Legislator Case Law & Legislation
1052/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy seizure decision due to inadmissible grounds and insufficient reasoning.

Case Number 1052/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to uphold a seizure of public funds. The appellant argued the seizure lacked legal basis and the lower court erred in applying Article 95 of Law 2362/1995 regarding notification requirements. The court rejected these claims as inadmissible because the grounds were vague and failed to specify the exact legal error or factual basis for the alleged violation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is vague or fails to specify the legal error regarding the interpretation of the law or the factual basis for the decision.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal grounds vague legal argument insufficient reasoning bankruptcy seizure public funds notification Code of Civil Procedure legal error specification

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 95 of Law 2362/1995
Article 28 of Law 4151/2013
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1052 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1052/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Νταλαχάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Χ. του Θ., κατοίκου ..., ως συνδίκου πτώχευσης της Εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κώνστα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/4/2015 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1192/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 2388/2018 μη οριστική και 945/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/7/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 945/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την ανακοπή της αναιρεσίβλητης και είχε ακυρώσει το κατασχετήριο εις χείρας τρίτου. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ.3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 95 του Ν 2362/1995 η κατάσχεση χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας του Δημοσίου, ως τρίτου, γίνεται, τηρουμένων και των λοιπών όρων και προϋποθέσεων, οι οποίες προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, με κοινοποίηση του κατασχετηρίου σωρευτικώς: α) στην αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου υπηρεσία ή στην οικεία χρηματική διαχείριση, β) στις αρμόδιες για τη φορολογία τόσο του καθ` ου η κατάσχεση, όσο και του κατασχόντος, Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες.

Με το άρθρο 28 του Ν 4151/2013 οι παράγραφοι 1,2 και 3 του άρθρου 95 του ως άνω Ν 2362/1995 αντικαταστάθηκαν ως ακολούθως: η κατάσχεση χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας του Δημοσίου, ως τρίτου, γίνεται, τηρουμένων και των λοιπών όρων και προϋποθέσεων, οι οποίες προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, με κοινοποίηση του κατασχετηρίου σωρευτικώς:

α) στην αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου υπηρεσία ή στην οικεία χρηματική διαχείριση, β) στις αρμόδιες για τη φορολογία τόσο του καθ` ου η κατάσχεση, όσο και του κατασχόντος, Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες. Τέλος, το άρθρο 177 του Ν 4270/2014 ορίζει ότι από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου (1-1-2015) καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 108 και του άρθρου 110 του Ν 2362/1995.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι για τις κατασχέσεις εις χείρας τρίτου που έγιναν μέχρι τις 31-12-2014 απαιτείται η κοινοποίηση του κατασχετηρίου εγγράφου σωρευτικώς στην αρμόδια ΔΟΥ του καθ' ου η κατάσχεση και στην αρμόδια ΔΟΥ του κατασχόντος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013 και 20/2005, ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 191/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 95 Ν 2362/1995 και 177 Ν 4270/2014, δεχόμενο εσφαλμένα ότι κατά τον χρόνο επιβολής της επίδικης κατασχέσεως δεν είχε καταργηθεί η υποχρέωση της πρόσθετης επιδόσεως αυτής και στην ΔΟΥ του κατασχόντος.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, δέχθηκε τα εξής: "Στις 11-10-2013 η εκκαλούσα κοινοποίησε στη ΔΟΥ ΦΑΕ … την από 8-10-2013 εξώδικη δήλωσή της για κατάσχεση εις χείρας της, ως τρίτης, σε βάρος της οφειλέτιδας ..., μέχρι του ποσού του 1.208.000 ευρώ.

Αντίγραφο της ως άνω κατάσχεσης επέδωσε στις 15-10-2013 στην καθ' ης η κατάσχεση και στις 14-10-2013 στον αρμόδιο Υπουργό Οικονομικών. Αντίγραφο του ως άνω κατασχετηρίου εγγράφου δεν επιδόθηκε στην αρμόδια ΔΟΥ της εκκαλούσας που επέβαλε την κατάσχεση.... Με τον πρώτο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα βάλλει κατά της εκκαλουμένης, η οποία δέχθηκε τον πρώτο λόγο της ανακοπής με τον οποίο η ανακόπτουσα ζήτησε την ακύρωση της ένδικης κατασχέσεως στα χέρια τρίτου λόγω μη επιδόσεως του κατασχετηρίου εγγράφου στην αρμόδια ΔOY της επιβάλλουσας την κατάσχεση, ισχυριζόμενη ότι η ως άνω διάταξη που επιβάλλει την πρόσθετη επίδοση, έχει τεθεί με σκοπό τον έλεγχο και τη διασταύρωση τυχόν οφειλόμενων από τον κατασχόντα προς το Δημόσιο και ότι δεν είναι αναγκαία πλέον, δεδομένου ότι με την καθιέρωση της μηχανογράφησης, κάθε οικονομική υπηρεσία έχει άμεση πρόσβαση στην εικόνα του κάθε κατασχόντος.

