Legislator Case Law & Legislation
780/2017 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on fixed-term employment contract validity and severance damages claim.

Case Number 780/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a First Instance Court decision regarding employment contracts. The appellants argued that fixed-term contracts were invalid and sought severance pay, while the respondent maintained the contracts were valid. The Court found the First Instance Court erred in law by failing to address the severance claim and partially annulled the decision to remand the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 and 649 of the Civil Code; Article 21 of Law 2190/1994; Article 49 of Law 496/1974; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Fixed-term employment contracts are valid if they meet statutory duration requirements, and appellate courts must address all substantive claims, including severance damages, rather than leaving them undecided.

Keywords

AI generated
fixed-term employment contract severance damages claim appellate procedure labor law validity remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 and 649 of the Civil Code
Article 21 paragraphs 1, 2 and 3 of Law 2190/1994
Article 49 of Law 496/1974
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 780 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 780/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1)Χ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 2)Α. Α. του Α., κατοίκου ..., 3)Α. Β. του Ι., κατοίκου ..., 4)Π. Ι. του Χ., κατοίκου ..., 5)Ε. Μ. του Π., κατοίκου ..., 6)Β. Τ. του Δ., κατοίκου ..., και 7)Ε. Α. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μπέη, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." που εδρεύει στις … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Αυγουστίνου, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/3/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1736/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 7197/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 8/6/2015 αίτησή τους και τους από 9/3/2016 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 6/5/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο πέμπτος λόγος του κύριου δικογράφου και ο πέμπτος πρόσθετος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α` και γ` της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.

α` αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β` αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του Ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση κα’ στο άρθρο 14 παρ. 2 Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ.

διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.

Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (αρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους (ΑΠ 126/2015, 885/2014,181/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/1998, "Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.- Τ.Ε.Ι.

και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση, στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό τους, προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (1). "Ο Ο.Α.Ε.Δ.

μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου.

Για την ασφάλιση των συμμετεχόντων στα προγράμματα αυτά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α`). Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή των προγραμμάτων της παραγράφου αυτής εξαιρούνται από τον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου"(15). Kατά δε το π.δ. 164/2004, με το οποίο έγινε "η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, όσον αφορά στο προσωπικό του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που έχει συναφθεί μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UNICE και CEEP (E.E.L. 175/10.7.1999), με την οποία επιδιώκεται αφενός μεν η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης σε σχέση με την εργασία αορίστου χρόνου και αφετέρου η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί τυχόν κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου" (άρθρο 1), ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: " Οι διατάξεις αυτού του διατάγματος εφαρμόζονται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του παρόντος, καθώς και στο προσωπικό των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας. 2.

Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 6 του άρθρου 11, το παρόν διάταγμα δεν εφαρμόζεται: α) Στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και στη σύμβαση ή σχέση μαθητείας. β) Στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)" (άρθρο 2). "1.

Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ` εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3.

Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που την δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Κατ` εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη.

Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του" (άρθρο 5). "1. Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ` εφαρμογή του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ` εφαρμογή άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας. 2.

Συνολικός χρόνος διάρκειας απασχόλησης άνω των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών επιτρέπεται μόνον σε περιπτώσεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, κατηγοριών εργαζομένων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, όπως, ιδίως, διευθυντικά στελέχη, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οιουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδοτούμενου προγράμματος, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται για την πραγματοποίηση έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς" (άρθρο 6). "1.

Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη. 2. Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του.

Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις. Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο. 3. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος τιμωρείται με φυλάκιση (άρθρο 5 Ν. 1338/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 5 του Ν. 1440/1984).

Αν το αδίκημα διαπράχθηκε από αμέλεια, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Η ίδια παράβαση στοιχειοθετεί παράλληλα και σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα" (άρθρο 7). Ακόμη από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Σύμβαση μαθητείας, εξάλλου, είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου.

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νοµοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται µε την φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόµιµες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας.

Αντίθετα επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, η εκμάθηση τέχνης εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της συµβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συµβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συµβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευομένου εργασίας, έναντι αµοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 126/2015, 885/2014, 865/2014, 181/2014).

Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (ολ.

ΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 126/2015, 885/2014, 865/2014, 181/2014). Κατά το άρθρο δε 904 ΑΚ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτου ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη".

Σε περίπτωση άκυρης (για οποιονδήποτε λόγο) σύμβασης εργασίας, δημιουργείται απλή σχέση εργασίας, ο δε εργαζόμενος, για την εργασία που πρόσφερε, δικαιούται να ζητήσει, κατά τις αρχές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν ο μισθωτός γνώριζε την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 126/2015, 885/2014).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, προκύπτει ότι επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου όχι μόνον οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 126/2015, 127/2015, 128/2015, 1073/2014).

Από όλες τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται περαιτέρω και τα εξής :1) Συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί κατά παράβαση των άρθρων 21 του ν. 2190/1994 και 3,5 και 6 του π.δ. 164/2004 είναι άκυρες και συνακόλουθα οι αγωγές με τις οποίες ζητείται ευθέως από τις συμβάσεις αυτές αμοιβή είναι μη νόμιμες. 2) Για να ισχύσει η εξαίρεση στις περιπτώσεις του άρθρου 2 του π.δ. 164/2004 και να θεωρηθούν έγκυρες οι συμβάσεις α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και στη σύμβαση ή σχέση μαθητείας και β) στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), πρέπει οι συμβάσεις αυτές να έχουν πράγματι και όχι προσχηματικά συναφθεί για την εκπλήρωση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή σκοπών. 3) Οι αμοιβές που οφείλονται στους εργασθέντες με βάση τις άκυρες αυτές συμβάσεις είναι αυτές του αδικαιολογήτου πλουτισμού και όχι ευθέως οι αμοιβές από έγκυρη σύμβαση.

Τέλος κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις ίδιες παραδοχές συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη εφαρμογή (oλ. ΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ "αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της".

Εσφαλμένο αιτιολογικό με την έννοια της παραπάνω διατάξεως υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν την μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της αποφάσεως, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ολ.

ΑΠ 30/1998, AΠ 95/2014, 82/2013). Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ολ.

