Legislator Case Law & Legislation
104/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on breach of contract damages, citing lack of legal interest and contradictory reasoning.

Case Number 104/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's final decision rejecting her claim for damages due to breach of an agricultural management contract. The appellant argued that the lower court's reasoning was contradictory regarding her failure to pursue claims between 2004 and 2014, while the court found no legal interest in the appeal. The court ruled that the appellant's claim lacked merit because she had not pursued any legal action for the intervening years, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal against a final judgment if the appellant fails to demonstrate a legal interest in the outcome or if the lower court's reasoning is logically consistent despite apparent contradictions.

Keywords

AI generated
breach of contract damages legal interest requirement contradictory reasoning agricultural management contract statute of limitations appeal admissibility final judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 104 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 104/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Σ. του Ε., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ασημακόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Α. του Ε., κατοίκου …, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-01-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 230/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 313/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-06-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Α] Με την από 26-02-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 313/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Με αυτήν το Πρωτοδικείο, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας- εκκαλούσας- ενάγουσας κατά της 230/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών, με την οποία είχε απορριφθεί, κατά παραδοχή ενστάσεως ερειδόμενης στο άρθρο 281 ΑΚ, η από 18-01-2015 αγωγή της κατά του αναιρεσιβλήτου - εφεσιβλήτου - εναγομένου, με αντικείμενο αποζημίωση από παραβίαση υποχρεώσεως απόδοσης τιμήματος καρπών αγρού, που είχε αναλάβει να καλλιεργεί ο εναγόμενος βάσει συμβάσεως εντολής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή.

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Εάν δε τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 52/2019, 1753/2017, 242/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε να συζητηθεί στις 16-11-2020 και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησής της 60 ημέρες πριν τη δικάσιμο. Από τη …/11-11-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών Αθανασίου Φωτ. Λαμπρόπουλου και τις κάτω απ'αυτήν από 11-11-2019 απόδειξη του αξιωματικού υπηρεσίας του Γ' Αστυνομικού Τμήματος Πατρών Ν. Α., Υπαστ/μου Α', και από 12-11-2019 βεβαίωση παραλαβής της υπαλλήλου των ΕΛΤΑ Ε. Α., την οποία προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα προκύπτει ότι αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κάτω απ' αυτό για τη δικάσιμο της 16-11-2020, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε δήλωση παράστασης κατ` άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού αυτός δεν εμφανίσθηκε, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, κατ' άρθρο 576 παρ. 2 εδ. γ` ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του και να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ` αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 2/2019, 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001).

Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, κρίνοντας την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, τα ακόλουθα:

«| Στην …, στις 02-06-1992 υπογράφηκε από τους διαδίκους, που τότε ήταν σύζυγοι, το από 02-06-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο, αφενός εκχωρήθηκαν στην ενάγουσα οι μελλοντικές απαιτήσεις από την πώληση των καρπών από τα δέντρα των ακτινιδίων, τα οποία φύονταν σε κτήμα του εναγομένου εκτάσεως 6 στρεμμάτων, αφετέρου ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να καλλιεργεί και να επιμελείται με δικές του δαπάνες το κτήμα αυτό και να συγκομίζει από αυτό τους καρπούς για λογαριασμό της ιδίας.

Το κτήμα του εναγομένου στο οποίο φύονταν τα ακτινίδια, είχε έκταση, όπως προαναφέρθηκε 6 στρεμμάτων, και αποτελούσε τμήμα μείζονος αγροτεμαχίου, εκτάσεως 28 στρεμμάτων, το οποίο βρισκόταν στη θέση "... του Ν. Αχαΐας. Με την υπό κρίση αγωγή της η ενάγουσα, επικαλούμενη το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο φέρει τα στοιχεία της σύμβασης εντολής και εκχώρησης, ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 6.300 ευρώ, αυτό δηλαδή που θα κέρδιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων για την καλλιεργητική περίοδο του έτους 2014 εάν ο εναγόμενος εκτελούσε την ανωτέρω σύμβαση εκχώρησης και εντολής.

