Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence distortion and erroneous fact-finding.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's appeal against the Third Instance Court's final decision regarding a divorce and asset division case. The appellant argued the lower court distorted a German insurance document to falsely prove the respondent's income, but the court found the appeal inadmissible. The court determined the appeal was merely a challenge to the court's evaluation of evidence, which is legally non-reviewable under Greek civil procedure law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging a final judgment solely on the ground that the lower court distorted evidence or made an erroneous evaluation of facts is inadmissible as it constitutes a non-reviewable error of fact.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1049 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1049/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σιντόρη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: E. P., συζύγου Δ. Π., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως δικαστικής συμπαραστάτριας του Δ. Π. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Κατσογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/6/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 18/9/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2017 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/9/2017 αίτησή του και τους από 16/5/2018 πρόσθετους λόγους αυτής. Με την υπ' αριθμ. 28/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1’ Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρονται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο οι από 06.09.2017 αίτηση αναίρεσης και από 16.05.2018 πρόσθετος λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος ύστερα από την υπ' αριθμ. 28/2022 Πράξη του Προέδρου του Τμήματος, λόγω επανασυζήτησης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ. Με την κρινόμενη ως άνω αίτηση αναίρεσης και πρόσθετο λόγο προσβάλλεται η με αριθ. 40/14.06.2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Οι άνω αίτηση αναίρεσης και πρόσθετος λόγος ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553,556,558, 564 παρ.1, 566 παρ.1, 569 και ... παρ.2 ΚΠολΔ) και είναι, επομένως, παραδεκτοί (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, τα ανωτέρω δικόγραφα, που συνεκφωνήθηκαν, να συνεκδικαστούν, κατά τα άρθρα 246,573 παρ.1 ΚΠολΔ, καθόσον οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά συζητούνται, υποχρεωτικά, με την αίτηση αναίρεσης και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, κατ' άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ (ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/ 2017).
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 2 και 3 του Ν. 5368/1932, όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν.Δ. 951/1971 και διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α' Ν.Δ. 118/1973, ορίζονται τα εξής: "1. Χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν, επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte Joint, Joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ` ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 παρ. 1). "Η Χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγουμένη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 παρ. 2).
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1 Ν.Δ. 17.7/ 13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», 411, 489, 490, 491,493 ΑΚ και 117 ΕισΝΑΚ, συνάγονται τα εξής: Σε περίπτωση Χρηματικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του καταθέτη και τρίτων, και ανεξαρτήτως αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους τους συνδικαιούχους του λογαριασμού υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς ή έναν από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και της Τράπεζας (δέκτη της κατάθεσης) αφετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης ή μέρους αυτής από έναν από τους δικαιούχους του λογαριασμού, να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, στο όνομά του και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, αν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της Χρηματικής κατάθεσης από έναν δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρον έναντι του δέκτη της κατάθεσης (Τράπεζας) και ως προς τους λοιπούς, δηλαδή τους δικαιούχους που δεν ανέλαβαν, οι οποίοι από το νόμο πλέον αποκτούν απαίτηση έναντι εκείνου, που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της κατάθεσης, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολόκληρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, από μέρους αυτού, που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού (ΑΠ 946/2015,ΑΠ 378/2011,ΑΠ 711/2009, ΑΠ 1782/2007,ΑΠ 1550/2007 ΑΠ 1462/2006).
Η σχέση δε που συνδέει τους δικαιούχους κοινού λογαριασμού μπορεί να είναι σύμβαση εντολής, βάσει της οποίας ο εντολέας ορίζει και άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντάς του, απλώς προς διευκόλυνση του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού και τα χρήματα τα οποία έχει καταθέσει σ' αυτόν.
Σε αυτή την περίπτωση εφαρμόζονται οι περί εντολής διατάξεις (άρθρα 713 επ. ΑΚ) και ο εντολέας, εφόσον προβλέφθηκε ότι ο εντολοδόχος δεν θα προβαίνει σε αναλήψεις χωρίς προηγούμενη συγκεκριμένη εντολή του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον αναλαβόντα την κατάθεση συνδικαιούχο του λογαριασμού ολόκληρο το ποσό του.
Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 713, 714 και 719 ΑΚ, με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, ευθύνεται για κάθε πταίσμα και έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 330, 297, 298 ΑΚ, προκύπτει ότι ο εντολοδόχος, εφόσον ενήργησε παραβαίνοντας τους όρους της εντολής, έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει ως γενεσιουργό αιτία το πταίσμα του εντολοδόχου. Θετική ζημία είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η ελάττωση της περιουσίας του εντολοδόχου που επέρχεται, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, και με τη μη προβλεπόμενη από την εσωτερική σχέση της εντολής ανάληψη ποσών από κοινό τραπεζικό λογαριασμό.
Ζημιογόνος δε υπαίτια Πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί να στηρίξει, για τον παθόντα αντισυμβαλλόμενο, απαίτηση αποζημιώσεως, όχι μόνον εκ συμβάσεως αλλά και εξ Αδικοπραξίας, εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, όπως συμβαίνει όταν προσβάλλει το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητος.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Αδικοπραξία, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος που περιήλθε οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη, σύμφωνα με το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 901/2000).
Κατά τη διάταξη αυτή, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως συνίσταται στην παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος που είναι κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει την θέληση αυτού να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σα να είναι κύριος, η δε υποκειμενική (υπόσταση), στην ύπαρξη του δόλου που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), ανήκει δηλαδή κατά κυριότητα σε άλλον, καθώς και τη θέληση να ιδιοποιηθεί το πράγμα παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη.
Ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαίτιου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητος Πράξη. Επομένως, ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση, όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε, κατ` άρθρο 719 ΑΚ, καθώς και ό,τι προκαταβλήθηκε σ` αυτόν, κατ` άρθρο 721 ΑΚ, από τον εντολέα για την εκτέλεση της εντολής και δε διατέθηκε προς τούτο, δεδομένου ότι δεν καθίσταται κύριος των δοθέντων σ` αυτόν από τον εντολέα για την εκτέλεση της εντολής.
Εξάλλου, από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι για τη γέννηση ευθύνης προς αποζημίωση ή Χρηματική ικανοποίηση από Αδικοπραξία πρέπει να υπάρχει: α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β) επέλευση ζημίας και γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παρανόμου και υπαίτιου συμπεριφοράς του ενός και της ζημίας του άλλου.
Δηλαδή από τα ίδια άρθρα, συνδυαζόμενα με τα άρθρα 298, 299 και 932 ΑΚ, συνάγεται ότι η αξίωση για Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης έχει γενεσιουργό αιτία Αδικοπραξία υπό την κατά το άρθρο 914 ΑΚ έννοια της υπαίτιας ζημιογόνου Πράξης. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι ως ενάγων ο δικαιούχος προς αποκατάσταση της ζημίας του, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη ζημία, το νομικό λόγο που γεννά την ευθύνη και την αιτιώδη συνάφεια ζημίας και ζημιογόνου γεγονότος.
Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος και το κέρδος που αυτός απώλεσε λόγω της υπαίτιας Πράξης (ΑΠ 657/2011).Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 128 ΑΚ "Ανίκανοι για δικαιοπραξία είναι: 1...2. όποιοι βρίσκονται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση», κατά δε τη διάταξη του άρθρου 64 παρ.1 ΚΠολΔ "Όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους...», ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 340 ΑΚ "Ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος, αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή.".
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).Διάταξη δε ουσιαστικού δικαίου είναι και η διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ (ΑΠ 468/2010).
Έτσι, αφού η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον που θεμελιώνονται στην ανωτέρω διάταξη, αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 321/2017, ΑΠ 2029/2014, 980/2014, 712/2014, 481/2012, 1780/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:»..ο Δ. Π., ο οποίος γεννήθηκε στην Ελλάδα, το έτος 1961, Έλληνας υπήκοος, κάτοικος ...