Ο λόγος αυτός έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος, δεδομένου ότι και μετά την πρόσφατη ως προς τον χρόνο της επιβολής της κατάσχεσης τροποποίηση του άρθρου 95 παρ.1,2,3 του Ν 2362/1995 με το άρθρο 28 παρ.4 Ν 4151/2013, δυνάμει των οποίων επιβλήθηκε η κατάσχεση, διατηρήθηκε η υποχρέωση της ως άνω πρόσθετης επίδοσης στην ΔΟΥ του επιβάλλοντος την κατάσχεση, αν και καταργήθηκαν άλλες πρόσθετες επιδόσεις...

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι ακύρως επιβλήθηκε η ένδικη κατάσχεση εις βάρος του Δημοσίου ως τρίτου, εξαιτίας της μη επιδόσεως αυτής στην αρμόδια ΔΟΥ της επιβάλλουσας την κατάσχεση ΑΕ και αφού δέχθηκε ως ουσία βάσιμο τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής και ακύρωσε την κατάσχεση, δεν έσφαλε και όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τον ως άνω λόγο κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, κατά τον χρόνο που επιδόθηκε το κατασχετήριο έγγραφο εις χείρας της ΔΟΥ …, ως τρίτης, στις 11-10-2013, δεν είχε καταργηθεί η υποχρέωση της κοινοποιήσεως αυτού του κατασχετηρίου και στην αρμόδια ΔΟΥ του κατασχόντος.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 933, 934 παρ. 1 στοιχ. β, 953, 985, 988 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από τις τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015, λόγω του χρόνου διενεργείας της προσβαλλόμενης πράξεως εκτελέσεως, προκύπτει ότι, σε περίπτωση αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ανακοπή του οφειλέτη με την οποία προβάλλονται λόγοι ακυρότητας της αναγκαστικής κατασχέσεως, δύναται να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως, που είναι η σύνταξη εκθέσεως πλειστηριασμού (ΑΠ 872/1998).

Αν η κατάσχεση χρηματικής απαιτήσεως γίνει εις χείρας τρίτου και ο τρίτος προβεί σε καταφατική δήλωση προβλέπεται διαδικασία εξοφλήσεως του κατασχόντος είτε απευθείας από τον τρίτο είτε με διανομή του ποσού μέσω συμβολαιογράφου (988 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ο δε οφειλέτης δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 934 παρ.1 β ΚΠολΔ, να ασκήσει ανακοπή προβάλλοντας λόγους που αφορούν στο έγκυρο της κατασχέσεως ή την απαίτηση.

Το απώτερο όμως χρονικό σημείο ασκήσεως της ανακοπής από τον οφειλέτη για τους ανωτέρω λόγους πρέπει να συνδεθεί με την εκπνοή της προβλεπομένης από το άρθρο 988 παρ. 1α ΚΠολΔ προθεσμίας, οπότε συντελείται η αναγκαστική εκχώρηση της απαιτήσεως του οφειλέτη προς τον κατασχόντα και ο τελευταίος αποκτά τον κατ' άρθρο 989 εκτελεστό τίτλο εις βάρος του τρίτου.

Ειδικότερα, επί αναγκαστικής κατασχέσεως χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας τρίτου, η αναγκαστική εκχώρηση της απαιτήσεως του οφειλέτη προς τον κατασχόντα, σε περίπτωση καταφατικής, υπό την έννοια του άρθρου 985 δηλώσεως, επέρχεται μετά την, προϋποθέτουσα τήρηση της οκταήμερης του άρθρου 985 παρ.1 του ΚΠολΔ προθεσμίας, καταφατική τυχόν δήλωση του τρίτου και την παρέλευση ακολούθως της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 εδ.

