Legislator Case Law & Legislation
1049/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to procedural defects and lack of substantive grounds for review.

Case Number 1049/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible and dismissed the request for the introduction of the appellant's deposit. The appellant argued that the lower court erred in evaluating evidence regarding insurance premiums and rejected the annulment of a payment order, but the court found these arguments legally unfounded. Consequently, the court ruled that the appeal lacked valid grounds for review and ordered the appellant to bear the costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 226(4) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews the appellant's arguments de novo when a party is absent, but dismisses appeals based on errors in evidence evaluation or procedural defects in the lower court's decision to reject an annulment request.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure annulment appeal evidence evaluation procedural defect inadmissible appeal court costs payment order

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 226(4) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1049 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1049/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Γ. του Δ., κατοίκου … . Η πρώτη αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ ο δεύτερος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Χόρτη.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου, είναι νόμιμα εγκαταστημένη στην Ελλάδα, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2013 ανακοπή και τους από 10-3-2014 προσθέτους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων και την από 11-6-2013 εκούσια αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 245/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-3-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο δεύτερος αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του δευτέρου αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.

Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Περαιτέρω , κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ' και δ' του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 575 εδ.β' του ιδίου Κώδικος, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητος της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά την μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεως αυτού κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμένος ή μη νομίμως παραστάς κατά την μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά την αρχική δε αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, ήτοι μετά ή δια του έχοντος ρητή πληρεξουσιότητα δικηγόρου του, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη δικάσιμο αυτή, αφού η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της επισπεύσεως ή της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο δεν καλύφθηκε λόγω της μη νομίμου παραστάσεώς του κατ' αυτήν (ΑΠ 204/2014, Α.Π.314/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 06.03.2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 245/2016 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Από τα έγγραφα του φακέλου της υποθέσεως προκύπτει ότι τη συζήτηση αυτής επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες, κατά παραγγελία των οποίων ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής του Εφετείου Πειραιώς Χρήστος Ανδρέα Ντεϊμεντές επέδωσε στην αναιρεσίβλητη αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και κλήση να παραστεί κατά την δικάσιμο της 8-10-2018.

Κατά τη δικάσιμο αυτή οι διάδικοι παρέστησαν δια πληρεξουσίων δικηγόρων, με κοινό αίτημα των οποίων η συζήτηση της υποθέσεως ανεβλήθη για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (25-11-2019) και ενεγράφη στο πινάκιο. Κατά την τελευταία ως άνω δικάσιμο κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνηση της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ. Εξάλλου από την ίδια έκθεση επιδόσεως προκύπτει ότι η συζήτηση της υπό κρίση αναίρεσης επισπεύδεται με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, που επέδωσαν τη σχετική κλήση προς την αναιρεσίβλητη, πλην όμως η επισπεύδουσα πρώτη αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, δεδομένου όμως ότι συνδέεται με τον δεύτερο αναιρεσείοντα με το θεσμό της απλής ομοδικίας δεν αντιπροσωπεύεται στην παρούσα δίκη από αυτόν.

Επομένως η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης πρέπει να κηρυχθεί ματαιωμένη (άρθρο 260 παρ.1 ΚΠολΔ) και να προχωρήσει η έρευνα της υποθέσεως μεταξύ του δεύτερου αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 361, 873, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923" περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", προκύπτει ότι αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία το ένα είναι έμπορος, συμφωνούν να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσοληψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία μολονότι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από της καταχωρήσεώς τους την αυτοτέλειά τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν ή διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνο το κατάλοιπο που προκύπτει, κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των κονδυλίων (ΟλΑΠ 31/1997, ΑΠ248/2014, ΑΠ1352/2011).

Με τη σύμβαση δηλαδή του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλομένων μια διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της σύμβασης προϋποθέτει χρονική διάρκεια, αλλά και δυνατότητα χρεώσεων και από τις δύο πλευρές των συμβαλλομένων, χωρίς κατά τα λοιπά να ενδιαφέρει αν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού έγιναν πράγματι χρεώσεις και από τις δύο πλευρές (αμοιβαίος αλληλόχρεος λογαριασμός) ή μόνο από τη μία (απλός ή ετεροσκελής αλληλόχρεος λογαριασμός) - (ΑΠ 1352/2011, ΑΠ 715/2009).

Πάντως όμως η δυνατότητα αποστολών και από τις δύο πλευρές των συμβαλλόμενων μερών αποτελεί αναγκαίο κατά νόμο στοιχείο για να χαρακτηριστεί μια σύμβαση ως αλληλόχρεος λογαριασμός. Έτσι, αν δεν συντρέχει η απαραίτητη αυτή προϋπόθεση, μόνη η συμφωνία των συμβαλλομένων δεν μπορεί να προσδώσει σε κάποια σύμβαση τον εν λόγω νομικό χαρακτήρα.