στις 27-9-2006, στην πόλη αυτή, υπέστη οξεία υποξική εγκεφαλική βλάβη αορτικού διαχωρισμού της καρδίας, περιέπεσε σε κώμα και έκτοτε έχει απωλέσει την επαφή του με το περιβάλλον. Κατόπιν σχετικής αιτήσεως της ενάγουσας, συζύγου του, με την υπ' αριθμ.62 ΧVII P 285/27-10-2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, το οποίο εφάρμοσε το Γερμανικό δίκαιο, τέθηκε σε καθεστώς δικαστικής συμπαραστάσεως, ενώ η τελευταία διορίσθηκε δικαστική συμπαραστάτριά του μέχρι τις 26-10-2013 και της ανατέθηκε το δικαίωμα προσδιορισμού της διαμονής, η φροντίδα της υγείας του, όλες οι περιουσιακές του υποθέσεις, η εκπροσώπηση στις Αρχές και το δικαίωμα παραλαβής του ταχυδρομείου του.
Ακολούθως, η ενάγουσα με την από 22-4-2010 αίτησή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η ως άνω απόφαση έχει αποκτήσει και στην ελληνική επικράτεια ισχύ δεδικασμένου. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 297/2010 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία την απέρριψε ως μη νόμιμη.
Στη συνέχεια, η ενάγουσα άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, την από 19-1-2011 αίτηση, με την οποία ζήτησε να τεθεί ο σύζυγός της σε δικαστική συμπαράσταση. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 119/2011 απόφαση, η οποία την απέρριψε. Έπειτα, η ενάγουσα αποτάθηκε εκ νέου στο προαναφερθέν αλλοδαπό Δικαστήριο και ύστερα από σχετική αίτησή της εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/8-9-2011 απόφασή του, με την οποία, αφού εφαρμόσθηκε το Ελληνικό Δίκαιο, συμπληρώθηκε η υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/27-10-2006 απόφαση με τον διορισμό τριμελούς Εποπτικού Συμβουλίου της δικαστικής συμπαραστάσεως, το οποίο αποτελείτο από τον δικηγόρο Michael Evert Werner (Μίχαελ Έβερτ Βέρνερ), ως Πρόεδρο και ως μέλη τον λογιστή W.
L. (Β. Λ.) και την Κ. Δ.. Στην συνέχεια, η ενάγουσα με την από 1.4.2013 αίτησή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι έχει ισχύ δεδικασμένου και στην Ελλάδα η υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/27-10-2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας και η υπ' αριθμ. 62 XVIIP 285/8-9-2011 συμπληρωματική αυτής, που αποτελούν μία ενιαία απόφαση.
Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ.66/2013 απόφαση του ως άνω ημεδαπού Δικαστηρίου, η οποία την απέρριψε. Στη συνέχεια, η ενάγουσα, πριν συμπληρωθεί η ημερομηνία ισχύος της υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/27-10-2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κολωνίας και πάψει αυτοδικαίως η ισχύς αυτής, άσκησε νέα αίτηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, περί εξακολουθήσεως του καθεστώτος της δικαστικής συμπαραστάσεως του συζύγου της.
Στη διανοιγείσα δίκη με την τελευταία αυτή αίτηση ο Δ. Π. συμμετείχε εκπροσωπούμενος από την ενάγουσα, ως δικαστική του συμπαραστάτρια, διορισθείσα δυνάμει της πρώτης ως άνω αλλοδαπής αποφάσεως. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 28/16-7-2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, το οποίο, αφού εφάρμοσε και το Γερμανικό και το Ελληνικό Δίκαιο, εξετάζοντας αν εξακολουθεί να κρίνεται απαραίτητη η θέση του Δ.
Π. σε καθεστώς δικαστικής συμπαραστάσεως, αφενός μεν, παρέτεινε την θέση του τελευταίου σε καθεστώς δικαστικής συμπαραστάσεως, μέχρι τις 12-3-2020, οπότε επιφυλάχθηκε να εξετάσει εκ νέου, εάν θα παραταθεί ή όχι το καθεστώς αυτό, αφετέρου δε, ανανέωσε την θητεία της αρχικώς διορισθείσας συζύγου του και ενάγουσας ως δικαστικής του συμπαραστάτριας, παρατείνοντας την θητεία της μέχρι την προρρηθείσα ημερομηνία.
Ο τομέας καθηκόντων της ενάγουσας, ως δικαστικής συμπαραστάτριας, ορίσθηκε ότι αφορά το δικαίωμα προσδιορισμού της διαμονής του δικαστικώς συμπαραστατέου, όλες τις περιουσιακές υποθέσεις του και, επίσης, στην Ελλάδα την εκπροσώπησή του στις Αρχές, ειδικότερα, την εκπροσώπησή του ενώπιον όλων των Ελληνικών Αρχών και Δικαστηρίων, την ενέργεια εξωδικαστικών και δικαστικών πράξεων και, συγκεκριμένα, την κατάθεση αγωγών και εγκλήσεων, ενδίκων μέσων και ενδίκων βοηθημάτων ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων, την ανάθεση υποθέσεων σε δικηγόρους για την υπεράσπιση των συμφερόντων του, την παραλαβή δικογράφων και αιτήσεων και κατάθεση προτάσεων κάθε είδους, το δικαίωμα παραλαβής του ταχυδρομείου του και την φροντίδα της υγείας του.
Διόρισε, επίσης, για το χρονικό διάστημα ισχύος της τελευταίας αυτής αποφάσεως τριμελές Εποπτικό Συμβούλιο, αποτελούμενο από τα προαναφερθέντα πρόσωπα, ήτοι τον δικηγόρο Michael Evert Werner (Μίχαελ Έβερτ Βέρνερ), ως Πρόεδρο και ως μέλη τον λογιστή W. L. (Β. Λ.) και την Κ. Δ.. Ακολούθως, η ενάγουσα με την υπ' αριθμ. 62/2014 αίτησή της, ζήτησε να αναγνωρισθεί στην Ελλάδα το δεδικασμένο, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/27-10-2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, όπως αυτή συμπληρώθηκε με τις μεταγενέστερες ως άνω υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/8-9-2011 και 62 XVII Ρ 28/16-7-2013 αποφάσεις.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 25/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, η οποία την απέρριψε. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 42/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την ως άνω αίτηση και αναγνώρισε ότι ισχύει και αποτελεί δεδικασμένο και στην Ελλάδα η υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 28/16-7-2013 απόφαση.
Βάσει της απόφασης αυτής, το διορισθέν Εποπτικό Συμβούλιο, με τις από 27-11-2013 και 20-6-2016 αποφάσεις του, ενέκρινε όλες τις εξώδικες και δικαστικές ενέργειες, στις οποίες προέβη η ενάγουσα, ως δικαστική συμπαραστάτρια του Δ. Π., μεταξύ των οποίων και την άσκηση της ένδικης αγωγής ως εκπροσώπου και για λογαριασμό του τελευταίου.
Ενόψει αυτών... η ισχύς της ως άνω υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 28/16-7-2013 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κολωνίας ανατρέχει στο χρόνο έγερσης της ένδικης αγωγής και συνεπώς η άσκηση αυτής από την ενάγουσα ως εκπροσώπου του Δ. Π. είναι νόμιμη και παραδεκτή, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του εναγομένου...".
Περαιτέρω με την ως άνω προσβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά και τα ακόλουθα: «..Στις 18.8.2006 ο Δ. Π., ευρισκόμενος στην Ελλάδα για διακοπές με την οικογένειά του, ήτοι τη σύζυγό του E. P. και τα δύο ανήλικα τέκνα τους Σ.-Έ. Π. και Α. Π., μετέβη στο κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, στην Ηγουμενίτσα και άνοιξε τους παρακάτω τρεις κοινούς λογαριασμούς, ήτοι α) τον υπ' αριθμ. 53312179 κοινό λογαριασμό, στο όνομα του ιδίου, της συζύγου του E. P. και των δύο τέκνων του Σ.-Έ.
