Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds, citing failure to raise new arguments in appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to appeal the First Instance Court's decision regarding debt restructuring. The appellants argued the lower court ignored their income data and defense of good faith, but the Court ruled these were merely evidentiary points already presented during the appeal phase. Consequently, the Court held that no new legal grounds existed for the appeal, leading to its rejection and the return of the appeal bond to the public treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 no. 5 and 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it relies solely on evidence or arguments already presented in the lower instance proceedings without raising new legal grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1035 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1035/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Ν. και 2) Ν. Κ. του Γ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Παπαναγιώτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "EFG EUROBANK ERGASIAS" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, που δήλωσε στο ακροατήριο, καθώς και στις από 12-1-2021 κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2013 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων και του Π. Β. - Χ. του Γ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 970/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2289/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-3-2019 αίτησή τους και τους από 25-11-2019 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους (ΑΠ 7/2007), αν υπάγονται, κατά κανόνα, στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Συνακόλουθα, θα πρέπει για τους λόγους που αναφέρονται στην ανωτέρω νομική σκέψη, να συνεκδικασθούν οι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εκκρεμείς υποθέσεις και συγκεκριμένα, η από 26-3-2019 αίτηση για αναίρεση της 2289/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και οι από 25-11-2019 ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι αυτής.
Η κρινόμενη από 26-3-2019 (με ειδ. αριθμό κατάθεσης 45/5-4-2019) αίτηση αναίρεσης κατά της 2289/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων επί εφέσεως κατά της 970/2016 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων" και οι από 25-11-2019 (αρ. κατ. 16-12-2019) πρόσθετοι λόγοι, έχουν ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες το παράβολο ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 33 του Ν. 4446/2016.
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 577 και 769 του ΚΠολΔ., είναι παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτών (άρθρο 577 αρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες μαζί με τον αιτούντα Π. Β.-Χ., άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 17-4-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3047/2013 αίτησή τους κατά της καθ' ης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και κατά της "ΒΜW AUSTRIA BANK" ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, ως προς την οποία όμως κηρύχθηκε ματαιωμένη η συζήτηση, επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπροθέσμων χρηματικών τους οφειλών, αιτούμενοι τη ρύθμιση των χρεών τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 3869/2010 λαμβανομένης υπόψη της οικογενειακής τους κατάστασης και των εισοδημάτων τους, προκειμένου να απαλλαγούν από τα χρέη τους.
Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 970/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία, δικάζοντας ερήμην του τρίτου αιτούντος, απέρριψε την ως άνω αίτηση και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς άπαντες τους αιτούντες. Οι δύο πρώτοι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες, προσέβαλαν την απόφαση αυτή με την από 7-4-2017 έφεσή τους, με αριθμό καταθ. 18933/2017, αιτούμενοι την εξαφάνισή της, παραπονούμενοι για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων όσον αφορά τη συνδρομή στο πρόσωπό τους του στοιχείου του δόλου, την οποία αρνούντο , ενώ εξάλλου κατέθεσαν, ενσωματώνοντας στις προτάσεις τους "πρόσθετους λόγους έφεσης", οι οποίοι ωστόσο, κατ' ορθή εκτίμηση του δικαστηρίου, αποτελούσαν μέρος των προτάσεων των εκκαλούντων, ανεξάρτητα από τον τίτλο που έφεραν, εφόσον ουδένα πρόσθετο λόγο περιείχαν.
Η έφεση έγινε τυπικά δεκτή, αλλά απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την 2289/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία οι ως άνω δύο αιτούντες προσβάλλουν με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. Α' εδ. 1 του Ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και την απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.
Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.
Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010).
Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου.
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 1299/2015, ΑΠ 1226/2014).
Περαιτέρω, πέραν των όσων έχουν εκτεθεί, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 1226/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/ 2011).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 του άρθρου 559 (αντίστοιχο 560 αρ. 6) ΚΠολΔ και 20 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 550/2019, ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δίκαιου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, η αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 1133/2018, ΑΠ 1195/2017, ΑΠ 91/2015).