α` του ΚΠολΔ (ΑΠ 360/2017). Επομένως, η οκταήμερη προθεσμία του άρθρου 988 αρχίζει από την επομένη της επιδόσεως του κατασχετηρίου στον καθ' ου η εκτέλεση, εφόσον όμως προηγήθηκε η προς τον τρίτο επίδοση του κατασχετηρίου, διότι από τότε η κατάσχεση θεωρείται υπαρκτή (ΟλΑΠ 3/1993). Αν η επίδοση στον καθ' ου η εκτέλεση του κατασχετηρίου προηγήθηκε της επιδόσεως αυτού στον τρίτο, η οκταήμερη προθεσμία προς καταβολή αρχίζει από την επίδοση στον τρίτο, οπότε υποχρεούται αυτός να δηλώσει εντός οκταημέρου και να καταβάλει μετά την πάροδο του οκταημέρου, που αρχίζει από την επόμενη του κατασχετηρίου στον τρίτο, δηλαδή την 9η ημέρα και όχι από την καταφατική δήλωση.

Κατά ταύτα, ο προσδιορισμός της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής κατά της καταφατικής δηλώσεως τρίτου συναρτάται με τη νομική φύση της κατασχέσεως εις χείρας τρίτου ως έμμεσης εκτελέσεως (άρθρα 951 παρ. 1 εδαφ. α' και 982 επ. ΚΠολΔ) και με την εκ του νόμου εκχώρηση της απαιτήσεως στον κατασχόντα δανειστή, η οποία συντελείται με την υποβολή της καταφατικής δηλώσεως του τρίτου.

Το κύριο χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου είδους εκτελέσεως είναι η εκχώρηση της απαιτήσεως στο δανειστή, ενώ κρίσιμο για τον υπολογισμό των προθεσμιών του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν είναι η προσβαλλομένη πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως, αλλά το προβαλλόμενο ελάττωμα αυτής. Επομένως, λόγω της λειτουργίας αυτής της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου και αντιθέτως προς όλες τις λοιπές περιπτώσεις αναγκαστικής εκτελέσεως, η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής δεν εξαρτάται από την πρώτη ή τελευταία πράξη εκτελέσεως.

Εξαρτάται αποκλειστικώς και μόνο από το χρόνο κατά τον οποίο συντελείται η εκχώρηση της απαιτήσεως. Αν υποβληθεί καταφατική δήλωση τότε η ανακοπή θα πρέπει να ασκηθεί εντός της οκταήμερης προθεσμίας. Αν δεν υποβληθεί, επειδή η εκχώρηση της απαιτήσεως συντελείται με την άσκηση ανακοπής και την έκδοση αποφάσεως επ' αυτής, τότε δύναται να ασκηθεί μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ανακοπής.

Αν ο οφειλέτης θέλει να αμφισβητήσει την απαίτηση, δικαιούται να ασκήσει ανακοπή αμέσως μετά την επίδοση του κατασχετηρίου, χωρίς να αναμείνει την παρέλευση του οκταημέρου και την υποβολή καταφατικής δηλώσεως του τρίτου, εφόσον γνωρίζει ότι τυγχάνει δικαιούχος απαιτήσεως εις χείρας του τρίτου, ο οποίος οφείλει να προβεί σε καταφατική δήλωση.

Δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 934 παρ. 1 εδ. γ' στην κατάσχεση εις χείρας τρίτου χρηματικών απαιτήσεων, είτε επακολουθήσει καταφατική, είτε αρνητική δήλωση του τρίτου, δεν υπάρχει, εφόσον σε αμφότερες τις περιπτώσεις ελλείπει η προσβλητέα για ακυρότητα τελευταία πράξη εκτελέσεως (ΑΠ 954/2019, ΑΠ 360/2017). Η κατάσχεση στα χέρια του Δημοσίου ως τρίτου ρυθμίζεται επίσης από τα άρθρα 982 επ.

ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 95 ν. 2362/1995 "περί του κώδικα δημοσίου λογιστικού". Η προθεσμία της δηλώσεως εκ μέρους του Δημοσίου ως τρίτου είναι τριάντα ημερών (άρθρο 10 του διατάγματος της 26-6/10-7-1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου"), για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου η ίδια προθεσμία ισχύει για την καταβολή στον κατασχόντα ή για τη δημόσια κατάθεση μετά την τυχόν καταφατική δήλωση του Δημοσίου (ΑΠ 1764/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική (ΑΠ 954/2019, ΑΠ 449/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του και τον δεύτερο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 (και όχι από τον αριθμ. 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η ένδικη ανακοπή ασκήθηκε εμπροθέσμως.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον παρόντα αναιρετικό λόγο μέρος, δέχθηκε τα εξής: "Στις 15-10-2013 η ΔΟΥ ΦΑΕ … υπέβαλε, ως τρίτη, στο Ειρηνοδικείο δήλωση, στην οποία ανέφερε ότι δεν υπάρχει στο τμήμα εσόδων της εκκαθαρισμένη απαίτηση κατά του Δημοσίου της εταιρείας ...

και ότι υπάρχουν βεβαιωμένες οφειλές 9,00 ευρώ. Με τη δήλωση αυτή η ΔΟΥ αρνήθηκε την ύπαρξη εκκαθαρισμένης οφειλής σε βάρος της εκ μέρους της οφειλέτιδας, κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης ... Στις 22-10-2013 με την 21627 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως η οφειλέτιδα ...

και ορίστηκε ημέρα παύσης των πληρωμών η 1-12-2012. Μέχρι την έκδοση της πτωχευτικής αποφάσεως δεν είχε υποβληθεί εκ μέρους της κατασχούσης ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ, προς αμφισβήτηση της ειλικρίνειας της ως άνω δηλώσεως, ούτε η οφειλέτιδα και μετέπειτα πτωχεύσασα άσκησε ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, σε χρόνο πριν την θέση της σε κατάσταση πτωχεύσεως.

Ακόμα προέκυψε ότι η κήρυξη της οφειλέτιδας σε κατάσταση πτωχεύσεως έλαβε χώρα πριν την εκπνοή της προθεσμίας του άρθρου 95 παρ.4 του Ν 2362/1995 που παρέχεται στο Δημόσιο στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, η έναρξη της οποίας τοποθετείται από την επόμενη ημέρα κατά την οποία συντελέστηκε η δήλωση του τρίτου (16-10-2013), ήτοι σε ενδιάμεσο χρονικό διάστημα από της επιβολής της κατασχέσεως μέχρι τη μεταβίβαση της κατασχεθείσας απαίτησης, με αποτέλεσμα την αδυναμία μεταβιβάσεως αυτής.

Έτσι η ως άνω πτωχή εταιρεία από την πρωία της ημέρας της δημοσίευσης της πτωχευτικής απόφασης στερήθηκε του δικαιώματος της διαχειρίσεως και διαθέσεως της πτωχευτικής περιουσίας της και επομένως διάθεση αντικειμένου περιλαμβανομένου στην πτωχευτική περιουσία καθώς και εκχώρηση απαιτήσεως που περιλαμβάνεται σ' αυτή, από το ως άνω χρονικό σημείο ήταν αυτοδικαίως άκυρη...

Η εκκαλούσα με την από 4-2-2015 αίτησή της, επικαλούμενη ότι έχει λαμβάνειν από τη ΔΟΥ ΦΑΕ … το ποσό των 672.712,27 ευρώ, ζήτησε από τη σύνδικο της ως άνω πτωχεύσεως τον αποχωρισμό του ως άνω ποσού και την απόδοσή του... Η σύνδικος με την από 6-2-2015 απάντησή της αρνήθηκε την απόδοση του εν λόγω ποσού, ισχυριζόμενη ότι η απαίτηση αυτή ανήκει στην πτωχευτική περιουσία και στη συνέχεια άσκησε την ένδικη ανακοπή...

Η κήρυξη της οφειλέτιδας σε κατάσταση πτωχεύσεως έγινε σε ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, από της επιβολής της κατασχέσεως εις χείρας τρίτου και πριν ολοκληρωθεί η εκχώρηση της κατασχεθείσας απαίτησης, η οποία δεν μεταβιβάστηκε στην εκκαλούσα που επέβαλε την ως άνω κατάσχεση, ενώ απωλέσθηκε και η ικανότητα της οφειλέτιδας και μετέπειτα πτωχής για διάθεση της περιουσίας της.

Η εκκαλούσα στράφηκε εναντίον της συνδίκου της πτώχευσης, επιδιώκοντας την εκτέλεση της καταφατικής, κατά τους ισχυρισμούς της, ως άνω δήλωσης της τρίτης, στα χέρια της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση.... δεδομένου ότι μέσω των ενεργειών της επιχειρείται να εξέλθει από την πτωχευτική περιουσία σημαντικό στοιχείο αυτής, η σύνδικος άσκησε την ένδικη ανακοπή.

