Legislator Case Law & Legislation
1036/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against default judgment in voluntary debt restructuring case due to insufficient evidence of insolvency.

Case Number 1036/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a final default judgment rendered in a voluntary debt restructuring case. The appellants argued the lower court failed to verify the debtors' actual monthly income against their total debt obligations. The court found the appeal admissible because the statutory procedure requires the court to independently verify the debtor's financial situation to determine insolvency, a fact not established by the parties' submissions alone.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 560, 744, 759, 746 of the Code of Civil Procedure; In voluntary debt restructuring proceedings, the court must independently verify the debtor's financial solvency and cannot rely solely on party submissions to determine insolvency.

Keywords

AI generated
voluntary debt restructuring insolvency verification default judgment appeal independent fact-finding Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 553, paragraph 1, item b of the Code of Civil Procedure
Article 560, paragraph 6 of the Code of Civil Procedure
Article 744 of the Code of Civil Procedure
Article 759, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8, paragraph 6, item b of Law 3869/2010
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1036 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1036/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και ήδη "... Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Α. του Φ., 2) Σ. Μ. του Μ., συζ. Σ. Α., κατοίκων Πατρών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λεκέα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Τράπεζα ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-9-2013 αίτηση των 1ου και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1197/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 219/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 1η και 2η των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, από 18-6-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 286/2019), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλει τη με αριθ. 219/2019 τελεσίδικη, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην της πιστώτριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς, για τη παραδεκτή άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ανωτέρω πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία, που δικάστηκε ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.

Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 του ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.

β` περ. β` του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με τη καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 58/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 805/2019).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τη προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για τη παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. με 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της μετέχουσας στη πρωτόδικη δίκη ως δεύτερης καθής η αίτηση των αιτούντων πιστώτριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...

ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. 5η σελίδα αυτής), είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά τη δικάσιμο της 7-12-2018 ενώπιον του ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η δε συζήτηση της υπόθεσης έγινε με επίσπευση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...-...

AE" και ότι η συζήτηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο χώρισε σαν να ήταν και αυτή (απολειπόμενη) παρούσα (άρθρο 764 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Επομένως, ως προς την ανωτέρω ανώνυμη τραπεζική εταιρία (εφόσον αυτή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, η δε συζήτηση της υπόθεσης έγινε με επίσπευση της εκκαλούσας), η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 548/2023, ΑΠ 1231/2023, ΑΠ 811/2023, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1058/2023, ΑΠ 1508/2022).

Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ` άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ΚΠολΔ και ως προς την ανωτέρω τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", απορριπτομένου του ισχυρισμού του πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων περί απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος προβάλλεται παραδεκτά, κατ' άρθρο 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ, με τις από 26-3-2024 προτάσεις τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωσή προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

β` και γ` του ΚΠολΔ, η οποία, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση για τη μετ` αναβολή δικάσιμο του απολειπόμενου διαδίκου, όταν ο τελευταίος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (AP 48/2023, ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 1173/2022, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 805/2019).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, τη συζήτηση της υπό κρίση από 18-6-2019 αίτησης αναίρεσης, επισπεύδει η αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...-... AE". Αυτή είχε προσδιοριστεί ενώπιον του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου αρχικά για τη δικάσιμο της 28-1-2022, με αύξ. αριθμό πινακίου 17, κατά την οποία ματαιώθηκε "λόγω των αιφνιδίων και εκτάκτων καιρικών φαινομένων της 27ης και 28ης Ιανουαρίου 2022", σύμφωνα με την με αριθ. 4035/26-1-2022 απόφαση [ΦΕΚ Β'190/26-1-2022] του Υπουργού Δικαιοσύνης περί αναστολής λειτουργίας Δικαστηρίων και Εισαγγελιών της Περιφέρειας Αττικής και Κρήτης και επαναπροσδιορίστηκε, αυτεπαγγέλτως, για τη δικάσιμο της 18-11-2022, με αύξ.