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ήτοι έλλειψη νόμιμης βάσης με ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, με το να καταγνώσει σε βάρος τους ενδεχόμενο δόλο:
α) χωρίς να αναφέρει, να συνυπολογίσει τα ικανοποιητικά εισοδήματα της εγγυήτριας Μ. Κ. , ώστε να αξιολογήσει εάν αυτοί είχαν ενδεχόμενο δόλο στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς την πιστώτρια τράπεζα, κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ, καθώς και το άρθρο 27 ΠΚ, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου.
Περαιτέρω, με το συναφή δεύτερο αναιρετικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 και 6 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι δήθεν οι αναιρεσείοντες δεν επέδειξαν τη συμπεριφορά συνετού καταναλωτή και ότι δήθεν περιήλθαν με ενδεχόμενο δόλο σε αδυναμία πληρωμών, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 330, 847, 851 και 854 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε και ειδικότερα:
Με το πρώτο σκέλος του ως άνω αναιρετικού λόγου αιτιάται την προσβαλλομένη ότι δεν αναφέρθηκε στον ισχυρισμό τους περί "γενναίων" εισοδημάτων της εγγυήτριας Μ. Κ., η οποία ευθύνετο εις ολόκληρον με αυτούς για την έκταση της κύριας οφειλής. Εξάλλου, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω (δεύτερου) αναιρετικού λόγου, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 6 ΚΠολΔ, ήτοι για εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω διατάξεων, επειδή δεν αναφέρεται -για τους αναιρεσείοντες- πότε πλήρωσαν, αν δεν πλήρωσαν καθόλου, αν πλήρωσαν πότε σταμάτησαν να πληρώνουν, ενώ αυτοί ισχυρίστηκαν με την έφεσή τους, ότι ήταν ενήμεροι επί 5,5 έτη, με επακόλουθο να μην μπορεί να κριθεί αν συντρέχει το στοιχείο του δόλου στο πρόσωπό τους.
Τέλος, με τον πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεώς τους, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, αφού δέχθηκε όσον αφορά το στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου στο πρόσωπό τους, αποδίδοντας στο νόμο διαφορετικό νόημα και χωρίς τις προϋποθέσεις που θέτει σωρευτικά η νομολογία του Αρείου Πάγου, ήτοι, εκτός από "την απόλαυση μεγάλου ύψους τραπεζικών προϊόντων" και "την συμφωνία με ικανό αριθμό τραπεζικών ιδρυμάτων", την οποία όμως (δεύτερη) προϋπόθεση, δεν αναφέρει η προσβαλλομένη απόφαση.
Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με το ενδιαφέρον εν προκειμένω θέμα του στοιχείου του δόλου, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε ως προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία, τα ακόλουθα περιστατικά: " Ο πρώτος των αιτούντων Γ.
Κ., ηλικίας 38 ετών σήμερα, είναι άγαμος και ο δεύτερος Ν. Κ., είναι ηλικίας 67 ετών, έγγαμος με την Κ. Χ., με την οποία έχει αποκτήσει δύο τέκνα, ήτοι τον ως άνω πρώτο αιτούντα και την Μ. Κ. επίσης ενήλικη (γεν. 1978). Ο πρώτος αιτών έχει την πλήρη κυριότητα, σε ποσοστό 100%, ενός διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου επιφανείας 68,15 τ.μ.
σε θέση στάθμευσης επιφανείας 22,28 τ.μ. και υπόγεια αποθήκη (ΑΠ-4) επιφανείας 10 τ.μ. σε οικοδομή έτους κατασκευής 2006 στον …., στην οδό .... Ο δεύτερος αιτών έχει, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, την πλήρη κυριότητα ενός διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου επιφανείας 83,72 τ.μ. σε οικοδομή έτους κατασκευής 1991 στον …, στην οδό ....