Η ύπαρξη απλώς της δυνατότητας αυτής είναι αρκετή για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός και είναι αδιάφορο αν πραγματικά έγιναν κατά τη διάρκεια του αποστολές και από τα δύο μέρη ή αν μόνο το ένα από τα μέρη έκανε αποστολές (ΑΠ 1524/1991, ΑΠ 79/1995). Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, κάθε εξάμηνο και οριστικώς με καταγγελία της σύμβασης (άρθρο 112 παρ.2 ΕισΝΑΚ) χωρίς να αποκλείεται να έχει εγκύρως συμφωνηθεί ότι κάποιο από τα μέρη μπορεί να τον κλείνει μονομερώς οποτεδήποτε, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση ή καταγγελία.

Πάντως το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού δεν επιφέρει τη λήξη της σχετικής με αυτόν σύμβασης, ούτε δημιουργεί απαίτηση για απόδοση του προκύπτοντος από αυτό καταλοίπου, το οποίο μπορεί προς λογιστική τακτοποίηση να αναγνωριστεί, κατά τους όρους του άρθρου 873 ΚΠολΔ ή με την έννοια επιβεβαιωτικής σύμβασης ή παροχής αποδεικτικού μέσου.

Στην περίπτωση αυτή το από το περιοδικό κλείσιμο κατάλοιπο αποτελεί κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, έτσι ώστε, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού να μην απαιτείται εκκαθάρισή του για την περίοδο που αφορά η αναγνώριση που έγινε. Μόνον δε μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η απόδοση του οριστικού καταλοίπου.

Τον χαρακτήρα σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού έχει και η παροχή πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό στις τραπεζικές συναλλαγές, από την οποία οφείλεται, με απόσβεση κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού των επί μέρους κονδυλίων χρεοπιστώσεων που καλύπτονται, το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού οριστικό κατάλοιπο (ΑΠ 1281/2017, ΑΠ 1437/2014).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 806, 807 και 361 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, δηλαδή εκείνη, κατά την οποία ο αντισυμβαλλόμενος προβαίνει σε τμηματικές καταβολές προς τη δανείστρια Τράπεζα, καθορισμένες εκ των προτέρων κατά χρόνο και κατά το ποσό για την κάλυψη παρασχεθέντος δανείου, είναι τελείως διαφορετική από εκείνη του αλληλόχρεου λογαριασμού, οι δε δοσοληψίες από το τοκοχρεωλυτικό δάνειο, ως εκ της φύσεως τους, δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν με την τήρηση ανοικτού λογαριασμού, αφού δεν είναι απαιτητό από την αρχή το σύνολο του χρέους και για το λόγο αυτό α) κάθε δόση είναι διακριτή από τις υπόλοιπες και διατηρεί την αυτοτέλεια και ατομικότητά της και δεν είναι δυνατή η παρακολούθησή της ως μέρους ενός ετερογενούς συνόλου, που περιέχει κεφάλαιο και άληκτα χρεωλύσια, αλλά και κονδύλια του ίδιου λογαριασμού, τα οποία προέρχονται από διαφορετικές αιτίες, που επιβάλλουν ανομοιογενή μεταχείριση και β) δεν είναι δυνατό το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού και ο ανά τρίμηνο ανατοκισμός του συνόλου του καταλοίπου, διότι κάθε δόση του τοκοχρεωλυτικού δανείου περιέχει και άληκτους τόκους, οι οποίοι δεν είναι επιτρεπτό να εκτοκίζονται.

Κάθε δε συνομολόγηση, κατά την οποία το τοκοχρεωλυτικό δάνειο θεωρείται ως ανοικτός λογαριασμός, είναι παράνομη, αφού γίνεται με πρόδηλο σκοπό να πορισθεί η Τράπεζα έμμεσα και ανεπίτρεπτα ωφελήματα, που παρέχονται από το άρθρο 112 ΕισΝΑΚ και ιδίως τον ανά τρίμηνο ανατοκισμό. Και ναι μεν κατά τη διάταξη του άρθρου 67 του ν.δ/τος της 17-7/13.8.23 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", κάθε απλό χρεωλυτικό ενυπόθηκο δάνειο μπορεί να τραπεί σε "επ ανοικτώ λογαριασμώ και τανάπαλιν", με απλή συμβολαιογραφική πράξη μεταξύ δανείστριας και οφειλέτη, πλην όμως στη λογική του νόμου ενυπάρχει η αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο ίδιος ανοικτός λογαριασμός έχει τηρηθεί και για τη δανειακή σύμβαση, κατά το άρθρο 50 του ίδιου ν.δ/τος, είναι δε και φύσει δυνατή η τήρηση ενός τέτοιου λογαριασμού.

Όταν δεν είναι δυνατό οι μεταξύ των μερών κύριες συμβάσεις και δοσοληψίες να εξυπηρετηθούν μέσω αλληλόχρεου λογαριασμού, τότε η τήρησή του δεν είναι επιτρεπτή και αυτό ανεξάρτητα από την ύπαρξη κοινής συμφωνίας, η οποία, ως αντίθετη στη φύση και λειτουργία και στα αποτελέσματά του, κρίνεται ως μη σύννομη.

