έτη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό) είναι συνταξιούχος στρατιωτικός (αποστρατεύτηκε το έτος 2011) με μηνιαία σύνταξη 675,95 ευρώ (καθαρού, δηλαδή αφαιρουμένων των φόρων, ασφαλιστικών εισφορών και λοιπών κρατήσεων, όπως και του ποσού των 391,95 ευρώ από το εκκαλούν-καθ' ου η αίτηση ΤΠΔΑ).
Από "τον γάμο του στις 25.2.2004, δεύτερο για αμφότερους, με την Β. Κ., ηλικίας πλέον 54 ετών (γεννήθηκε στη …στις 21.11.1966, 52 κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό), απέκτησαν δύο τέκνα, στις 11.6.2007 και στις 27.4.2009 αντίστοιχα, ηλικίας 13 και 11 ετών, δηλαδή ανήλικα, ενώ από τον πρώτο του γάμο στις 31.8.1991 με την Σ. Φ., είχε αποκτήσει ένα ακόμη τέκνο, τον Π.
Μ., ήδη ενήλικο (γεννήθηκε στις 27.2.1992), όπως και η νυν σύζυγος του είχε από τον πρώτο της γάμο με τον Φ. Α. ένα τέκνο τον Γ. Α.. Η σύζυγος του αιτούντος παρέμεινε άνεργη από το έτος 2015, όταν σταμάτησε να λειτουργεί η ατομική επιχείρηση (ειδών δώρων - μπιζού) όπου απασχολούταν σταθερά επί έτη ως υπάλληλος, ακολούθως σύναψε σύμβαση έργου ως καθαρίστρια του ειδικού σχολείου και νηπιαγωγείου Αλεξανδρούπολης για το χρονικό διάστημα από 1.11.2017 έως και 30.6.2018, έναντι αμοιβής που αναλογεί στο μηνιαίο ποσό των 342,28 ευρώ, η οποία όμως ήδη έληξε, οπότε το μοναδικό εισόδημα της προέρχεται από το μηνιαίο μίσθωμα, ύψους 300 ευρώ, που αποκομίζει από την εκμίσθωση καταστήματος ιδιοκτησίας της, επί της οδού ...
στην Αλεξανδρούπολη. Αντίθετα, κατά το έτος 2006 που έλαβε δάνειο από το εκκαλούν - καθ' ου η αίτηση, ο ως άνω διάδικος μαζί με τη σύζυγο του αποκόμιζαν μηνιαίες απολαβές ύψους 2.200 ευρώ περίπου, καθώς ο πρώτος υπηρετούσε στις τάξεις του ελληνικού στρατού ως μόνιμος στρατιωτικός και λάμβανε επιδόματα δώρων εορτών και αδείας (τα οποία περικόπηκαν από το έτος 2012 και επέκεινα), και η δεύτερη εργαζόταν συστηματικά στην επιχείρηση που προεκτέθηκε, επομένως ήταν σε θέση να ανταποκρίνεται στη μηνιαία δόση ύψους 667,02 ευρώ που παρακρατούσε το ΤΠΔΑ από τον μισθό του.
Ακόμη, ο αιτών είναι αποκλειστικός κύριος της υπό στοιχεία …κατοικίας (μεζονέτας), που είναι τμήμα της υπό στοιχεία .. κάθετης συνιδιοκτησίας, αποτελούμενης από υπόγειο εμβαδού 59,05 τμ, ισόγειο εμβαδού 59,22 τμ (και ημιυπαίθριο 9,27 τμ) και πρώτο όροφο εμβαδού 40,34 τμ (και ημιυπαίθριο 7,56 τμ), κείμενης στην ... Αλεξανδρούπολης, η αντικειμενική αξία της οποίας αντιστοιχεί σε 67.628,45 ευρώ και αποτελεί την κύρια κατοικία του, που δεν υπερβαίνει το όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας (κατ' άρθρο 21 του ν. 3842/2010 που κωδ.
με το ν. 4141/2013), την εξαίρεσή της από την εκποίηση, της οποίας ζήτησε η αιτούσα και είναι κατόπιν του αιτήματος του υποχρεωτική για το δικαστήριο (άρθρο 9§2 ν. 3869/2010). Επιπλέον, ο αιτών απέκτησε, δυνάμει κληρονομικής διαδοχής και αποδοχής αυτής με την υπ' αριθμό 9778/31.8.2009 πράξη αποδοχής κληρονομιάς, δικαίωμα κυριότητας ποσοστού 4/16 επί του 50% τμήματος του με αριθμό 904 αγροτεμαχίου α' κατηγορίας, έκτασης 136 μέτρων (επί του συνολικού 5.980 τμ), και πλέον οικοπέδου έκτασης 139 τμ, επί της συμβολής των οδών ...