Π. και Α. Π., με ποσό κατάθεσης 141.184,40 ευρώ, β) τον υπ' αριθμ. 53312187 κοινό λογαριασμό, στο όνομα του ιδίου και των ως άνω δύο τέκνων του, με ποσό κατάθεσης 112.626,01 ευρώ και γ) τον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό, στο όνομα του ίδιου, του εναγομένου πατέρα του Σ. Π. και της μητέρας του ````````````````, με ποσό κατάθεσης 157.831,84 ευρώ.
Με το υπ' αριθμ. .../25-8-2006 πληρεξούσιο, της συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Αλίκης Μάνου, ο Δ. Π. έδωσε στον εναγόμενο πατέρα του ¨το δικαίωμα, την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να τον αντιπροσωπεύει σε κάθε συναλλαγή με υποκατάστημα Τράπεζας που έχει την έδρα της στην Ελλάδα. Για το σκοπό αυτό να αναλαμβάνει χρήματα από καταθέσεις του εντολέα στις τράπεζες, να κάνει εισπράξεις από χρηματόγραφα, τοκομερίδια και μερισματοαποδείξεις...
Να υπογράφει συμβάσεις για δάνεια κάθε μορφής... Να δίνει τη συναίνεσή του για την παροχή άδειας προσημείωσης... Επίσης ειδικότερα να τον εκπροσωπεί στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος σε οποιοδήποτε υποκατάστημα, να λαμβάνει χρήματα και να προβαίνει σε μερικές και ολικές αναλήψεις χρημάτων, να προβαίνει σε διαπραγμάτευση επιτοκίου και να προβαίνει σε όλες τις τραπεζικές εργασίες...¨.
Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τα χρηματικά ποσά των ως άνω λογαριασμών ανήκουν αποκλειστικά στον ίδιο και τη σύζυγό του και προέρχονταν από την εργασία τους στη Γερμανία. Ότι προηγουμένως τα ως άνω χρηματικά ποσά ήταν κατατεθειμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα του ίδιου, της συζύγου του και του υιού τους Δ.
Π.. Ότι ο τελευταίος, στις 18-8-2006, με τα χρήματα αυτά άνοιξε τους επίμαχους λογαριασμούς, στους δύο πρώτους από τους οποίους δεν όρισε ως συνδικαιούχους τον εναγόμενο και τη σύζυγό του, αλλά όρισε ως συνδικαιούχους, πλην του ιδίου, στον πρώτο λογαριασμό τη σύζυγό του και τα τέκνα του και στο δεύτερο τα τέκνα του.
Ότι κατόπιν διαμαρτυριών του εναγομένου, επειδή χωρίς της συναίνεσή του, αφαίρεσε τα ονόματα του ιδίου και της συζύγου του από τους δύο πρώτους λογαριασμούς ο Δ. Π. του χορήγησε το επίμαχο πληρεξούσιο, προκειμένου να διαχειρίζεται εν λευκώ τους εν λόγω λογαριασμούς. Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι βάσιμος, σύμφωνα με όσα θα εκτεθούν παρακάτω.
Όπως προεκτέθηκε, στις 27-9-2006, ο Δ. Π., ενώ βρισκόταν στην Κολωνία, υπέστη οξεία υποξική εγκεφαλική βλάβη αορτικού διαχωρισμού της καρδίας, περιέπεσε σε κώμα και έκτοτε έχει απωλέσει την επαφή του με το περιβάλλον. Η ενάγουσα ενημέρωσε αμέσως μετά το συμβάν τον εναγόμενο-πατέρα και τη μητέρα του Δ. Π., οι οποίοι διέμεναν στην … του Δήμου Ηγουμενίτσας.
Ο εναγόμενος αμέσως μετέβη στην Κολωνία και έμεινε στην οικογενειακή οικία των εναγόντων, για διάστημα τριών μηνών περίπου, κατά το οποίο επισκεπτόταν τον υιό του στο νοσοκομείο και ενημερωνόταν για την πορεία της υγείας του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Δ. Π., το έτος 1981, μετέβη στη Γερμανία για πανεπιστημιακές σπουδές.
Αρχικά σπούδασε φυσική και αστρονομία και στη συνέχεια ιατρική και έλαβε το πτυχίο του ιατρού το έτος 1992. Στη συνέχεια, εργάσθηκε ως νοσοκομειακός ιατρός σε ιδιωτική κλινική στη Γερμανία και το έτος 2001 ίδρυσε ιδιωτικό ιατρείο στην Κολωνία. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του εργαζόταν ως σερβιτόρος. Με την ενάγουσα E. P. γνωρίστηκε το έτος 1986, συνήψαν ερωτικό δεσμό και από το έτος 1987 συζούσαν στην πατρική οικία της τελευταίας.
Το έτος 1999 τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο πολιτικό γάμο, από τον οποίο γεννήθηκαν τα έτη 2000 και 2003, αντίστοιχα, τα τέκνα τους Σ.-Έ. Π. και Α. Π.. Η ενάγουσα E. P., από το έτος 1982 εργαζόταν ως υπάλληλος σε τραπεζική εταιρία της Κολωνίας, έως το έτος 2000, οπότε έλαβε άδεια μητρότητας και στη συνέχεια το έτος 2006 συνταξιοδοτήθηκε και έκτοτε λαμβάνει σύνταξη.
Οι ακαθάριστες αποδοχές του Δ. Π., από την εργασία του ως νοσοκομειακός ιατρός, κατά τα έτη 1993, 1995, 1996, 1997, 1998, ανέρχονταν, κατά μέσο όρο το μήνα, σε 2.057,46, 6.337,5, 6.006,39, 6.150 και 6.250 γερμανικά μάρκα αντίστοιχα. Επίσης, το ετήσιο εισόδημά του από τη λειτουργία του ιδιωτικού του ιατρείου κατά τα έτη 2002, 2003, 2004, 2005 και 2006 ανέρχονταν σε 103.998, 96.271, 88.875, 53.683 και 52.985 ευρώ, αντίστοιχα.
Ο Δ. Π. και η ενάγουσα, από το έτος 1989 και μετέπειτα εισήγαγαν στην Ελλάδα μέρος των χρημάτων, που αποκόμιζαν από τις προαναφερόμενες εργασίες τους στη Γερμανία και το κατέθεταν σε ελληνικές τράπεζες, λόγω αφενός των υψηλοτέρων αποδόσεων των καταθέσεων στην Ελλάδα, την εποχή εκείνη και αφετέρου διότι σκόπευαν στο μέλλον να εγκατασταθούν μόνιμα στην Ελλάδα, να ανεγείρουν οικία και να ανοίξει ο Δ.
Π. ιατρείο στην Ηγουμενίτσα. Κατά τα έτη 1989 έως και 1994 ο Δ. Π. διατηρούσε, από κοινού με τη σύζυγό του, τέσσερις λογαριασμούς στην Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος σε μάρκα Γερμανίας. Επίσης, ο Δ. Π. με τον εναγόμενο-πατέρα του και τη μητέρα του ήσαν συνδικαιούχοι μεριδίων δύο αμοιβαίων κεφαλαίων, τα οποία ο εναγόμενος εξαγόρασε στις 11-5-2007 και έλαβε το συνολικό ποσό των 508.088,48 ευρώ, από το οποίο ποσό 169.363 ευρώ, διεκδικεί η ενάγουσα για λογαριασμό του Δ.
Π., με την άσκηση της υπ' αριθμ. κατ. 44/2012 αγωγής της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, κατά του εναγομένου και της συζύγου του. Επίσης, ο Δ. Π., από κοινού με τον εναγόμενο πατέρα του και τη μητέρα του, διατηρούσαν τους υπ' αριθμ. 34791785891, 347/7481764 και 34774817646 κοινούς λογαριασμούς στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, οι οποίοι στις 5-2-1999, 17-1-1994 και 8-9-1999 είχαν υπόλοιπο αντίστοιχα 2.006,26 γερμανικά μάρκα, 53.561 δραχμές και 464.515 δραχμές.