Ο Γ. Κ. έχει συνάψει με την καθ'ης "EUROBANK" τη με αριθμό …/…./….-11-2006 σύμβαση στεγαστικού δανείου στην οποία ενέχεται ως οφειλέτης, ο δε δεύτερος Ν. Κ. καθώς και ο Π. Β.-Χ. έχουν συμβληθεί ως εγγυητές την ανωτέρω σύμβαση μαζί με τη Μ. Κ. του Ν., ύψους οφειλής 237.932,006 ευρώ, σύμφωνα με την από ….-5-2016/… βεβαίωση της καθ'ης, δεδομένου ότι η απαίτηση αυτή, ως εμπραγμάτως ασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, συνεχίζει να εκτοκίζεται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως με επιτόκιο ενήμερης οφειλής (άρθρο 6 παρ.3).
Επίσης, ο Γ. Κ. οφείλει στην καθ' ης ποσό 1.989,786 από ένα καταναλωτικό δάνειο και ποσό 324.156 από μία πιστωτική κάρτα, ήτοι συνολικά 239.705,936 ευρώ. Ο δεύτερος αιτών Ν. Κ., οφείλει στην καθ' ης, πέραν του στεγαστικού, και 688,626 ευρώ από ένα καταναλωτικό δάνειο, ήτοι συνολικά 238.059,796 ευρώ. Το οικονομικό έτος 2007 (εισοδήματα αποκτηθέντα από 1-1-2006 μέχρι 31-12-2006), οπότε ο Γ.
Κ. ανέλαβε το ανωτέρω δάνειο, τα δηλωθέντα εισοδήματά του στην ΔΟΥ , ως προκύπτει από το αντίστοιχο εκκαθαριστικό σημείωμα, ανέρχονταν στο ποσό των 7.025,49 ευρώ ετησίως, προερχόμενα από μισθωτές υπηρεσίες. Το οικονομικό έτος 2008, τα εισοδήματά του ανέρχονταν στο ποσό των 7.910,56 ευρώ επίσης από μισθωτές υπηρεσίες.
Ως προκύπτει από βεβαίωση διακοπής εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία της ΔΟΥ Αγίου Δημητρίου, ο Γ. Κ., την 8-6-2010 έκανε έναρξη εργασιών με κύριο αντικείμενο: εργασίες τοποθέτησης κινητών χωρισμάτων και ψευδοροφών σε κατασκευές και δευτερεύουσα δραστηριότητα: υπηρεσίες φύλαξης και εργασίες χρωματισμών.
Την δραστηριότητά του αυτή τη διέκοψε την 31-12-2015. Από το εκκαθαριστικό σημείωμα του οικ. Έτους 2013 προκύπτει ότι τα δηλωθέντα εισοδήματά του, για το ως άνω έτος, ανήλθαν στο ποσό των 11.946,65 ευρώ. Ακολούθως, το φορ. έτος 2014 τα δηλωθέντα εισοδήματά του ανήλθαν στο ποσό των3.956,57 ευρώ και το φορ. έτος 2017 στο ποσό των 908 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και στο ποσό των 2.430 ευρώ από επίδομα ανεργίας.
Σύμφωνα δε, με την από 1-10-2018 βεβαίωση του ΟΑΕΔ, ο Γ. Κ. είναι εγγεγραμμένος, στο μητρώο ανέργων του ΟΑΕΔ για το διάστημα από 22-4-2017 έως την 1-10-2018. Επιπλέον ο Γ. Κ., εξεταζόμενος ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου δήλωσε ότι οι μηνιαίες δόσεις των δανείων που ανέλαβε ανέρχονταν στο ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως, ενώ ο ίδιος προσδιορίζει, στην κρινόμενη αίτησή του, το κόστος ζωής του στο ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως.
Ακολούθως ο Ν. Κ., κατά το οικονομικό έτος 2007, δήλωσε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ύψους 4.346,32 ευρώ, το οικονομικό έτος 2008 δήλωσε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ποσού 17.601,99 ευρώ, ενώ τα έτη 2013 μέχρι 2015 δηλώνει μηδενικό εισόδημα. Σύμφωνα δε, με την από 1-10-2018 βεβαίωση του ΟΑΕΔ ο Ν. Κ., είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο ανέργων από την 18-7-2011 μέχρι την 1-10-2018.