στην αγροτική περιοχή του ... Θεσσαλονίκης, εντός του οποίου το έτος 1963 έχει ανεγερθεί ισόγεια κατοικία εμβαδού 68 τμ. Από το παραπάνω ρυμοτομείται για την διάνοιξη των αναφερόμενων οδών τμήμα έκτασης 86,35 τμ, απομένοντας καθαρό εμβαδό 49,65 τρ, που δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Το περιγραφόμενο ακίνητο, λόγω της θέσης του σε περιφερειακή περιοχή δίχως κάποιο ιδιαίτερο προσόν προς αξιοποίηση και των χαρακτηριστικών του (μικρό οικόπεδο με πολύ παλαιά κατοικία) και ιδίως της κατάτμησης του δικαιώματος κυριότητας μεταξύ περισσότερων δικαιούχων, που μειώνει την όποια αξία του και δυσχεραίνει την εκμετάλλευσή του, δεν παρουσιάζει κανένα εμπορικό, ενδιαφέρον (οικιστικό, τουριστικό κλπ), οπότε και δεν αναμένεται η εκποίησή του να αποφέρει, υπολογιζόμενων και των εξόδων της σχετικής διαδικασίας, αξιόλογο τίμημα, συνεπώς δεν κρίνεται συμφέρουσα.
Τέλος, αναφορικά με την κινητή περιουσία του αιτούντος, είναι συγκύριοι με την σύζυγο του, έκαστος κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ παλαιού αυτοκινήτου κυβισμού 1591 κ εκ, τις πινακίδες κυκλοφορίας του οποίου ο αιτών έχει όμως παραδώσει από τις 28.12.2017, λόγω αδυναμίας συντήρησής του, το οποίο λόγω της παλαιότητάς του και της λόγω αυτής παρωχημένης τεχνολογίας του, όπως και των υπονοιών κρυμμένων φθορών και ελαττωμάτων λόγω της πολυετούς χρήσης του, δεν αναμένεται να αποφέρει με την εκποίηση του, υπολογιζόμενων και των εξόδων της σχετικής διαδικασίας, αξιόλογο τίμημα, συνεπώς δεν κρίνεται αυτή συμφέρουσα.
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης που κρίνεται αληθές καθώς δεν αμφισβητήθηκε ειδικά από τις αντιδίκους της (άρθρο 261 ΚΠολΔ), ο αιτών είχε όπως προεκτέθηκε, αναλάβει τα ακολούθως αναφερόμενα χρέη, τα οποία ως προς τους (εχέγγυους ή μη) πιστωτές θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου με την κοινοποίηση της ένδικης αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο αυτό, πλην των εμπραγμάτως ασφαλισμένων δανείων, όπως αυτό του εκκαλούντος - καθ' ου η αίτηση, που ο εκτοκισμός τους εξακολουθεί με επιτόκιο ενήμερης οφειλής ως και το χρόνο έκδοσης της απόφασης επ' αυτής (άρθρο 6 §3 του ν. 3869/2010), και ειδικότερα : 1] από το καθ' ου - εκκαλούν (ήδη αναιρεσείον) νπδδ ΤΠΔΑ δυνάμει της με αριθμό ...
σύμβασης στεγαστικού δανείου, οφειλή συνολικού ποσού 107.116,70 ευρώ, απαίτηση (του ΤΠΔΑ) εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με εγγραφή υποθήκης επί την ως άνω κύρια κατοικία του αιτούντος και 2] από τη δεύτερη πιστώτρια ανώνυμη εταιρία, δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης πίστωσης με πιστωτική κάρτα, οφειλή συνολικού ποσού 2.356,48 ευρώ, δηλαδή το σύνολο των οφειλών του απούντος ανέρχονται στο ποσό των 109.473,18 ευρώ.
Περαιτέρω, όπως ήδη λέχθηκε, ο αϊτών κατοικεί στην περιγραφείσα οικία ιδιοκτησίας του, που αποτελεί την κύρια κατοικία του και δεν βαρύνεται με την καταβολή μισθώματος, αλλά με τα λειτουργικά έξοδα της κατοικίας (ηλεκτρική ενέργεια, υδροδότηση, θέρμανση, κοινόχρηστα, έξοδα καθαριότητας συντήρησης κα), ανερχόμενα, κατά μέσο όρο, υπολογίζοντας και τις ανάγκες της συζύγου και των ανηλίκων τέκνων του, σε 350 ευρώ περίπου ανά μήνα.
Οι αναγκαίες δαπάνες διαβίωσης του (μαζί με την οικογένειά του), αναλυόμενες στη βασική διατροφή, ένδυση και υπόδηση, αλλά και εκπαίδευση των δύο τέκνων του, υπολογίζονται κατά μέσο όρο δεν υπολείπονται το ποσό των 600 ευρώ ανά μήνα, στα οποία θα πρέπει να προστεθούν έξοδα αναγκαίας μετακίνησης του (λόγω μη χρήσης και του ιδιόκτητου οχήματος του) υπολογιζόμενα σε 85 ευρώ ανά μήνα, όπως και ιατρικές και φαρμακευτικές δαπάνες (τακτικές ή έκτακτες) στο μέτρο που δεν καλύπτονται από τον ασφαλιστικό του φορέα, που ανέρχονται σε 150 ευρώ περίπου, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη ότι ζητώντας την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010 πρέπει και αυτή να μειώσει στο ελάχιστο εύλογο ύψος τις δαπάνες τους (άρθρο 8 §2 του ν. 3869/2010, όπως τροπ.
