Legislator Case Law & Legislation
1043/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal and dismisses claim filed after the six-month statute of limitations period expired.

Case Number 1043/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appeal against the First Instance Court's partial acceptance of the plaintiff's claim. The plaintiff had filed the lawsuit after the six-month limitation period prescribed by Article 101 of the Civil Code had expired. Consequently, the Court dismissed the claim regarding the expired period while allowing the appeal to proceed on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 101 of the Civil Code; Article 580 of the Code of Civil Procedure: When a claim is filed after the six-month limitation period expires, it must be dismissed, but the appeal itself is admissible and the case may be tried by the Supreme Court if no further factual clarification is needed.

Keywords

AI generated
statute of limitations six-month period civil code article 101 appeal admissibility dismissal of claim code of civil procedure limitation period expiry

Cited Legislation

AI generated
Article 101 of the Civil Code
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1043 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1043/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΩΝ" (Τ.Α.Π.Ι.Λ.Τ.- Α.Τ.), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Κατσουλάκη, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Π. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Στυλιανή Βρακά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/3/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4382/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 5964/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 20/5/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Μαντούβαλος ανέγνωσε την από 28/11/2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κατσιρούμπα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 28-6-2019 κλήση του αναιρεσείοντος νπιδ, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 20-5-2014 και με αριθ. κατάθεσης 369/2014 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 5964/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την από 10-1-2012 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 4382/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 10-3-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης και ακυρώθηκε η από 15-9-2010 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Κατά το άρθρο 101 ΑΚ, απόφαση της συνέλευσης (σωματείου) είναι άκυρη, αν αντιβαίνει στο νόμο ή το καταστατικό. Την ακυρότητα κηρύσσει το δικαστήριο ύστερα από αγωγή μέλους που δεν συναίνεσε ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον. Η αγωγή αποκλείεται μετά πάροδο έξι μηνών από την απόφαση της συνέλευσης.

Η απόφαση που κηρύσσει την ακυρότητα ισχύει έναντι όλων. Η διάταξη αυτή του άρθρου 101 ΑΚ εφαρμόζεται αναλόγως και στις άκυρες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου. Τούτο δε, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, αφού δεν υπάρχει άλλη διάταξη και βραχυπρόθεσμη παραγραφή για τις άκυρες αποφάσεις του ΔΣ σωματείου, οι οποίες, ομοίως, όπως και οι άκυρες αποφάσεις της ΓΣ έχουν ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως, αλλά και διότι στο μείζον (δηλ.

στην κήρυξη της ακυρότητας της αποφάσεως της Γενικής Συνέλευσης) περιλαμβάνεται και το έλασσον (δηλ. η κήρυξη της ακυρότητας αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου). Εξ ου και δεν αντίκειται προς το άρθρο 20 του Συντάγματος. Η ως άνω εξάμηνη προθεσμία είναι αποκλειστική και η πάροδός της απράκτως ισχυροποιεί την άκυρη απόφαση των ανωτέρω οργάνων του σωματείου.

Επομένως, η αγωγή για ακύρωση, αποκλείεται μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από τη λήψη της απόφασης, τούτο δε, προβάλλεται από τον έχοντα έννομο συμφέρον κατ' ένσταση, αλλά λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ' άρθρο 279 ΑΚ (ΑΠ 548/2012, ΑΠ 433/2009). Η άποψη ότι η εξάμηνη προθεσμία αρχίζει όχι από τη λήψη αλλά από την κοινοποίηση της απόφασης στον ενδιαφερόμενο, δεν είναι ορθή, καθώς ο νόμος ορίζει "από την απόφαση" και δεν αναφέρει για γνώση.

Περαιτέρω, τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 21 του ν. 281/1914 "περί σωματείων" και 33-39 του β.δ. της 15/20-5-1920 "περί επαγγελματικών σωματείων" αλληλοβοηθητικά ταμεία, αποτελούν διακεκριμένους αυτοτελείς κλάδους ή λογαριασμούς χωρίς νομική προσωπικότητα σε σχέση με τη βασική συνδικαλιστική οργάνωση, τα μέλη της οποίας είναι και μέλη του αλληλοβοηθητικού σωματείου.

Οι διατάξεις αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 12 Β' του ΕισΝΑΚ και ισχύουν ήδη υπό το καθεστώς του ν. 1264/1982 "για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος κ.λπ.". Έτσι, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 4 του τελευταίου αυτού νόμου, κατά την οποία, σκοπός της συνδικαλιστικής οργανώσεως είναι και η ικανοποίηση των ασφαλιστικών κοινωνικών συμφερόντων των μελών της και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπορούν να δημιουργούν ειδικά κεφάλαια για την εξυπηρέτηση ορισμένων εκτάκτων σκοπών αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των μελών τους, τα αλληλοβοηθητικά ταμεία αποτελούν ιδιωτικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς επικουρικής ασφαλίσεως, χωρίς νομική προσωπικότητα αλλά λειτουργούν και εκπροσωπούνται από τη βασική συνδικαλιστική οργάνωση του σωματείου και εφαρμόζονται ως προς αυτά οι διατάξεις των άρθρων 78 επ.