ΑΠ 27/1998, ΑΠ 345/2015, 2047/2014, 95/2014, 82/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 4.3.2011 αγωγή τους, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες, εξέθεταν μεταξύ άλλων, ότι με τα συμφωνητικά συνεργασίας που συνήφθησαν εντός του θέρους του 2007, μεταξύ αφ’ ενός του ΟΑΕΔ, αφ’ ετέρου του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Σερρών" και εκ τρίτου μιας εκάστης των εναγουσών, οι τελευταίες προσελήφθησαν, στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, σε εκτέλεση σχετικού εργασιακού προγράμματος (stage), με βάση σχετική απόφαση του ΟΑΕΔ, στο εν λόγω νοσοκομείο, για χρονικό διάστημα δεκαοχτώ μηνών, με αμοιβή υπολογιζόμενη ανά μήνα σε 30 ευρώ ημερησίως, για πτυχιούχους ΑΕΙ και ΤΕΙ ή ισότιμων τίτλων σπουδών και σε 25 ευρώ ημερησίως για πτυχιούχους ΙΕΚ, ΤΕΛ κ.λπ.

κατόπιν χρηματοδοτήσεως του ΟΑΕΔ. Ότι, στην πραγματικότητα δεν προσελήφθησαν, για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ούτε η σύμβασή τους ήταν σύμβαση μαθητείας, αλλά η απασχόλησή τους ήταν όμοια με των άλλων υπαλλήλων, έφερε δηλαδή χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Ότι σε εκτέλεση των ως άνω συμβάσεων στην πραγματικότητα ουδέποτε εργάσθηκαν ως μαθητευόμενες αλλά απασχολήθηκαν, κατά τον παραπάνω χρονικό διάστημα, η πρώτη στη γραμματεία αποτελεσμάτων μικροβιολογικών εξετάσεων, η δεύτερη στο τμήμα αιμοληψίας, η τρίτη στο γραφείο προσωπικού, η τέταρτη στο τμήμα προμηθειών, η πέμπτη στο τμήμα διαχείρισης αναλώσιμου υλικού, η έκτη στο τμήμα αιμοληψίας και η έβδομη στο τμήμα προμηθειών.

Ότι με δεύτερη σχετική σύμβαση, που υπεγράφη μεταξύ των ανωτέρω, απασχολήθηκαν επίσης από 30.4.2009 έως 30.10.2010 και με τον ίδιο σκοπό, ήτοι την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στις ίδιες θέσεις, επίσης με χρηματοδότηση του ΟΑΕΔ. Ότι στην πραγματικότητα οι εν λόγω (δεύτερες) συμβάσεις έφεραν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού, καθόλη τη διάρκεια της εργασίας τους, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ως άνω εναγόμενου και από τη φύση των συμβάσεών τους, δεν δικαιολογείτο η ορισμένη διάρκεια αυτών, άλλως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.

Ότι ενόψει της λήξεως του συμφωνημένου χρόνου, το εναγόμενο τους δήλωσε ότι δεν θα αποδέχεται στο εξής την εργασία τους. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά και την επισήμανση, ότι, εφόσον παρείχαν εργασία αντίστοιχη με αυτή των τακτικών υπαλλήλων, έπρεπε να αμείβονται και με τους αντίστοιχους μισθούς, ζήτησαν:

α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει, τόσον από τη πρώτη όσο και από τη δεύτερη σύμβαση, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, ως διαφορά, μεταξύ των όσων τους κατεβλήθησαν (σύμφωνα με τη σύμβαση, ως μαθητευομένων) και των όσων, σύμφωνα με την έγκυρη σύμβαση εργασίας που τους συνέδεε, όφειλε κατά νόμο να τους καταβάλει, άλλως κατά τις αρχές της ίσης μεταχείρισης, άλλως και σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι υπήρξε απλή σχέση εργασίας, κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον ωφελήθηκε το εναγόμενο, με το να αποφύγει να καταβάλει τα ως άνω χρηματικά ποσά σε μόνιμους υπαλλήλους, που, διαφορετικά, θα ήταν υποχρεωμένο να προσλάβει, β) εντελώς επικουρικά, στην περίπτωση που κριθεί ότι δεν υπάρχει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αλλά σύμβαση ή σχέση ορισμένου χρόνου, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλλει την οφειλόμενη αποζημίωση λόγω απολύσεως τους, που θα κατέβαλαν σε περίπτωση απρόθεσμης καταγγελίας συμβάσεως αορίστου χρόνου.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά αλλά και με τις προτάσεις οι εναγόμενες παραιτήθηκαν από το καταψηφιστικό αίτημα περί καταβολής της διαφοράς αποδοχών που απορρέουν από τη πρώτη εργασιακή σύμβαση, το οποίο αίτημα μετέτρεψαν σε αναγνωριστικό, ενέμειναν δε στο καταψηφιστικό αίτημα, όσον αφορά τις διαφορές αποδοχών εκ της δευτέρας εργασιακής συμβάσεως.

Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε εκδοθεί ερήμην του εναγομένου, που είχε ασκήσει την έφεση, δικάζοντας, ακολούθως την αγωγή, απέρριψε αυτή κατά το αίτημά της με το οποίο οι αναιρεσείουσες ζητούσαν αμοιβές από έγκυρη σύμβαση εργασίας, άλλως σύμφωνα με την αρχή της ισότητας, ως μη νόμιμη, έκρινε δε νόμιμη την αγωγή ως προς το επικουρικό αίτημά της με το οποίο εζητούντο οι διαφορές μεταξύ αυτών που τους καταβλήθηκαν και όσων θα υποχρεούτο το εναγόμενο να καταβάλει σε άλλους εργαζόμενους που θα απασχολούσε με έγκυρες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, όσον αφορά τις βασικές αποδοχές και σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις που τα προβλέπουν, όσον αφορά τα αιτούμενα επιδόματα εορτών και άδειας και την εξέτασε στη συνέχεια κατ’ ουσίαν κατά το τελευταίο αυτό μέρος της, για το οποίο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Μετά την έκδοση της με αριθμό ...5.3.2007 κοινής απόφασης των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ακολούθησε απόφαση του ΔΣ του ΟΑΕΔ, με την οποία καταρτίσθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν.2639/1998, πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων πτυχιούχων ΑΕΙ, ΤΕΙ, ΤΕΕ.