με τον ν. 4336/2015). Αντίστοιχα, τα μηνιαία έσοδά του (μαζί με εκείνα της συζύγου του) υπολογίζονται, σύμφωνα με όσα ήδη λέχθηκαν, σε (675,95 + 391,38 + 300=) 1,367,33 ευρώ. Από τα παραπάνω και ειδικότερα την αντιπαραβολή των εισοδημάτων του αιτούντος, των αναγκών αυτού και της οικογένειάς του και του συνολικού ύψους των χρεών του, ιδίως έναντι του εκκαλούντος - καθ' ου για το οποίο του παρακρατούσαν μηνιαίο ποσό 391,38 ευρώ από τη σύνταξή του, συνάγεται ότι ο συγκεκριμένος διάδικος έχε περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, δεδομένου ότι μετά την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών αυτού απομένει επαρκές υπόλοιπο προς καταβολή των δόσεων των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, δίχως να επηρεάζει το γεγονός ότι προέκυπτε ενήμερος λόγω της παρακράτησης από την πλευρά του εκκαλούντος - καθ' ου της δόσης του δανείου από την σύνταξή του.
Η κατάσταση αυτή, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι μπορεί να βελτιωθεί σημαντικά στο εγγύς μέλλον, καθώς δεν αναμένεται άμεσα η όποια επαγγελματική απασχόληση αυτού ή της συζύγου του (ιδίως λόγω της ηλικίας τους), η άλλο έσοδο από κάποιο περιουσιακό της στοιχείο ή άλλη αιτία. Στην αδυναμία όμως αυτή περιήλθε όχι από δόλο, αφού δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι ο διάδικος προέβη σε παρουσίαση πλαστών ή αναληθών πληροφοριών και στοιχείων ή στην απόκρυψη τέτοιων, στους πιστωτές του, σχετικά με τα εισοδήματα, τις υποχρεώσεις του ή και γενικά με οποιουδήποτε άλλο δεδομένο που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα που συναλλάχθηκε.
Ούτε όμως προέκυψε ενδεχόμενος δόλος αυτού, καθώς κατά την ανάληψη του κύριου όγκου των πιστώσεών του, τα ατομικά του εισοδήματά ήταν σημαντικά υψηλότερα (μισθός επιδόματα δώρων εορτών και αδείας), όπως και το συνολικό οικογενειακό εισόδημα αφού η σύζυγος του εργαζόταν συστηματικά συμβάλλοντας σημαντικά σε αυτό.
Επιπλέον, δεν προέκυψε ούτε η αποδοχή απόλαυσης μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων και αντίστοιχης ανάληψης υποχρεώσεων του αιτούντος και της οικογένειάς του, τις οποίες να γνώριζαν ότι, σε συνδυασμό με το περιορισμένο και αμετάβλητο του εισοδήματος του, θα τον οδηγήσουν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, αφού οι πιστώσεις που έλαβε (ιδίως του εκκαλούντος), αφορούν την απόκτηση πρώτης κατοικίας του, μέσης αξίας και κανένα άλλο δυσανάλογο με την οικονομική του κατάσταση έξοδο δεν αποδείχθηκε (χαρακτηριστικό είναι ότι έχει παροπλίσει το μοναδικό μέσο μετακίνησης του), ενώ γενικότερα η συμπεριφορά του δεν έρχεται σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος του, ώστε να στοιχειοθετεί την κατάχρηση των δικαιωμάτων της, αλλά συμπλέει με το πνεύμα του ν. 3869/2010 όπως συνάγεται από την σχετική αιτιολογική έκθεση της ρύθμισης.
Άλλωστε, κατά τη λήψη του σημαντικότερου δανείου αυτού από το έτος 2006 δεν υπήρχε η ρύθμιση του ν. 3869/2010, ώστε να υποτεθεί ότι απέβλεψε σε αυτήν ο αιτών. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι από τη σύναψη του δεύτερου γάμου του και τη δημιουργία νέας οικογένειας (έχοντας τότε και την υποχρέωση ως προς το τέκνο του από τον πρώτο γάμο του), έλαβε το σημαντικότερο σε ύψος δάνειο προς εξασφάλιση οικογενειακής στέγης, στο οποίο ήταν σε θέση να ανταποκριθεί με τα τότε δεδομένα αλλά και όσα ήταν σε θέση να προβλέψει.