αριθμό πινακίου 36, όπως προκύπτει από την από 24-2-2022 πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου με γνωστοποίηση της ημερομηνίας της νέας αυτής δικασίμου με ανάρτησή της στη πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στο site του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr και στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr (ΑΠ 374/2021), κατά τη δικάσιμο δε αυτή αναβλήθηκε για τη παρούσα δικάσιμο (19-4-2024), με αύξ.

αριθμό πινακίου 24, για την οποία (δικάσιμο) οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσίβλητων, κλήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, όπως εμφαίνεται από α) τις με αριθ. 7676Β'/8-2-2024 και 7675Β'/8-2-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Πατρών Κ. Κ. και β) την επίδοση της με αριθ. 1/4-1-2023 βεβαίωσης αναβολής του Γραμματέα του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, όπως εμφαίνεται από τις με αριθ. 7674Β'/8-2-2024 και 7688Β'/13-2-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Πατρών Κ.

Κ., αντίστοιχα, που προσκομίζει με επίκληση η αναιρεσείουσα. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει, με τις προτάσεις της, η δεύτερη των αναιρεσίβλητων περί απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης λόγω έλλειψης επίδοσης σε αυτήν κρίνονται απορριπτέα, επιπρόσθετα δε με τη νόμιμη παράστασή της καλύφθηκε η επικαλούμενη ακυρότητα της κλήτευσής της (ΑΠ 48/2023).

Παράλληλα, όπως εμφαίνεται από τις με αριθ. 10548Α'/6-2-2024 και 10549Α'/6-2-2024 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στη περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Ο. Σ., που προσκομίζει, με επίκληση η αναιρεσείουσα, η καθολική διάδοχος της τρίτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας (... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ) με την επωνυμία "... ATE", κλήθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τα παραπάνω, για τη παρούσα δικάσιμο.

Επομένως, αφού η τελευταία δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 769 του ΚΠολΔ, που ορίζει τους δικαιούμενους να ασκήσουν αναίρεση στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, "αναίρεση έχουν δικαίωμα να ασκήσουν, και αν νίκησαν, ο αιτών, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνοι που άσκησαν κύρια και πρόσθετη παρέμβαση και οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί τους, καθώς και ο εισαγγελέας πρωτοδικών.

Οι διατάξεις του άρθρου 762 εφαρμόζονται και εδώ". Ως προς τη παθητική νομιμοποίηση, η παρούσα διάταξη παραπέμπει στο άρθρο 762 του ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τη παθητική νομιμοποίηση της έφεσης κατά των αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και συνεπώς, η διάταξη αυτή, που ορίζει ότι "αν περισσότεροι έλαβαν μέρος στη πρωτόδικη δίκη, η έφεση που ασκεί ένας από αυτούς απευθύνεται κατά των άλλων ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους" εφαρμόζεται και για την παθητική νομιμοποίηση της αναίρεσης κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία αυτή.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 εδ. α` του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα (άρθρο 760 εδ. α`του ΚΠολΔ), το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να δικάσει το ένδικο μέσο, επομένως και την αναίρεση, κατά απόφασης που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, μπορεί να διατάξει τη κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη, το οποίο μπορεί να στηρίζεται και στο γεγονός ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί στη δίκη αυτή, εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις αυτού οπότε εφαρμόζονται τα άρθρα 76, 77, 78 του ΚΠολΔ για την αναγκαστική ομοδικία.

Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι το ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση, κατά απόφασης που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, πρέπει να απευθύνεται εναντίον όλων εκείνων, που έλαβαν μέρος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όχι όμως με κύρωση το απαράδεκτο (ΑΠ 180/2022, ΑΠ 153/2017).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 24-9-2013 (αριθ.