Εν συνεχεία, με τα συμφωνητικά συνεργασίας που συνήφθησαν μεταξύ αφ’ ενός του ΟΑΕΔ, αφ’ ετέρου του εκκαλούντος (εναγόμενου) ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "... και εκ τρίτου μιας εκάστης των εφεσίβλητων-εναγουσών εντός του θέρους του 2007, σε διαφορετικές ημερομηνίες για κάθε μια (24.7.2007, 7.6.2007, 14.6.2007, 7.6.2007, 10.8.2007, 7.6.2007, 24.7.2007 αντίστοιχα), οι τελευταίες προσελήφθησαν στο πλαίσιο του ως άνω σχετικού εργασιακού προγράμματος (stage), στο εν λόγω νοσοκομείο, για χρονικό διάστημα δεκαοκτώ μηνών, με αμοιβή υπολογιζόμενη ανά μήνα σε 30 ευρώ ημερησίως για πτυχιούχους ΑΕΙ και ΤΕΙ ή ισότιμων τίτλων σπουδών και σε 25 ευρώ ημερησίως για πτυχιούχους ΙΕΚ, ΤΕΛ κ.λπ.

κατόπιν χρηματοδοτήσεως του ΟΑΕΔ. Εξ άλλου προέκυψε ότι στην πραγματικότητα αν και προσελήφθησαν, για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, η απασχόλησή τους ήταν παρόμοια με των άλλων υπαλλήλων, έφερε δηλαδή τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορι¬σμένου χρόνου. Ειδικότερα, σε εκτέλεση των ως άνω συμβάσεων στην πραγματικότητα απασχολήθηκαν κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα η πρώτη στη γραμματεία αποτελεσμάτων μικροβιολογικών εξετάσεων, η δεύτερη στο τμήμα αιμοληψίας, η τρίτη στο γραφείο προσωπικού, η τέταρτη στο τμήμα προμηθειών, η πέμπτη στο τμήμα διαχείρισης αναλώσιμου υλικού, η έκτη στο τμήμα αιμοληψίας και η έβδομη στο τμήμα προμηθειών.

Εν συνεχεία, με δεύτερη σχετική σύμβαση που υπεγράφη μεταξύ των ανωτέρω, οι ενάγουσες εφεσίβλητες απασχολήθηκαν επίσης από 30.4.2009 έως 30.10.2010, στις ίδιες θέσεις, πάντα με χρηματοδότηση του ΟΑΕΔ. Καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα οι ενάγουσες παρείχαν την εργασία τους στο "...", όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι αυτού, εργαζόμενες κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο, πέντε ημέρες την εβδομάδα, εξυπηρετώντας πάγιες ανάγκες και υποκείμενες στον έλεγχο και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του Νοσοκομείου, τα οποία καθόριζαν δεσμευτικά γι’ αυτές, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής εργασίας τους, από την οποία και αποκόμιζε ωφέλεια το εν λόγω ν.π.δ.δ., ενώ αμείβονταν μηνιαίως από τον ΟΑΕΔ με ημερομίσθιο, ανερχόμενο καθαρά σε 27,77 ευρώ για τους πανεπιστημιακής και τεχνολογικής εκπαίδευσης και σε 23,14 ευρώ για τους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο προέχων σκοπός των καταρτισθεισών μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων ήταν αυτός της παροχής εργασίας από τις ενάγουσες προς το Νοσοκομείο και στο σκοπό αυτό απέβλεψαν τα μέρη, συνιστούν δε αυτές επιτρεπόμενες από το νόμο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, παραταθείσες με όμοιες συμβάσεις και όχι συμβάσεις μαθητείας.

Συνεπώς νόμιμος τυγχάνει ο επικουρικός αγωγικός ισχυρισμός, περί υπάρξεως απλής σχέσης εργασίας, σύμφωνα με τον οποίο, οι συμβάσεις αυτές, μπορεί κατά νόμο να είναι άκυρες, λειτούργησαν όμως στην πραγματικότητα, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς, οι ενάγουσες δικαιούνταν να λαμβάνουν, κατά τις αρχές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που θα ελάμβαναν άλλοι, αντί αυτών, εργαζόμενοι, ασχολούμενοι με έγκυρη σχέση εργασίας, και το σχετικό αγωγικό αίτημα είναι νόμιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1α του Συντάγματος, 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998, 648 επ.

και 905 επ. Α.Κ. Περαιτέρω η αμοιβή - μισθός που ελάμβαναν οι ενάγουσες, τόσο κατά τη διάρκεια της πρώτης σύμβασης που διήρκησε μέχρι το Μάρτιο του 2009, όσο και κατά τη διάρκεια της δεύτερης σύμβασης υπολείπεται του νομίμου, ενώ δεν ελάμβαναν δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα, επίδομα αδείας... Διατηρούνται συνεπώς οι αξιώσεις των εναγουσών που απορρέουν από τις μισθολογικές διαφορές και τα επιδόματα αδείας και δώρα εορτών του έτους 2009 που ελάμβαναν οι απασχολούμενοι σε παρόμοιες θέσεις υπάλληλοι, από την έναρξη της δεύτερης σύμβασης (30.4.2009) και εντεύθεν και του έτους 2010 μέχρι τη λήξη της σύμβασης με τα ποσά που ελάμβαναν οι απασχολούμενοι σε παρόμοιες θέσεις υπάλληλοι και τα οποία το εκκαλούν δεν αμφισβήτησε.

Ειδικότερα: Α) Όσον αφορά την πρώτη ενάγουσα, καταρτίσθηκε η 2η σύμβαση της με το εκκαλούν ν.π.δ.δ. την 3.4.2009 και διήρκησε από 30.4.2009 μέχρι 30.10.2010. Η ανωτέρω έλαβε το έτος 2009 συνολικά ως αμοιβή το ποσόν των 4.257,30 ευρώ και το έτος 2010 έλαβε συνολικά 4.835,73 ευρώ. Τα ανωτέρω ποσά υπολείπονταν των νομίμων και συγκεκριμένα το έτος 2009 έπρεπε να λάβει:

α) Ως μηνιαίο μισθό: νόμιμος μισθός 847 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 64 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ=1.367 ευρώ μηνιαίως Χ 8 μήνες = 10.936 ευρώ, β) επίδομα αδείας 375,49 ευρώ και γ) δώρο Χριστουγέννων 813,11 ευρώ και συνολικά 12.124,60 ευρώ.

Συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 12.124,60 - 4.257,30 = 7.867,30 ευρώ. Το έτος 2010 δικαιούνταν να λάβει α) ως μηνιαίο μισθό: νόμιμος μισθός 847 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 64 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ= 1367 μηνιαίως Χ 10 μήνες = 13.670 ευρώ, β) επίδομα αδείας 296,45 ευρώ, γ) δώρο Πάσχα 296,45 ευρώ και δ) δώρο Χριστουγέννων 486,17 ευρώ και συνολικά 14.749,07 ευρώ.

Συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 14.749,07 - 4.835,73 = 9.913,35 ευρώ και συνολικά 17.780,64 ευρώ. Β) Όσον αφορά την δεύτερη ενάγουσα, καταρτίστηκε η 2η σύμβασή της με το εκκαλούν ν.π.δ.δ. την 3.4.2009 και διήρκησε από 30.4.2009 μέχρι 30.10.2010, Η ανωτέρω έλαβε το έτος 2009 συνολικά ως αμοιβή το ποσόν των 3.378,07 ευρώ και το έτος 2010 έλαβε συνολικά 4.835,73 ευρώ. Τα ανωτέρω ποσά υπολείπονταν των νομίμων και συγκεκριμένα το έτος 2009 έπρεπε να λάβει: α) ως μηνιαίο μισθό: νόμιμος μισθός 847 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 64 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ + οικογενειακή παροχή 53 ευρώ = 1.420 μηνιαίως Χ 8 μήνες = 1.360 ευρώ, β) επίδομα αδείας 280,91 ευρώ και γ) δώρο Χριστουγέννων 813,11 ευρώ και συνολικά 12.454,02 ευρώ.

Συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 12.454,02 - 3.378,07 = 9.075,95 ευρώ. Το έτος 2010 δικαιούνταν να λάβει α) ως μηνιαίο μισθό: νόμιμος μισθός 847 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 64 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ + οικογενειακή παροχή 53 ευρώ = 1.420 Χ 10 = 14.200, β) επίδομα αδείας 296,45 ευρώ, γ) δώρο Πάσχα 296,45 ευρώ και δ) δώρο Χριστουγέννων (μειωμένο κατά 30 %) 486,17 ευρώ και συνολικά 15.279,07 ευρώ.

Συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 15.279,07 - 4.835,73 = 10.443,29 ευρώ και συνολικά 19.519,24 ευρώ. Γ) Όσον αφορά την τρίτη ενάγουσα, καταρτίστηκε η 2η σύμβασή της με το εκκαλούν ν.π.δ.δ. την 3.4.2009 και διήρκησε από 30.4.2009 μέχρι 30.10.2010. Η ανωτέρω έλαβε το έτος 2009 συνολικά ως αμοιβή το ποσόν των 721,88 ευρώ και το έτος 2010 έλαβε συνολικά 5.747,35 ευρώ. Τα ανωτέρω ποσά υπολείπονταν των νομίμων και συγκεκριμένα το έτος 2009 έπρεπε να λάβει: α) ως μηνιαίο μισθό: νόμιμος μισθός 957 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 90 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ = 1.503 μηνιαίως Χ 8 μήνες = 12.024 ευρώ, β) επίδομα αδείας 344,52 ευρώ και γ) δώρο Χριστουγέννων 918,71 ευρώ και συνολικά 13.287,23 ευρώ.

Συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 13,287,23 - 721,88 = 12.565,35 ευρώ. Το έτος 2010 δικαιούνταν να λάβει α) ως μηνιαίο μισθό : νόμιμος μισθός (για έξι μήνες) 957 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 90 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ = 1.503 Χ 6 = 9.018, και για τους λοιπούς 4 μήνες 1005 + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 90 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ = 1551 Χ 4 μήνες =6.204, ήτοι σύνολο 9.018 + 6.204 = 15.222 ευρώ, β) επίδομα αδείας 334,95 ευρώ, γ) δώρο Πάσχα 334,95 ευρώ και δ) δώρο Χριστουγέννων (μειωμένο κατά 30 %) 576,86 ευρώ και συνολικά 16.468,76 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 16.468,76 - 5.747,35 = 10.721,41 ευρώ και συνολικά 23.286,76 ευρώ. Δ) Όσον αφορά την τέταρτη ενάγουσα, καταρτίστηκε η 2η σύμβασή της με το εκκαλούν ν.π.δ.δ. την 3.4.2009 και διήρκησε από 30.4.2009 μέχρι 29.10.2010. Η ανωτέρω έλαβε το έτος 2009 συνολικά ως αμοιβή το ποσόν των 3.376,03 ευρώ και το έτος 2010 έλαβε συνολικά 5.747,35 ευρώ. Τα ανωτέρω ποσά υπολείπονταν των νομίμων και συγκεκριμένα το έτος 2009 έπρεπε να λάβει: α) ως μηνιαίο μισθό : νόμιμος μισθός 957 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 90 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ = 1.503 μηνιαίως Χ 8 μήνες = 12.024 ευρώ, β) επίδομα αδείας 317,40 ευρώ και γ) δώρο Χριστουγέννων 918,71 ευρώ και συνολικά 13.260,11 ευρώ.

Συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 13,260,11 - 3.776,03 = 9.484,08 ευρώ. Το έτος 2010 δικαιούνταν να λάβει α) ως μηνιαίο μισθό : νόμιμος μισθός (για έξι μήνες) 957 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 90 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ = 1.503 Χ 10 = 15.030 ευρώ, β) επίδομα αδείας 334,95 ευρώ, γ) δώρο Πάσχα 334,95 ευρώ και δ) δώρο Χριστουγέννων (μειωμένο κατά 30 %) 549,31 ευρώ και συνολικά 16.249,21 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 16.249,21 - 5.747,35 = 10.501,86 ευρώ και συνολικά 19.985,94 ευρώ. Ε) Όσον αφορά την πέμπτη ενάγουσα, καταρτίστηκε η 2η σύμβασή της με το εκκαλούν ν.π.δ.δ. την 14.5.2009 και διήρκησε από 25.5.2009 μέχρι 25.11.2010. Η ανωτέρω έλαβε το έτος 2009 συνολικά ως αμοιβή το ποσόν των 3.748,28 ευρώ και το έτος 2010 έλαβε συνολικά 5.229,07 ευρώ. Τα ανωτέρω ποσά υπολείπονταν των νομίμων και συγκεκριμένα το έτος 2009 έπρεπε να λάβει: α) ως μηνιαίο μισθό: νόμιμος μισθός 847 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 64 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ + οικογενειακή παροχή 71 ευρώ = 1,438μηνιαίως Χ 7 μήνες = 10.066 ευρώ, β) επίδομα αδείας 331,73 ευρώ και γ) δώρο Χριστουγέννων 719,95 ευρώ και συνολικά 11.117,68 ευρώ.

Συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 11.117,68 - 3.748,28 = 7.369,40 ευρώ. Το έτος 2010 δικαιούνταν να λάβει α) ως μηνιαίο μισθό : νόμιμος μισθός 847 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 64 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ + οικογενειακή παροχή 71 ευρώ = 1.438 Χ 11 =15.818, β) επίδομα αδείας 296,45 ευρώ, γ) δώρο Πάσχα 296,45 ευρώ και δ) δώρο Χριστουγέννων (μειωμένο κατά 30 %) 551,38 ευρώ και συνολικά 16,962,28 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 16.962,28 - 5.229,07 = 11.733,21 ευρώ και συνολικά 19.102,61 ευρώ. ΣΤ) Όσον αφορά την έκτη ενάγουσα, καταρτίστηκε η 2η σύμβαση της με το εκκαλούν ν.π.δ.δ. την 3.4.2009 και διήρκησε από 30.4.2009 μέχρι 30.10.2010. Η ανωτέρω έλαβε το έτος 2009 συνολικά ως αμοιβή το ποσόν των 5.025,46 ευρώ και το έτος 2010 έλαβε συνολικά 5.747,35 ευρώ. Τα ανωτέρω ποσά υπολείπονταν των νομίμων και συγκεκριμένα το έτος 2009 έπρεπε να λάβει: α) ως μηνιαίο μισθό: νόμιμος μισθός 957 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 90 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ = 1.503 μηνιαίως Χ 8 μήνες = 12.024 ευρώ, β) επίδομα αδείας 395,55 ευρώ και γ) δώρο Χριστουγέννων 918,71 ευρώ και συνολικά 13.338,26 ευρώ.

Συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 13/338,26 - 5.025,46 = 8.312,80 ευρώ. Το έτος 2010 δικαιούνταν να λάβει α) ως μηνιαίο μισθό: νόμιμος μισθός (για έξι μήνες) 957 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 90 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ = 1.503 Χ 10 = 15.030 ευρώ, β) επίδομα αδείας 334,95 ευρώ, γ) δώρο Πάσχα 334,95 ευρώ και δ) δώρο Χριστουγέννων (μειωμένο κατά 30 %) 549,31 ευρώ και συνολικά 16.249,21 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 16.249,21 -5.747,35 = 10.501,86 ευρώ και συνολικά 18.814,66 ευρώ. Ζ) Όσον αφορά την έβδομη ενάγουσα, καταρτίστηκε η 2η σύμβασή της με το εκκαλούν ν.π.δ.δ. την 3.4.2009 και διήρκησε από 30.4.2009 μέχρι 30.10.2010. Η ανωτέρω έλαβε το έτος 2009 συνολικά ως αμοιβή το ποσόν των 4.257,30 ευρώ και το έτος 2010 έλαβε συνολικά 4.835,73 ευρώ. Τα ανωτέρω ποσά υπολείπονταν των νομίμων και συγκεκριμένα το έτος 2009 έπρεπε να λάβει: α) ως μηνιαίο μισθό : νόμιμος μισθός 847 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 64 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ + οικογενειακή παροχή 71 ευρώ = 1.438μηνιαίως Χ 8 μήνες = 11.504 ευρώ, β) επίδομα αδείας 340,20 ευρώ και γ) δώρο Χριστουγέννων 813,11 ευρώ και συνολικά 12.657,31 ευρώ.

Συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 12.657,31 - 4.257,30 = 8.400,01 ευρώ. Το έτος 2010 δικαιούνταν να λάβει α) ως μηνιαίο μισθό: νόμιμος μισθός 847 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 64 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ + οικογενειακή παροχή 71 ευρώ = 1.438 Χ 10 = 14.380, β) επίδομα αδείας 296,45 ευρώ, γ) δώρο Πάσχα 296,45 ευρώ και δ) δώρο Χριστουγέννων (μειωμένο κατά 30 %) 486,17 ευρώ και συνολικά 15.459,07 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 15.459,07 - 4.835,73 = 10.623,34 ευρώ και συνολικά 19.023,35 ευρώ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, αφού εν τω μεταξύ απέρριψε κατ’ ουσίαν το μέρος της αγωγής που αφορούσε την πρώτη από τις δύο περιόδους απασχόλησης των αναιρεσιβλήτων, λόγω παραγραφής των σχετικών αξιώσεων, δέχθηκε κατ’ ουσίαν την αγωγή κατά το μέρος της που αφορούσε το χρονικό διάστημα που ίσχυσε η δεύτερη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ( από 25.5.2009 μέχρι 25.11.2010 για την πέμπτη και από 30.4.2009 έως 30.4.2010 για τις λοιπές) και επιδίκασε συνολικά στην πρώτη αναιρεσείουσα 17.780,64 ευρώ, στη δεύτερη 19.519,24 ευρώ, στην τρίτη 23.286,76 ευρώ, στην τέταρτη 19.985,94 ευρώ, στη πέμπτη 19.102,61 ευρώ, στην έκτη 18.814,66 ευρώ και στην έβδομη 19.023,35 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι με εσφαλμένη αιτιολογία δέχθηκε ότι η αγωγή κατά την κυρία βάση της δεν είναι νόμιμη, με το αιτιολογικό ότι οι συμβάσεις των αναιρεσειουσών με το αναιρεσίβλητο ήταν συμβάσεις μαθητείας, στις οποίες δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 1999/70/ΕΟΚ και του π.δ. 164/2004, εξαιρούμενες αυτού ως συμβάσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης ενταγμένες σε σύστημα μαθητείας και υποστηριζόμενο από το δημόσιο πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης, σε ορθό τελικά αποτέλεσμα κατέληξε, με το να απορρίψει την αγωγή ως προς την κυρία βάση της ως μη νόμιμη, εφόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα σ’ αυτή οι επίδικες συμβάσεις είχαν συναφθεί κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και των άρθρων 3, 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004, που είναι πράγματι εφαρμοστέες στον χαρακτηρισμό των συμβάσεων αυτών και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων αυτών καθώς και των διατάξεων των άρθρων 14 παρ. 2 περ.