Ο εναγόμενος, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1970 έως το 1996, διέμενε στο ... της Γερμανίας, όπου εργαζόταν ως ανειδίκευτος εργάτης. Το έτος 1980 μετανάστευσε στη Γερμανία και η σύζυγός του Λ. Π., η οποία εργαζόταν ως βοηθός μάγειρα και καθαρίστρια. Το έτος 1996 ο εναγόμενος συνταξιοδοτήθηκε και επέστρεψε μαζί με τη σύζυγό του στην Ελλάδα, λαμβάνοντας από το Γερμανικό Δημόσιο μηνιαία σύνταξη, ο εναγόμενος 600 ευρώ περίπου και η σύζυγός του 61,35 ευρώ (120 γερμανικά μάρκα).
Με τα ανωτέρω δεδομένα ο εναγόμενος και η σύζυγός του δεν είχαν τη δυνατότητα αποταμίευσης μεγάλων χρηματικών ποσών. Ο Δ. Π., λόγω της μόνιμης διαμονής του στη Γερμανία και της συνακόλουθης αδυναμίας του για αυτοπρόσωπη διαχείριση των κατατεθειμένων στις ελληνικές τράπεζες χρημάτων του ιδίου και της συζύγου του, είχε αναθέσει στον εναγόμενο πατέρα του και ο τελευταίος είχε αναλάβει, τη διαχείριση, σύμφωνα με τις οδηγίες και τις υποδείξεις του, των εν λόγω χρηματικών καταθέσεών του, με σκοπό την επωφελέστερη επένδυση των χρημάτων, είτε σε τραπεζικές καταθέσεις, είτε σε αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων, είτε σε κατοικία αυτού στην Ελλάδα.
Στα πλαίσια αυτά είχε χορηγήσει στον εναγόμενο το ανωτέρω υπ' αριθμ. .../25-8-2006 πληρεξούσιο έγγραφο. Τα χρηματικά ποσά, που ήταν κατατεθειμένα στους επίμαχους υπ' αριθμ. ... λογαριασμούς ανήκαν κατ' ισομοιρία στον Δ. Π. και την ενάγουσα σύζυγό του και προέρχονταν από τα εισοδήματα του Δ. Π., από την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος και τα εισοδήματα της ενάγουσας, από μισθούς καθώς και από τις αποδόσεις των κοινών τραπεζικών καταθέσεων, που διατηρούσαν αυτοί.
Το χρηματικό ποσό, που ήταν κατατεθειμένο στον επίμαχο υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, ανήκε εξ ολοκλήρου στον Δ. Π. και προέρχονταν από τα εισοδήματά του από την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος και τις τραπεζικές καταθέσεις που διατηρούσε αυτός. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι το χρηματικό ποσό, που ήταν κατατεθειμένο στον ως άνω υπ' αριθμ. ...
λογαριασμό ανήκε κατά το ήμισυ στην ίδια δεν είναι βάσιμος, διότι, αν πράγματι της ανήκε κατά το ήμισυ, θα είχε ορισθεί η ίδια ή τα ανήλικα τέκνα τους συνδικαιούχοι του λογαριασμού αυτού, πράγμα που δεν συνέβη. Ο εναγόμενος, σύμφωνα με τα ρητώς συμφωνηθέντα, μεταξύ αυτού και του Δ. Π., δεν είχε δικαίωμα να προβαίνει σε πράξεις διακίνησης των κατατεθειμένων στην Εμπορική Τράπεζα χρημάτων, χωρίς την ειδική προς τούτο εντολή του Δ.
Π. και συγκεκριμένα δεν είχε δικαίωμα, χωρίς την ειδική προς τούτο εντολή του Δ. Π. να κλείνει τους ως άνω λογαριασμούς, να αναλαμβάνει τα χρήματα των λογαριασμών, να ανοίγει νέους λογαριασμούς στο όνομα του ίδιου και τρίτων προσώπων και να διαγράφει ονόματα συνδικαιούχων των λογαριασμών. Στις 20.8.2007, ο εναγόμενος, κατά παράβαση των ως άνω συμφωνηθέντων, μεταξύ αυτού και του Δ.
Π. και κατά κατάχρηση της πληρεξουσιότητας προς αυτόν του Δ. Π. και ενώ γνώριζε ότι ο τελευταίος από τις 27-9-2006 βρισκόταν σε κώμα και ως εκ τούτου δεν ήταν σε θέση να προβαίνει σε δηλώσεις βουλήσεως καθώς και ότι τα κατατεθέντα στους επίμαχους λογαριασμούς χρήματα δεν ανήκαν σε αυτόν, ούτε στη σύζυγό του, προέβη στις παρακάτω ενέργειες.
Μετέβη στο κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος στην Ηγουμενίτσα και επιδεικνύοντας στον αρμόδιο υπάλληλο το ως άνω πληρεξούσιο έγγραφο, καθώς και τα βιβλιάρια καταθέσεων, που είχε στην κατοχή του, έκλεισε τους επίμαχους υπ' αριθμ. 53312179, 53312187 και ... λογαριασμούς και άνοιξε νέους λογαριασμούς.
Συγκεκριμένα, έκλεισε α) τον υπ' αριθμ. 53312179 κοινό λογαριασμό, το ποσό του οποίου με τους πιστωθέντες τόκους ανερχόταν σε 146.093,80 ευρώ, και αφού αφαίρεσε το ποσό των 5.000, το οποίο απέδωσε στην ενάγουσα, για λογαριασμό του Δ. Π., άνοιξε με το υπόλοιπο ποσό των 141.093,80 ευρώ τον υπ' αριθμ. 53746624 νέο λογαριασμό, στο όνομα του ίδιου, ως πρώτου συνδικαιούχου, αφαιρώντας το όνομα του Δ.
Π., στο όνομα της ενάγουσας και στο όνομα των ανηλίκων Σ.-Έ. Π. και Α. Π. και β) τον υπ' αριθμ. 53312187 κοινό λογαριασμό, το ποσό του οποίου με τους πιστωθέντες τόκους ανερχόταν σε 116.852,77 και άνοιξε στην ως άνω Εμπορική Τράπεζα τον υπ' αριθμ. 53746616 νέο λογαριασμό, στο όνομα του ίδιου, ως πρώτου συνδικαιούχου, αφαιρώντας το όνομα του Δ.
Π. και στο όνομα των ανηλίκων Σ.-Έ. Π. και Α. Π.. Επίσης, κατά την ίδια χρονολογία, 20-8-2007, έκλεισε τον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό, το ποσό του οποίου με τους πιστωθέντες τόκους ανερχόταν σε 163.320,08 ευρώ, το οποίο και ανέλαβε. Στις 20-8-2008 ο εναγόμενος έκλεισε α) τον ως άνω υπ' αριθμ. 53746624 λογαριασμό και ανέλαβε το ποσό αυτού, που ανερχόταν σε 146.954,96 ευρώ και β) τον υπ' αριθμ. 53746616 λογαριασμό και ανέλαβε το ποσό αυτού, που ανερχόταν σε 121.706,87 ευρώ.
Με τα ως άνω ποσά των 146.954,96 και 121.706,87 ευρώ άνοιξε στις 20.8.2008 στην ως άνω Τράπεζα δύο νέους λογαριασμούς τον υπ' αριθμ.54308451 κοινό λογαριασμό, στο όνομα του ίδιου (εναγομένου), ως πρώτου συνδικαιούχου, στο όνομα της συζύγου του Λ. Π. και στο όνομα του ανηλίκου Σ.- Έ. Π., με ποσό κατάθεσης 134.330,93 ευρώ και τον υπ' αριθμ. ...