ΑΚ, καθώς και οι καταστατικές τους διατάξεις (ΑΠ 548/2012, ΑΠ 1466/1999). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κανόνα του ουσιαστικού δικαίου αποτελεί και η διάταξη του άρθρου 101 ΑΚ (ΑΠ 433/2009).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο, δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα εξής: "Το εκκαλούν (ήδη αναιρεσείον) ... και Άλλων Τραπεζών (Τ.Α.Π.Ι.Λ.Τ.- Α.Τ) λειτουργεί ως αλληλοβοηθητικό σωματείο, το καταστατικό του οποίου εγκρίθηκε αρχικά με την 2843/1979 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια τροποποιήθηκε με τις 2234/1983 και 43/1991 αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου, έχει δε καταχωρηθεί στα Βιβλία σωματείων με αύξοντα αριθμό ...

και ειδικό αριθμό ...13.3.1991. Μέλη του σωματείου είναι πρόσωπα που παρέχουν εξαρτημένη εργασία ορισμένου ή αορίστου χρόνου, με αμοιβή, στην ΙΛΤΕ και στις Τράπεζες Εργασίας, Κρήτης, Κεντρικής Ελλάδος, Επαγγελματικής Πίστης, Αττικής, Επενδύσεων, Πειραιώς, Μακεδονίας - Θράκης, Αραβοελληνική Τράπεζα, ΕΤΕΒΑ, Εθνική Στεγαστική Τράπεζα και στην Εθνική Α.Ε.

Διοικήσεως και Οργανώσεως, τα οποία είναι ταυτόχρονα και μέλη των οικείων Συλλόγων των Τραπεζών αυτών (άρθρο 2 παρ. 1 εδ. α' του καταστατικού), καθώς επίσης και υπάλληλοι όποιων άλλων τραπεζών επιθυμούν να προσχωρήσουν σ' αυτό (άρθρο 2 παρ. 2 εδ. β' του καταστατικού). Σκοπός του σωματείου είναι η χορήγηση μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος στους αποχωρούντες από την υπηρεσία υπαλλήλους του προσωπικού οποιασδήποτε από τις συμμετέχουσες Τράπεζες, εφόσον θεμελιώνουν δικαίωμα κύριας συντάξεως στο "ΤΑΠΙΛΤ" ή στο "ΙΚΑ" ή σε ειδικούς ασφαλιστικούς φορείς κατά την επέλευση των ασφαλιστικών κινδύνων, που ορίζονται στο ισχύον καταστατικό και εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις αυτού.

Η εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) ξεκίνησε την επαγγελματική της σταδιοδρομία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλος στην "Τράπεζα Κρήτης" στις 21.5.1975, και από 5.10.1999 στην Τράπεζα "EFG EUROBANK Α.Ε.", στην οποία συγχωνεύθηκε η "Τράπεζα Κρήτης", συνέχισε δε ν' απασχολείται σ' αυτήν μέχρι 31.7.2009, οπότε αποχώρησε λόγω συνταξιοδοτήσεως.

Η ίδια ήταν ασφαλισμένη για κύρια σύνταξη στο "Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ.", από το οποίο και συνταξιοδοτήθηκε από 3.8.2009 με πλήρη σύνταξη γήρατος, ενώ για επικουρική σύνταξη ήταν ασφαλισμένη στο εκκαλούν σωματείο... Με την .../15.10.2009 αίτησή της προς το εκκαλούν σωματείο ζήτησε την απονομή του δικαιούμενου επικουρικού βοηθήματος.

Σε απάντηση της αιτήσεώς της αυτής το Διοικητικό Συμβούλιο του εκκαλούντος με την από 6.5.2010 απόφασή του, που κοινοποιήθηκε στην εφεσίβλητη με το .../1.6.2010 έγγραφό του, αποφάσισε να της απονεμηθεί μηνιαίο επικουρικό βοήθημα ύψους 851,22 ευρώ, με σύγχρονη όμως αναστολή καταβολής τούτου, με την αιτιολογία, ότι η εφεσίβλητη συνέχισε να εργάζεται στην ως άνω Τράπεζα "EFG EUROBANK Α.Ε."...

Η εφεσίβλητη υπέβαλε νόμιμα και εμπρόθεσμα την .../22.6.2010 ένσταση κατά της αποφάσεως αυτής, υποστηρίζοντας, ότι έπρεπε να λάβει άμεσα το ως άνω επικουρικό βοήθημα, και να μη γίνει αναστολή της καταβολής του, διότι στην περίπτωση της δεν είχε εφαρμογή η επικαλούμενη από το εκκαλούν σωματείο διάταξη του άρθρου 32 παρ. 3 περ.