Η ενάγουσα για προγενέστερες καλλιεργητικές περιόδους και συγκεκριμένα για τις καλλιεργητικές περιόδους των ετών 1998 έως 2004 είχε ασκήσει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την από 01-11-2004 αγωγή της, που ως ιστορική και νομική βάση είχε την ίδια ως άνω σύμβαση εκχώρησης και εντολής και με την οποία ζητούσε για την ίδια αιτία, όπως και στην υπό κρίση αγωγή, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 26.600 ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1020/2006 απόφαση, με την οποία το Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση εντολής, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, η οποία (απόφαση) κατέστη τελεσίδικη με την 269/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών αλλά και αμετάκλητη με την 958/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς, το δεδικασμένο που απορρέει από την παραπάνω απόφαση, και το οποίο σχετίζεται μετά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε και με τους νομικούς κανόνες στους οποίους τα υπήγαγε, δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο. Η δέσμευση δηλαδή αυτή έγκειται μόνο στο ότι καταρτίστηκε το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό και ότι αυτό έφερε τα στοιχεία της σύμβασης της εντολής και της εκχώρησης και όχι στο εάν ο εναγόμενος παράνομα και υπαίτια παραβιάζει κάθε φορά το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό σε διαφορετικές καλλιεργητικές περιόδους, αφού αυτό εξετάζεται ξεχωριστά για κάθε καλλιεργητική περίοδο.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο εναγόμενος σταμάτησε να καλλιεργεί τα κτήματα με τα ακτινίδια ήδη από το έτος 1996, σταμάτησε δε την καλλιέργεια όχι μόνο στο κτήμα των 6 στρεμμάτων, για το οποίο είχε αναλάβει έναντι της ενάγουσας την υποχρέωση καλλιέργειάς του, με βάση το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, αλλά και στο όμορο κτήμα των 21 στρεμμάτων, που επίσης του ανήκε και το οποίο καλλιεργούσε μόνο για δικό του λογαριασμό.

Αφορμή δε για να σταματήσει την καλλιέργεια αυτή αποτέλεσε το γεγονός ότι το 1996 έμειναν αδιάθετα 17.500 κιλά ακτινίδια, τα οποία και σάπισαν, και από τότε, λόγω της μεγάλης οικονομικής ζημίας που υπέστη, σταμάτησε την εν λόγω αγροτική καλλιέργεια (για το γεγονός ότι ο εναγόμενος υπέστη την ανωτέρω ζημία των 17.500 κιλών ακτινιδίων, βλ.

την προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο από 29-05-1996 βεβαίωση της τότε Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, στην οποία βεβαιώνεται ότι η ανωτέρω ποσότητα των 17.500 κιλών ήταν εντελώς ακατάλληλη για κατανάλωση και καταστράφηκαν με υγειονομική καταστροφή). Το γεγονός δε αυτό, ότι δηλαδή ο εναγόμενος είχε σταματήσει από τότε την εν λόγω καλλιέργεια, ήταν σε γνώση της ενάγουσας, τούτο δε άλλωστε ευχερώς προκύπτει από το ότι η ενάγουσα για αυτόν ακριβώς τον λόγο, για το ότι δηλαδή ο εναγόμενος είχε σταματήσει την καλλιέργεια ακτινιδίων, άσκησε την προαναφερόμενη αγωγή ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για τις καλλιεργητικές περιόδους των ετών 1998 έως 2004, αγωγή, την οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε κερδίσει.

Από το έτος 2004 έως το έτος 2014, που αποτελεί τον επίδικο χρόνο της υπό κρίση αγωγής, η ενάγουσα δεν είχε προβεί σε κάποια ενέργεια (όπως άσκηση αγωγής, εξώδικη όχληση κ.λπ.), από την οποία να προκύπτει ότι συνεχίζει να έχει οποιαδήποτε αξίωση από το επίδικο ιδιωτικό συμφωνητικό. Η παρέλευση ενός τόσο σημαντικού χρονικού διαστήματος, σε συνδυασμό, με τη γνώση της ότι ο εναγόμενος είχε σταματήσει την καλλιέργεια ακτινιδίων ήδη από το έτος 1996, ότι είναι συνταξιούχος ήδη από το έτος 2013, ότι κατά τον επίδικο χρόνο (2014) ήταν ηλικίας 66 ετών με σοβαρά προβλήματα υγείας, καθιστούν την απορρέουσα από το επίδικο ιδιωτικό συμφωνητικό αξίωσή της καταχρηστική (άρθ. 281 ΑΚ), αφού το να αξιώνει από το εναγόμενο, υπό τα ανωτέρω δεδομένα (ηλικία, προβλήματα υγείας, παύση καλλιέργειας από το έτος 1996), να συνεχίσει να καλλιεργεί το ως άνω κτήμα με ακτινίδια και να της αποδίδει το τίμημα της πώλησης αυτών, αυτό υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του εν λόγω δικαιώματος και δημιουργεί την αίσθηση της κατάφωρης αδικίας σε βάρος του εναγομένου, μη ανεκτής από τον μέσης ηθικής κοινωνικό άνθρωπο, δεδομένου ότι η ζημία (σωματική και υλική) που ο εναγόμενος θα υποστεί από την συνέχιση της καλλιέργειας του κτήματος με ακτινίδια είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη σε σχέση με τη οικονομική ζημία που θα υποστεί η ενάγουσα από την μη εκτέλεση της σύμβασης εντολής, που τα μέρη είχαν συμφωνήσει με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό.