έκθ. κατάθ. 1371/2013) αίτησή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών, οι αιτούντες-οφειλέτες και ήδη πρώτος και δεύτερη των αναιρεσίβλητων, επικαλούμενοι ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών προς τις καθών η αίτηση και προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες τραπεζικές εταιρίες, ζήτησαν τη διευθέτηση των οφειλών τους από το δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή τους από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών τους έναντι των πιστωτριών τραπεζών, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχαν υποβάλει, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή περιουσιακή τους κατάσταση, όπως αναλυτικά την περιέγραφαν στην αίτησή τους, καθώς επίσης, να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία τους.

Με την με αριθ. 1197/2017 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η αίτηση απορρίφθηκε ως προς τη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", καθόσον η ένταξη προς ρύθμιση του δανείου από την εν λόγω πιστώτρια δεν ήταν νόμιμη αφού η δανειακή σύμβαση μεταξύ της δεύτερης των αιτούντων και της πιστώτριας καταρτίστηκε σε χρονικό διάστημα μικρότερο του έτους από τη κατάθεση της από 24-9-2013 αίτησης, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσία ως προς τις λοιπές μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες.

Κατά της απόφασης αυτής, η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...-... AE", ως καθολική διάδοχος της πρώτης των καθών η αίτηση ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, την από 22-2-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 19/2018) έφεση, την οποία απηύθυνε κατά των αιτούντων και ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων και κοινοποίησε το δικόγραφό της (έφεσης) και στη δεύτερη των καθών η αίτηση ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...

Τράπεζα ΑΕ" και στη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", ως προς την οποία, όπως προαναφέρθηκε, απορρίφθηκε η αίτηση. Επί της έφεσης εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθ. 219/2019 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ` ουσία.

Κατά της ως άνω απόφασης η εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...-... AE", άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης η οποία απευθύνεται παραδεκτά κατά των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι νομιμοποιούνται παθητικά (άρθρ. 558 του ΚΠολΔ), ενώ η μη απεύθυνση της αναίρεσης και κατά της διαδίκου στο Εφετείο - πιστώτριας τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", δεν δημιουργεί το απαράδεκτο της συζήτησης, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσίβλητων με τις προτάσεις τους (ΑΠ 153/2017), ενώ στη προκειμένη περίπτωση δεν απαιτείται κλήτευση της τελευταίας, ως προς την οποία απορρίφθηκε η αίτηση και δεν έχουν οι εν λόγω πιστωτές μεταξύ τους αντίθετα συμφέροντα.

Μετά τα παραπάνω και εφόσον η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α' 87), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 225 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους και μετά την εκκρεμοδικία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, υπό τους όρους και προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Η μεταβίβαση όμως του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης, αλλά η δίκη συνεχίζεται μεταξύ των αρχικών διαδίκων, εωσότου νομίμως περατωθεί.

Ο ειδικός διάδοχος του δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου και δεν εισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του, διαδίκου, αλλά έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση. Εξάλλου η δικαστική ρύθμιση των οφειλών, που ανοίγει με την αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, αποτελεί μη γνήσια υπόθεση της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή γνήσια ιδιωτικού δικαίου διαφορά, που για λόγους σκοπιμότητας έχει υπαχθεί στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Συνέπεια δευτερογενούς διάγνωσης συγκεκριμένου δικαιώματος δικαστικής διάπλασης αποτελεί, αντίθετα, η επιδιωκόμενη διάπλαση στις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας. Σ' αυτές το αντικείμενο της δίκης ταυτίζεται προς το αντίστοιχο αντικείμενο της δίκης της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας και ιδίως με το αντικείμενο της διαπλαστικής αγωγής.

