Legislator Case Law & Legislation
1040/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting substantive arguments as inadmissible facts.

Case Number 1040/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court failed to consider specific facts regarding the sale process and his mediation role, claiming these were crucial for the case outcome. The court ruled that these arguments constituted mere conclusions drawn from evidence rather than distinct 'facts' required for a cassation appeal, thereby upholding the lower court's judgment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560 no. 5 KPolD; Art. 561 no. 1 KPolD: Arguments that merely summarize evidence evaluation or challenge the substantive judgment are inadmissible as they do not constitute 'facts' under cassation law.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible arguments substantive judgment mediation role evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 KPolD
Art. 560 no. 5 KPolD
Art. 561 para. 1 KPolD
Art. 128 para. 4 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 para. 2 KPolD
Art. 106 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1040 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1040/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Του αναιρεσείοντος: Δ. Σ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Σφυρή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Α. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Στάμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, 2) Κ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., και 3) Κ. συζύγου Κ. Γ., το γένος Χ. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με αριθμό 960/28-5-2010. Εκδόθηκαν η 595/2012 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης αντιθέτων εφέσεων κατ' αυτής, η 1317/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-6-2016 και με αριθμό κατάθεσης 71/23-6-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις ….87Δ'/16-1-2019 και …88Δ'/16-1-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κ. Δ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (19-3-2019), καθώς και κλήση του αναιρεσείοντος προς τους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού, νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους άνω αναιρεσιβλήτους, στη δηλωθείσα από αυτούς στο δικόγραφο της έφεσης αυτών κατοικία τους, με θυροκόλληση (με τις στη συνέχεια αυτών αποδείξεις παραλαβής δικογράφων του αρμοδίου αστυνομικού υπαλλήλου και βεβαίωση αποστολής από το ταχυδρομείο έγγραφης ειδοποίησης με συστημένη επιστολή, κατ' άρθρο 128 παρ.4 ΚΠολΔ).

Εφόσον οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της ανωτέρω δικασίμου (19-3-2019), ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά τη δικονομική απουσία τους (ΚΠολΔ 568 παρ.4 και 576 παρ.2).

2.Κατά τη διάταξη του άρθρου 703 εδ. α' ΑΚ, εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μίας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή υπόδειξης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ουσιώδης προϋπόθεση για τη γέννηση, σε βάρος του μεσιτικού εντολέα, της υποχρέωσης να πληρώσει την αμοιβή, την οποία υποσχέθηκε στο μεσίτη κατά την ανάθεση της εντολής προς μεσολάβηση ή, έστω, υπόδειξη ευκαιρίας για σύναψη της σκοπούμενης σύμβασης, είναι το να επήλθε, πράγματι, η κατάρτιση της σύμβασης αυτής ως συνέπεια "μόνο" της συμβολής του μεσίτη.

Ήτοι, είναι απαραίτητη η κατάφαση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αφενός της δραστηριότητας του μεσίτη, ως αιτίου και αφετέρου της κατάρτισης της σκοπούμενης σύμβασης, ως αποτελέσματος, υπό την έννοια ότι αυτό δεν θα είχε επέλθει, οπωσδήποτε, χωρίς τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη του μεσίτη. Η διαπίστωση των περιστάσεων, υπό τις οποίες, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εκδηλώθηκε η μεσιτική δραστηριότητα, που προβάλλεται ως αίτιο και υπό τις οποίες καταρτίσθηκε η σκοπούμενη σύμβαση, που προβάλλεται ως αποτέλεσμα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό.

Ως εκ τούτου, η διαπίστωση αυτή γίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας. Η συναγωγή, όμως, της κρίσης περί του εάν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, υπό τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, υφίστατο ή όχι αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας, ως πρόσφορης αιτίας και της κατάρτισης της σκοπούμενης σύμβασης, ως επελθόντος αποτελέσματος, είναι ζήτημα νομικό και υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.1 και 19).

Ακόμη, από την ίδια διάταξη συνάγεται ότι η υποχρέωση πληρωμής της μεσιτικής αμοιβής βαρύνει, κατ' αρχήν, το πρόσωπο που έδωσε την εντολή για μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας στο μεσίτη. Εάν η εντολή δόθηκε από περισσότερους, που ενήργησαν από κοινού, για την πληρωμή της μεσιτικής αμοιβής ευθύνονται άπαντες και σε περίπτωση αμφιβολίας κατ' ίσα μέρη (ΑΚ 480).