κοινό λογαριασμό, στο όνομα του ίδιου (εναγομένου), ως πρώτου συνδικαιούχου, στο όνομα της συζύγου του Λ. Π. και στο όνομα του ανηλίκου Α. Π., με ποσό κατάθεσης 134.330,90 ευρώ. Ο εναγόμενος αρνείται να αποδώσει στην ενάγουσα ατομικά το ήμισυ των ποσών, που ήταν κατατεθειμένα στους υπ' αριθμ. ... λογαριασμούς, και που ανέρχονταν με τους πιστωθέντες τόκους σε 73.477,48 και 60.853,43 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά στο ποσό των 134.330,91 ευρώ και στον Δ.
Π., εκπροσωπούμενο από την ενάγουσα, τα υπόλοιπα ποσά των ως άνω λογαριασμών, καθώς και το ποσό του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού, ήτοι το συνολικό ποσό των 297.650,99 ευρώ (73.477,48 + 60.853,43 + 163.320,08), αν και κλήθηκε επανειλημμένως προς τούτο από την ενάγουσα ατομικά και ως εκπρόσωπο του Δ. Π.. Η προπεριγραφείσα συμπεριφορά του εναγομένου, σε σχέση με τους υπ' αριθμ. ...
λογαριασμούς, συνιστά Αδικοπραξία και δη υφαίρεση, καθόσον αυτός, ενώ δεν ήταν συνδικαιούχος των λογαριασμών, αλλά εντολοδόχος, κατά παράβαση της ως άνω εντολής και γνωρίζοντας τη δικαιοπρακτική ανικανότητα του Δ. Π. και τις αντιρρήσεις της ενάγουσας, προέβη σε ανάληψη των χρηματικών ποσών των λογαριασμών αυτών, τα οποία εν συνεχεία κατέθεσε σε άλλους λογαριασμούς, στους οποίους δεν ήσαν συνδικαιούχοι η ενάγουσα και ο Δ.
Π., στους οποίους ανήκαν τα χρηματικά ποσά των λογαριασμών, εκδηλώνοντας έτσι βούληση παράνομης ιδιοποιήσεώς τους. Από την ως άνω παράνομη και υπαίτια (από δόλο) συμπεριφορά του εναγομένου υπέστη η μεν ενάγουσα ατομικά ζημία ισόποση με το ήμισυ των ποσών, που ήταν κατατεθειμένα στους υπ' αριθμ. ... λογαριασμούς, ήτοι κατά το συνολικό ποσό των 134.330,91 ευρώ και ο Δ.
Π., ζημία ισόποση με τα υπόλοιπα ποσά των εν λόγω λογαριασμών και το ποσό του υπ' αριθμ. 53312187 λογαριασμού, ήτοι κατά το συνολικό ποσό των 297.650,99 ευρώ. Επομένως, ο εναγόμενος υποχρεούται, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 επ. ΑΚ... να καταβάλει, ως αποζημίωση, στην ενάγουσα ατομικά το ποσό των 134.330,91 ευρώ και ως εκπρόσωπο και για λογαριασμό του Δ.
Π. το αιτούμενο με την αγωγή για την αιτία αυτή ποσό των 134.330,91 ευρώ. Όσον αφορά τον ως άνω υπ' αριθμ. ... τρίτο λογαριασμό, ο εναγόμενος με την προπεριγραφόμενη συμπεριφορά του, κλείνοντας δηλαδή το λογαριασμό και αναλαμβάνοντας το ποσό αυτού, ύψους 163.320,08 ευρώ, κατά παράβαση της προαναφερθείσας συμφωνίας του με τον Δ.
Π. να μην προβαίνει σε κινήσεις του εν λόγω λογαριασμού και πολύ περισσότερο σε αναλήψεις από αυτόν, χωρίς προηγούμενη εντολή του τελευταίου, στον οποίο αποκλειστικά ανήκε το κατατεθειμένο στον εν λόγω λογαριασμό ποσό, προξένησε στον Δ. Π. ισόποση με το αναληφθέν ποσό ζημία. Επομένως, ο εναγόμενος υποχρεούται, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 713, 714, 297, 298, 330 ΑΚ, να καταβάλει ως αποζημίωση στην ενάγουσα, ως εκπρόσωπο και για λογαριασμό του Δ.
Π., το αιτούμενο με την αγωγή για την ως άνω αιτία ποσό των 81.660,04 ευρώ (163.320,08 :2). Η ενάγουσα ατομικά και ως εκπρόσωπος του Δ. Π. και των ανηλίκων τέκνων της, με την από 15-12-2008 εξώδικη διαμαρτυρία με πρόσκληση και δήλωση, που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 22-12-2008... κάλεσε τον εναγόμενο, μέχρι τις 15.1.2009, να της καταβάλει, με τις ως άνω ιδιότητές της, ως αποζημίωση για τις ίδιες με τις αναφερόμενες στην ένδικη αγωγή αιτίες τα αιτούμενα με αυτήν χρηματικά ποσά.
Επομένως, ο εναγόμενος περιήλθε σε υπερημερία με την πάροδο της ως άνω προθεσμίας. Περαιτέρω, η ενάγουσα, εξ αιτίας της προεκτεθείσας συμπεριφοράς του εναγομένου σε βάρος της, που συνιστά και το προαναφερθέν ποινικό αδίκημα της υφαίρεσης, ταλαιπωρήθηκε ψυχικά, αισθάνθηκε αναστάτωση, απογοήτευση και άγχος.
Επομένως, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται να αξιώσει Χρηματική ικανοποίηση. Λαμβανομένων υπόψη, λοιπόν, των συνθηκών και των ιδιαιτέρων περιστάσεων της ένδικης Αδικοπραξίας, του είδους και της έκτασης της άνω προσβολής που δέχτηκε, της ταλαιπωρίας που υπέστη, του βαθμού του πταίσματος του εναγομένου, και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης του τελευταίου και της ενάγουσας, πρέπει να της επιδικαστεί ως Χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, το ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο μετά την στάθμιση των πιο πάνω στοιχείων, κρίνεται εύλογο.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσον αφορά την απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης, κατά το μέρος που ασκούνταν από την ενάγουσα ατομικά, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το βάσιμο περί αυτού λόγο της έφεσης. Κατά συνέπεια, πρέπει η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι, κατά το μέρος που ασκούνται από την ενάγουσα ατομικά, να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι, να εξαφανισθεί κατά τούτο η εκκαλούμενη απόφαση και να κρατηθεί η υπόθεση και να εξετασθεί κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά το μέρος που ασκήθηκε από την ενάγουσα ατομικά και ως εκπρόσωπος του Δ. Π., να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα, ατομικά το ποσό των 134.330,91 ευρώ και ως εκπρόσωπο και για λογαριασμό του Δ. Π. το ποσό των 215.990,95 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 16-1-2009 και έως την εξόφληση και να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα, ατομικά το ποσό των 5.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και έως την εξόφληση...".
Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, κατά το μέρος που ασκούνταν από την εκκαλούσα-ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ατομικά και ως δικαστική συμπαραστάτρια του ανικάνου Δ. Π., εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 68/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, κατά τα κεφάλαια και τις διατάξεις της που αφορούν την υπ' αριθμ. 65/2009 ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που ασκήθηκε από την ενάγουσα ατομικά και ως εκπροσώπου του Δ.
Π., και ως προς τα οποία η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη μεν, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, καθό μέρος είχε ασκηθεί από αυτήν (ενάγουσα) για λογαριασμό του Δ. Π., ως κατ' ουσίαν αβάσιμη δε κατά το μέρος που ασκήθηκε από την ίδια προσωπικά, κρατώντας δε στη συνέχεια την υπόθεση κατά το άνω μέρος της και επαναδικάζοντας αυτή στην ουσία της, έκανε δεκτή εν μέρει, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ως άνω αγωγή, κατά το μέρος που ασκήθηκε από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ατομικά και ως εκπροσώπου του Δ.
Π., και, αφενός, υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει ως αποζημίωση στην ίδια, ατομικά, το ποσό των 134.330,91 ευρώ, και, ως εκπρόσωπο και για λογαριασμό του Δ. Π., το ποσό των 215.990,95 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 16.01.2009, οπότε ο εν λόγω αντίδικός της περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας, αφετέρου αναγνώρισε δικαστικώς την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να της καταβάλει επιπλέον, ατομικά, ως Χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, και το ποσό των 5.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.
Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τους αναφερθέντες στην αρχή της παρούσας ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 128,340,719,914,932 ΑΚ,372-375 ΠΚ,64,68 ΚΠολΔ και 1 Ν.5638/1932,που ήταν εφαρμοστέοι, καθόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, και τούτο διότι δέχθηκε: α) ότι η άσκηση από την αναιρεσίβλητη, ως εκπροσώπου του Δ.
Π., της ένδικης αγωγής, ήταν νόμιμη και παραδεκτή, εφόσον με βάση την με αριθμ. 62XVII P 285/6-7-2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, που είχε αναγνωρισθεί ότι ισχύει και αποτελεί δεδικασμένο στην Ελλάδα, δυνάμει της υπ' αριθμ. 42/2016 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας, που έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη και με την υπ' αριθμ. 1395/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίθηκε ότι το διορισθέν Εποπτικό Συμβούλιο, με τις από 27-11-2013 και 20-6-2016 αποφάσεις του, ενέκρινε όλες τις εξώδικες και δικαστικές ενέργειες, στις οποίες προέβη η αναιρεσίβλητη, ως δικαστική συμπαραστάτρια του ανικάνου Δ.
Π., μεταξύ των οποίων και η άσκηση της ένδικης αγωγής ως εκπροσώπου και για λογαριασμό του τελευταίου, β) ότι τα χρηματικά ποσά, που ήταν κατατεθειμένα στους επίμαχους υπ' αριθμ. ... λογαριασμούς ανήκαν κατ' ισομοιρία στον Δ. Π. και την αναιρεσίβλητη σύζυγό του και προέρχονταν από τα εισοδήματα του Δ. Π., από την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος και τα εισοδήματα της συζύγου του, από μισθούς καθώς και από τις αποδόσεις των κοινών τραπεζικών καταθέσεων, που διατηρούσαν αυτοί, το δε χρηματικό ποσό, που ήταν κατατεθειμένο στον υπ' αριθμ....
κοινό λογαριασμό του Δ. Π., του αναιρεσείοντος πατέρα του και της μητέρας του, ανήκε εξ ολοκλήρου στον Δ. Π. και προέρχονταν από τα εισοδήματά του από την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος και τις τραπεζικές καταθέσεις του, ότι ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τα ρητώς συμφωνηθέντα, μεταξύ αυτού και του Δ. Π., δεν είχε δικαίωμα να προβαίνει σε πράξεις διακίνησης των κατατεθειμένων στην Εμπορική Τράπεζα χρημάτων, χωρίς την ειδική προς τούτο εντολή του Δ.
Π. και συγκεκριμένα δεν είχε δικαίωμα, χωρίς την ειδική προς τούτο εντολή του Δ. Π. να κλείνει τους ως άνω λογαριασμούς, να αναλαμβάνει τα χρήματα των λογαριασμών, να ανοίγει νέους λογαριασμούς στο όνομα του ίδιου και τρίτων προσώπων και να διαγράφει ονόματα συνδικαιούχων των λογαριασμών, και ότι στις 20.8.2007, ο εναγόμενος, κατά παράβαση των ως άνω συμφωνηθέντων, μεταξύ αυτού και του Δ.
Π. και κατά κατάχρηση της πληρεξουσιότητας προς αυτόν του Δ. Π. και ενώ γνώριζε ότι ο τελευταίος από τις 27.9.2006 βρισκόταν σε κώμα και ως εκ τούτου δεν ήταν σε θέση να προβαίνει σε δηλώσεις βουλήσεως καθώς και ότι τα κατατεθέντα στους επίμαχους λογαριασμούς χρήματα δεν ανήκαν σε αυτόν, ούτε στη σύζυγό του, προέβη σε ανάληψη των χρηματικών ποσών των λογαριασμών αυτών, τα οποία εν συνεχεία κατέθεσε σε άλλους λογαριασμούς, στους οποίους δεν ήσαν συνδικαιούχοι η αναιρεσίβλητη και ο σύζυγός της Δ.
Π., στους οποίους ανήκαν τα χρηματικά ποσά των λογαριασμών, εκδηλώνοντας έτσι βούληση παράνομης ιδιοποιήσεώς τους, διαπράττοντας, σε σχέση με τους υπ' αριθμ.... λογαριασμούς, Αδικοπραξία και δη το αδίκημα της υφαίρεσης, ενώ σε σχέση με τον υπ' αριθμ. ... τρίτο λογαριασμό, τον οποίο έκλεισε και ανέλαβε το ποσό αυτού αρνούμενος να του το αποδώσει, χωρίς προηγούμενη εντολή του Δ.
Π. και κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας, επέδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά, προξενώντας στον τελευταίο ισόποση με το αναληφθέν ποσό ζημία, γ) ότι από την ως άνω παράνομη και υπαίτια (από δόλο) συμπεριφορά του εναγομένου υπέστη η μεν αναιρεσίβλητη, ατομικά, ζημία ισόποση με το ήμισυ των ποσών, που ήταν κατατεθειμένα στους επίδικους υπ' αριθμ. ...
λογαριασμούς, ήτοι κατά το συνολικό ποσό των 134.330,91 ευρώ και ο Δ. Π., ζημία ισόποση με τα υπόλοιπα ποσά των εν λόγω λογαριασμών και το ήμισυ ποσό του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού, ήτοι κατά το συνολικό ποσό των 215.990,95 ευρώ, και, επομένως ο αναιρεσείων υποχρεούτο να καταβάλει, ως αποζημίωση, στην αναιρεσίβλητη ατομικά και ως εκπρόσωπο και για λογαριασμό του Δ.
Π. τα ως άνω ποσά των 134.330,91 ευρώ και 215.990,95 ευρώ, αντίστοιχα, δ) ότι, εφόσον η αναιρεσίβλητη ατομικά και ως εκπρόσωπος του Δ. Π., με την από 15.12.2008 εξώδικη διαμαρτυρία της με πρόσκληση και δήλωση, που υπήρξε καθόλα έγκυρη και επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσείοντα, κάλεσε τον τελευταίο, μέχρι τις 15.1.2009, να της καταβάλει, με τις ως άνω ιδιότητές της, τα ως άνω χρηματικά ποσά της αποζημίωσης, και ο τελευταίος δεν ανταποκρίθηκε, περιήλθε αυτός σε υπερημερία μετά την πάροδο άπρακτης της ως άνω προθεσμίας και όφειλε την καταβολή των ως άνω ποσών, νομιμότοκα από την επομένη της λήξης της, ήτοι από τις 16.1.2009 και, ε) ότι η αναιρεσίβλητη, εξαιτίας της προεκτεθείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος σε βάρος της, υπέστη και ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας εδικαιούτο να αξιώσει εύλογη Χρηματική ικανοποίηση, ποσού 5.000 ευρώ, οφειλομένη με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.
Συνεπώς, οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συναφείς πρώτος, δεύτερος λόγοι αναίρεσης και ο συμπληρώνων αυτούς μοναδικός πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με την εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους προεκτεθέντες στην αρχή εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, είναι αβάσιμοι.
Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι ως άνω λόγοι, καθό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 1120/2007), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λ.π., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009). Περαιτέρω τα αποδεικτικά μέσα (άρθρο 339 ΚΠολΔ) αποδεικνύουν ισχυρισμούς, πλην όμως τα ίδια δεν είναι ισχυρισμοί, ήτοι πράγματα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 66/2018).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996,ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009).Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τους τρίτο και έκτο (εκ παραδρομής αριθμείται ως 5ος) λόγους αναίρεσης αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από τον εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του:
α) με τους οποίους αρνήθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης στην ένδικη αγωγή της, ότι τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά στους επίδικους τραπεζικούς λογαριασμούς ανήκαν στην ίδια και στον συμπαραστατούμενο σύζυγό της Δ. Π., β) περί αξιολόγησης της κατάθεσης του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρός του ανταπόδειξης Π.
Σ., γ) περί αξιολόγησης του από 31-12-2011 εγγράφου της Εθνικής Τράπεζας/καταστήματος Ηγουμενίτσας και της ανάλυσης τριών τραπεζικών λογαριασμών Ε.Τ.Ε., ήτοι των με αριθμ. ... δ) περί εκτίμησης των εισοδημάτων των διαδίκων και της προέλευσης των χρημάτων των επίδικων τραπεζικών λογαριασμών, ε) περί αξιολόγησης του συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου με αριθμ. .../23-8-2006, που του ενεχείρισε ο συμπαραστατούμενος γιός του και σύζυγος της αναιρεσίβλητης, Δ.
Π., και ότι με αυτό τον κατέστησε γενικό και ανεξέλεγκτο διαχειριστή όλων των χρηματικών ποσών που κατέθεσε ο ίδιος στην Εμπορική Τράπεζα, επειδή θέλησε να αντισταθμίσει τις δικές του αντιδράσεις, που προέβαλε την ίδια ημέρα στον ίδιο, από το γεγονός ότι τα χρήματα που ανέλαβε από την Εθνική Τράπεζα δεν τα κατέθεσε στο όνομα εκείνου (αναιρεσείοντος) της συζύγου του και του ιδίου, όπως ήταν στην Εθνική, αλλά προσέθεσε με δική του πρωτοβουλία την σύζυγό του (αναιρεσίβλητη), μη περιλαμβάνοντας τους γονείς του στους συνδικαιούχους "προβλέποντας τότε τι θα γινόταν αν συνέβαινε κάτι σε αυτόν, όπως και έγινε!" και στ) περί του εκ της υπ' αριθμ.579/2016 απόφασης του Τριμ.
Πλημ. Ηγουμενίτσας (την οποία, σημειωτέον, ούτε επικαλέστηκε, αλλ' ούτε και προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο), συναγόμενου δικαστικού τεκμηρίου, με την οποία η αναιρεσίβλητη καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 1 έτους, για την τέλεση του αδικήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, συνιστώμενης στον ισχυρισμό της ότι από τα επίδικα χρήματα αυτός (αναιρεσείων) δεν εδικαιούτο κανένα ποσό και ήταν όλα δικά της και του συμπαραστατούμενου συζύγου της.
Οι λόγοι, όμως, αυτοί αναίρεσης, με βάση τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις είναι απαράδεκτοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι, καθόσον οι επικαλούμενοι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα», κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα από τους προεκτεθέντες ισχυρισμούς οι υπό στοιχ. β', γ', ε', που περιλαμβάνονται στον τρίτο λόγο αναίρεσης και ο υπό στοιχ.
στ', που περιλαμβάνεται στον έκτο λόγο (και εκ παραδρομής αριθμούμενο ως 5ο λόγο) απαραδέκτως προβάλλονται, επειδή, δεν αφορούν "πράγματα», τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικά μέσα, που αποδεικνύουν μεν ισχυρισμούς, πλην όμως τα ίδια δεν είναι ισχυρισμοί, αναφέρονται δε, κατά τα λοιπά, σε ισχυρισμούς του, που αποτελούν επιχειρήματα και συμπεράσματά του, τα οποία συνάγει από την εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου αυτών.
Επίσης, και οι υπό στοιχ. α' και δ' ισχυρισμοί, που περιλαμβάνονται στον τρίτο λόγο αναίρεσης είναι, επίσης, απαράδεκτοι, και δεν ιδρύονται εκ του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον και αυτοί δεν αποτελούν "πράγματα», δοθέντος ότι οι αναφερόμενοι υπό στοιχ. α' αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση αυτής, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής γεγονότων, οι δε αναφερόμενοι υπό στοιχ.
δ' ισχυρισμοί αντικρούουν συμπεράσματα του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη όλους τους επικαλούμενους, με τα αντίστοιχα τμήματα υπό στοιχ.δ' και ε' του τρίτου λόγου αναίρεσης, ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε, κατ' ουσίαν, δοθέντος ότι, όπως προέκυψε από το επισκοπηθέν παραδεκτά και προεκτεθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, η απόφαση αυτή περιέχει παραδοχές αντίθετες με τους ανωτέρω ισχυρισμούς.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι, αφενός μεν, ο αναιρεσείων και η σύζυγός του δεν είχαν τη δυνατότητα αποταμίευσης μεγάλων χρηματικών ποσών, αφετέρου δε, τα χρηματικά ποσά που ήταν κατατεθειμένα στους επίμαχους υπ' αριθμ. ... λογαριασμούς ανήκαν κατ' ισομοιρία στον Δ. Π. και την αναιρεσίβλητη σύζυγό του και προέρχονταν από τα εισοδήματα του Δ.
Π., από την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος και τα εισοδήματα της αναιρεσίβλητης, από μισθούς καθώς και από τις αποδόσεις των κοινών τραπεζικών καταθέσεων, που διατηρούσαν αυτοί, ενώ το χρηματικό ποσό, που ήταν κατατεθειμένο στον επίμαχο υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, ανήκε εξ ολοκλήρου στον Δ. Π. και προέρχονταν από τα εισοδήματά του από την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος και τις τραπεζικές καταθέσεις που διατηρούσε αυτός.
Περαιτέρω δε ότι η χορήγηση του υπ' αριθμ. .../25-8-2006 πληρεξουσίου εγγράφου από τον Δ. Π. στον αναιρεσείοντα πατέρα του, έλαβε χώρα, επειδή αυτός, λόγω της μόνιμης διαμονής του στη Γερμανία και της συνακόλουθης αδυναμίας του για αυτοπρόσωπη διαχείριση των κατατεθειμένων στις ελληνικές τράπεζες χρημάτων του ιδίου και της συζύγου του, είχε αναθέσει στον αναιρεσείοντα και ο τελευταίος είχε αναλάβει τη διαχείριση, σύμφωνα, όμως, πάντα, με τις οδηγίες και τις υποδείξεις του υιού του, των επίδικων χρηματικών καταθέσεών του, με σκοπό την επωφελέστερη επένδυση των χρημάτων αυτών.
Και ότι σύμφωνα με τα ρητώς συμφωνηθέντα μεταξύ τους, ο αναιρεσείων δεν είχε δικαίωμα, χωρίς την ειδική προς τούτο εντολή του Δ. Π., να κλείνει τους ως άνω λογαριασμούς, να αναλαμβάνει τα χρήματα των λογαριασμών αυτών, να ανοίγει νέους λογαριασμούς στο όνομα του ίδιου και τρίτων προσώπων και να διαγράφει ονόματα συνδικαιούχων των λογαριασμών.
Και ότι, παρά ταύτα, στις 20-8-2007 ο αναιρεσείων, κατά παράβαση των ως άνω συμφωνηθέντων, μεταξύ αυτού και του Δ. Π. και κατά κατάχρηση της πληρεξουσιότητας προς αυτόν του Δ. Π. και ενώ γνώριζε ότι ό τελευταίος από τις 27-9-2006 βρισκόταν σε κώμα και ως εκ τούτου δεν ήταν σε θέση να προβαίνει σε δηλώσεις βουλήσεως καθώς και ότι τα κατατεθέντα στους επίμαχους λογαριασμούς χρήματα δεν ανήκαν σε αυτόν, ούτε στη σύζυγό του, προέβη στις προαναφερόμενες ειδικότερα στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ενέργειες, που συνιστούν Αδικοπραξία και δη υφαίρεση, ήτοι προέβη στην ανάληψη των χρηματικών ποσών των λογαριασμών υπ' αριθμ. ..., τα οποία εν συνεχεία κατέθεσε σε άλλους λογαριασμούς, στους οποίους δεν ήταν συνδικαιούχοι η αναιρεσίβλητη και ο σύζυγός της Δ.