Συνεπώς και στις διάφορες του ν. 3869/2010 εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 225 του ΚΠολΔ, που όπως προαναφέρθηκε ορίζει ότι η διάθεση του περιουσιακού δικαιώματος, στο οποίο αφορά το αιτούμενο ρυθμιστικό μέτρο εκούσιας δικαιοδοσίας, είναι έγκυρη και η σχετική διαδικασία συνεχίζει τη πορεία της ακώλυτα, επειδή όμως ο μεταβιβάζων δεν είναι πλέον ο πραγματικός δικαιούχος του επίδικου πράγματος, μεταβάλλεται η νομιμοποίησή του και καθίσταται μη δικαιούχος διάδικος (άρθρο 225 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Φυσική συνέπεια της άνω θέσης είναι ότι ο διάδικος που μεταβίβασε το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα νομιμοποιείται στη διεξαγωγή της σχετικής δίκης, ο δε ειδικός διάδοχος του αρχικά νομιμοποιούμενου έχει δικαίωμα, να ασκήσει παρέμβαση είτε κύρια είτε πρόσθετη, η οποία λόγω της επέκτασης του δεδικασμένου της δίκης και σε αυτόν, θα χαρακτηριστεί αυτοτελής (ΑΠ 668/2023, ΑΠ 877/2019, ΑΠ 1073/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 556 του ΚΠολΔ "δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικηθούν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι, που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι.

Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 68 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον", προκύπτει ότι, κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης, είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον.

Το έννομο αυτό συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη, που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη, εξάλλου, του διαδίκου υπάρχει, όταν, κατά κανόνα, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του.

Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά κανόνα, να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος (ΑΠ 978/2023, ΑΠ 490/2021, ΑΠ 401/2017, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 640/2015, ΑΠ 226/2014). Έτι περαιτέρω, με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης, στις 24-9-2013, της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με τη παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής", ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του ως άνω νόμου 3869/2010 (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το ν. 4336/2015) "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη.

Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για τη κάλυψη των ευλόγων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμόμενου".

Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για το προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για το καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για το προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 144/2023, ΑΠ 811/2023, ΑΠ 978/2023, ΑΠ 507/2020, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 1544/2023).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρ. 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 130/2020, ΑΠ 509/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον (μοναδικό) αναιρετικό λόγο, από τον αριθ. 1 εδ. α' και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα, παραθέτοντας τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που ενδιαφέρουν στη παρούσα αναιρετική δίκη, προσάπτει στην απόφαση αυτή την αιτίαση ότι, σχετικά με την κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για το ότι οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσίβλητων - αιτούντες περιήλθαν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, ναι μεν αναφέρονται τα ετήσια και μηνιαία (καθαρά) εισοδήματά τους και οι βασικές, τουλάχιστον, βιοτικές ανάγκες των ιδίων και της οικογένειάς τους (προστατευόμενων μελών της), όχι, όμως, και το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεών τους για την εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων και, έτσι, παραβιάστηκε η διάταξη, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010.

Σχετικά με τον ως άνω αναιρετικό λόγο, από τη προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρ. 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, αναφορικά με το ζήτημα αυτό δηλ. αναφορικά με τη περιέλευση των αιτούντων σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, στη συνέχεια δε για την ουσιαστική απόρριψη της έφεσης, δέχτηκε τα ακόλουθα: "......ο αιτών, 43 ετών, είναι ιατρός παθολόγος-Επιμελητής Α' στη παθολογική κλινική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Πατρών.

Η αιτούσα, σύζυγος του πρώτου, 41 ετών, είναι ιδιώτης ιατρός αιματολόγος. Οι αιτούντες έχουν αποκτήσει δύο (2) τέκνα, ηλικίας 12 και 8 ετών. Τα ετήσια εισοδήματα των αιτούντων είναι τα εξής: I] του αιτούντος: α) το έτος 2011, 29.944,70 ευρώ (2.495,40 € μηνιαίως), β) το έτος 2012, 26.252,78 ευρώ (2187,73 € μηνιαίως), γ) το έτος 2013, 27.272,71 ευρώ (2272,72 € μηνιαίως), δ) το έτος 2014, 26.327,40 ευρώ (2193,95 € μηνιαίως), ε) το έτος 2015, 27.619,78 ευρώ (2301,64 € μηνιαίως), στ) το έτος 2016, 30.099,27 ευρώ (2508,27 € μηνιαίως) και ζ) το έτος 2017, 35.160,48 ευρώ (2930,04 € μηνιαίως) και II] της αιτούσας:

α) το έτος 2011, 16.805,29 ευρώ (1400,44 € μηνιαίως), β) το έτος 2012, 21.746,87 ευρώ (1812,23 € μηνιαίως), γ) το έτος 2013, 7.299,83 ευρώ (608,31 € μηνιαίως), δ) το έτος 2014, 1.748,49 ευρώ 145,70 (€ μηνιαίως), ε) το έτος 2015, 6.744,34 ευρώ (562,02 € μηνιαίως), στ) το έτος 2016, 4.547,42 ευρώ (378,95 € μηνιαίως) και ζ) το έτος 2017, 3.793,14 ευρώ (316,09 € μηνιαίως). Η αιτούσα, ως ασκούσα ελεύθερο επάγγελμα, διατηρεί μισθωμένο ιατρείο στη Πάτρα, αντί μηνιαίου μισθώματος ύψους 350 ευρώ και επιβαρύνεται περαιτέρω με πάγια έξοδα (αυτασφάλισης, συντήρησης ιατρείου κλπ), ενώ δεν έχει σταθερά εισοδήματα, καθόσον αποκτά σταδιακά φήμη.

Οι αιτούντες διαθέτουν τα εξής περιουσιακά στοιχεία: 1) είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας - διαμερίσματος του έκτου ορόφου, εμβαδού 129,24 τ.μ., με βοηθητικό χώρο (αποκλειστική χρήση ανοικτής θέσης στάθμευσης) εμβαδού 12,60 τ.μ., οικοδομής κείμενης στη Πάτρα και επί της οδού ..., ανεγερθείσης το έτος 2005, με ΚΑΕΚ ..., το οποίο απέκτησαν δυνάμει του υπ' αρ. ...

συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πατρών Β. Ρ.- Κ., νομίμως καταχωρηθέντος στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού ..., 2) συγκύριοι σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος της υπό στοιχεία Υ-3 αποθήκης του υπογείου, εμβαδού 9,69 τ.μ., στην ίδια ως άνω οικοδομή, με ΚΑΕΚ ..., που απέκτησαν με τον προαναφερθέντα τίτλο κτήσης.

Το ως άνω δε διαμέρισμα αποτελεί τη κύρια κατοικία των αιτούντων και της οικογένειάς τους και έχει αντικειμενική αξία 156.126,60 ευρώ, 3) η αιτούσα είναι ψιλή κυρία διαμερίσματος εμβαδού 30,17 τ.μ. οικοδομής κείμενης στη Πάτρα και επί της οδού ..., έτους κατασκευής 1980, με ΚΑΕΚ ..., το οποίο απέκτησε δυνάμει του υπ' αρ. ...

συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πατρών Β. Γ., νομίμως μεταγεγραμμένου στο τόμο 2209 και με αριθμό 481, 4) η αιτούσα έχει στη κυριότητά της το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας "ΝΙSSΑΝ ΜΙCRΑ", 998 κ.εκ., έτους α' κυκλοφορίας 1999, αξίας 1.000 ευρώ και 5) ο αιτών έχει στην κατοχή του το υπ' αρ. κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας "SKODA YETI", 1.197 κ.εκ, έτους πρώτης κυκλοφορίας 2010, το οποίο αγόρασε με λήψη δανείου από τη δεύτερη καθ' ης πιστώτρια με παρακράτηση της κυριότητας αυτού από την πωλήτρια εταιρεία. Το μηνιαίο κόστος διαβίωσης των αιτούντων και των τέκνων τους, που αφορά την κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών των ίδιων και των ανήλικων τέκνων τους (διατροφή, ένδυση, υπόδηση, έξοδα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, λειτουργικά έξοδα οικίας, μετακινήσεις, ψυχαγωγία, δαπάνες για εκπαιδευτικές ανάγκες των ανηλίκων τέκνων τους), ανέρχεται στο ποσό των 1.600 ευρώ.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αιτήσεως, οι αιτούντες είχαν αναλάβει τα παρακάτω χρέη από τις μετέχουσες πιστώτριες: I] προς την ...-... Α.Ε.: α) οφειλή ποσού 162.142,85 ευρώ ως συνοφειλέτες από την υπ' αρ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου και β) οφειλή ποσού 111.807,73 ευρώ ως συνοφειλέτες από την υπ' αρ. 18004200 σύμβαση στεγαστικού δανείου, οι οποίες είναι εξασφαλισμένες με προσημειώσεις υποθήκης, II] προς την ...