Στη συνέχεια όμως, λόγω της πασίδηλης (άρθρο 336§1 ΚΠολΔ) οικονομικής κρίσης και της δημοσιονομικής προσαρμογής που είχε ως απότοκο τις αλλεπάλληλες μειώσεις μισθών και συντάξεων και αντίστοιχα την μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, επήλθε η μείωση των εισοδημάτων τους, όπως και του αιτούντος (μείωση μισθού απώλεια επιδομάτων), αλλά και η συρρίκνωση της εμπορικής δραστηριότητας που προκάλεσε και την παύση, πολλών επιχειρήσεων και την απώλεια πολλών θέσεων εργασίας, όπως και της συζύγου του αιτούντος, με την ανάλογη μείωση του εισοδήματος της οικογένειας του διαδίκου.
Επιπλέον, αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης λόγω της αύξησης άμεσης και έμμεσης φορολογίας (όπως η επιβολή ΕΝΦΙΑ και ΦΠΑ και των ανελαστικών δαπανών όπως θέρμανση, ρευματοδότηση κλπ), ήταν και η αύξηση του κόστους διαβίωσης των πολτών. Με τον τρόπο αυτό κατέστη σταδιακά αδύνατη η ανταπόκρισή του αιτούντος στις υποχρεώσεις που ανέλαβε με τα διαφορετικά δεδομένα της προγενέστερης κατάστασης.
Μάλιστα, δεν εξηγείται με τους ισχυρισμούς των πιστωτών της και πλέον με την έφεσή του καθ' ου - εκκαλούντος, γιατί η αναφερόμενη ως οφθαλμοφανής δυσαναλογία ανάληψης οφειλών και υφιστάμενων ή αναμενόμενων εισοδημάτων του αιτούντος δεν έγινε αντιληπτή από τους πιστωτές του, που διαθέτουν σχετική γνώση και εξειδίκευση (στον οικονομικό τομέα, με εξειδικευμένο προσωπικό και σύγχρονα μέσα), όπως και ανάλογη υποδομή (κατάλληλα τμήματα, όπως οικονομικό, νομικό κτλ, με τα απαραίτητα τεχνικά μέσα εξοπλισμό γενικότερα), αλλά αντίθετα, η εν λόγω συμπεριφορά του αιτούντος, δηλαδή η ανάληψη των παραπάνω πιστώσεων, γίνεται ευχερώς κατανοητή μόνο σε συνδυασμό με την το γενικότερο οικονομικό περιβάλλον και το πνεύμα που επικρατούσε πριν την οικονομική κρίση που προεκτέθηκε, όπως και την επιθετική πολιτική των τραπεζών κατά το επίμαχο διάστημα, σύμφωνα και με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Περαιτέρω, η εκκαλουμένη, αφού έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση ορισμού νέας συζήτησης προς διερεύνηση βελτίωσης των οικονομικών δεδομένων του αιτούντος μη αναμενόμενης κάποιας σημαντικής βελτίωσης εντός τριετίας σε συνδυασμό και με την υποχρέωσή του να ενημερώσει το φάκελο του για κάθε μεταβολή στην οικονομική του κατάσταση, ώστε να λαμβάνουν γνώση και οι πιστωτές του και να αιτηθούν την μεταβολή των δόσεων (άρθρο 8§3 του ν. 3869/2010), ρύθμισε το χρέος του αιτούντος με τον ορισμό καταβολής στους πιστωτές του μηνιαίου συνολικού ποσού 180 ευρώ, για χρονικό διάστημα 36 μηνών (3 έτη), την πρώτη ημέρα κάθε μήνα από τον πρώτο μήνα από τη δημοσίευσή της, σύμμετρα κατανεμημένο μεταξύ τους και συγκεκριμένα, όρισε ότι 1] στο πρώτο νομικό πρόσωπο για την οφειλή από τη με αριθμό ...
σύμβαση ποσό 176,10 ευρώ και 2] στη δεύτερη πιστώτρια με καταβολές ποσού 4 ευρώ για την οφειλή από τη με αριθμό ... σύμβαση πίστωσης με πιστωτική κάρτα. Την παραπάνω ρύθμιση συνδύασε με τη ρύθμιση του άρθρου 9§2 του ν. 3869/2010 (όπως τροπ. και συμπλ. με τους ν 4336/2015 και 4346/2015) καθώς υποβλήθηκε αίτημα εξαίρεσης που είναι υποχρεωτική διαπιστωθείσας συνδρομής των υπολοίπων απαιτούμενων προϋποθέσεων, δηλαδή ότι δεν υπερβαίνει αυτή το όριο του αφορολόγητου προς απόκτηση πρώτης κατοικίας (προσαυξημένη κατά 70%), το εισόδημα του αιτούντος δεν υπερβαίνει το 170% των ευλόγων ποσοστών διαβίωσης (άρθρα 9§2 του ν. 3869/2010 σε συνδ.