Συνακόλουθα δεν υπάρχει δυνατότητα αποστολών από την πλευρά του ενός διαδίκου (ΑΠ 543/1998). Επίσης δεν συντρέχει περίπτωση αλληλόχρεου λογαριασμού όταν η συνδέουσα τα μέρη έννομη σχέση δεν είναι τραπεζικό άνοιγμα πίστωσης αλλά κοινός δανεισμός, όταν δηλαδή η μεν δανείστρια τράπεζα καταβάλλει το δάνεισμα στον οφειλέτη ή με βάση - σύμβαση υπόσχεσης δανείου εφάπαξ ή τμηματικά ο δε δανειζόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να το επιστρέφει εφάπαξ ή τμηματικά όπως στην περίπτωση τοκοχρεωλυτικού δανείου που αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποδώσει σε τακτές προσυμφωνημένες τοκοχρεολυτικές δόσεις.

Τέλος ο νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης και η επιλογή των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο αποφαίνεται με βάση τα προτεινόμενα από τους διαδίκους και αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά και είναι αδιάφορη η ονομασία, την οποία έδωσαν στη σύμβαση τα μέρη (ΑΠ 772/2012). Έτσι, σε περίπτωση που προκύπτει από τις αποδείξεις ότι συνήφθη από τα μέρη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν τη σχέση τους ως σύμβαση παροχής δανείου με ανοικτό λογαριασμό (ΑΠ 1438/1995, ΑΠ 79/1995).

Η εκδοθείσα κατά νομοθετική εξουσιοδότηση (άρθρο 8 §6 του ν. 1083/1980) απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής 289/30.10.1980 εισάγουσα εξαίρεση από τις δεσμευτικού χαρακτήρα διατάξεις των άρθρων 296 ΑΚ, 110, 111 §2 ΕισΝΑΚ, οι οποίες απαγορεύουν τον ανατοκισμό, επιτρέπει κατ'εξαίρεση τον ανατοκισμό τόκων και για μικρότερα του έτους χρονικά διαστήματα, αρκεί να έχει τούτο συμφωνηθεί από την Τράπεζα και τον πελάτη, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για αλληλόχρεο λογαριασμό ή για τοκοχρεωλυτικό δάνειο (ΟλΑΠ 8/98).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 100/2018).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1456/2018, ΑΠ 472/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκείμενη αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αρχική καθ'ης η ανακοπή τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", ειδική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάσα στην πρωτόδικη δίκη και ήδη εκκαλούσα τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." (σύμφωνα με τη με αριθμό 66/3/26-3-2013 απόφαση της ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδος, το με αριθμό 96/26-3-2013 Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και την από 26-3-2013 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης μεταξύ της "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" και της "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." στην …, στις 31-3-2010, κατάρτισε με την πρώτη ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "...

Α.Ε.", τη με αριθμό .../31-3- 2010 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, σύμφωνα με την οποία χορήγησε σ' αυτή πίστωση, απεριόριστης διάρκειας, μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ, ως κεφάλαιο κίνησης, με βασικό επιτόκιο 8,35%, προσαύξηση 0,25% και συνολικό επιτόκιο 8,60%, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες, που προβλέπονται σ' αυτήν.

Την ως άνω σύμβαση υπέγραψαν, ως εγγυητές, ο νόμιμος εκπρόσωπος της πιστούχου εταιρίας, δεύτερος ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος, Α. Γ., και η Α. Γ., οι οποίοι δήλωσαν εγγράφως ότι εγγυώνται υπέρ της πιστούχου την τήρηση των όρων της σύμβασης και την εξόφληση του καταλοίπου από το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, ενεχόμενοι ως αυτοφειλέτες και παραιτούμενοι από την ένσταση της δίζησης, καθώς και από τα δικαιώματα και τις ενστάσεις που απορρέουν από τα άρθρα 853, 854, 855, 862, 863, 864, 866, 867, 868 και 869 ΑΚ.

Κατά τον 4° όρο της σύμβασης, η πίστωση θα εξυπηρετούνταν με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μεταξύ πιστούχου και τράπεζας και θα γίνονταν χρήση αυτής είτε με αποδείξεις λήψης χρημάτων απευθείας από την πιστούχο, είτε με επιταγές που θα εκδίδονταν απ' αυτήν επί της τράπεζας, είτε με έγγραφη εντολή της για καταβολή σε τρίτους, είτε λόγω ανοίγματος ενέγγυας πίστωσης. Η τράπεζα θα είχε το δικαίωμα μονομερώς να διαχωρίζει το λογαριασμό σε περισσότερους ή να συνενώνει περισσότερους λογαριασμούς σε ένα, σύμφωνα με τις λογιστικές της μεθόδους αθροίζοντας ή κατ' άλλο τρόπο συμψηφίζοντας τα υπόλοιπα αυτών.

Κατά τον 6° όρο της σύμβασης, η τράπεζα και η πιστούχος δύνανται να συμφωνήσουν ειδικούς όρους εκτοκισμού και την εξόφληση μέρους ή όλης της πίστωσης σε καθορισμένες ημερομηνίες. Η ειδική αυτή συμφωνία δύναται να καταρτισθεί με πρόσθετη πράξη ή άλλο έγγραφο ή μετά από έγγραφο αίτημα του πελάτη η αποδοχή του οποίου εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της τράπεζας.