Η ανακοπή, με την οποία προβάλλει λόγους σχετικούς με την ακυρότητα της κατασχέσεως που επιβλήθηκε εις χείρας του Δημοσίου στις 13-10-2013, η οποία αποτελεί την πρώτη μετά την επιταγή προς εκτέλεση πράξη της αρξαμένης εκτελεστικής διαδικασίας, με επίδοση αντιγράφου της ανακοπής στην εκκαλούσα στις 18-5-2015, μετά από το 8ήμερο από την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου, αλλά πριν από την τελευταία πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας, παραδεκτά και νόμιμα ασκήθηκε και όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους της έφεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου της ένδικης ανακοπής. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα : α) στις 11-10-2013 έλαβε χώρα η κατάσχεση εις χείρας της ΔΟΥ, ως τρίτης, η οποία στις 15-10-2013 προέβη στην προαναφερθείσα μη θετική δήλωση, β) η οφειλέτιδα εταιρεία ...

μέχρι τις 22-10-2013 που κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως δεν άσκησε ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, προβάλλοντας λόγους που αφορούν στο έγκυρο της κατασχέσεως ή την απαίτηση, γ) η κήρυξη της οφειλέτιδας σε κατάσταση πτωχεύσεως έγινε πριν την εκπνοή της 30θήμερης προθεσμίας που παρέχεται στο Δημόσιο, εις χείρας του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, δηλ.

στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατασχέσεως και πριν την μεταβίβαση της κατασχεθείσης απαιτήσεως, με αποτέλεσμα την αδυναμία εκχωρήσεως αυτής από την οφειλέτιδα εταιρεία στην εταιρεία που επέβαλε την κατάσχεση, δεδομένου ότι από τις 22-10-2013 η πτωχή στερήθηκε του δικαιώματος διαθέσεως της πτωχευτικής περιουσίας και του δικαιώματος εκχωρήσεως της κατασχεθείσης και μη εισέτι μεταβιβασθείσης απαιτήσεως και ως εκ τούτου η ασκηθείσα από τη σύνδικο της πτωχεύσεως ένδικη ανακοπή μετά την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου και πριν από την τελευταία πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας είναι παραδεκτή.

Επομένως, οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, μη δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά της.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω διατάξεως, στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο, ούτε αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές, δηλ. τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε το δικαστήριο, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση.

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 (και όχι από τον αριθμ. 14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η αναιρεσίβλητη έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει την ένδικη ανακοπή.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω διατάξεως, ούτε αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές, δηλ. τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε το δικαστήριο με πληρότητα και όχι με παραπομπή στις σελίδες της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση.

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσεως, ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες όμως νοούνται μόνον οι επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, η αντίφαση ή η ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου, και όχι όταν η ανεπάρκεια ή η αντίφαση αφορά την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων (ΑΠ 780/2017, ΑΠ 120/2016, ΑΠ 1711/2014, ΑΠ 1680/2008].

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο απέρριψε ως νόμω αβάσιμο τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της με ανεπαρκή αιτιολογία σχετικά με τη διάταξη του άρθρου 95 του Ν 2362/1995, κρίνοντας ότι και μετά την πρόσφατη ως προς τον χρόνο της επιβολής της κατασχέσεως τροποποίηση των παραγράφων 1,2,3 αυτού με την παρ. 4 του άρθρου 28 Ν 4151/2013, δυνάμει των οποίων επιβλήθηκε η κατάσχεση, διατηρήθηκε η υποχρέωση της πρόσθετης επιδόσεως του κατασχετηρίου στην ΔΟΥ του επιβάλλοντος την κατάσχεση, αν και καταργήθηκαν άλλες πρόσθετες επιδόσεις, όπως η κοινοποίηση στον αρμόδιο Υπουργό Οικονομικών.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν πλήττει τις αιτιολογίες των ουσιαστικών παραδοχών της αποφάσεως επί των αποδειχθέντων ή μη πραγματικών γεγονότων, αλλά την αιτιολογία όσον αφορά την έννοια της ως άνω εφαρμοστέας διατάξεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 αριθμ.1, 191 αρθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-7-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.945/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