Τράπεζα ΑΕ: α) ο αιτών έχει οφειλή ποσού 7.898,67 ευρώ από την υπ' αρ. ... "σύμβαση πώλησης αυτοκινήτου και χρηματοδότησης μέσω δανείου ή κάρτας", που συνήφθη μεταξύ της πιστώτριας, της πωλήτριας του αυτοκινήτου "... ΑΕ" και του αιτούντος- αγοραστή του αυτοκινήτου, ύψους 13.280,00 ευρώ για την αγορά του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου, υπό τον όρο της παρακράτησης της κυριότητας του οχήματος από την πωλήτρια εταιρεία και υπέρ της προειρημένης πιστώτριας μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του εντόκου δανείου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι προς ρύθμιση οφειλές του αιτούντος ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 281.849,25 ευρώ και της αιτούσης στο ποσό των 273.950,58 ευρώ.

Οι αιτούντες προέβησαν στη λήψη των ανωτέρω δανείων βασιζόμενοι στο ατομικό τους εισόδημα, το οποίο, κατά το χρόνο κατάρτισης των δανειακών τους συμβάσεων, ήταν σαφώς αυξημένο. Οι αιτούντες έλαβαν τα ως άνω δάνεια έχοντας την εύλογη πεποίθηση ότι θα είναι σε θέση να αποπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, μη δυνάμενοι να προβλέψουν τη σημαντική μείωση του εισοδήματός τους ένεκα της πολυετούς οικονομικής κρίσης στην οποία ευρίσκεται η χώρα από το έτος 2010, με αποτέλεσμα να περιέλθουν χωρίς αποκλειστικά δική τους υπαιτιότητα σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, αφού κατά το χρόνο ανάληψης του κύριου όγκου των οφειλών τους είχαν οικογενειακό εισόδημα, σημαντικά υψηλότερο και δη κατά 20.000 ευρώ περίπου μεγαλύτερο από αυτό που έχουν σήμερα.

Για το λόγο αυτό, οι αρμόδιοι υπάλληλοι των μετεχουσών τραπεζών, αφού έλεγξαν την πιστοληπτική τους ικανότητα έκριναν ικανοποιητικά τα εισοδήματά τους και ενέκριναν τη χορήγηση των επίδικων δανείων.

Συνεπώς, δεν συνέτρεχε στα πρόσωπα των αιτούντων ούτε αρχικός, αλλά ούτε επιγενόμενος δόλος, αφού δεν προέκυψε ότι κατά το χρόνο ανάληψης των χρεών τους βρισκόταν σε υπέρμετρη οικονομική αδυναμία, ούτε υπήρχε τότε δυνατότητα πρόβλεψης τέτοιας αδυναμίας τουλάχιστον για το εγγύς μέλλον, όσο δηλαδή μπορούσαν να προβλέψουν με βάση τα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα της εποχής και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για αλόγιστο υπερδανεισμό.