Ο ίδιος προσδιορίζει το κόστος διαβίωσής του στο ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως. Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές, λαμβανομένου υπόψη και του μηνιαίου κόστους διαβίωσης των αιτούντων, ότι βρίσκονται σε αδυναμία εξόφλησης των δανειακών τους υποχρεώσεων, ως αναλύθηκαν ανωτέρω, οι οποίες είναι υπέρογκες σε σχέση με τα εισοδήματά τους.
Ωστόσο, σαφώς συνάγεται από τα ανωτέρω ότι οι αιτούντες βρισκόντουσαν σε αδυναμία εξόφλησης αυτών και κατά το χρόνο λήψης τους, αφού το εισόδημά τους ήταν τέτοιο που δεν τους επέτρεπε την ανάληψη - και καθιστούσε αντίστοιχα αδύνατη την εξόφληση- αυτών, λαμβανομένου υπόψη ότι οι δανειακές υποχρεώσεις του πρώτου αιτούντος ανέρχονται στο ποσό των 239.705,936 ευρώ και του δευτέρου αιτούντος στο ποσό των 238/059,796 ευρώ.
Η δανειακή υποχρέωση των αιτούντων, που προέρχεται από την με αριθμό …/….-11-2006 σύμβαση στεγαστικού δανείου που χορηγήθηκε από την "ΕUROBANK" και η οποία είναι υπέρογκη, λήφθηκε κατά το έτος 2006, ήτοι τη χρονική περίοδο που με βάση τις ως άνω αναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες των αιτούντων, ήταν απολύτως αδύνατο να καταφέρουν να είναι συνεπείς στις μηνιαίες δόσεις αυτής.
Καθίσταται δε, σαφές από τα ανωτέρω ότι οι αιτούντες, ήδη από τη λήψη των δανείων δεν είχαν εισοδήματα τέτοιου ύψους ώστε να μπορούν να καλύψουν, αφενός μεν τις δόσεις των δανείων, αφετέρου δε, τις ανάγκες διαβίωσης των ίδιων. Κατά συνέπεια, η αδυναμία των αιτούντων να καταβάλουν τις μηνιαίες δόσεις των άνω δανείων, οφείλεται στο γεγονός ότι εξ αρχής ανέλαβαν ιδιαίτερα υψηλές δανειακές υποχρεώσεις στις οποίες αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν και το γνώριζαν αυτό, αφού είχαν γνώση των εισοδημάτων τους και των οικονομικών τους δυνατοτήτων.
Μάλιστα σε σχετική ερώτηση που έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στον πρώτο αιτούντα, κατά την ανωμοτί εξέτασή του ενώπιον αυτού, αναφορικά με την προοπτική αποπληρωμής των ενδίκων δανειακών υποχρεώσεών του με τη συνδρομή του πατρός του πρώτου αιτούντα (δεύτερου αιτούντα), ο πρώτος αιτών κατέθεσε ότι "αν δεν υπήρχε ο πατέρας δεν θα κάναμε την κίνηση απλώς το σκεπτικό ήταν ότι όσο μπορούσε κι αν μπορούσε...".
Συντρέχει, συνεπώς, εν προκειμένω, περίπτωση τουλάχιστον ενδεχόμενου δόλου στο πρόσωπο των αιτούντων οι οποίοι συμφώνησαν την απόλαυση μεγάλου ύψους τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών τους, θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχτηκαν το αποτέλεσμα αυτό.
Η επίκληση δε, από τους αιτούντες των περιορισμένων οικονομικών τους δυνατοτήτων και περιουσιακών τους στοιχείων, ενισχύει ακόμα περισσότερο τον ισχυρισμό ότι αυτοί ήδη κατά το χρόνο ανάληψης των οφειλών τους είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν χρέη με σκοπό να μην τα αποπληρώσουν. Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται με την κρινόμενη έφεσή τους ότι δεν στοιχειοθετείται δολιότητά τους με μόνη της ανάληψη των δανειακών υποχρεώσεων των οποίων η εξυπηρέτηση ήταν επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από αυτούς πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές.