Κατά τον 17° όρο της σύμβασης, ο λογαριασμός θα έκλεινε περιοδικά κατά το άρθρο 112 ΕισΝΑΚ την 31η Μαρτίου, την 30η Ιουνίου, την 30η Σεπτεμβρίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Αν κατά τις ημερομηνίες αυτές δεν είχαν καταβληθεί από την πιστούχο οι οφειλόμενοι τόκοι και προμήθειες, η τράπεζα δικαιούνταν να τους χρεώσει στο λογαριασμό, συνυπολογίζοντας αυτούς στην εξαγωγή του καταλοίπου του λογαριασμού κατά το τριμηνιαίο περιοδικό κλείσιμο, έστω και αν από τη χρέωση αυτή παραγόταν ποσό που υπερέβαινε την πίστωση.

Κατά τον 19° όρο της σύμβασης, η τράπεζα σε τακτά χρονικά διαστήματα θα απέστελλε στην πιστούχο αντίγραφο του λογαριασμού καθώς και το κατάλοιπο που προέκυπτε ανά τρίμηνο κατά το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού. Μέσα στον επόμενο μήνα από τη λήξη κάθε ημερολογιακού τριμήνου, η πιστούχος όφειλε να γνωστοποιήσει στην τράπεζα εγγράφως και με απόδειξη, τυχόν μη λήψη αντιγράφου του λογαριασμού ή διαφωνία της σχετικά με τα σε αυτό αναγραφόμενα κονδύλια του λογαριασμού και το κατάλοιπο που θα προέκυπτε. Αν η τράπεζα δεν ελάμβανε τέτοια γνωστοποίηση, η πιστούχος θα θεωρείτο ότι ενέκρινε και αναγνώριζε ανεπιφύλακτα τα κονδύλια και το κατάλοιπο του λογαριασμού, επερχομένης αναγνώρισης του καταλοίπου, κατ' άρθρο 874 ΑΚ.

Κατά τον 20° όρο της σύμβασης, η τράπεζα εδικαιούτο κατά πάντα χρόνο και ελεύθερα, είτε συνολικά είτε μερικά, να ανακαλεί την πίστωση και να κλείνει οριστικά το λογαριασμό και να περιορίζει και να μειώνει το ποσό της πίστωσης. Μετά την περί αυτού ειδοποίηση της τράπεζας που θα συντελούνταν από και με την αποστολή της σχετικής επιστολής, η πιστούχος υποχρεούτο να εξοφλήσει κάθε προς αυτήν σχετική οφειλή της, αλλιώς θα καθίστατο υπερήμερη. Η πιστούχος εδικαιούτο και αυτή οποτεδήποτε και ελεύθερα να εξοφλεί την οφειλή της προς την τράπεζα και να αιτείται το κλείσιμο του λογαριασμού.

Κατά τον 21° όρο της σύμβασης, ιδιαίτερα έγγραφα, πρόσθετες πράξεις ή συμβάσεις περί χορηγήσεως από την πιστούχο στην τράπεζα για εξασφάλιση των από την παρούσα ή άλλων απαιτήσεών της, εγγυήσεων τρίτων ή άλλων ασφαλειών μεταξύ των οποίων και ενεχύρων επί εμπορευμάτων ή και δικαιογράφων σε διαταγή ή στον κομιστή θα θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος της παρούσας.

Κατά τον 25° όρο της σύμβασης, η πιστούχος και οι εγγυητές αναγνωρίζουν στην τράπεζα το δικαίωμα να παρακρατεί κατά την ιδία αυτής κρίση και βούληση, προς την οφειλή της πιστούχου από την παρούσα πίστωση, κάθε οποιαδήποτε ανταπαίτησή της και από οποιαδήποτε αιτία και αν απορρέει και οποτεδήποτε και αν γεννήθηκε, έστω και ληξιπρόθεσμη, σε οποιοδήποτε νόμισμα και αν συνίσταται αυτή, καθώς επίσης και κάθε τέτοια που θα γεννηθεί. Επίσης, η πιστούχος και οι εγγυητές αναγνωρίζουν στην τράπεζα το δικαίωμα να χρεώνει την παρούσα πίστωση με οποιοδήποτε ποσό το οποίο η πιστούχος οφείλει ή θα οφείλει στην τράπεζα από οποιοδήποτε αιτία, είτε σαν πρωτοφειλέτης είτε σαν εγγυητής, είτε οπωσδήποτε αλλιώς.

Τέλος, κατά τον 32° όρο της σύμβασης, οι όροι που συνομολόγησαν και συναποδέχθηκαν οι συμβαλλόμενοι εδώ, είναι όλοι ουσιώδεις, μπορούν δε να τροποποιηθούν μόνο ρητά και έγγραφα. Ανταπόδειξη κατά των όρων της παρούσας επιτρέπεται μόνο εγγράφως, ενώ αποκλείεται κάθε άλλο αποδεικτικό μέσο.