Η εκκαλουμένη λοιπόν απόφαση που έκανε δεκτή την σχετική περί καταχρηστικότητας ένσταση του εναγομένου, έστω και με διαφορετικές εν μέρει αιτιολογίες, που παραδεκτά συμπληρώνονται με τις αιτιολογίες της παρούσας, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε και άρα κρίνονται αβάσιμα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τους λόγους της υπό κρίση έφεσης|».

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (και την αντίστοιχη του άρθ. 560 αρ. 1 ΚΠολΔ επί υποθέσεων αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου), αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2019, 27/1998).

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 560, ισχυρίζεται ότι η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, που έγινε δεκτή ως νόμιμη και βάσιμη κατ'ουσίαν από το Ειρηνοδικείο, κρίση που επικυρώθηκε και από το δευτεροβάθμιο Μονομελές Πρωτοδικείο, έπρεπε κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου να κριθεί μη νόμιμη, διότι τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία τη στήριζε ο εναγόμενος, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούσαν προς θεμελίωσή της, εφόσον μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου χωρίς να συνδέεται και με ειδικές περιστάσεις, συνδεόμενες κυρίως με την προηγηθείσα συμπεριφορά του, δεν καθιστά καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος. Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου ως εναγομένου ενώπιον του Ειρηνοδικείου προκύπτει ότι αυτός διέλαβε προς επιστήριξη της ανωτέρω ενστάσεώς του, πέραν της αναφοράς του στο ιστορικό της σύμβασης με την αναιρεσείουσα, της αντιδικίας του με αυτήν για προηγούμενες καλλιεργητικές περιόδους των ετών 1998-2004 και του γεγονότος ότι τα τέκνα, που απέκτησαν από τον λυθέντα γάμο τους είναι πλέον 41 και 36 ετών και επαγγελματικώς αποκατεστημένα, έχουν δε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, τα εξής:

«Σε κάθε περίπτωση η αγωγή είναι απορριπτέα γιατί η αντίδικος ασκεί καταχρηστικά το (τυχόν) δικαίωμά της από την επίδικη σύμβαση του 1992 αφού γνωρίζει ότι έχω σταματήσει να καλλιεργώ το κτήμα αυτό από το έτος 1995 όχι από υπαιτιότητα μου αλλά λόγω αδυναμίας καλλιέργειας και ανωτέρας βίας και ότι κανένα εισόδημα δεν έχω από αυτό (ομολογείται στην αγωγή της 2η σελίδα 2η παράγραφος).

Στο κτήμα αυτό εδώ και 20 έτη υπάρχει μόνο άγρια βλάστηση και φυσικά καμία καλλιέργεια ακτινιδίων. Το ότι είναι αδύνατον να καλλιεργηθεί αποδεικνύεται από τα παραπάνω αναφερόμενα [σ' αυτό το σημείο ουσιαστικά γίνεται παραπομπή στους προηγηθέντες περιλαμβανόμενους στις ίδιες προτάσεις ισχυρισμούς του, ότι άρχισε την καλλιέργεια ακτινιδίων στον ως άνω αγρό το 1976 και η παραγωγική ζωή των ακτινιδίων δεν ξεπερνά τα 25 έτη, ότι σε κάθε περίπτωση το κόστος παραγωγής καλλιέργειας υπερέβαινε το τίμημα πώλησης λόγω μεγάλης προσφοράς ακτινιδίων στην αγορά και για το έτος 2013 οι τιμές πληρωμής στους παραγωγούς κυμαίνονταν στα 25- 46 λεπτά το κιλό, ότι γι' αυτό τον λόγο από όλους τους αγρότες της Αχαϊας εγκαταλείφθηκε αυτή παραγωγή εκτός από ένα κτήμα 22 στρεμμάτων στο …], γεγονός που γνωρίζει η ενάγουσα όπως και γνωρίζει ότι κανένα εισόδημα δεν έχω από το 1995 από το κτήμα αυτό ούτε ήταν δυνατό να έχω. "Δεν εγκατέλειψα υπαιτίως" την καλλιέργεια και αυτό αποδεικνύεται από το ότι δεν καλλιεργώ ακτινίδια ούτε στο όμορο κτήμα των 21 στρεμμάτων που επίσης μου ανήκει, με αποτέλεσμα να μην έχω εισοδήματα από αγροτική παραγωγή.