Εάν η εντολή δόθηκε από ένα πρόσωπο, που ενήργησε τόσο για τον εαυτό του όσο και ως αντιπρόσωπος άλλου, για την πληρωμή της μεσιτικής αμοιβής ευθύνονται αμφότεροι (ΑΠ 720/2018, ΑΠ 52/2012).

3.Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του π.δ. 248/1993 "περί Μεσιτών Αστικών Συμβάσεων", εφαρμοζομένου στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του κρίσιμου χρόνου κατάρτισης της σύμβασης μεσιτείας, "μεσίτης αστικών συμβάσεων είναι το φυσικό πρόσωπο ή η εμπορική εταιρία κάθε είδους, που μεσολαβεί για τη σύναψη των αστικού δικαίου συμβάσεων πώλησης, ανταλλαγής, μίσθωσης ακινήτων, παραχώρησης ακινήτων προς οικοδόμηση με αντιπαροχή ή που υποδεικνύει ευκαιρία για τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων", κατά δε το άρθρο 2 παρ.1 αυτού, "για την άσκηση του επαγγέλματος του μεσίτη αστικών συμβάσεων ο ενδιαφερόμενος πρέπει να εγγραφεί στο οικείο Επιμελητήριο της έδρας του ...", προσκομίζοντας τα αναφερόμενα σε αυτό δικαιολογητικά.

Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, συνάγεται ότι η έναντι αμοιβής μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη συμβάσεων πώλησης, ανταλλαγής, μίσθωσης ακινήτων και παραχώρησης ακινήτων προς ανοικοδόμηση με αντιπαροχή επιτρέπεται μόνο σε πρόσωπα, που κατά τις νόμιμες διατυπώσεις έχουν εγγραφεί στα οικεία επιμελητήρια και έχουν εντεύθεν το δικαίωμα άσκησης του επαγγέλματος του μεσίτη αστικών συμβάσεων και αφετέρου ότι η συμφωνία για καταβολή μεσιτικής αμοιβής για τη διαμεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μίας τέτοιας σύμβασης, που αφορά σε ακίνητο, σε πρόσωπο που δεν είναι επαγγελματίας μεσίτης υπό την εκτεθείσα έννοια, είναι άκυρη, ως αντιβαίνουσα στο νόμο και λογίζεται σαν να μην έγινε.

Ως εκ τούτου, δεν παρέχει στο πρόσωπο που μεσολάβησε δικαίωμα αμοιβής (ΑΠ 1120/2015).

4.Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με αυτή του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να προσδιορίσει την έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σε αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.

Ειδικότερα, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι σταθερές αρχές, κανόνες ή αφηρημένες κρίσεις, που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμεύουν για την εξειδίκευση νομικών κανόνων και εννοιών, οπότε και μόνο η παράβασή τους ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο.

Αντίθετα, όταν τα διδάγματα αυτά άγουν στη διαπίστωση της αλήθειας κάποιου πραγματικού ισχυρισμού και στη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή, γενικώς, στην εκτίμηση των αποδείξεων ή της αξιοπιστίας των μαρτύρων, τότε η χρησιμοποίησή τους από το δικαστήριο ή η παράλειψη της προσφυγής σε αυτά παραμένει αναιρετικά ανέλεγκτη.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ (που προστέθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ.2 του αυτού άρθρου και νόμου), ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (ΑΠ 444/2014).

5.Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1317/2016 απόφασής του (ΚΠολΔ 561 παρ.2), εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη:

Ότι ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι ήταν νόμιμα διορισμένος μεσίτης αστικών συμβάσεων και μέλος του Συλλόγου Κτηματομεσιτών περιφέρειας Πρωτοδικείου Αθηνών, με αριθμό μητρώου …95 και αριθμό απόφασης ...778/18-12-2003. Ότι ο ενάγων στις από 1-3-2012 προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αντίγραφο των οποίων προσκομίσθηκε νόμιμα με επίκληση στην κατ' έφεση δίκη, δεν επικαλέσθηκε τα ως άνω έγγραφα και δεν προσκόμισε αυτά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ούτε προσκόμισε πιστοποιητικό από το οικείο επαγγελματικό επιμελητήριο, από το οποίο να προκύπτει ότι ήταν εγγεγραμμένος στο επαγγελματικό επιμελητήριο, κατά το χρόνο της ένδικης διαφοράς (2004-2005), στοιχείο αναγκαίο για να αξιώσει τη μεσιτική αμοιβή του.