Π., στους οποίους ανήκαν τα χρηματικά ποσά των εν λόγω λογαριασμών, εκδηλώνοντας έτσι βούληση παράνομης ιδιοποιήσεώς τους. Όσον αφορά δε τον ως άνω υπ' αριθμ. ... τρίτο λογαριασμό, ότι ο αναιρεσείων με την προπεριγραφείσα συμπεριφορά του, να κλείσει δηλαδή το λογαριασμό και να αναλάβει το ποσό αυτού, κατά παράβαση της προαναφερθείσας συμφωνίας του με τον Δ.
Π. να μην προβαίνει σε κινήσεις του εν λόγω λογαριασμού, ούτε σε αναλήψεις από αυτόν, χωρίς προηγούμενη εντολή του τελευταίου, στον οποίο αποκλειστικά ανήκε το κατατεθειμένο στον εν λόγω λογαριασμό ποσό, προξένησε στον Δ. Π. ισόποση με το αναληφθέν ποσό ζημία. Τέλος, τον υπό στοιχ. στ', που περιλαμβάνεται στον έκτο λόγο (και εκ παραδρομής αριθμούμενο ως 5ο λόγο) αναίρεσης, ισχυρισμό του, ο αναιρεσείων ουδέποτε προέβαλε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, και ως εκ τούτου και εξ αυτού του λόγου, ως προς αυτό το στοιχείο, ο έκτος λόγος αναίρεσης τυγχάνει απαράδεκτος.
Σε κάθε περίπτωση δε, με βάση και τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, καθό μέρος με τους παραπάνω λόγους, υπό την επίκληση των ανωτέρω παραβιάσεων, πλήττεται η ουσιαστική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), οι λόγοι αυτοί και εξ αυτής της αιτίας τυγχάνουν απαράδεκτοι.
Κατά τη διάταξη του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ως πράγματα νοούνται, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων και οπωσδήποτε οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί ή περιστατικά, εκτιθέμενα εκ περισσού ή επουσιώδη ή προκύπτοντα από τις αποδείξεις.
Συντρέχει δε ο ανωτέρω λόγος, επίσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη (ΑΠ 116/2018). Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007).
Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων καταλήγει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 911/2019, ΑΠ 356/2002). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα «...Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα προσκομιζόμενα με επίκληση ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις υπ' αριθμ. .../9-5-2016 και .../27-5-2016 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν, με επιμέλεια της ενάγουσας, ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στο Ντύσσελντορφ και του Ειρηνοδίκη Ηγουμενίτσας, αντίστοιχα, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου ...
και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι...". Επομένως ο πέμπτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διάταξης του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατέληξε, χωρίς απόδειξη, στο αποδεικτικό του πόρισμα, και μάλιστα χωρίς τη διεξαγωγή ειδικής λογιστικής και φοροτεχνικής πραγματογνωμοσύνης στην Γερμανία, όπου η φορολογική βάση της αναιρεσίβλητης και του συζύγου της Δ.
Π., στην οποία θα απεικονίζεται ολόκληρη η περιουσιακή κατάσταση αυτών στη Γερμανία, αλλά και τα καθαρά ανά έτος προς αποταμίευση διαθέσιμα εισοδήματα, ώστε να μπορεί κανένας με αξιοπιστία και ακρίβεια να αποφανθεί αν πράγματι αυτά αρκούσαν για τον σχηματισμό του επιδίκου θεματικού κεφαλαίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον ο σχετικός αναιρετικός λόγος ιδρύεται στην περίπτωση που το εφετείο δεν αναφέρει στην προσβαλλόμενη τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία έχει αντλήσει την απόδειξη, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω, ενώ η παράλειψη του δικαστηρίου να διατάξει απόδειξη ιδρύεται μόνο στις περιπτώσεις που το δικαστήριο έχει υποχρέωση από το νόμο να διατάξει αποδείξεις, την οποία όμως δεν έχει στις περιπτώσεις όπου τούτο ανάγεται από το νόμο στην κυριαρχική κρίση του, όπως λ.χ.
η πραγματογνωμοσύνη (ΑΠ 866/2006). Αν λοιπόν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα τα οποία απαιτούν, προκειμένου να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, όπως στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητά ή σιωπηρά, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1862/2007, ΑΠ 525/2007, ΑΠ 1071/2006).
Τέλος, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός προβάλλεται απαραδέκτως, διότι η άποψη του αναιρεσείοντος ότι η διαφορετική εκτίμηση των επικαλούμενων ως άνω αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο, προφανώς, διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1401/2010, ΑΠ 2236/2009, ΑΠ 1176/2008).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της ίδιας, ως άνω, διατάξεως (άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ), λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα εκτός αν εξαίρεται, αναφορικά με το πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, για ύπαρξη ή ανυπαρξία γεγονότος, αφού σε περίπτωση μη συνδρομής της εξαιρέσεως αυτής, δεν είναι δυνατή, εξαιτίας της συνεκτιμήσεώς του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, η διακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας που προσδόθηκε σ' αυτό, ενώ η από τη συνεκτίμησή του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα κρίση του δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη (ΟλΑΠ 2/2008,ΑΠ 791/2020,ΑΠ 312/2020, ΑΠ 1287/2019, ΑΠ 666/2019, ΑΠ 402/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στο Εφετείο ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο του με ημερομηνία 2.11.2007 εγγράφου του Γερμανικού Ασφαλιστικού φορέα της αναιρεσίβλητης για την ασφαλιστική της εξέλιξη από την 14.11.2006, με το να δεχθεί εσφαλμένα ότι από το έγγραφο αυτό αποδεικνύονταν τα εισοδήματά της, από τα οποία σχηματίστηκε εν μέρει και το κεφάλαιο των επίδικων τραπεζικών λογαριασμών, ενώ στο εν λόγω έγγραφο αποτυπώνονταν θεωρητικό τεκμαρτό εισόδημά της για τον υπολογισμό των εισφορών, δηλαδή με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από όσα διαλαμβάνονται στο παραπάνω έγγραφο.
Ο εν λόγω, όμως, προβαλλόμενος λόγος είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, και του περιεχομένου του επιδίκου ως άνω εγγράφου, το Εφετείο σωστά ανέγνωσε το επίμαχο αυτό έγγραφο και δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενό του, προκειμένου δε να συναγάγει το αποδεικτικό του πόρισμα ότι τόσον η ίδια η αναιρεσίβλητη, όσο και ο συμπαραστατούμενος από αυτήν σύζυγός της κατέθεσαν δικά τους χρήματα στους κοινούς τους λογαριασμούς, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στο εν λόγω έγγραφο, το οποίο έλαβε υπόψη, απλώς, προκειμένου να συναγάγει πραγματικό επιχείρημα για την οικονομική δυνατότητα αυτής (αναιρεσίβλητης), με βάση τα εισοδήματα της εργασίας της, ώστε να προβεί μαζί με τον σύζυγό της στις επίμαχες τραπεζικές καταθέσεις, αλλά συνεκτιμώντας το περιεχόμενό του, όπως πράγματι αυτό έχει, μαζί τα υπόλοιπα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ήχθη σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων.
Επομένως πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη, αναιρετικά.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος της, στο σύνολό τους, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ.176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 06.09.2017 αίτηση αναίρεσης και τον από 16.05.2018 πρόσθετο λόγο κατά της υπ' αριθμ. 40/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιουλίου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