Προς εξυπηρέτηση της ως άνω σύμβασης τηρήθηκαν και κινήθηκαν ο με αριθμό ... δανειακός λογαριασμός και ο με αριθμό ... λογαριασμός όψεως. Στις 8-4-2010 εκταμιεύθηκε το ποσό των 300.000 ευρώ από την άνω σύμβαση. Το ποσό αυτό ήχθη αυθημερόν σε πίστωση του με αριθμό ... λογαριασμού, ο οποίος ανοίχθηκε ταυτόχρονα και φέρει τον χαρακτηρισμό "δανειακός λογαριασμός" και σε πίστωση του με αριθμό ...

λογαριασμού όψεως, που στις 7-4-2010 είχε υπόλοιπο 144,32 ευρώ, με σημείωση στη στήλη της αιτιολογίας "εκταμίευση βάσει σύμβασης ...". Την ίδια ημέρα, η ως άνω πιστούχος εταιρία, με την από 8-4-2010 "υποσχετική επιστολή" της προς την αρχική καθ'ης η ανακοπή τράπεζα ανέλαβε ανέκκλητα την υποχρέωση να εξοφλήσει το ποσό των 300.000 ευρώ από την υπ' αριθμ. .../31-3-2010 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, κατά το διάγραμμα που σ' αυτήν περιλαμβανόταν, με την παρατήρηση ότι το επιτόκιο είναι Euribor 1 Μ, ήτοι το ποσό των τόκων και εξόδων δεν είναι σταθερό, αλλά μεταβαλλόμενο.

Η τελευταία αποδέχθηκε την ως άνω πρόταση και την αποπληρωμή του καταλοίπου της πίστωσης με μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις σε διάστημα δέκα (10) ετών και στις 21-4-2010 ο νόμιμος εκπρόσωπος της πιστούχου εταιρίας-δεύτερος ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος παρέλαβε το υπό στοιχεία ... δοσολόγιο, υπογράφοντας επ'αυτού.

Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι η εξόφληση θα γίνει σε εβδομήντα έξι (76) ισόποσες, εκτός της τελευταίας, μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, πληρωτέες την όγδοη ημέρα εκάστου μηνός, αρχής γενομένης την 8-5-2010 και λήξεως την 8-4- 2020, ύψους εκάστης 3.255,56 ευρώ και της τελευταίας ύψους 2.847,07 ευρώ, αποτελούμενης κάθε μηνιαίας δόσης από τόκους και μέρος του κεφαλαίου, χωρίς την εισφορά του ν. 128/1975.

Η πιστούχος εταιρία είχε δικαίωμα εξόφλησης του αναληφθέντος ποσού της πίστωσης και πριν από την τασσομένη ως άνω προθεσμία, χωρίς να δεσμεύεται από τον, με την από 8-4-2010 "υποσχετική επιστολή", καθορισθέντα τρόπο εξόφλησης αυτού, καθώς αυτός απέβλεπε αποκλειστικά στην ταμειακή ,διευκόλυνσή της. Επίσης, η πιστούχος εταιρία είχε το δικαίωμα, κατά την ημερομηνία λήξης κάποιας τοκοχρεολυτικής δόσης της πίστωσης, να καταβάλει στην τράπεζα και ένα μέρος ή το σύνολο τω ληξιπρόθεσμων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, καθώς και τη δυνατότητα καταβολής οποιουδήποτε ποσού, το οποίο να πιστώνεται στα πλαίσια λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού.

Ο καθορισμός εξόφλησης της επίμαχης πίστωσης, με τον προαναφερθέντα τρόπο, κατ' εφαρμογή του 6° όρου της σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, δεν μεταβάλλει το χαρακτήρα αυτής σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, όπως αβάσιμα διατείνονται οι ανακόπτοντες. Τα συμβληθέντα μέρη, σε αντίθετη περίπτωση, ρητώς θα διατύπωναν το γεγονός αυτό, της μετατροπής της υφιστάμενης σύμβασης, σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, και τροποποίησης των όρων.

Από την κίνηση του με αριθμό ... "δανειακού λογαριασμού", ο οποίος, κατά τα προαναφερθέντα, τηρήθηκε και κινήθηκε προς εξυπηρέτηση της ως άνω υπ' αριθμ. ... σύμβασης, προκύπτει ότι άνοιξε ταυτόχρονα με την από 8-4-2010 "υποσχετική επιστολή" της πιστούχου εταιρίας προς την αρχική καθ'ης η ανακοπή τράπεζα και έκλεισε οριστικά στις 18-12-2012, ήτοι την ίδια ημέρα που καταγγέλθηκε και έκλεισε η σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού.