Περαιτέρω, η αδυναμία των αιτούντων για πληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους είναι μόνιμη, επειδή δεν διαφαίνεται αύξηση του εισοδήματός τους κατά τα προσεχή έτη, τέτοιου μεγέθους που να τους επιτρέψει να είναι συνεπείς στις αναληφθείσες οικονομικές τους υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις δανειακές τους συμβάσεις.

Κατόπιν όλων αυτών συντρέχουν στα πρόσωπά τους οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010. Τέλος, αποδείχθηκε ότι το διαμέρισμα, εμβαδού 30,17 τ.μ., οικοδομής κείμενης στη Πάτρα και επί της οδού ..., έτους κατασκευής 1980, με ΚΑΕΚ ..., που ανήκει στη ψιλή κυριότητα της δεύτερης των αιτούντων, λόγω του είδους του εμπραγμάτου δικαιώματος της αιτούσης επ' αυτού (ψιλή κυριότητα), του μικρού εμβαδού του (30,17 τ.μ.), της παλαιότητός του (38 ετών), της παλαιού τύπου κατασκευής του με βάση τη πολεοδομική νομοθεσία και τη μικρή, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, αντικειμενικής του αξίας, κρίνεται ως βέβαιο ότι δεν θα καρποφορούσε η ρευστοποίησή του, δεν θα επέφερε σημαντικό ποσό για την ικανοποίηση των πιστωτριών της αιτούσας, το οποίο δεν θα επαρκούσε καν για τη κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας ρευστοποίησης.

Ενόψει αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε και ορθώς ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενων όλων των λοιπών λόγων της ένδικης εφέσεως ως αβασίμων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της κατ' ουσία....''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 22-2-2018 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης 1197/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών, που είχε κρίνει ομοίως. Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών του πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων-αιτούντων, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με το τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Και αυτό, διότι, αφού δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων των ως άνω αναιρεσίβλητων-αιτούντων για την εξυπηρέτηση των δανείων τους, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί. από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων τους (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για τη κάλυψη των βιοτικών αναγκών των ιδίων και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς τους, δηλ.

για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 144/2023, ΑΠ 978/2023, ΑΠ 1913/2022, ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1208/2017), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παράλληλα, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν οι αναιρεσίβλητοι- οφειλέτες μπορούν να ικανοποιήσουν όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να υπαχθούν στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, ή αν, αντίθετα, τα εισοδήματά τους δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της ως άνω σχετικής σκέψης.

Με άλλα λόγια, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται ότι τα αναγραφόμενα καθαρά εισοδήματα καθενός των αναιρεσίβλητων ανέρχονταν κατά τα έτη 2011-2017 στα προαναφερόμενα ποσά (ετησίως και κατά μήνα) επαρκούσαν για τη κάλυψη, αφενός μεν, των βιοτικών αναγκών των ιδίων και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς τους, δεν επαρκούσαν όμως για την εξόφληση των μηνιαίων δόσεων προς τις δύο πιστώτριες, ώστε να εξοφληθεί η συνολική οφειλή των 281.849,25 και 273.950,58 ευρώ, αντίστοιχα, δεν προσδιορίζει το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεών τους (αναιρεσίβλητων) για την εξυπηρέτηση των δανείων τους, με επακόλουθο να μην μπορεί να κριθεί αν αυτοί είχαν περιέλθει ή όχι σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών τους.

Συνεπώς, ο σχετικός, από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος, με τη περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες, είτε μη γνήσιες) εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ` άρθρ. 3 εδ. β` του ν. 3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 507/2020, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 636/2017).

Η αιτίαση δε των ως άνω αναιρεσίβλητων περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας στη πρόοδο της δίκης κρίνεται απορριπτέα, καθόσον κατά τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, ο διάδικος που μεταβίβασε το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα νομιμοποιείται στη διεξαγωγή της σχετικής δίκης. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν, για την άσκηση της αναίρεσης, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα).

Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσίβλητων κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδ.

β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "..... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 1513/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθ. 219/2019 τελεσίδικη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