Δεν υπήρχαν αγοραστές σε τιμή που να υπερέβαινε το κόστος καλλιέργειας. Το έτος 1996 έμειναν αδιάθετα 17.500 κιλά ακτινίδια παραγωγής έτους 1995 και σάπισαν. Από τότε επειδή καταστράφηκα οικονομικά σταμάτησα την αγροτική καλλιέργεια και στο ακίνητο των 21 στρεμμάτων και στο εδαφικό τμήμα των 6 στρεμμάτων, στο οποίο αναφέρεται η αγωγή και το ιδιωτικό συμφωνητικό.

Επομένως είναι προφανές ότι η άσκηση αυτού του δικαιώματος της ενάγουσας, δηλαδή της διεκδίκησης αποζημίωσης για μια σύμβαση που υπογράψαμε πριν 24 έτη με άλλες οικονομικές συνθήκες παραγωγής, τιμής εμπορευμάτων αλλά και σωματικής δυνατότητας μου (αφού ήδη είμαι 67 ετών με προβλήματα υγείας και είναι αδύνατον να εκτελέσω αγροτικές εργασίες ή να επιμεληθώ αυτές), ενώ γνωρίζει την αδυναμία καλλιέργειας και την έλλειψη εισοδήματος άρα και την αδυναμία μου καταβολής εισοδήματος σε αυτήν (σύμφωνα με το επίδικο συμφωνητικό), υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Η αγωγή ως εκ τούτου είναι απορριπτέα (και η απαίτηση της αντιδίκου) ως ασκούμενη καταχρηστικά κατ' άρθρον 281 ΑΚ (σε συνδυασμό και με το άρθρο 388 ΑΚ). Γνωρίζει επίσης α) σαν πρώην σύζυγος μου ότι εδώ και αρκετά χρόνια υποφέρω από ισχαιμικά επεισόδια λόγω απόφραξης των αρτηριών και στις 15-04-15 υποβλήθηκα σε χειρουργική επέμβαση λόγω σοβαρού εγκεφαλικού επεισοδίου (βλ.

προσαγόμενα μετ' επικλήσεως σχετικά 8, 8α)• β) ότι δεν εργάζομαι πλέον, το κύριο εισόδημα μου είναι μια πενιχρή σύνταξη ενώ αντίθετα αυτή έχει μεγάλη οικονομική ευχέρεια. Μετά από αυτά η ένσταση μου πρέπει να γίνει δεκτή».

Κατόπιν αυτών η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσείουσας στηριζόταν σε περισσότερα αθροιστικώς συνδυαζόμενα μεταξύ τους αυτοτελή πραγματικά περιστατικά (πρβλ 524/2014, 1703/2008, 430/2002), που, αληθή υποτιθέμενα, δημιουργούσαν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, λόγω των οποίων η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την κατάρτιση της μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και της αναιρεσείουσας σύμβασης, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζει τη γένεση ή να επάγεται την απόσβεση του δικαιώματός της, καθιστούσαν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τα επικληθέντα από τον αναιρεσίβλητο πραγματικά περιστατικά δεν στηρίζονται μόνο σε μακρά αδράνεια της δικαιούχου του δικαιώματος αναιρεσείουσας, που δημιούργησε στον αναιρεσίβλητο την πεποίθηση ότι εκείνη δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της, όπως αυτή εσφαλμένως υποστηρίζει στον σχετικό λόγο της αίτησής της, αλλά συνοδεύονται από αναφερόμενες επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που συνδυαζόμενες μεταξύ τους εμπίπτουν στην εμβέλεια του άρθρου 281 ΑΚ. Κατόπιν αυτών ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 και του αντίστοιχου άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019).

Η αναιρεσείουσα προσάπτει με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη πως οι αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του δικανικού της συλλογισμού είναι ανεπαρκείς, μη καλύπτουσες τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ (πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αιτήσεως), και αντιφατικές (δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου).