Επίσης, από την κίνηση του με αριθμό ... λογαριασμού όψεως, ο οποίος, επίσης, τηρήθηκε και κινήθηκε προς εξυπηρέτηση της ως άνω υπ' αριθμ. ... σύμβασης, προκύπτει ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 8-4-2010 (οπότε στη στήλη της πίστωσης έχει γίνει εγγραφή του ποσού των 300.000 ευρώ) έως 10-4-2012, η πιστούχος οφειλέτρια προέβη σε καταβολές διαφόρων χρηματικών ποσών προς την πιστοδότρια τράπεζα, προς εξόφληση του αναληφθέντος ποσού της πίστωσης, με αιτιολογία "μερική πληρωμή δόσης ΔΛΤ ...", ή "μερική πληρωμή κεφαλαίου ΔΑΤ ...", ή "εξόφληση δόσης ΔΛΤ ...", τα οποία (ποσά) πιστώθηκαν στα πλαίσια λειτουργίας αυτής (σύμβασης) και, ειδικότερα, στις 10-2-2010, σε καταβολή ποσού 3.587,24 ευρώ, με αιτιολογία "εξόφληση δόσης ΦΕΒ.

ΔΛΤ ...", στις 14-3-2011, σε καταβολή ποσού 2.720 ευρώ, με αιτιολογία "μερική πληρωμή δόσης ΔΛΤ ...", στις 24-3-201 1, σε καταβολή ποσού 868,89 ευρώ, με αιτιολογία "εξόφληση δόσης MAP. ΔΛΤ ...", στις 16-5-2011, σε καταβολή ποσού 3.000 ευρώ, με αιτιολογία "μερική πληρωμή δόσης ΔΛΤ ...", στις 18-5-2011, σε καταβολή ποσού 605,28 ευρώ, με αιτιολογία "εξόφληση δόσης ΑΠΡ.

ΔΛΤ ...", την αυτή ημερομηνία, 18-5-2011, σε καταβολή ποσού 1.000 ευρώ, με αιτιολογία "μερική εξόφληση δόσης ΜΑΙ. ΔΛΤ ...", στις 10-6- 2011, σε καταβολή ποσού 1.596,23 ευρώ με αιτιολογία "μερική πληρωμή δόσης ΔΛΤ ...", την αυτή ημερομηνία, 10-6-2011, σε καταβολή ποσού 1.596,23 ευρώ με αιτιολογία "μερική πληρωμή κεφαλαίου ΔΑΤ ...", στις 23-6-2011, σε καταβολή ποσού 1.000 ευρώ, με αιτιολογία "εξόφληση δόσης ΔΑΤ ... 08/07", την αυτή ημερομηνία, 23-6-201 1, σε καταβολή ποσού 1.500 ευρώ, με αιτιολογία "μερική πληρωμή δόσης ΔΑΤ ... 08/06/1 1", στις 1-7-2011 σε καταβολή ποσού 2.093,51 ευρώ, με αιτιολογία "εξόφληση δόσης ΔΑΤ ...", στις 18-7-2011, σε καταβολή ποσού 2.214 ευρώ, με αιτιολογία "μερική πληρωμή δόσης ΔΑΤ ...", στις 19-7-2011, σε καταβολή ποσού 1.374,20 ευρώ, με αιτιολογία "εξόφληση δόσης ΔΑΤ ...", στις 8-8-2011, σε καταβολή ποσού 3.580,84 ευρώ, με αιτιολογία "εξόφληση δόσης ΑΥΓ.

ΔΑΤ ...", στις 9-9-2011, σε καταβολή ποσού 1.600 ευρώ με αιτιολογία "μερική εξόφληση δόσης ΣΕΠΤ. ΔΑΤ ...", στις 13-9-2011, σε καταβολή ποσού 1.000 ευρώ, με αιτιολογία "μερική πληρωμή δόσης ΔΑΤ ...", στις 14- 9-2011, σε καταβολή ποσού 980,86 ευρώ, με αιτιολογία "εξόφληση κεφαλαίου ΔΑΤ ...", στις 10-10-2011, σε καταβολή ποσού 1.580 ευρώ, με αιτιολογία "μερική εξόφληση δόσης ΟΚΤ.

ΔΑΤ ...", την αυτή ημερομηνία, 10-10-2011, σε καταβολή ποσού 1.044,85 ευρώ, με αιτιολογία "μερική πληρωμή δόσης ΔΑΤ ...", στις 14-10-2011, σε καταβολή ποσού 54,38 ευρώ, με αιτιολογία "εξόφληση δόσης ΟΚΤ.ΔΑΤ ...", στις 8-12-2011, σε καταβολή ποσού 3.5476,91 ευρώ, με αιτιολογία "εξόφληση δόσης ΔΕΚ.ΔΛΤ ...", στις 9-2- 2012, σε καταβολή ποσού 3.980,87 ευρώ, με αιτιολογία "εξόφληση δόσης ΔΑΤ ..." και στις 10-4-2012, σε καταβολή ποσού 3.009,84 ευρώ με αιτιολογία "εξόφληση δόσης ΔΝ ...".

Από τις άνω τμηματικές καταβολές προκύπτει ότι η πιστούχος προέβη σε καταβολές, χωρίς την τήρηση του, καθορισθέντος, με την από 8-4-2010 "υποσχετική επιστολή", τρόπου εξόφλησης του ποσού της πίστωσης, κατά χρόνο και ποσό, γεγονός το οποίο αποδεικνύει ότι ο καθορισθείς τρόπος εξόφλησης δεν ήταν δεσμευτικός, ενώ, επιπλέον, στον ίδιο λογαριασμό περιλαμβάνονται και άλλα κονδύλια χρηματικών καταβολών, για άλλες αιτίες και σε διαφόρους χρόνους, γεγονός το οποίο αποδεικνύει τη λειτουργία σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού.