με 5§3 και ΤτΕ 54/15.12.2015), η αντικειμενική αξία της κατοικίας αυτής δεν υπερβαίνει το ποσό των 180.000 ευρώ, για άγαμο οφειλέτη προσαυξημένη κατά 40.000 ευρώ για τον έγγαμο οφειλέτη και κατά 20.000 ευρώ ανά τέκνο, οι πιστωτές στα πλαίσια του 338 ΚΠολΔ δεν απέδειξαν ότι δεν ήταν συνεργάσιμος δανειολήπτης βάσει του κώδικα δεοντολογίας των τραπεζών, ενώ διαμόρφωσε σχέδιο διευθέτησης με σύννομο τρόπο (άρθρο 9 §2 εδ.
β' του ν. 3869/2010). Έτσι, με δεδομένο ότι η εμπορική αξία της κύριας κατοικίας του αιτούντος, μειωμένη κατά τα έξοδα της εκτέλεσης και με τιμή πρώτης προσφοράς στα 2/3 αυτής (άρθρα 954§2 και 933§2 εδ γ' ΚΠολΔ), η εκκαλουμένη δέχτηκε (σύμφωνα και με την από 30.1.2017 εκτίμηση της κτηματομεσίτριας Θ. Χ.) ότι αντιστοιχεί η αξία αυτή σε 60.000 ευρώ και ότι σε περίπτωση αναγκαστικού πλειστηριασμού η τιμή πρώτης προσφοράς ορίζεται τουλάχιστον σε 40.000 ευρώ (ποσοστό 2/3) και αφαιρώντας τα έξοδα της εκτέλεσης (αμοιβές, δικαστικών επιμελητών, συμβολαιογράφου, δαπάνες δημοσιεύσεων κλπ.) που υπολόγισε σε 2.500 ευρώ έκρινε πως το ελάχιστο αναμενόμενο ποσό θα ανερχόταν σε 37.500 ευρώ, αφού εξαίρεσε της εκποίησης εκτός από τα αναφερόμενα ως άνω περιουσιακά στοιχεία (δικαίωμα επί ακινήτου και επί οχήματος) και την κύρια κατοικία του αιτούντος, όρισε στον διάδικο ότι για τη διάσωση της, προνομιακά εξοφλούμενης της εμπραγμάτως εξασφαλισμένης απαίτησης του ΤΠΔ, την καταβολή του συνολικού ποσού των 37.500 ευρώ, με μηνιαίες καταβολές, 240 μηνιαίων δόσεων (20 έτη) ποσού 156,25 ευρώ, εντός του πρώτου τριήμερου εκάστου μηνός, αρχής γενομένης από την επομένη της συμπλήρωσης 36 μηνών μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, εντόκως, χωρίς, ανατοκισμό με το μέσο κυμαινόμενο επιτόκιο στεγαστικού δανείου που θα ισχύει κατά τον χρόνο της αποπληρωμής σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με το επιτόκιο αναφοράς των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος.
Επομένως, από όσα προεκτέθηκαν προέκυψε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στη ρύθμιση των άρθρων 8§§2, 5 και 9§§1, 2 του ν. 3869/2010 και συγκεκριμένα ότι περιήλθε αυτός σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δίχως να υφίσταται δόλος ούτε και ενδεχόμενος στη συμπεριφορά του κατά την ανάληψη των οφειλών τους, αλλά και στη συνέχεια ως προς την κάλυψη αυτών, ούτε η συμπεριφορά του στοιχειοθετεί καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων του, όπως αβάσιμα επικαλείται το εκκαλούν νομικό πρόσωπο.
Επομένως, η εκκαλουμένη που έκρινε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στη ρύθμιση των άρθρων 8§§2, 5 και 9§§1,2 του ν. 3869/2010 και συγκεκριμένα ότι περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δίχως να υφίσταται δόλος, ούτε και ενδεχόμενος στη συμπεριφορά του κατά την ανάληψη των οφειλών του, αλλά και στη συνέχεια, ως προς την κάλυψη αυτών, ούτε η συμπεριφορά του στοιχειοθετεί καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων του, αλλά και εκτίμησε την οφειλή του αιτούντος και την αξία του ακινήτου που αποτελεί την πρώτη κατοικία αυτού και όρισε τις δόσεις καταβολής και τους όρους της ρύθμισης εν γένει, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και δεν έσφαλε, συνεπώς πρέπει να απορριφθούν οι πρώτος έως και πέμπτος από τους λόγους έφεσής του εκκαλούντος - καθ' ου η αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Με τον έκτο λόγο της έφεσής του το εκκαλούν - καθ' ου η αίτηση παραπονείται ότι λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου η εκκαλουμένη όρισε οι δόσεις για την κάλυψη των οφειλών του αιτούντος προς αυτό να γίνονται με καταβολές και όχι με παρακράτηση του μισθού του όπως ορίζει το άρθρο 62 του ν 2214/1994 για τα στεγαστικά δάνεια.