Ο λόγος αυτός είναι κατά το πρώτο του σκέλος αβάσιμος, διότι στην προπαρατιθέμενη ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης περιλαμβάνονται όλα τα πραγματικά περιστατικά, που, συνδυαζόμενα μεταξύ τους και αθροιστικώς εκτιμώμενα, συγκροτούν την έννοια της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, η οποία υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του, δημιουργώντας την αίσθηση κατάφωρης αδικίας εις βάρος του εναγομένου μη ανεκτής από τον μέσης ηθικής κοινωνικό άνθρωπο.

Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται η παύση καλλιέργειας ακτινιδίων από τον εναγόμενο επί μακρό χρόνο ήτοι από το έτος 1996 όχι μόνον στο τμήμα του αγρού, που ενδιαφέρει την ενάγουσα, αλλά και στο όμορο πολύ μεγαλύτερο τμήμα του, που το καλλιεργούσε για λογαριασμό του, λόγω μεγάλης οικονομικής του ζημίας από την παραγωγή αυτή που έμεινε αδιάθετη και καταστράφηκε το 1996, η γνώση εκ μέρους της ενάγουσας του γεγονότος της παντελούς παύσης της καλλιέργειας από το 1996, η άσκηση εκ μέρους της αγωγής αποζημίωσης για τις καλλιεργητικές περιόδους 1998-2004 και η αδράνειά της να προβεί έκτοτε για μεγάλο χρονικό διάστημα, ήτοι μέχρι την άσκηση της κριθείσας αγωγής της, που αναφερόταν σε αποζημίωσή της για την καλλιεργητική περίοδο του του 2014, σε οποιαδήποτε ενέργεια (άσκηση αγωγής, εξώδικη όχληση κ.λπ.) προβάλλοντας αξιώσεις αποζημίωσής της για τα επόμενα του 2004 έτη (2005-2013), η γνώση της ότι ο εναγόμενος είναι συνταξιούχος από το 2013, ηλικίας 66 ετών κατά το έτος 2014 και με σοβαρά προβλήματα υγείας, η δυσανάλογα μεγάλη ζημία (σωματική και υλική), που θα υποστεί αυτός από τη συνέχιση της καλλιέργειας, σε σχέση με την οικονομική ζημία που θα υποστεί ενάγουσα από τη μη εκτέλεση της σύμβασης εντολής.

Περαιτέρω οι αντιφατικές αιτιολογίες, που αποδίδει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση με το δεύτερο σκέλος του ανωτέρω λόγου, συνίστανται, κατά τους ισχυρισμούς της, στο γεγονός ότι σε άλλο σημείο των οντολογικών παραδοχών του Πρωτοδικείου αναφέρεται πως η ενάγουσα για τις καλλιεργητικές περιόδους των ετών 1998-2004 είχε ασκήσει, ζητώντας την επιδίκαση ποσού συνολικού ποσού 26.600 ευρώ, την από 01-11-2004 αγωγή της, στηριζόμενη στην ίδια νομική και πραγματική αιτία της μεταξύ της ιδίας και του εναγομένου σύμβασης εντολής και εκχώρησης, η οποία έγινε δεκτή τελεσιδίκως βάσει της 269/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών, που κατέστη και αμετάκλητη μετά την έκδοση της 958/2011 απόφασης του Αρείου Πάγου, ενώ στη συνέχεια, κατά την έρευνα της ένστασης κατάχρησης δικαιώματος και προς θεμελίωση της παραδοχής της, το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα δεν προέβη από το έτος 2004 έως το έτος 2014, στο οποίο αναφέρεται η κριθείσα αγωγή της, σε οποιαδήποτε ενέργεια (άσκηση αγωγής, εξώδικη όχληση κ.λπ.), από την οποία να προκύπτει ότι συνεχίζει να έχει οποιαδήποτε αξίωση από το ιδιωτικό συμφωνητικό.

Ο λόγος αυτός είναι και κατά το δεύτερο σκέλος του αβάσιμος, διότι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας αναφέρονται στη μη προβολή οποιασδήποτε αξίωσής της για τις καλλιεργητικές περιόδους του διαστήματος από το 2005 έως και το 2013 (δηλαδή για διάστημα οκτώ συναπτών ετών) και στην προβολή τέτοιων αξιώσεων στη συνέχεια για την καλλιεργητική περίοδο του 2014, η οποία είναι ανεξάρτητη από τη συνέχιση δικών για τις πολύ προγενέστερες περιόδους των ετών 1998-2004, στις οποίες επίσης αναφέρεται, χωρίς αυτό να συνιστά αντίφαση.

Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η από 26-02-2019 αίτηση για αναίρεση της 313/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-02-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 313/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