Επιπλέον, ισχυρίζονται ότι ουδέποτε εξαπάτησαν τους υπαλλήλους των πιστωτικών ιδρυμάτων ως προς την δανειοληπτική τους ικανότητα, ούτε απέκρυψαν τις οικονομικές υποχρεώσεις τους. Άλλωστε, ως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, οι τράπεζες θα μπορούσαν να ενημερωθούν για την οικονομική κατάστασή τους που είχε καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν τα τραπεζικά ιδρύματα.
Ο ανωτέρω ισχυρισμός των εκκαλούντων τυγχάνει μη νόμιμος, διότι ούτε η διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του Ν. 3869/2010, ούτε η διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, απαιτούν, για τη συνδρομή δόλιας περιέλευσης του υπερχρεωμένου οφειλέτη σε αδυναμία πληρωμών, άμεσο δόλο αυτού και ειδικότερα εξαπάτηση εκ μέρους τους, ως δανειολήπτη, των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος από το οποίο δανειοδοτήθηκε με την προσκομιδή πλαστών στοιχείων ή απόκρυψη των υποχρεώσεών του, που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους.
Αντίθετα δε, ως αναφέρεται στην νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, η έννοια του δόλου σαφώς εμπεριέχει και την περίπτωση ενδεχόμενου δόλου, ο οποίος δεν αναιρείται από (τυχόν), παράλειψη των υπαλλήλων των πιστωτικών ιδρυμάτων να ενεργήσουν έρευνα της πιστοληπτικής ικανότητος δανειολήπτη πριν από τη χορήγηση της πίστωσης (ΑΠ 153/2017), αφού ο δόλος, ως υποκειμενικό στοιχείο, κρίνεται με βάση τη συμπεριφορά του δανειολήπτη.
Συνεπώς, πρέπει, δεκτής γενομένης της ένστασης περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, την οποία νομίμως υπέβαλε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου η καθ' ης η αίτηση και ήδη εφεσίβλητη με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις της, να απορριφθεί η αίτηση ως αβάσιμη στην ουσία της.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, κρίνοντας ότι οι αιτούντες δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του ν. 3869/2010, δεχόμενη την ένσταση δόλιας περιέλευσής τους σε αδυναμία πληρωμών, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, και κατέληξε σε ορθό αποτέλεσμα και διατακτικό, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με την κρινόμενη έφεσή τους....".
Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να καταγνώσει σε βάρος των αναιρεσειόντων ενδεχόμενο δόλο κατά το χρόνο ανάληψης του χρέους τους προς την πιστώτρια Τράπεζα και ήδη αναιρεσίβλητη, ορθά ερμήνευσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, στην οποία ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του χωρίς να αλληλοαναιρούνται και επομένως έχει νόμιμη βάση, διότι είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την υπαγωγή των αποδειχθέντων στο πραγματικό του ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, που ορθά δεν εφάρμοσε.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις παραδοχές οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες, μισθωτοί, ενώ είχαν ετήσια εισοδήματα, τα οποία, ως προς τον Γ. Κ., το οικονομικό έτος 2007 (χρόνος ανάληψης δανείου) ανέρχονταν σε 7.025,49 ευρώ , ενώ όσον αφορά τον Ν. Κ., για το ίδιο ως άνω οικονομικό έτος ανέρχονταν σε 4.346,32 ευρώ, κατάρτισαν ο μεν πρώτος (Γ.
Κ.) ως πρωτοφειλέτης, ο δε δεύτερος (Ν. Κ.) ως εγγυητής, την επίδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό οφειλής για την οποία ανέρχεται 237.392 ευρώ. Ότι το κόστος διαβίωσής τους ανέρχεται σε 1.000 ευρώ μηνιαίως για τον πρώτο και 1.000 ευρώ μηνιαίως για τον δεύτερο, ότι οι μηνιαίες δόσεις του δανείου ανέρχονταν σε 1.000 ευρώ μηνιαίως, ότι ενόψει των υπέρογκων σε σχέση με τα εισοδήματα υποχρεώσεων καθίσταται σαφές ότι οι αναιρεσείοντες βρίσκονταν σε αδυναμία εξόφλησης των οφειλών τους και κατά το χρόνο λήψης των δανειακών υποχρεώσεων.
Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση με σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία δέχθηκε, ότι οι αναιρεσείοντες περιήλθαν σε συνεχή και μόνιμη αδυναμία πληρωμών, τουλάχιστον, με ενδεχόμενο δόλο, αφού οι ίδιοι επικαλούνται τις περιορισμένες οικονομικές τους δυνατότητες και τα περιουσιακά τους στοιχεία κατά το χρόνο ανάληψης των οφειλών τους.
Οι παραδοχές αυτές αρκούσαν για να καταγνωστεί σε βάρος τους ενδεχόμενος δόλος, που μπορεί να είναι και αρχικός, κατά τη λήψη του δανείου, όπως στην ένδικη περίπτωση και περιορίζεται στην πρόθεση του ίδιου του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς την ανάγκη προσθήκης αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι:
α) η παράθεση των εισοδημάτων της ως άνω εγγυήτριας, β) η συμπεριφορά των αιτούντων-οφειλετών ως προς την εξόφληση των δόσεων, αφού αναφέρεται επακριβώς το υπέρογκο σε σχέση με τα εισοδήματά τους, συνολικό ποσό της οφειλής τους, γ) και τέλος, όπως αβάσιμα διατείνονται με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η συμφωνία με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων ως σωρευτική απαιτούμενη προϋπόθεση για την στοιχειοθέτηση της έννοιας του δόλου.
Εξάλλου, οι ως άνω αιτιάσεις, αναφέρονται σε γεγονότα, αντλούμενα από τις αποδείξεις και είναι απορριπτέες πρωτίστως ως απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, οι αναιρεσείοντες επιδιώκουν να πλήξουν την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου ουσίας κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ) και σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον για την κατάγνωση δόλου αρκεί και ο αρχικός δόλος, κατά την κατάρτιση της δανειακής σύμβασης Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 560 αρ. 5 του ίδιου Κώδικα, που είναι ταυτόσημος, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 805/2019, ΑΠ 362/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1004/2015).
Με τον τελευταίο (κύριο) λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 5 περ. α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, τους πραγματικούς ισχυρισμούς που είχαν προτείνει με τους πρόσθετους λόγους εφέσεως και ειδικότερα :
α) ότι είχαν επικαλεστεί τα εκκαθαριστικά ΔΟΥ των ετών 2007, 2008, από τα οποία προέκυπτε ότι τα εισοδήματα της εγγυήτριας Μ. Κ., κατά τους χρόνους εκείνους ήταν 17.008,10 ευρώ και 20.552,97 ευρώ, αντίστοιχα, τα οποία όμως δεν έλαβε υπόψη του το ως άνω δικαστήριο και δεν συνυπολόγισε με τα δικά τους (αναιρειόντων) εισοδήματα, και β) τον ισχυρισμό τους περί εξυπηρετήσεως του δανείου έως την 31-7-2012, δηλαδή για περισσότερο από 5,5 έτη, ενώ εάν λάμβανε υπόψη του και τα εισοδήματα της ως άνω εγγυήτριας και την καταβολή των αρχικών δόσεων, δεν θα τους χαρακτήριζε δόλιους και ειδικότερα δεν θα έκρινε ότι υπήρχε ενδεχόμενος δόλος στο πρόσωπό τους.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων αφορούν αποδεικτικά έγγραφα (εκκαθαριστικά σημειώματα) και πραγματικά επιχειρήματα, που αντλούνται από την εκτίμηση περιεχομένου εγγράφων, δηλαδή αποδεικτικά μέσα του άρθρ. 339 ΚΠολΔ και τα οποία δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό - πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ (ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 1543/2017).
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν στο σύνολό τους και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει ο αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του ν.3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ. β' του ίδιου ν.3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-3-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2289/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τους από 25-11-2019 πρόσθετους λόγους αυτής.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