Σύμφωνα με το άρθρο 62 του ν 2214/1994 για την εξυπηρέτηση και ασφάλεια των χορηγουμένων από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων τοκοχρεωλυτικών δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας προς τους δημοσίους υπαλλήλους, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρεί υπέρ του δανειστή μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα κλπ).
Από την διάταξη αυτή δεν προκύπτει ότι αποκλείεται να συμπεριληφθούν στην προβλεπόμενη ρύθμιση του άρθρου 1§1 του ν. 3869/2010 οφειλές προς το συγκεκριμένο ταμείο, διότι προαναφερόμενη διάταξη καθορίζει απλώς τον τρόπο καταβολής της τοκοχρεολυτικής δόσης, η οποία γίνεται με νόμιμη εκχώρηση προς αυτό (ταμείο) από τον οφειλέτη ενός ποσοστού του μισθού του, η οποία με τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 θα εξακολουθεί να ισχύει και απλώς θα μεταβάλλεται το ποσοστό του μισθού που θα παρακρατείται, το οποίο προφανώς θα βρίσκεται εντός του νομίμου ποσοστού των 6/10, καθότι ο οφειλέτης ευρισκόμενος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, συμπεριλαμβανομένης και της εν λόγω οφειλής προς το ΤΠΚΔ, θα αιτείται και σε περίπτωση ευόδωσης της αίτησης, θα καθορίζεται ποσοστό, μικρότερο των 6/10 (ήδη με την υπ' αριθμό 2/19843/0094/7-3-2012 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μειώθηκε από τα 6/10 στα 3/10 του μισθού).
Συνεπώς η εν λόγω εκχώρηση δεν επηρεάζεται από τη ρύθμιση του ν. 3869/2010, απλώς μεταβάλλεται με την εκδιδόμενη απόφαση που ρυθμίζει την οφειλή του δανειολήπτη προς το ΤΠΔ, το ποσοστό του μισθού που παρακρατείται υπέρ του τελευταίου, οπότε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε αντίθετα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 62 του ν. 2214/1994, και κατά το μέρος αυτό θα πρέπει η εκκαλούμενη απόφαση να εξαφανισθεί, δεκτού γενομένου και ως ουσιαστικά βάσιμου του προκείμενου λόγου έφεσης".
Με βάση τα προεκτεθέντα, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξαφάνισε κατά το μέρος εκείνο την υπ' αριθ. 403/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου, που διέταξε ότι τα καταβλητέα μετά τη ρύθμιση ποσά θα καταβάλλονται προς το ΤΠΔ από τον ίδιο τον αιτούντα, όρισε δε ότι τα εν λόγω ποσά (καταβλητέα μετά τη ρύθμιση) θα παρακρατούνται από τον μισθό του αιτούντος.
Κρίνοντας, έτσι, το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου-αιτούντος στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προεκτεθείσες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Ειδικότερα, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, του οποίου οι διατάξεις έχουν χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, καθόσον η φύση διατάξεως ως δημοσίας τάξεως ή αναγκαστικού δικαίου συνάγεται εκτός άλλων και εκ του γενικοτέρου σκοπού ή συμφέροντος τον οποίο εξυπηρετεί, εν προκειμένω δε η ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010 αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των σοβαρών οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, στα οποία οδήγησε η υπερχρέωση των φυσικών προσώπων ακόμη και στον μη εμπορικό τομέα της οικονομίας, αφού η απαλλαγή των χρεών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη εξυπηρετεί ευρύτερα το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες με την προβλεπόμενη από το νόμο ρύθμιση και απαλλαγή από τα χρέη τους επανακτούν ουσιαστικά μέσω των εν λόγω διαδικασιών την αγοραστική τους δύναμη, προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα καθώς και την επανένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο.
Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται, για διατάξεις, οι οποίες προστατεύουν το κοινωνικό και κατ' επέκταση το δημόσιο συμφέρον και ως εκ τούτου δικαιολογείται ο περιορισμός του δικαιώματος των δανειστών να ικανοποιήσουν πλήρως τις χρηματικές απαιτήσεις τους, έστω και αν για την ικανοποίηση αυτή χρησιμοποιείται ως νομικό εργαλείο η σύμβαση της εκχώρησης απαιτήσεων και δη τμήματος των αποδοχών (μισθών ή συντάξεων) των οφειλετών.