κα’ του ν. 2190/1994, 20 παρ. 15 του ν. 2639/1998, 648 του ΑΚ και της ΚΥΑ ...5.3.2007 και συνεπώς οι αληθώς μόνο από τον αριθμό 1 όχι και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος και από τον αριθμό 1 επίσης του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Με το να επιδικάσει δε τις διαφορές αποδοχών μεταξύ αυτών που πράγματι έλαβαν στα πλαίσια των συμβάσεων που είχαν υπογράψει με το αναιρεσίβλητο οι αναιρεσείουσες κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και όχι ευθέως από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του π.δ. 164/2004 δεν παραβίασε την τελευταία αυτή διάταξη.

Επομένως οι ενιαίως κρινόμενοι συναφείς τρίτος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος του και ο τρίτος πρόσθετος, κατά το αντίστοιχο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 21 του ν. 3205/2003 με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, οι διατάξεις του Μέρους Α` του παρόντος νόμου μπορεί να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και σε προσωπικό του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.

ή Ο.Τ.Α. που δεν υπάγεται στις διατάξεις του Μέρους αυτού, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α... Οι αποφάσεις αυτές εκδίδονται εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και ισχύουν από 1.1.2004. Κατ’ εξουσιοδότηση της διατάξεως αυτής εκδόθηκε η ΚΥΑ 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ B’ 215/5.2.2004) κατά την οποία "1.

Οι διατάξεις των άρθρων 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 15, 16, 17, 18, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, του άρθρου 27 παρ. 2 και του άρθρου 28 του Ν. 3205/2003 (297/Α/23.12.2003) Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις επεκτείνονται και έχουν ανάλογη εφαρμογή στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α. 2. Η κατάταξη στα μισθολογικά κλιμάκια του Ν. 3205/2003 θα γίνει με βάση τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται κατά την αρχική πρόσληψη των υπαλλήλων αυτών ή εκείνα που απαιτήθηκαν για την τυχόν ένταξή τους σε άλλη ειδικότητα και όχι με άλλα αυξημένα πρόσθετα προσόντα που απέκτησαν κατά την περίοδο της εργασίας τους. 3.

Οι υπηρεσίες που προσφέρθηκαν σε τομείς εκτός του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., (δηλαδή οι υπηρεσίες του ιδιωτικού τομέα) δεν αναγνωρίζονται για τη μισθολογική εξέλιξη των παραπάνω υπαλλήλων. 4. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και το επίδομα άδειας, καθώς και η ωριαία αμοιβή για υπερωριακή εργασία, θα υπολογίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 16 αντίστοιχα".

Οι εν λόγω διατάξεις, σκοπό έχουν να επεκταθεί το θεσπιζόμενο με το ν. 3205/2003 μισθολόγιο και στο προσωπικό του δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ που δεν εμπίπτει ευθέως στις διατάξεις του, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με τους μονίμους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, όπως προσωπικό με σχέση ιδιωτικού δικαίου κληρικοί κ.λπ. (βλ.

εισηγητική έκθεση του ν. 2305/2003), έχουν δηλαδή εφαρμογή στο προσωπικό που χωρίς να υπάγεται ευθέως στις διατάξεις για το βαθμολόγιο και μισθολόγιο του Δημοσίου των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, έχει με σχετική διάταξη νόμου βαθμολογική και μισθολογική αντιστοιχία με αυτό όχι όμως και στο προσωπικό που απασχολείται με άκυρη σχέση εργασίας στα εν λόγω νομικά πρόσωπα, όπως οι αναιρεσείουσες, οι οποίες δεν έχουν βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με τους μονίμους υπαλλήλους του αναιρεσιβλήτου, με κάποια διάταξη νόμου.

Επομένως το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι δεν δικαιούνται οι αναιρεσείουσες ευθέως από τις διατάξεις αυτές τις αποδοχές των υπαλλήλων που υπηρετούσαν με σχέση δημοσίου δικαίου στο αναιρεσίβλητο, κατά τον ίδιο με αυτές χρόνο, αλλά μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεν παραβίασε τις διατάξεις αυτές και οι ενιαίως κρινόμενοι, ως συναφείς, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος του κυρίου δικογράφου και τρίτος πρόσθετος λόγοι αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος τους, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.

Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, κατά την οποίαν οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται, εκτός άλλων, ότι το Σύνταγμα θεσπίζει και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια .

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 παρ 1 εδ. β` του ίδιου Συντάγματος, όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Με την 16/1983 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 100 του Συντάγματος κρίθηκε ότι η άνω διάταξη περί ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία αναφέρεται μόνο σε εκείνους που παρέχουν εξαρτημένη εργασία, με σχέση ιδιωτικού δικαίου και δεν αφορά στους παρέχοντες υπηρεσίες με σχέση δημοσίου δικαίου.

Την τελευταία περίπτωση (των υπαλλήλων με σχέση δημοσίου δικαίου) καλύπτει η πρώτη από τις άνω συνταγματικές διατάξεις (άρθρ. 4 παρ. 1) που απηχεί την κρατούσα στο κοινοτικό δίκαιο, δυνάμει του άρθρου 164 της ιδρυτικής ΣυνθΕΟΚ, γενική δικαιϊκή αρχή της ισόνομης ρύθμισης των ομοίων, η οποία έχει άμεση εφαρμογή και στην ελληνική έννομη τάξη, αλλά και αυξημένη ισχύ, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος και την ως άνω Συνθήκη, που κυρώθηκε με το ν. 945/1979.