Ότι ο ενάγων προσκόμισε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου το με αριθμό πρωτ. ….749 πιστοποιητικό του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, όπου αναγράφονται: "αριθ. Γενικού Μητρώου ...778, το ονοματεπώνυμο του ενάγοντος, διακριτικός τίτλος Eurocity, νομική μορφή, ατομική, αντικείμενο εργασιών, μεσίτης αστικών συμβάσεων, ημερομηνία ίδρυσης 2-4-2012 και ημερομηνία εγγραφής 3-7-2012", ήτοι πιστοποιητικό που αφορά δραστηριότητα του ενάγοντος μεταγενέστερη από το χρόνο της ένδικης διαφοράς (2004-2005), αλλά και μεταγενέστερη της άσκησης της αγωγής και της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 1-3-2012, ούτε εξάλλου προσκομίσθηκε πιστοποιητικό του επαγγελματικού επιμελητηρίου, από το οποίο να προκύπτει ότι η εταιρία RE/MAX, με την οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συνδεόταν με σύμβαση δικαιόχρησης, ήταν εγγεγραμμένο μέλος του επαγγελματικού επιμελητηρίου.

Ότι η πρώτη εναγομένη, Α. Α., προτιθέμενη να πωλήσει το επίμαχο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου στην περιοχή ..., προέβη σε σχετική δημοσίευση (αγγελία) στην εφημερίδα "...", η οποία καταχωρίσθηκε με τον αριθμό του τηλεφώνου της. Ότι οι λοιποί εναγόμενοι, Κ. Γ. και Κ. Γ., ενδιαφερόμενοι για την αγορά ακινήτου στην ως άνω περιοχή, επικοινώνησαν με την πωλήτρια, προκειμένου να δουν το διαμέρισμα και επειδή η πωλήτρια διέμενε εκτός Αθηνών, το διαμέρισμα το έδειξε σε αυτούς ο διαχειριστής της πολυκατοικίας Π.

Π., τον Ιούλιο του 2005. Ότι οι ως άνω εναγόμενοι θέλησαν και μεταγενέστερα να δουν το διαμέρισμα και επειδή ο διαχειριστής έφυγε για διακοπές προς το τέλος Ιουλίου 2005, το έδειξε σε αυτούς, την 1-8-2005, η Α. Δ., σύζυγος του ενάγοντος. Ότι την ημέρα εκείνη (1-8-2005) ο δεύτερος εναγόμενος (Κ. Γ.) υπέγραψε την από 1-8-2005 εντολή, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της απευθείας επικοινωνίας του με την πωλήτρια και ενώ είχε ήδη επισκεφθεί το διαμέρισμα σε προγενέστερο χρόνο της 1-8-2005, ήτοι τον Ιούλιο του 2005, οπότε το είχε δείξει σε αυτόν ο διαχειριστής της πολυκατοικίας.

Ότι στην ως άνω από 1-8-2005 εντολή (που προσκομίσθηκε σε φωτοαντίγραφο) αναγράφεται ως διεύθυνση του διαμερίσματος "…,", ενώ η διεύθυνση αυτού είναι "…..". Ότι ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι η εναγομένη πωλήτρια τον επισκέφθηκε την 18-12-2004 και του έδωσε την από 18-12-2004 εντολή για να της υποδείξει αγοραστές για την πώληση του ενδίκου διαμερίσματος, η δε μάρτυρας απόδειξης, σύζυγός του, κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι η εντολή ήταν έγγραφη και εστάλη με courier.

Ότι τα ως άνω πραγματικά γεγονότα σχετικά με τις συνθήκες, υπό τις οποίες φέρεται ότι δόθηκε η από 18-12-2004 εντολή, είναι αντιφατικά μεταξύ τους, ενώ από τα προσκομιζόμενα φωτοαντίγραφα της από 18-12-2004 εντολής (ένα ασπρόμαυρο και το άλλο έγχρωμο), προκύπτει ότι η φερόμενη εντολή αφορά σε διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου και όχι του πρώτου ορόφου, το οποίο ήθελε να πωλήσει η εναγομένη πωλήτρια και για το οποίο καταχωρίσθηκε σχετική αγγελία με επιμέλειά της.