Ο δικαιολογητικός λόγος που προβάλλεται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και σχετίζεται με την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, δεδομένου του δημόσιου χαρακτήρα του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (άρθρα 1 και 2 π.δ/τος 95/1996 "Οργανισμός Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων"), ήταν γνωστός στον νομοθέτη κατά τη θέσπιση και τις τροποποιήσεις του ν. 3869/2010, αλλά αυτός προτίμησε να μην το συμπεριλάβει στους δημόσιους φορείς, οι οφειλές προς τους οποίους εξαιρούνται από το πεδίο ρύθμισης του νόμου αυτού, ενώ κατά τη ρύθμιση των οφειλών, σύμφωνα, με τις διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις του λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, διότι από το σύνολο των διατάξεων του ν. 3869/2010 προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι αυτές έχουν χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου, καθόσον ο νόμος αυτός περιέχει ειδικότερες ως προς τον σκοπό και το εύρος εφαρμογής τους διατάξεις, με τις οποίες υποκαθίσταται η ιδιωτική αυτονομία και η δικαιοπρακτική ελευθερία των μερών από τη δικαστική απόφαση, από την οποία πηγάζουν αναγκαστικού δικαίου συνέπειες για τις απαιτήσεις των δανειστών και τα δικαιώματά τους κατά του υπερχρεωμένου οφειλέτη.
Εξάλλου, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η ανωτέρω κρίση του.
Κατά συνέπεια, ο σχετικός, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 1 εδαφ.
α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που συνιστάται στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο α) αρνούμενο την ύπαρξη (ενδεχόμενου) δόλου κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων εκ μέρους του δανειολήπτη-πρώτου αναιρεσιβλήτου και β) με το να απαιτήσει για τη συνδρομή δόλιας περιέλευσης του υπερχρεωμένου οφειλέτη σε αδυναμία πληρωμών άμεσο δόλο και ειδικότερα παραπλάνηση των υπαλλήλων του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", από το οποίο δανειοδοτήθηκε, ως προς την πιστοληπτική του ικανότητα, καθώς και εξαπάτηση εκ μέρους του, ως δανειολήπτη, των υπαλλήλων του τελευταίου από το οποίο δανειοδοτήθηκε, απέρριψε την ένστασή του, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος δανειολήπτη σε αδυναμία πληρωμών ως ουσιαστικά αβάσιμη, παραβιάζοντας, έτσι, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 του ν, 3869/2010 και 330 ΑΚ, καθώς απαίτησε πρόσθετα στοιχεία που δεν απαιτούνταν για τη συγκρότηση του δόλου.
Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος περιήλθε, άνευ δόλου, σε μόνιμη και γενική αδυναμία εξυπηρετήσεως των ληξιπρόθεσμων χρεών του, ανερχομένων στο ποσό των 109.473,18 ευρώ (ήτοι ενός στεγαστικού δανείου ποσού 107.116,70 ευρώ προς το αναιρεσείον και μιας οφειλής 2.356,48 ευρώ από σύμβαση πίστωσης με πιστωτική κάρτα προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη), καθόσον κατά το χρόνο ανάληψης των δανείων, η οικονομική του κατάσταση ήταν τέτοια που του δημιουργούσε την πεποίθηση ότι σε κάθε περίπτωση θα ικανοποιούνταν οι απαιτήσεις των πιστωτών του, ότι η κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής στην οποία έχει περιέλθει οφείλεται σε γεγονότα και περιστατικά ανεξάρτητα από τον ίδιο, ενώ παράλληλα ήταν απρόβλεπτα κατά τη σύναψη της εκάστοτε δανειακής σύμβασης, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη των χρεών του και ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του ούτε αρχικός, αλλά ούτε και μεταγενέστερος δόλος.
Ειδικότερα δε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι: α) κατά το έτος 2006 που έλαβε ο αναιρεσίβλητος το δάνειο από το αναιρεσείον μαζί με τη σύζυγο του αποκόμιζαν μηνιαίες απολαβές ύψους 2.200 ευρώ περίπου, καθώς ο πρώτος υπηρετούσε στις τάξεις του ελληνικού στρατού, ως μόνιμος στρατιωτικός και λάμβανε επιδόματα δώρων εορτών και αδείας (τα οποία περικόπηκαν από το έτος 2012 και επέκεινα), β) η σύζυγος του εργαζόταν συστηματικά στην επιχείρηση ειδών δώρων - μπιζού, όπου απασχολούταν σταθερά επί έτη ως υπάλληλος, γ) όταν έκλεισε η επιχείρηση σύναψε (η σύζυγός του) σύμβαση έργου, ως καθαρίστρια του ειδικού σχολείου και νηπιαγωγείου Αλεξανδρούπολης, για το χρονικό διάστημα από 1.11.2017 έως και 30.6.2018, έναντι αμοιβής που αναλογεί στο μηνιαίο ποσό των 342,28 ευρώ, η οποία όμως ήδη έληξε.
Επομένως ο πρώτος αναιρεσίβλητος ήταν σε θέση να ανταποκρίνεται στη μηνιαία δόση ύψους 667,02 ευρώ που παρακρατούσε το ΤΠΔΑ από τον μισθό του. Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο απορρίπτοντας τον επίμαχο ισχυρισμό - ένσταση του αναιρεσείοντος, ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεν παραβίασε, ευθέως, τις παραπάνω διατάξεις, με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτές των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον.
Επίσης δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ν. 3869/2010, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Συγκεκριμένα δε παρέθεσε αναλυτικά με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα εισοδήματα του αναιρεσιβλήτου και της συζύγου του, καθώς επίσης την κινητή και ακίνητη περιουσία τους, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα και καλύπτουν, χωρίς να είναι αναγκαία οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων πιο πάνω, κανόνων ουσιαστικού δικαίου, αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαγωγής του αναιρεσιβλήτου στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010.
Η παράθεση στην προσβαλλόμενη απόφαση της πλεοναστικής και, ταυτόχρονα, εσφαλμένης αιτιολογίας, κατά την οποία απαιτείται, για τη δόλια περιέλευση του υπερχρεωμένου οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, άμεσος δόλος αυτού και, ειδικότερα, εξαπάτηση εκ μέρους του, ως δανειολήπτη, των υπαλλήλων του αναιρεσείοντος από το οποίο δανειοδοτήθηκε με την απόκρυψη της περιουσιακής του κατάστασης και των υποχρεώσεών του από τις πιστώτριες, αποκλείοντας τη συνδρομή της δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών σε περίπτωση ενδεχόμενου δόλου ή σε περίπτωση παράλειψης των υπαλλήλων των πιστωτικών ιδρυμάτων να ενεργήσουν έρευνα της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη πριν από τη χορήγηση της πίστωσης, η οποία διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Μονομελούς Πρωτοδικείου, προς άντληση επιχειρήματος υπέρ της ως άνω αναφερόμενης κύριας αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του και (η οποία) δεν ήταν απαραίτητη για τη στήριξη του διατακτικού της, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης.
Συνεπώς, οίδεύτερος και τρίτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 560 αρ. 1 και 6 ΚπολΔ, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος.
Με τη διάταξη αυτή εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 Κ.Πολ.Δ. και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και μη προταθέντων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και άρα είναι απεριόριστη, λαμβάνει δε υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 Κ.Πολ.Δ.
και αποδεσμεύεται από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο με το να προσδιορίσει την εμπορική αξία της κύριας κατοικίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, της οποίας ζήτησε την εξαίρεση από την εκποίηση, στο ποσό των 60.000 ευρώ, με μοναδικό κριτήριο την από 30-1-2017 έκθεση εκτιμήσεως εμπορικής αξίας ακινήτου της κτηματομεσίτριας Θ. Χ., αντί η προσδιοριθείσα αξία να βασίζεται σε έκθεση εκτίμησης πιστοποιημένου εκτιμητή, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα την αξιολόγηση της από 30-1-2017 έκθεσης εκτιμήσεως εμπορικής αξίας ακινήτου της κτηματομεσίτριας Θ. Χ., την οποία το Δικαστήριο συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά έγγραφα, που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει με νόμιμη επίκληση, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2β του ν. 3869/2010, όπως προστέθηκε με το άρθρο 62 παρ. 3 του ν. 4549/2018, το οποίο ισχύει και στις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ.8 του ίδιου νόμου, κατά το χρονικό διάστημα των καταβολών της παραγράφου 2 του άρθρου 8 το δικαστήριο κατανέμει το ποσό που μπορεί να καταβάλει ο οφειλέτης μεταξύ της ρύθμισης οφειλών του άρθρου 8 και του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του παρόντος άρθρου, διασφαλίζοντας ότι οι πιστωτές δεν θα βρεθούν χωρίς τη συναίνεσή τους σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν, στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης.
Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και δεν διέλαβε επαρκή αιτιολογία όσον αφορά την τρέχουσα και μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη-πρώτου αναιρεσιβλήτου για να εξαιρεθεί το ακίνητο του από την εκποίηση και έτσι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010.
Όσον αφορά τις άνω αιτιάσεις η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε πλήρεις αιτιολογίες δεχόμενη ότι σε περίπτωση αναγκαστικού πλειστηριασμού, αφαιρουμένων των εξόδων της εκτέλεσης (αμοιβές δικαστικών επιμελητών, συμβολαιογράφου, δαπάνες δημοσιεύσεων κλπ), το ελάχιστο αναμενόμενο ποσό θα ανερχόταν σε 37.500 ευρώ, όρισε δε ότι για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου (ορίζοντας ταυτοχρόνως τη μέγιστη ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη τρέχουσα και μελλοντική) θα πρέπει να καταβληθεί το ποσό των 37.500 ευρώ, με μηνιαίες καταβολές, 240 μηνιαίων δόσεων (20 έτη), ποσού 156,25 ευρώ εκάστης, εντός του πρώτου τριημέρου εκάστου μηνός, διασφαλίζοντας ότι το αναιρεσείον-δανειστής δεν θα βρεθεί χωρίς τη συναίνεσή του σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν, στην οποία θα ευρίσκετο σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ.4 του ν.2579/1998 (ΑΠ 1150/2019). Επίσης, διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ.
β' του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία, "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-7-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 49/2020 τελεσίδικης απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης (ειδική διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