Κατά την ερμηνεία της εν λόγω συνταγματικής διατάξεως έγινε δεκτό ότι μεταξύ δύο υπαλλήλων, που συνδέονται με τον εργοδότη Δημόσιο ο ένας με σχέση δημοσίου δικαίου και ο άλλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δικαιολογείται ο καθορισμός διαφορετικής αμοιβής για τον καθένα, λόγω των διαφορετικών συνθηκών (πρόσληψης, υπηρεσιακής εξέλιξης, μονιμότητας ή μη, λύσεως της υπηρεσιακής σχέσεως) υπό τις οποίες τελούν καθεμιά από τις κατηγορίες των άνω υπαλλήλων (ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1417/2015, 701/2014, 968/2013). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή των αναιρεσειουσών, κατά την πρώτη επικουρική της βάση, με την οποία αυτές ζητούσαν, με βάση την αρχή της ισότητος, να τους καταβληθούν οι διαφορές δεδουλευμένων και επιδομάτων μεταξύ αυτών που έλαβαν σύμφωνα με τις συμβάσεις που είχαν υπογράψει με το αναιρεσείον και εκείνων που λάμβαναν οι υπάλληλοι του τελευταίου των αντιστοίχων θέσεων, που συνδέονταν μαζί του με σχέση δημοσίου δικαίου, με την αιτιολογία ότι "δεν παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού αυτή προϋποθέτει, εκτός άλλων και παροχή εργασίας, υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν επικαλούνται οι ενάγοντες οι οποίοι είχαν προσληφθεί ως μαθητευόμενοι και με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας αφενός και αφετέρου, δεν υπήρχε έγκυρη σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο αν και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία αποφάνθηκε ότι δεν συντρέχει παραβίαση της αρχής της ισότητας, σε ορθό διατακτικό κατέληξε, καθόσον οι εργαζόμενοι, με τους οποίους ζητούσαν οι αναιρεσείουσες την μισθολογική εξίσωση συνδέονταν με το αναιρεσίβλητο με σχέση δημοσίου δικαίου, ενώ αυτές με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, διαφορά από την οποία δικαιολογείται ο καθορισμός διαφορετικής αμοιβής για την κάθε κατηγορία εργαζομένων, λόγω των διαφορετικών συνθηκών (πρόσληψης, υπηρεσιακής εξέλιξης, μονιμότητας ή μη, λύσεως της υπηρεσιακής σχέσεως) υπό τις οποίες τελούν καθεμιά από τις κατηγορίες των άνω υπαλλήλων και συνακόλουθα δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος.

Επομένως οι περί του αντιθέτου, ενιαίως κρινόμενοι, τρίτος του κυρίου δικογράφου, αληθώς μόνο από τον αριθμό 1 και όχι και από τον αριθμό 19, κατά το αντίστοιχο μέρος του και τέταρτος πρόσθετος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι, είναι αβάσιμοι. Οι στον τέταρτο πρόσθετο λόγο περαιτέρω αιτιάσεις περί εκ πλαγίου παραβιάσεως των ίδιων διατάξεων, είναι προεχόντως απαράδεκτες, διότι το Εφετείο απέρριψε τη σχετική βάση της αγωγής ως μη νόμιμη και δεν διατύπωσε αποδεικτικό περί αυτής πόρισμα (ολ ΑΠ 44/1990, ΑΠ 973/2015, 42/2015).

Σύμφωνα με την διάταξη του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία αυτή διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθ. 93 παρ. 1 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ.

δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 26/2015).

Ως αιτιολογίες όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνον οι επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου και όχι αυτές που αφορούν ανεπάρκεια ή αντίφαση περί την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων (ΑΠ 120/2016,1711/2014, 1680/2008, 493/2007).

Δεν ελέγχεται επίσης ως πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, σφάλμα της αποφάσεως, συνδεόμενο με την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής (ΑΠ 784/2001) Με τον πρώτο πρόσθετο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια ότι με αντιφατικές αιτιολογίας προέβη στο χαρακτηρισμό της σχέσεως που τις συνέδεε με το αναιρεσείον και συγκεκριμένα απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής τους με την αιτιολογία ότι "οι παρεχόμενες με καθεστώς συμβάσεως μαθητείας υπηρεσίες των εναγόντων αποσκοπούν, σύμφωνα με άρθρο 20 Ν. 2639/1998, στην απόκτηση επαγγελματικής κατάρτισης και στη θεωρητική και πρακτική ενημέρωση με το εργασιακό περιβάλλον, συνιστώντας ως εκ τούτου γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, και δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας", ενώ στη συνέχεια δέχθηκε την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής με την αιτιολογία "σύμφωνα με τα παραπάνω, ο προέχων σκοπός των καταρτισθεισών μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων ήταν αυτός της παροχής εργασίας από τις ενάγουσες προς το Νοσοκομείο και στο σκοπό αυτό απέβλεψαν τα μέρη, συνιστούν δε αυτές επιτρεπόμενες από το νόμο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, παρατεθείσες με όμοιες συμβάσεις και όχι συμβάσεις μαθητείας.

Συνεπώς νόμιμος τυγχάνει ο επικουρικός αγωγικός ισχυρισμός, περί υπάρξεως απλής σχέσης εργασίας, σύμφωνα με τον οποίο, οι συμβάσεις αυτές, μπορεί κατά νόμο να είναι άκυρες, λειτούργησαν όμως στην πραγματικότητα, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς, οι ενάγουσες δικαιούνταν να λαμβάνουν, κατά τις αρχές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που θα ελάμβαναν άλλοι, αντί αυτών, εργαζόμενοι, ασχολούμενοι με έγκυρη σχέση εργασίας, και το σχετικό αγωγικό αίτημα είναι νόμιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1α του Συντάγματος, 20 παρ. 15 του Ν.2639/1998, 648 επ. και 905 επ. Α.Κ.". Με τον δεύτερο δε πρόσθετο από τον ίδιο αριθμό 19 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής, χωρίς αιτιολογία ως προς το κύρος των συμβάσεων ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απαράδεκτοι, διότι οι επικαλούμενες αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλομένης, με τον πρώτο εξ αυτών και η έλλειψη αιτιολογίας με τον δεύτερο, αφορούν ανεπάρκεια ή αντίφαση περί την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων και την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής.