Ότι αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι την 19-7-2005, η εναγομένη πωλήτρια απέστειλε στον ενάγοντα, με τη μέθοδο της ταχυμεταφοράς, τα κλειδιά του επίμαχου διαμερίσματος και λίγο αργότερα ζήτησε από αυτόν να τα επιστρέψει, ο οποίος τα απέστειλε ταχυδρομικά την 18-8-2005. Ότι με βάση τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον ο ενάγων κατά τον κρίσιμο χρόνο (2004-2005) δεν ήταν εγγεγραμμένο μέλος του οικείου επαγγελματικού επιμελητηρίου και, συνεπώς, δεν δικαιούται να αξιώσει μεσιτική αμοιβή βάσει των διατάξεων περί μεσιτείας, αφού η σύναψη σύμβασης μεσιτείας, χωρίς να πληρούται η ανωτέρω προϋπόθεση, είναι άκυρη.

Ότι πέραν τούτου, στην προκειμένη περίπτωση, η εμπράγματη δικαιοπραξία, που καταρτίσθηκε μεταξύ της πωλήτριας και των αγοραστών, δυνάμει του …06/9-9-2005 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Μ.- Π. Μ.- Σ., αντί τιμήματος 64.889,75 ευρώ, δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίσθηκε συνεπεία μεσιτικών ενεργειών του ενάγοντος, αλλά ήταν αποτέλεσμα προηγούμενων ενεργειών της πωλήτριας, η οποία προέβη σε σχετική αγγελία σε εφημερίδα, οι δε ενδιαφερόμενοι αγοραστές (δεύτερος και τρίτη των εναγομένων) είχαν ήδη επισκεφθεί το επίμαχο διαμέρισμα πριν την υπογραφή της από 1-8-2005 εντολής από το δεύτερο εναγόμενο, οι δε ως άνω εντολές φέρουν εσφαλμένα στοιχεία ως προς τον όροφο του διαμερίσματος, που η πωλήτρια προτίθετο να πωλήσει και ως προς τη διεύθυνση αυτού, κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω.

Κατόπιν αυτών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και, κατά παραδοχή των εφέσεων των εναγομένων, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη 595/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών (με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, ερήμην των εναγομένων, και υποχρεώθηκε η πρώτη εξ αυτών να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.531,39 ευρώ, οι δε λοιποί εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 1.531,39 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις), και αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή, την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη.

6.Με την κρίση αυτή, το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 703 εδ. α' ΑΚ και δεν την παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, διότι δέχθηκε σαφώς και με πλήρη αιτιολογία ότι η πώληση του ακινήτου, που καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης, ως πωλήτριας και των λοιπών εναγομένων (2ου και 3ης), ως αγοραστών, δεν υπήρξε απότοκος μεσιτικής δραστηριότητας του ενάγοντος, καθόσον μεταξύ της ενέργειας του τελευταίου και της σύναψης της σύμβασης, δεν υπάρχει σχέση αιτίου προς αποτέλεσμα, αλλά ήταν αποτέλεσμα προηγούμενων ενεργειών της πωλήτριας, η οποία δημοσίευσε σχετική αγγελία, οι δε εναγόμενοι αγοραστές είχαν ήδη επισκεφθεί το ακίνητο πριν την υπογραφή της από 1-8-2005 εντολής από το δεύτερο εναγόμενο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 560 αρ.1α' και αρ.6 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η περιλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση από το άρθρο 560 αρ.1β' ΚΠολΔ, με την οποία ο αναιρεσείων προσάπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχθείσα ότι η συναφθείσα αγοραπωλησία δεν υπήρξε απότοκος των δικών του ενεργειών, δεν έλαβε υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία μόνο οι δικές του ενέργειες ήταν απολύτως πρόσφορες να επιφέρουν το αποτέλεσμα της σκοπούμενης σύμβασης, είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού συνδέεται με τη διαπίστωση πραγματικών γεγονότων και όχι με την υπαγωγή αυτών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου ή με την ερμηνεία του κανόνα δικαίου.