Από όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα συνάγεται με απόλυτη σαφήνεια ότι η προαναφερόμενη συμβατική σχέση που συνδέει τα μέρη είναι εκείνη του αλληλόχρεου λογαριασμού και όχι σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, αφού τα συμβληθέντα μέρη, σε αντίθετη περίπτωση, ρητώς θα διατύπωναν το γεγονός αυτό, καθορίζοντας επακριβώς τους όρους της, ώστε ουδεμία αμφιβολία να καταλείπεται, ενόψει των με λεπτομέρεια διατυπωμένων όρων της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού. Εκ τούτων παρέπεται ότι στη με αριθμό 25/2013 διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, σύμφωνα με την οποία οι ανακόπτοντες και ήδη εφεσίβλητοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην αρχική καθ'ης η ανακοπή το ποσό των 268.083,38 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 18-12-2012, ως κατάλοιπο κλεισθέντος οριστικά αλληλόχρεου λογαριασμού, ορθά αναφέρεται ως αιτία πληρωμής, η σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, αφού όπως προεκτίθεται, η σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, ουδέποτε τροποποιήθηκε και μετετράπη σε σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, ο δε προαναφερόμενος καθορισμός του τρόπου αποπληρωμής του καταλοίπου της πίστωσης με μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις σε διάστημα δέκα (10) ετών, αποτελεί συμφωνία γενομένη, κατ' εφαρμογή του 6ου όρου της άνω σύμβασης".

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε την από 14-2-2015 έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε την από 7-2-2013 ανακοπή και τον από 10-3-2014 πρόσθετο λόγο αυτής (και) του δεύτερου ανακόπτοντος και ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και αφού δέχθηκε την από 11-6-2013 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθ'ης η ανακοπή, επικύρωσε την υπ' αριθμ. 25/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς τη συνδρομή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 669 ΕΝ, 361, 873, 874 ΑΚ,112 ΕισΝΑΚ και 64 και 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923, τις οποίες ορθά εφάρμοσε.

Ειδικότερα, με επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν το άνω αποδεικτικό πόρισμα δέχεται το Εφετείο ότι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " ... Α.Ε. κατήρτισε με την αναιρεσίβλητη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ, την οποία υπέγραψαν ως εγγυητές, ο νόμιμος εκπρόσωπος της πιστούχου εταιρείας δεύτερος ανακόπτων και ήδη δεύτερος αναιρεσείων και η Α.

Γ. (μη διάδικος). Ειδικότερα συμφωνήθηκε η εξόφληση σε εβδομήντα έξι (76) ισόποσες, εκτός της τελευταίας, μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις πλην όμως ο καθορισμός εξόφλησης της επίμαχης πίστωσης, με τον προαναφερθέντα τρόπο, κατ' εφαρμογή του 6ου όρου της σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, δεν μεταβάλλει το χαρακτήρα αυτής σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου.

Άλλωστε από τις γενόμενες τμηματικές καταβολές προκύπτει ότι η πιστούχος εταιρεία προέβη σε καταβολές, χωρίς την τήρηση του καθορισθέντος, με την από 8-4-2010 "υποσχετική επιστολή", τρόπου εξόφλησης του ποσού της πίστωσης, κατά χρόνο και ποσό, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο καθορισθείς τρόπος εξόφλησης δεν ήταν δεσμευτικός, ενώ, επί πλέον, στον ίδιο λογαριασμό περιλαμβάνονται και άλλα κονδύλια χρηματικών καταβολών, για άλλες αιτίες και σε διάφορους χρόνους, γεγονός που αποδεικνύει τη λειτουργία σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού και όχι σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, αφού τα συμβληθέντα μέρη, σε αντίθετη περίπτωση, ρητώς θα διατύπωναν το γεγονός αυτό, καθορίζοντας επακριβώς τους όρους της.

Σε κάθε περίπτωση ο αυτός αναιρετικός λόγος τυγχάνει επι πλέον και απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως του επί της διατάξεως του άρθρου 559 ορισθείσα ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον οι προβαλλόμενες πλημμέλειες συνίστανται σε αντίθετη εκτίμηση του δεύτερου αναιρεσείοντος προς το αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την περαιτέρω επισήμανση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπησή της, δεν στερείται αιτιολογιών, Επομένως ο υπό στοιχείο Β και αριθμούς 1, 2, 3, 4, 6 λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο (δεύτερος) αναιρεσείων αιτιάται πλημμέλεια για έλλειψη νομίμου βάσεως ένεκα ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος σε κάθε δε περίπτωση απαράδεκτος.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΟλΑΠ 42/2002, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 198/2015).