β' του καταστατικού του, σύμφωνα με την οποία "Η καταβολή των παρά των Ταμείων συντάξεων αναστέλλεται... Β) ... εφόσον ο άμεσα βοηθηματούχος ήθελε να αναλάβει εκ νέου εργασία ή υπηρεσία σε εργοδότη, το προσωπικό του οποίου ασφαλίζεται στο Ταμείο". Η ένσταση της εφεσίβλητης απορρίφθηκε με την από 15.9.2010 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εκκαλούντος, το οποίο ενέμεινε στην αρχική του απόφαση, ισχυριζόμενο, ότι η προηγούμενη απόφασή του για την αναστολή καταβολής του ως άνω εγκριθέντος επικουρικού βοηθήματος προς την εφεσίβλητη, για όσο διάστημα εξακολουθεί να εργάζεται στην Τράπεζα "EFG EUROBANK)) και μέχρι παραιτήσεώς της από αυτήν, ήταν ορθή και σύμφωνη με τις εν λόγω διατάξεις του καταστατικού του.

Η εφεσίβλητη, με την από 10.3.2011 ένδικη αγωγή της, προσέβαλε αμφότερες τις ως άνω αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του εκκαλούντος σωματείου, ως παράνομες και αντιβαίνουσες στις διατάξεις του καταστατικού του, ζητώντας την ακύρωση τους, πλην όμως, για την πρώτη εξ αυτών (.../1.6.2010), το αίτημα περί ακυρώσεώς της απορρίφθηκε ως απαράδεκτο από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λόγω παρέλευσης της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του προαναφερόμενου άρθρου 101 του ΑΚ, μεταξύ της κοινοποιήσεως της αποφάσεως αυτής προς την εφεσίβλητη (1.6.2010) και της ασκήσεως της εν λόγω αγωγής που έγινε στις 24.3.2011, κατά τη διάταξη της δε αυτή δεν προσβλήθηκε με την έφεση η πρωτόδικη απόφαση".

Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε "ότι η δεύτερη, από 15-9-2010, απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εκκαλούντος, γνωστοποιήθηκε στην εφεσίβλητη με την .../4.10.2010 επιστολή του ίδιου" και με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κρίθηκε από την εκκαλούμενη απόφαση, ότι το αίτημα της αγωγής περί ακυρώσεως της δεύτερης αυτής απόφασης του ΔΣ του αναιρεσείοντος, ήταν παραδεκτό, αφού η ως άνω αγωγή που το περιλαμβάνει, ασκήθηκε εντός της προβλεπόμενης εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 101 του ΑΚ, και απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως την εκτεθείσα ουσιαστική διάταξη 101 του ΑΚ, καθόσον η υπό κρίση από 15-9-2010 απόφαση του ΔΣ του αναιρεσείοντος, με την οποία ενέμεινε στην αρχική του απόφαση για την αναστολή καταβολής του εγκριθέντος επικουρικού βοηθήματος προς την αναιρεσίβλητη, έχει καταστεί πλέον απρόσβλητη, λόγω της άπρακτης παρέλευσης της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από τη λήψη της, η τήρηση της οποίας απαιτείται κατά τη σαφή διάταξη του άρθρου 101 εδ. 3 ΑΚ για την προσβολή της προαναφερόμενης απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσείοντος, δοθέντος ότι η επίδοση της κρινόμενης αγωγής έγινε, σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στις 24-3-2011. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Παρέλκει δε, η έρευνα του άλλου, (δεύτερου) λόγου αναίρεσης, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του πιο πάνω λόγου που έγινε δεκτός στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του λόγου αυτού, η παραδοχή του οποίου οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 55/2018, ΑΠ 204/2017).

Με τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 εδ. α' & β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της § 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλομΑΠ 42/2005, ΟλομΑΠ 41/2002, ΟλομΑΠ 25/2001, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 836/2019).

Στην κρινόμενη περίπτωση, τέτοιο δικονομικό έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της από το Εφετείο, μετά την κατά τα άνω αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υφίσταται.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, το δε Δικαστήριο, αφού κρατήσει και δικάσει την υπόθεση, να κάνει δεκτή, την από 10-1-2012 έφεση του αναιρεσείοντος (εκκαλούντος) κατ' ουσία, να εξαφανίσει εν μέρει την εκκαλούμενη απόφαση ήτοι κατά το εκκληθέν μέρος και να απορρίψει κατά το μέρος αυτό την αγωγή της αναιρεσίβλητης, διότι ασκήθηκε μετά την προβλεπόμενη εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 101 ΑΚ, από τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης του ΔΣ του αναιρεσείοντος, όπως το αναιρεσείον (και ως εκκαλούν) παραπονείται και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Η δικαστική δαπάνη των διαδίκων για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για την αναιρετική δίκη πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολό της μεταξύ τους, λόγω του δυσερμήνευτου του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε. (ΚΠολΔ 179 εδ. β', 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5964/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται την έφεση κατ' ουσίαν.

Εξαφανίζει εν μέρει την εκκαλούμενη απόφαση ήτοι κατά το εκκληθέν μέρος.

Απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος αυτό.

Και

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων ως προς τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για την αναιρετική δίκη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