Με το άρθρο 44 παρ. 1 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." ορίζεται ότι "κάθε χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος, μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκε", ενώ με το άρθρο 48 του ίδιου Ν.Δ/τος ορίζεται, στην παράγραφο 1, ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Ν.Π.Δ.Δ.

είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος ..." και στην παράγραφο 3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών".

Κατά δε το άρθρο 49 του ίδιου Ν.Δ/τος "η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 48 του Ν. Δ/τος 496/1974, με την παράγραφο 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., κατ` αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την έκδοση της οποίας υπαιτίως παρέλειψαν τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ., στις περιπτώσεις δηλαδή που πρόκειται για την αποκαλούμενη αποζημιωτική αγωγή, τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.

ισχύει η οριζόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 48 του Ν. Δ/τος 496/1974 πενταετής παραγραφή. Η προβλεπόμενη από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1975, για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθμ. 6 και 17 του ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ίδιου Ν.

Δ/τος χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετία), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ν.π.δ.δ., η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.

Εξάλλου με τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής δε δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλ` ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ν.π.δ.δ., ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ν.π.δ.δ., αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ν.π.δ.δ.

σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.

Συνεπώς η διάταξη αυτή του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1975, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων.

Επίσης, η άνω διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496//1975 δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (Ε.Σ.Δ.Α.), που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα, (ενδεχομένως και με τη, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους.

Άλλωστε από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτιθέμενα, και η προστασία της περιουσίας των ν.π.δ.δ. (oλ.

ΑΠ 18/2012, 2/2011, ΑΠ 1286/2013, 992/ 2013, 245/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο έκρινε με αυτήν ότι οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειουσών, υπόκεινται σε διετή και όχι πενταετή παραγραφή. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, έστω και αν εσφαλμένα θεώρησε ότι η παραγραφή θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, που αναφέρεται στην παραγραφή των αξιώσεων υπαλλήλων κατά του ελληνικού δημοσίου, σε ορθό τελικώς, ως προς το ζήτημα αυτό, διατακτικό κατέληξε και δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, που είναι εφαρμοστέα, κρίνοντας δε επίσης ότι η θεσπιζόμενη με αυτή διετής παραγραφή των κατά των ΝΠΔΔ αξιώσεων των υπαλλήλων τους από καθυστερούμενες αποδοχές κ.λ.π.

δεν αντίκειται στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε προσκρούει στα άρθρα 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ δεν παραβίασε και αυτές τις διατάξεις. Επομένως ο τέταρτος του αναιρετηρίου και ο έκτος πρόσθετος, αληθώς μόνο από τον αριθμό 1 και όχι και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο είναι αβάσιμοι.

Οι στους ίδιους λόγους περαιτέρω αιτιάσεις περί παραβίασης της αρχής της εμπιστοσύνης του διοικούμενου είναι απαράδεκτες, διότι η αρχή αυτή αφορά την διοικητική λειτουργία του Κράτους και δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην προβαλλόμενη μεταβολή της νομολογίας του ΕΔΔΑ, επί των υποθέσεων Ζ. και Γ. κατά Ελλάδος (ΑΠ 372/2010).

Κατά το άρθρο 49 του ν.δ.496/1974 η προβλεπόμενη από το άρθρο 48 παρ. 3 του ίδιου νομοθετικού διατάγματος διετής παραγραφή των κατά του ν.π.δ.δ. αξιώσεων των υπαλλήλων που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου για καθυστερούμενες αποδοχές και πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και είναι δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη (ΑΠ 1286/2013, 165/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, σε συνέχεια των αναφερομένων σε προηγούμενη σκέψη παραδοχών του, δέχθηκε ακόμη ότι οι αξιώσεις των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών, που γεννήθηκαν μέχρι και του Φεβρουαρίου του έτους 2009, για όσες εξ αυτών (πρώτη, τρίτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη) εργάσθηκαν μέχρι τότε, στα πλαίσια της πρώτης από τις δύο διαδοχικές δεκαοκτάμηνες συμβάσεις, εφόσον η αγωγή ασκήθηκε (επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο εναγόμενο) την 2.3.2011, έχουν υποκύψει σε παραγραφή.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 49 του ν.δ. 496/1974. Επομένως ο αληθώς μόνο από τον αριθμό 1 όχι και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια αυτή είναι βάσιμος. Κατά τον αριθ.9 περ.γ` του ίδιου ως άνω άρθ. 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων (αίτηση δηλ. που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης), με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας με οποιανδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι η αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ανακοπή, τριτανακοπή, κάθε ένδικο μέσο (ΑΠ 359/2015, 53/2015).

Με την αγωγή τους οι αναιρεσείουσες ζήτησαν, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση που το δικαστήριο δεχθεί ότι οι μεταξύ εναγουσών και εναγομένου συμβάσεις δεν είναι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά συμβάσεις ή σχέσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει ως αποζημίωση απόλυσης, ό,τι θα υποχρεούτο να καταβάλει σε απρόθεσμη καταγγελία συμβάσεως αορίστου χρόνου.

Επί του αιτήματος αυτού το Εφετείο στην προσβαλλομένη απόφασή του, καίτοι δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι οι μεταξύ αναιρεσειουσών και αναιρεσιβλήτου συμβάσεις αποτελούσαν, λόγω της ακυρότητάς τους, απλές σχέσεις εργασίας, ουδέν διέλαβε. Επομένως ο σχετικός από τον αριθμό 9 του ΚΠολΔ, πέμπτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του πέμπτου του αναιρετηρίου και του πέμπτου πρόσθετου από τους λόγους αναιρέσεως, που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της, που αφορά τις αιτούμενες, από τις αναιρεσίβλητες, με την αγωγή διαφορές αποδοχών του πρώτου τριμήνου του έτους 2009 καθώς και κατά το μέρος της με το οποίο άφησε αδίκαστο το αγωγικό αίτημα, περί καταβολής αποζημιώσεως απολύσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, από εκείνον που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσε µετά την αντικατάσταση του µε το άρθρο 65 παρ. 1 Ν. 4139/2013 και πριν την εκ νέου αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015, έχει δε εν προκειμένω εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του τελευταίου ν. 4335/2015) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, ως ηττώμενο, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την 7197/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαια.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