Επίσης ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1784/2017).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ. προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ' λόγο αναίρεσεως πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν ή δεν έλαβε αυτά υπόψη ενώ προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 324/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον με στοιχείο Β και με αριθμούς 2 κατά το δεύτερο μέρος και 5, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεως του δέχθηκε ότι " Όλα τα ανωτέρω, ετέθηκαν υπόψιν του δικάσαντος Εφετείου, πλην, όμως, δεν αξιολογήθηκαν και αποσιωπήθηκαν, στοιχείο που προκύπτει από την προκειμένη κρίση του...

κι επιπρόσθετα δεν έλαβε υπόψιν του τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και τις προσκομισθείσες αποδείξεις" και "Περαιτέρω, το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν του και μία σειρά άλλων αποδεικτικών μέσων, όπως εν προκειμένω το ότι το συγκεκριμένο τοκοχρεολυτικό δάνειο ήταν ασφαλισμένο, πρακτική που είθισται σε δάνεια και μόνον και ουδέποτε έχει εφαρμοστεί σε συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού, τις εξώδικες οχλήσεις της αναιρεσίβλητης για καταβολή των οφειλομένων ασφαλίστρων του τοκοχρεωλυτικού δανείου, στις οποίες η ίδια η αναιρεσίβλητη κατονομάζει την πίστωση ως τοκοχρεωλυτικό δάνειο" και ακολούθως με τον με στοιχείο Γ και αριθμό II λόγο αναίρεσης ότι "Τα ανωτέρω παρουσιάστηκαν ενδελεχώς στο δικάσαν Εφετείο, ωστόσο η αναιρεσιβαλόμενη τα αποσιωπά και καταδεικνύεται από την αιτιολογία της ότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ'έφεση, δεν λήφθηκαν υπόψιν".

Ο λόγος αυτός (Β2 και 5) κατά το μέρος που ο (δεύτερος) αναιρεσείων δεν επικαλείται συγκεκριμένα έγγραφα ως αποδεικτικά μέσα είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας. Κατά το μέρος (Γ II) που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πλημμέλεια την οποία ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων θεμελιώνει στην καταχρηστική άσκηση δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ της καταγγελίας της σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού και στη άμεση έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμη την ως άνω ένσταση, χωρίς να λάβει υπόψη της αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη της τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να κάνει διάκριση αν αυτά είχαν προσκομιστεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή προσκομίστηκαν το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, αορίστως επικαλούμενα, είναι απαράδεκτος, διότι, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, καθόσον δεν προσδιορίζει ποια συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα δεν έλαβε υπόψη, το Εφετείο δεν ερεύνησε στην ουσία του το λόγο αυτό της ανακοπής, ώστε να χρειαστεί να προστρέξει στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, αλλά απέρριψε την παραπάνω ένσταση του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος που θεμελίωνε το λόγο αυτό ως μη νόμιμη.

Ωστόσο, ως προς το με στοιχείο Β5 λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, για ορισμένα από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά, χωρίς όμως να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και σε συνδυασμό με τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τις εξώδικες οχλήσεις της αναιρεσίβλητης για καταβολή των οφειλομένων ασφαλίστρων του τοκοχρεωλυτικού δανείου, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση αυτών.

Ο ειδικότερος ισχυρισμός του δεύτερου αναιρεσείοντος ότι η διαφορετική εκτίμηση του επίμαχου αποδεικτικού μέσου, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, συνιστά εκτίμηση, υπέρ της άποψης του αναιρεσείοντος, του αποδεικτικού υλικού από το αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα που εξήγαγε η προσβαλλόμενη απόφαση με βάση την εκτίμηση των ίδιων αποδεικτικών μέσων.

Έτσι ο δεύτερος αναιρεσείων υπό την επίφαση του ως άνω αναιρετικού ελέγχου πλήττει την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου. Επομένως ο λόγος αυτός (με στοιχείο Β5, κατά το δεύτερο μέρος) κρίνεται ως αβάσιμος.

Τέλος ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη.(ΟλΑΠ3/1997, ΟλΑΠ44/1990). Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό στοιχείο Γ και αριθμούς I και II λόγο αναιρέσεως ο (δεύτερος) αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι κατά παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής και τον πρόσθετο λόγο αυτής με τους οποίους διατείνονταν ότι η άσκηση του δικαιώματος της αρχικής καθ'ης η ανακοπή να επιδιώξει την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής (και) εις βάρος του, προς ικανοποίηση της απαιτήσεως της καθίσταται καταχρηστική. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, στην περίπτωση απόρριψης του λόγου ανακοπής ως μη νόμιμου δεν παρέχεται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 689/2017).

Κατ'ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 06-03-2017 αίτηση αναιρέσεως να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος του αναιρεσείοντος ελλείψει σχετικού αιτήματος, λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει ματαιωμένη τη συζήτηση της από 06.03.2017 αιτήσεως αναιρέσεως μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας "... ΑΕ" και της αναιρεσίβλητης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ".

Απορρίπτει την ίδια αίτηση του Α. Γ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 245/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2020.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