Αλλά και αν ήθελε εκτιμηθεί, ότι με την αιτίαση αυτή προσάπτεται παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην έννοια της αιτιώδους συνάφειας, και πάλι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι ούτε κατά τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος διαπιστώνεται τέτοια παραβίαση από το δικαστήριο, που δίκασε ως εφετείο.

7.Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μίας από αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, που προσβάλλουν τις λοιπές, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης από το άρθρο 560 αρ.1, 5 και 6 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενος: α) ευθεία παραβίαση, με εσφαλμένη εφαρμογή, των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του π.δ. 248/1993, β) έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των πιο πάνω διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και γ) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, τα οποία επικαλέσθηκε για την απόδειξη της ιδιότητάς του ως μεσίτη και τη νόμιμη άσκηση από αυτόν της συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας, τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο εξεταζόμενος λόγος, και κατά τα τρία μέρη του που αναφέρονται στην επάλληλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελής, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, δεν τελεσφόρησε η προσβολή με τον πρώτο λόγο αναίρεσης της κατά τα ανωτέρω επάλληλης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η πώληση του ακινήτου δεν υπήρξε απότοκος μεσιτικής δραστηριότητας του ενάγοντος, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.

8.Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠολΔ (που προστέθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ.2 του αυτού άρθρου και νόμου), η οποία είναι ταυτόσημη με αυτή του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, θεμελιώνει τον προβλεπόμενο ως άνω λόγο αναίρεσης, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, με την προϋπόθεση της παραδεκτής προβολής τους, συγκροτούν τη βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 25/2003), όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, οι οποίοι αποκρούονται ή γίνονται δεκτοί με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβάσιμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδείξεων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 576/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αρ.5 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι δεν έλαβε υπόψη τους νομίμως προταθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του, σε απάντηση του πρώτου λόγου της έφεσης της πρώτης αναιρεσίβλητης, οι οποίοι είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, γιατί αποδείκνυαν ότι τα κλειδιά του επίμαχου διαμερίσματος τα είχε στείλει σε αυτόν η πωλήτρια, με αποκλειστικό σκοπό την άσκηση των μεσιτικών διαμεσολαβητικών ενεργειών του, σε χρόνο που δεν είχε προηγηθεί η επίδειξη του διαμερίσματος από το διαχειριστή της πολυκατοικίας.

Επίσης, είχε επικαλεσθεί, προβάλλοντας πραγματικούς ισχυρισμούς σε αντίκρουση συλλήβδην των έντεκα λόγων της έφεσης της πρώτης αναιρεσίβλητης, ότι αποδείχθηκε η αιτιώδης συνάφεια της διαμεσολάβησής του, ως μεσίτη, μεταξύ της πωλήτριας και των αγοραστών, ώστε τελικά να καταλήξουν στην κατάρτιση της σκοπούμενης πώλησης, η οποία ήταν αποτέλεσμα της δικής του δραστηριότητας.

Ο εξεταζόμενος λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενοι ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αλλά αποτελούν επιχειρήματα και συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Οι περιεχόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις ότι δεν λήφθηκαν υπόψη πράγματα, που αποδείκνυαν ότι μόνο κατόπιν της διαμεσολάβησης της βοηθού εκπλήρωσης- συζύγου του αναιρεσείοντος και της επίδειξης από αυτή του διαμερίσματος, την 1-8-2005, είχε ως αποτέλεσμα να καταλήξουν οι δεύτερος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων στην αγορά αυτού, γεγονότα που είχαν επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία, αν είχαν ληφθεί υπόψη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα κατέληγε στην παραδοχή της αγωγής, είναι απαράδεκτες, διότι, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας της ανωτέρω διάταξης, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΚΠολΔ 561 παρ.1).

9.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), ενώ για τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους δεν θα επιδικασθούν δικαστικά έξοδα, λόγω μη παράστασης αυτών στην αναιρετική δίκη και εντεύθεν μη υποβολής σχετικού αιτήματος (ΚΠολΔ 106).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-6-2016 και με αριθμό κατάθεσης 71/23-6-2016 αίτηση για αναίρεση της 1317/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, Α. Α. του Ε..

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Ιουλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Αυγούστου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 2 της 1040/2019 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου