Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive review of evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court improperly failed to grant enhanced evidentiary weight to a specific prior judgment, leading to an incorrect factual finding. The court rejected this claim because the lower court's decision was based on the evidence presented and its evaluation of facts is legally unreviewable on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 568, 569 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the erroneous evaluation of evidence or the lower court's assessment of factual matters is inadmissible as such judicial discretion is unreviewable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1034 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1034/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Ι. Κ., θυγ. Κ. Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Θεοδώρας Κοντοζήση και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: σωματείου με την επωνυμία "ΙΑΤΡΟΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΕΡΚΥΡΑΣ", που εδρεύει στην Κέρκυρα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αφροδίτη Κουσουνή και κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποιούμενη προς: 1) το Ελληνικό Δημόσιο και 2) το ΝΠΔΔ του Δήμου Κέρκυρας, όπως νόμιμα εκπροσωπούνται, τα οποία δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 25-2-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1465/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 54/2018 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-4-2019 αίτηση και τους από 10-6-2021 και 7-10-2021 προσθέτους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθεμία την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 569 § 2 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021 οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον 30 πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, ως τοιαύτης νοουμένης της κατ' άρθρο 568 § 2 του ιδίου κώδικα από τον πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου οριζόμενης αρχικώς και όχι μεταγενεστέρως μετ' αναβολή, ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζητήσεως (ΑΠ 1682/2018, ΑΠ 430/2017).
Περαιτέρω, για το παραδεκτό των πρόσθετων αυτών λόγων απαιτείται όχι μόνο η κατάθεση, αλλά και η επίδοση του σχετικού δικογράφου στον αναιρεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως που είχε αρχικά ορισθεί, στις οποίες δεν υπολογίζονται η ημέρα κατάθεσης και επίδοσης και η ημέρα της συζήτησης.
Τυχόν μη επίδοση ή μη εμπρόθεσμη επίδοση του δικογράφου καθιστά απαραδέκτους τους πρόσθετους λόγους και το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 835/2015). Εξάλλου, με το άρθρο 83 παρ. 9 του ν. 4790/2021 "Προστασία δημόσιας υγείας από COVID-19, κοινωνική προστασία, επαναλειτουργία δικαστηρίων", ορίστηκαν τα εξής: "Όταν το χρονικό διάστημα, μετά τη λήξη της αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας, δεν επαρκεί, για να τηρηθούν, σε σχέση με την ορισθείσα δικάσιμο, οι προθεσμίες άσκησης των πρόσθετων λόγων ή της αντέφεσης, η συζήτηση αναβάλλεται υποχρεωτικώς με αίτημα των διαδίκων, ατελώς και χωρίς τις δεσμεύσεις του άρθρου 241 ΚΠολΔ.
Στις εκκρεμείς υποθέσεις ενώπιον του Αρείου Πάγου η κατά τα ως άνω άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης στη νέα δικάσιμο είναι παραδεκτή...". Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 15-4-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 7-10-2021 πρόσθετους λόγους αυτής, που κοινοποιήθηκαν, για να λάβει γνώση αυτών, χωρίς να απαιτείται, και στο Ν.Π.Δ.Δ "Δήμος Κέρκυρας" (ενώ, δεν κοινοποιήθηκαν, παρότι αναγράφεται τούτο στα σχετικά δικόγραφα και στο Ελληνικό Δημόσιο), προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 54/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 1465/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη, αναγνωριστική αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου σωματείου, που αφορούσε στο εμβαδόν του σ' αυτήν αναφερομένου επίδικου ακινήτου και την διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής του ως άνω ακινήτου στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Κέρκυρας, ενώ απέρριψε ως ουσία αβάσιμη αναγνωριστικής αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας που αφορούσε διόρθωση του εμβαδού και του σχήματος του ως άνω επίδικου ακινήτου και διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής αυτού στα ως άνω κτηματολογικά βιβλία.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ). Παραδεκτοί, εξάλλου, είναι και οι από 7-10-2021 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο (άρθρο 83 παρ. 9 ν. 4790/2021), που επιδόθηκε νόμιμα στο αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, την 15-10-2021 (βλ.
την 9917/15-10-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Κέρκυρας Τ. Α.), εφόσον η αίτηση αναίρεσης, μετά τη μη συζήτηση αυτής κατά την αρχική δικάσιμο της 20-5-2020 λόγω της αναστολής των εργασιών των πολιτικών δικαστηρίων και μετά τη λήξη της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων που είχε επιβληθεί τελευταία με την Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26-3-2021 Κ.Υ.Α, την 6-4-2021, ήταν εκκρεμής ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου χωρίς να έχει προηγηθεί αναβολή, ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης αυτής και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα όσα αντίθετα υποστηρίζει με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του το αναιρεσίβλητο σωματείο.
Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Όσον δε αφορά τους από 10-6-2021 πρόσθετους λόγους αναίρεσης που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, το σχετικό δικόγραφο κατατέθηκε μεν εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 1-9-2021, ήτοι πλέον των 30 ημερών πριν από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση συζητήθηκε.
Δεν προκύπτει όμως επίδοση του σχετικού δικογράφου στο αναιρεσίβλητο σωματείο, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει σχετική έκθεση επίδοσης από την οποία να προκύπτει εμπρόθεσμη επίδοση του ως άνω δικογράφου των προσθέτων λόγων σ' αυτό. Επομένως οι λόγοι αναιρέσεως του προσθέτου αυτού δικογράφου πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Όπως προκύπτει, από το συνδ. των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, 1, 2,3, 5, 6, 7, 8 παρ.1, 10, 13 και 14 του ν. 3741/1929 "Περί της ιδιοκτησίας κατ` ορόφους", το έδαφος είναι αναπόσπαστο αντικείμενο της οριζόντιας ιδιοκτησίας, αφού, δεν είναι δυνατή ή ύπαρξη χωριστής κυριότητας σε όροφο ή διαμέρισμα ορόφου, χωρίς σύγχρονη συγκυριότητα πάνω στο έδαφος όπου είναι χτισμένη η όλη οικοδομή.
Ως τέτοιο έδαφος νοείται το οικόπεδο ολόκληρο, ως αδιαίρετο σύνολο, που περιλαμβάνει, δηλαδή, τόσο το καλυπτόμενο από την οικοδομή, όσο και το ακάλυπτο μέρος του. Επομένως, εφόσον σε κάθε οριζόντια ιδιοκτησία αντιστοιχεί ορισμένο αδιαίρετο ποσοστό στο έδαφος, έπεται ότι: α) δεν αποκτάται κυριότητα ή συγκυριότητα σε διαμέρισμα ή όροφο οικοδομής χωρίς τη συμμετοχή του στο έδαφος και τα κοινά μέρη του ακινήτου και κατά συνέπεια ο ιδιοκτήτης της οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν μπορεί να εκποιήσει χωριστά το διαμέρισμα ή τον όροφο χωρίς το παρεπόμενο δικαίωμα συγκυριότητας στο έδαφος και στα λοιπά κοινά μέρη της οικοδομής β) δεν μπορεί ο ιδιοκτήτης οριζόντιας ιδιοκτησίας να μεταβιβάσει ποσοστό οικοπέδου, χωρίς αυτό να αντιστοιχεί σε οριζόντια ιδιοκτησία ή ποσοστό αυτής γ) ούτε μπορεί να εκποιήσει ή να διαθέσει με οποιοδήποτε τρόπο, μονομερώς, με διαχωρισμό και εξατομίκευση (της ιδιοκτησίας του), συγκεκριμένο διαιρετό χώρο του εδάφους και των λοιπών κοινών μερών της οικοδομής, έστω και με συναίνεση των λοιπών συνιδιοκτητών και δ) δεν μπορεί να μεταβιβάσει αυτοτελώς κοινόκτητο χώρο έστω και με συναίνεση των λοιπών συγκυριών, διότι ο χώρος αυτός ανήκει στην αναγκαστική συγκυριότητα και δεν επιτρέπεται η αυτοτελής εκποίηση (ΑΠ 737/2005, ΑΠ 1168/2003).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1325 του Ιονίου Κώδικα, ο οποίος έπαυσε να ισχύει από της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα (23.3.1946), σύμφωνα με το άρθρο 5 του ΕισΝΑΚ, "το Πρωτοδικείο αναγνωρίζει άνευ αναβολής το προς προίκισιν δικαίωμα της θυγατρός και προσπορίζει την εις αυτήν ανήκουσαν προίκα κατά την ποσότητα και ποιότητα, αποβλέπων εις τον αριθμόν των υιών και θυγατέρων, εις την κατάστασιν της περιουσίας των οφειλόντων την προίκα και εις όλας τας άλλας προσηκούσας περιστάσεις.
Η πράξις του Πρωτοδικείου ισοδυναμεί με προικοσύμφωνον, οφείλει δε το Πρωτοδικείον, υπό ευθύνην των ζημιών και διαφόρων, να διατάξη την σχετικήν εγγραφήν επί των κτημάτων του οφείλοντος την προίκαν". Εξάλλου, με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 4/2018 και Ολ. ΑΠ 6/2017). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, και, μάλιστα, ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου, ουσιαστικού νόμου, που παραβιάστηκε καθώς και το περιεχόμενό της, 2) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έννοια της διάταξης αυτής και 3) το ερμηνευτικό υπαγωγικό της σφάλμα, επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη, με την αναίρεση, απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, είναι αναγκαίο να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για την θεμελίωση της κρίσης του για την βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 887/2019, 673/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα εξής: "Η Π. Φ. του Α., κάτοικος εν ζωή …, άσκησε κατά του αδελφού της Σ. Φ. του Α., την από 30.3.1952 και με αριθ, καταθ. 78/1952 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί το προς προίκησιν δικαίωμά της από την καταληφθείσα περιουσία του αποβιώσαντος το έτος 1916 πατέρα της, η οποία είχε περιέλθει στον εναγόμενο αδελφό της ως μόνον (κατά το ισχύον κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου στην … δίκαιο του Ιονίου Κώδικος) κληρονόμο, και αποτελείτο:
α) από μία διώροφη οικία μετά του οικοπέδου της, εμβαδού (του οικοπέδου) 1.518,00 τ.μ, κειμένου στην συμβολή των οδών ... και ... στην πόλη της …, συνορευομένου γύρωθεν με τις εν λόγω οδούς, με ακίνητο ιδιοκτησίας Ν. Μ. και με τα τείχη του Φοίνικος και β) από ένα αγρόκτημα, εμβαδού 20 στρεμμάτων περίπου, με 89 ελαιόδενδρα, στη θέση "..." της περιφέρειας Κοινοπιαστών ….
Το ως άνω υπό στοιχείο (α) ακίνητο είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα στον κληρονομούμενο Α. Φ. του Π., δυνάμει των υπ' αριθ. .../1885 και .../1885 συμβολαίων του τότε Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Σπυρίδωνος Βογιάκη και του υπ' αριθ. .../27.4.1907 συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Σπυρίδωνος Αλαμάνου, τα οποία είχαν μεταγραφεί νόμιμα.
Η αγωγή εστηρίζετο στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 631 του Ιονίου Αστικού Κωδικός, κατά την οποία ο άρρην κληρονόμος εβαρύνετο με τη σύσταση προικός εκ της περιουσίας του πατρός του, ανάλογον προς την κατάστασιν και την περιουσίαν του αποθανόντος. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκαν: α) Η πρωτόδικη υπ' αριθ. 66/1957 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου των εν Κερκύρα Πρωτοδικών, με το εξής διατακτικό: "Αναγνωρίζει το προς προίκησιν δικαίωμα της εναγούσης.
Υποχρεοί τον εναγόμενον, ως μόνον κληρονόμον του εν έτει 1916 αποβιώσαντος πατρός του, όπως επί σκοπώ συστάσεως προικός παραδώση στην ενάγουσα ολόκληρον το ισόγαιον διαμέρισμα και το 1/3 του εν αυτώ περιβολαίου της μονορόφου οικίας, κειμένης εν Κερκύρα και συνορευούσης με ακίνητον ιδιοκτησίας Νικ. Μαρτυροπούλου, τα τείχη του Φοίνικος και τας οδούς ..." και β) κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η υπ' αριθ. 17/1958 απόφαση του Δικαστηρίου των εν Κερκύρα Εφετών, η οποία, αφού δέχθηκε την έφεση, μεταρρύθμισε την πρωτόδικη απόφαση, αναγνώρισε το προς προίκισιν δικαίωμα της εφεσιβλήτου (Π.
Φ.), εκ της κληρονομίας του κατά Μάρτιον 1916 αποβιώσαντος πατρός αυτής και προσδιόρισε "ως προίκα της εφεσίβλητου, ληπτέαν παρ' αυτής εκ της κληρονομίας του πατρός της, ολόκληρον το ισόγειον διαμέρισμα της επιδίκου οικίας μετά της εις το νοτιοανατολικόν αυτής άκρον κειμένης και εκτάσεως τριάκοντα πέντε περίπου μέτρων πλακοστρώτου αυλής, ήτις οικία ευρίσκεται εκτός της πόλεως ...
και εις την γωνίαν των οδών ... και ...". Σημειώνεται ότι στην τελευταία αυτή δικαστική απόφαση, το ακίνητο από το οποίο αποδόθηκε ως προίκα στην Π. Φ. ο ισόγειος όροφος μετά της μικράς αυλής, περιγράφεται ως "μία οικία απαρτιζομένη εξ ισογείου διαμερίσματος, έχοντος ιδιαιτέραν είσοδον και ορόφου μετά της περιοχής της, εκτάσεως 1518 τετραγωνικών μέτρων, κειμένης ενταύθα και επί των οδών .......".
Ο πρώτος όροφος επομένως, της ανωτέρω οικοδομής παρέμενε στην ιδιοκτησία του Σ. Φ., αδελφού της ενάγουσας (τότε) Π. Φ.. Η ως άνω υπ' αριθ. 17/1958 απόφαση του Δικαστηρίου των εν Κερκύρα Εφετών, καταχωρήθηκε στις 08.02.2012 στο κτηματολογικό φύλλο της με ΚΑΕΚ .../0/1 οριζοντίου ιδιοκτησίας με αριθ. καταχ. .... Στις 24.2.1961 απεβίωσε ο Σ.
Φ. του Α., ο οποίος κατέλιπε την από 05.6.1958 ιδιόγραφη διαθήκη του, δημοσιευθείσα με τα υπ' αριθ. 39/1961 Πρακτικά του Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία εγκατέστησε ως μόνη κληρονόμο του την σύζυγο του Κ. Μ., η οποία με την υπ' αριθ. .../04.4.1962 αποδοχή κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Μιλτιάδη Πηγή, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κέρκυρας, στο τόμο 16 και με α.α 7.358, αποδέχτηκε την επαχθείσα σε αυτήν με την ως άνω διαθήκη κληρονομία, την οποία κληρονομία, όσον αφορά την επίδικη οικία, περιγράφει ως αποτελούμενη, από τον "πρώτο όροφο μετά του δικαιώματος αέρος και υψούν, η αυλή και ολόκληρος ο κήπος της μονορόφου μετ' ισογείου, αυλής και κήπου και δικαιώματος αέρος και υψούν οικίας, της κειμένης εν τη προεκτάσει της πόλεως ...
του Δήμου ..., εν τοποθεσία "..." επί των οδών ..., συνορεύοντος του όλου τούτου ακινήτου με τας οδούς ταύτας, με ακίνητον ιδιοκτησίας Ν. Μ. και με τα τείχη του άλλοτε προμαχώνος, ένθα νυν το κινηματοθέατρον και ψυχαγωγικόν κέντρον "..."...". Περαιτέρω, η Κ. χα Σ. Φ., το γένος Α. Μ., το έτος 1972, με την υπ' αριθ. .../2703-1972 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας του Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Σπυρίδωνος Βραδή, που μεταγράφηκε νόμιμα, συνέστησε οριζόντια ιδιοκτησία, συγκεκριμένα δε, εμφανισθείσα κατά τη σύνταξη του εν λόγω συμβολαίου ως αποκλειστική κυρία του όλου ακινήτου (οικοπέδου) εκτάσεως 1518τ.μ., όπου κείται και η επίδικη οικοδομή, διαχώρισε τμήμα αυτού, εμβαδού 746,70 τ.μ., όπως το τμήμα αυτό εμφαίνεται και αποτυπώνεται υπό στοιχεία Α, Β, Γ, Δ και Α στο από Μάϊο 1970 τοπογραφικό διάγραμμα της Αρχιτέκτονος Μηχανικού Π.
Κ., που έχει προσαρτηθεί στην ως άνω πράξη, περικλειόμενο και οριζόμενο γύρωθεν στην πλευρά με τα στοιχεία Α-Δ μήκους Μέτρων 22,80 με την οδό ... στην πλευρά με τα στοιχεία Δ-Γ μήκους μέτρων 31,00 με την νέα οδό, πέραν της οποίας τα τείχη του άλλοτε προμαχώνος, στην πλευρά με τα στοιχεία Γ-Β μήκους μέτρων 26,00 με ακίνητο Ν.
Μ. και στην πλευρά με τα στοιχεία Β-Α μήκους μέτρων 30,60 με το υπόλοιπο τμήμα του ως άνω οικοπέδου, και επί του ως άνω διαχωρισθέντος τμήματος ανήγειρε, με το σύστημα της αντιπαροχής, πολυώροφη οικοδομή και συνέστησε επ' αυτής, με την ως άνω πράξη, οριζόντιες ιδιοκτησίες. Μετά τον ως άνω διαχωρισμό του αρχικού, με εμβαδόν 1.518,00 τ.μ., οικοπέδου, το οικόπεδο της διώροφης οικοδομής, ο ισόγειος όροφος της οποίας ανήκε κατά κυριότητα στην Π.
Φ. του Α. και ο πρώτος όροφος στην Κ. χήρα Σ. Φ., περιορίστηκε σε 771,30 τ.μ., όπως το τμήμα αυτό εμφαίνεται και αποτυπώνεται στο ως άνω αναφερόμενο από Μάϊο 1970 τοπογραφικό διάγραμμα της Αρχιτέκτονος Μηχανικού Π. Κ. και κατόπιν νεότερης και ακριβούς εμβαδομέτρησης έχον εμβαδό 782,39 τ.μ., κείμενο στην συμβολή των οδών Π. ... - ..., και ...
στην πόλη Κέρκυρα της Δημοτικής Κοινότητας ... της Δημοτικής Ενότητας ... του Δήμου Κέρκυρας και αποτυπώνεται υπό στοιχεία ... στο επισυναπτόμενο στην υπό κρίση υπό στοιχ. Α' αγωγή από Νοέμβριο 2011, τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Μηχανικού Γ. Μ.. Περαιτέρω αποδείχτηκε, ότι η Π. Φ. του Α., απεβίωσε στις 23.01.1981, καταλείποντας την από 28.10.1973 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με τα υπ' αριθ. 12/1984 Πρακτικά του Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία εγκατέστησε ως κληρονόμο της το ενάγον Σωματείο με την επωνυμία "ΙΑΤΡΟΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΕΡΚΥΡΑΣ", το οποίο δια των νομίμων εκπροσώπων του, αποδέχτηκε την επαχθείσα σε αυτό κληρονομία, δυνάμει της υπ' αριθ. .../28-11-1984 πράξεως του Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Δημητρίου Δένδια, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κέρκυρας την 12-03-1986, στο τόμο 642 και με α.α 43.217, και αποτελείτο, όπως περιγράφεται στην ανωτέρω πράξη αποδοχής, από "Ολόκληρο το ισόγειο της εξ ισογείου και ενός ορόφου συγκειμένης οικοδομής, της κειμένης επί των οδών ...
και Καλοσγούρου εν γωνία της πόλεως ... του Δήμου ... μονορόφου οικοδομής, μετά μικράς αυλής. Το διαμέρισμα αυτό αποτελείται από πέντε κύρια δωμάτια και βοηθητικούς χώρους, έχει εμβαδόν 216,60τ.μ. και συνορεύει γύρωθεν με την οδό ... την οδό ..., με αυλή ιδιοκτησίας Σ. Φ. και με ακάλυπτο χώρο της οικοδομής, περιήλθε δε εις την κυριότητα της κληρονομουμένης κατόπιν δίκης μετά του αδελφού της, όστις ήτο μόνος εξ αδιαθέτου κληρονόμος, του προ του έτους 1920 αποθανόντος πατρός των".
Η ως άνω υπ' αριθ. .../28.11.1984 πράξη αποδοχής κληρονομίας, του Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Δημητρίου Δένδια, διορθώθηκε και συμπληρώθηκε ως προς την περιγραφή του οικοπέδου της όλης οικοδομής και τους τίτλους κτήσης της, με την υπ' αριθ. .../21.3.2012 πράξη της Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Μαρίας Σπανού, που καταχωρήθηκε νόμιμα στο κτηματολογικό φύλλο της με ΚΑΕΚ .../0/1 οριζόντιας ιδιοκτησίας την 21.3.2012 με α.α 684, στην οποία πράξη, η περιελθούσα στο ενάγον ιδιοκτησία, περιγράφεται ως εξής: "Ολόκληρος ο ισόγειος όροφος της εξ ισογείου και ενός ορόφου συγκειμένης οικοδομής, η οποία έχει ανεγερθεί προ του έτους 1955 και σε οικόπεδο που έχει εμβαδόν 782,39 επτακόσια ογδόντα δύο τετραγωνικά μέτρα και τριάντα εννέα εκατοστά, βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... ...
αριθμός 3 και Καλοσγούρου αριθμός 1 της Δημοτικής Κοινότητας ... της Δημοτικής Ενότητας ... του Δήμου ... της Περιφερειακής Ενότητας ... της Περιφερείας Ιονίων Νήσων, εμφαίνεται (το οικόπεδο) στο προσαρτώμενο στο παρόν μετά την υπογραφή του από την εμφανισθείσα και εμένα τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού Γ.
Μ., με ημερομηνία Νοέμβριος 2011 και κλίμακα 1:200, συντεταγμένο σύμφωνα με το σύστημα ΕΓΣΑ '87, περικλείεται σε αυτό με τα στοιχεία ... και συνορεύει ολόγυρα επί πλευράς ... μήκους μέτρων 0,42 συν 11,75 συν 2,96 συν 0,37 συν 15,36 με την οδό ... ... με ΚΑΕΚ .../0/0, επί πλευράς Α6-Α7-Α8-Α9 μήκους μέτρων 3,50 συν 11,42 συν 9,93 με ακίνητο με ΚΑΕΚ .../0/0 ιδιοκτησίας κληρονόμων Ν.
Μ., επί πλευράς ... μήκους μέτρων 15,50 συν 14,86 άυν 0,32 με ακίνητο με ΚΑΕΚ 240542085003/0/0 και επί πλευράς, Α10-Α11-Α1 μήκους μέτρων 9,76 συν 16,48 με-την δημοτική οδό ... Ο ανωτέρω ισόγειος όροφος αποτελείται από πέντε κύρια δωμάτια και βοηθητικούς χώρους, έχει εμβαδόν 216,60 διακόσια δέκα έξι τετραγωνικά μέτρα και εξήντα εκατοστά, ανάλογο ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω οικοπέδου και των λοιπών κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων της όλης οικοδομής και συνορεύει ολόγυρα με την οδό ...
την οδό ... και από τις άλλες δύο πλευρές με ακάλυπτους χώρους του ανωτέρω περιγραφέντος οικοπέδου της διώροφης οικοδομής, εμφαίνεται και αποτυπώνεται στην προσαρτώμενη στο παρόν μετά την υπογραφή της από την εμφανισθείσα και εμένα κάτοψη του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Μ. Κ., με χρονολογία Μάρτιος 2002, απετέλεσε δε μία αυτοτελή και ανεξάρτητη οριζόντιο ιδιοκτησία, που συνεστήθη δυνάμει της με αριθμό 17/1958 απόφασης του Δικαστηρίου των εν Κερκύρα Εφετών, απόφαση η οποία καταχωρήθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Κέρκυρας και στο Κτηματολογικό φύλλο της ως άνω οριζοντίου ιδιοκτησίας στις 08.2.2012, με αύξοντα αριθμό καταχώρισης ...
και διέπεται από τις διατάξεις του Ν.3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ, καθώς και το περιεχόμενο της άνω αποφάσεως. Ο ανωτέρω ισόγειος όροφος φέρει ΚΑΕΚ .../0/1. Το αυτό ως άνω διαμέρισμα είχε περιέλθει στην άνω κληρονομουμένη δυνάμει της αυτής ως άνω αποφάσεως του δικαστηρίου των εν Κερκύρα Εφετών, νομίμως κατά τα άνω καταχωρηθείσης στο κτηματολογικό φύλλο του άνω ακινήτου".
Εξάλλου, το παραπάνω γεωτεμάχιο βρίσκεται στην περιοχή του τέως Δήμου ..., η οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 1 του Ν. 2308/1... και τις υπ' αριθ. 72544/4615/25-07-1..., (ΦΕΚ 664Β), 100116/7687/27-12-1... (ΦΕΚ 1099Β) και 24414/4876/08-09-1997 αποφάσεις του ΥΠΕΧΩΔΕ κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου, το δε ενάγον Σωματείο κατά την διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής το έτος 1999, ως μόνος κύριος του διαμερίσματος του ισογείου ορόφου της ως άνω οικοδομής και η Κ.
χήρα Φ. Σ., το γένος Α. Μ., ως κυρία, του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου και του επ' αυτού δικαιώματος αέρος και υψούν της ως άνω οικοδομής, υπέβαλαν στο Εθνικό Κτηματολόγιο δηλώσεις ιδιοκτησίας για την κυριότητα στις παραπάνω περιγραφείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες και τη συγκυριότητα τους στο παραπάνω γεωτεμάχιο της οικοδομής, με τίτλους κτήσης τις προαναφερθείσες πράξεις αποδοχής κληρονομίας.
Ειδικότερα: α) το ενάγον υπέβαλε στο Εθνικό Κτηματολόγιο την με αριθ. πρωτ. 021460/21-09-1999 δήλωση ιδιοκτησίας του Νόμου 2308/1..., στην οποία συμπεριέλαβε και τον ως άνω ισόγειο όροφο της ως άνω οικοδομής δηλώνοντάς το ως "μία αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία του ισογείου ορόφου, εμβαδού 216,60 τ.μ., μετά του αναλογούντος ποσοστού συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου της οικοδομής, το οποίο περιήλθε σε αυτό κατά πλήρη κυριότητα με την υπ' αριθ. .../28.11.1984 πράξη αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Δημητρίου Δένδια, που μεταγράφηκε νόμιμα και β) η Κ.
χα Φ. Σ., το γένος Α. Μ. υπέβαλε στο Εθνικό Κτηματολόγιο την με αριθμό πρωτ/λου 008390/30-07-1999 δήλωση ιδιοκτησίας του Νόμου 2308/1..., στην οποία δήλωσε ότι στην κυριότητά της έχει μόνον ένα ακίνητο, και δη το ως άνω διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της ως άνω οικοδομής και το επ' αυτού δικαίωμα αέρος και υψούν, τα οποία δήλωσε ως "μία αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία του πρώτου ορόφου, εμβαδού 217,00 τ.μ.
μετά του αναλογούντος ποσοστού συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου της οικοδομής βάσει των διατάξεων του Ιονίου Αστικού Κώδικα (ανάλογο) που το απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα με την ρηθείσα υπ' αριθ. .../04-04-1962 πράξη αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Μιλτιάδη Πηγή, που μεταγράφηκε νόμιμα", από την επισκόπηση δε της σχετικής δήλωσης προκύπτει η ρητή αναγραφή εμβαδού του οικοπέδου στο οποίο κείται η ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία της, προσδιοριζόμενου τούτου στα 781,14 τ.μ..
Με βάση δε τις ανωτέρω δηλώσεις ιδιοκτησίας, συντάχθηκε από το Εθνικό Κτηματολόγιο το προσωρινό κτηματολογικό διάγραμμα της Α' ανάρτησης του γεωτεμαχίου της ως άνω οικοδομής, στο οποίο αποτυπώθηκε το γεωτεμάχιο της ως άνω διώροφης οικοδομής με εμβαδόν 847,00 τ.μ. προσωρινό ΚΑΕΚ ... και με όριο τις οδούς ... - ..., ..., ακίνητο ιδιοκτησίας Ν.
Μ. και το κατά τ' άνω διαχωρισθέν τμήμα του άλλοτε ενιαίου οικοπέδου. Εν τω μεταξύ, στις 29.5.2000 απεβίωσε στην Κέρκυρα η Κ. χα Φ. Σ., το γένος Α. Μ., κυρία της ανωτέρω περιγραφόμενης ιδιοκτησίας του πρώτου ορόφου και του επ' αυτού δικαιώματος αέρος και υψούν, η οποία κατέλιπε την από 17.5.1993 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με το υπ' αριθ. 182/2000 Πρακτικό του Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία, στο ως άνω διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της περιγραφείσης διώροφης οικοδομής και του επ' αυτού δικαιώματος αέρος και υψούν, εγκατέστησε κληρονόμο της την πρώτη εναγομένη της Α' αγωγής-ενάγουσα της Β', Ε.
συζ. Ι. Κ., το γένος Κ. Β., αναγράφοντας επί λέξει: "....ορίζω με την διαθήκη μου αυτή, κληρονόμο μου μετά τον θάνατον μου την ανηψιά μου Ε. σύζυγο Ι. Κ., το γένος Β. στο σπίτι μου με την σοφίτα που μένω οδός ... στην Κέρκυρα με όλον τον κήπο και οτιδήποτε μπορεί να κτιστεί στο μέλλον μέσα στον κήπο ως επίσης και όλον τον αέρα πάνω από το σπίτι".
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι η πρώτη εναγομένη, αμέσως μετά την δημοσίευση της ως άνω διαθήκης με την οποία η Κ. Φ. την εγκατέστησε κληρονόμο της και πριν προβεί σε αποδοχή της κληρονομίας αυτής, και δη στις 09.02.2001, υπέβαλε στον Οργανισμό Κτηματολογίου την υπ' αριθ. πρωτ. .../09-02-2001 ένστασή της, αναγράφοντας σε αυτήν ότι το εμβαδόν του οικοπέδου της ως άνω διώροφης οικοδομής, δεν είναι αυτό που δηλώθηκε με την προαναφερθείσα υπ' αριθ.
πρωτ. 008390/30-07-1999 δήλωση ιδιοκτησίας του Νόμου 2308/1... (της Κ.ς Φ.) και καταχωρήθηκε από το Εθνικό Κτηματολόγιο στο προσωρινό κτηματολογικό διάγραμμα της Α' ανάρτησης, δηλαδή των 781,14 τ.μ, αλλά 391,36 τ.μ., όπως αυτό αποτυπώνεται υπό στοιχεία ..., στο από Φεβρουάριο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Λ.
Σ., το οποίο συνυπέβαλλε στη σχετική επιτροπή. Η δε αρμόδια Επιτροπή προχώρησε στην εκδίκαση της ως άνω ένστασης της πρώτης εναγομένης, χωρίς προηγούμενη κλήση και ακρόαση του ενάγοντος Σωματείου ή οποιουδήποτε έχοντος έννομο συμφέρον ως φορέα εμπράγματου δικαιώματος επηρεαζόμενου ακινήτου και εξέδωσε την υπ' αριθ. 33/29-06- 2002 απόφασή της με την οποία, αφού την έκανε δεκτή, προχώρησε στις κάτωθι αλλαγές στο προσωρινό κτηματολογικό διάγραμμα της Α' ανάρτησης του γεωτεμαχίου της ως άνω οικοδομής, με εμβαδόν 847,00 τ.μ.
και προσωρινό ΚΑΕΚ ... και ειδικότερα: Το με προσωρινό ΚΑΕΚ ... γεωτεμάχιο διαχωρίστηκε σε δύο αυτοτελή γεωτεμάχια, ήτοι, α) το μεν πρώτο λαβόν αριθμό ΚΑΕΚ .../0/0, εμβαδού 391,42τ.μ επί του οποίου υπάρχουν οι ρηθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης, έχουσες αριθμούς ΚΑΕΚ .../0/1 και ΚΑΕΚ .../0/2, β) το δε δεύτερο, λαβόν αριθμό ΚΑΕΚ .../0/0, εμβαδού 400,83τ.μ., ως αυτοτελές γεωτεμάχιο και φερόμενη ιδιοκτήτρια αποκλειστικά την πρώτη εναγομένη, ΐτλην όμως από το σώμα της απόφασης, ουδεμία αιτιολογία προκύπτει ως προς τα ουσιώδη στοιχεία τα οποία ελήφθησαν υπόψη και οδήγησαν στην παραδοχή της ένστασης ως ουσία βάσιμης και κατ' επέκταση στην κατάτμηση του άλλοτε ενιαίου γεωτεμαχίου των 781,14 τ.μ., όπως αυτό είχε συμπεριληφθεί από το Εθνικό Κτηματολόγιο στο προσωρινό κτηματολογικό διάγραμμα της Α' ανάρτησης, φέρον προσωρινό ΚΑΕΚ ...
με βάση τις αρχικές δηλώσεις του έτους 1999, των κυρίων εκάστου ορόφου, ενάγοντος και Κ.ς Φ., για τις οποίες έγινε λόγος ανωτέρω. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η πρώτη εναγομένη αποδέχτηκε την επαχθείσα σ' αυτήν με την ως άνω από 17-5-1993 ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιώσασας, στις 29-5-2000, Κ.ς χας Σ. Φ., κληρονομία, δυνάμει της υπ' αριθ. .../12.7.2007 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Σμαράγδας Τζίμα, νόμιμα μεταγεγραμμένης στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Κέρκυρας, συγκεκριμένα δε, αποδέχεται την κληρονομία επί ενός οικοπέδου εμβαδού 475,01τ.μ., εμβαδόν το οποίο διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 1.320/28.07.2011 πράξη διόρθωσης της ως άνω δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της αυτής Συμβολαιογράφου, σε 478,57 τ.μ..
Μάλιστα, κατόπιν της σύνταξης των ανωτέρω πράξεων αποδοχής κληρονομίας, η ίδια (1η εναγομένη), υπέβαλε στο Κτηματολογικό Γραφείο Κέρκυρας την υπ' αριθ. πρωτ. 2639/02-09-2011 αίτησή της περί διόρθωσης σφαλμάτων γεωμετρικών στοιχείων των κτηματολογικών εγγραφών του με ΚΑΕΚ .../0/0 γεωτεμαχίου, του οποίου, κατά τα ανωτέρω, φέρεται ως μόνη κυρία, δυνάμει της υπ' αριθ. .../12-7-2007 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Σμαράγδας Τζίμα, με την οποία ζήτησε να διορθωθεί το σχήμα αλλά και το εμβαδόν του γεωτεμαχίου αυτού από το εσφαλμένο 400,83 τ.μ.
στο ορθό 478,57 τ.μ., με αφαίρεση από το ευρύτερο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ .../0/0 ενός τμήματος εμβαδού 77,74 τ.μ., και με την πρόσθεσή του σε αυτό (γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ .../0/0) όπως το τμήμα αυτό, το οποίο αποτελεί το επίδικο τμήμα στην υπό στοιχείο Β' αγωγή, αποτυπώνεται υπό στοιχεία ... στο επισυναφθέν στην ως άνω με αριθμό πρωτ. 2639/02- 09-2011 αίτηση της εναγομένης, αλλά και στο επισυναπτόμενο στο δικόγραφο της υπό στοιχείο Β' αγωγής, από Ιούνιο 2011 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Α.
Α.. Η ως άνω αίτηση της εναγομένης-ενάγουσας Ε. Κ., καταχωρήθηκε στα κτηματολογικό φύλλα των με ΚΑΕΚ .../0/0 και .../0/0 γεωτεμαχίων στις 02.9.2011 με α.α 2639. Αντίγραφο της ως άνω αίτησής της με τα συνημμένα σε αυτήν έγγραφα, η ανωτέρω κοινοποίησε στο ενάγον Σωματείο, στις 09.11.2011 ως συγκύριο του με ΚΑΕΚ .../0/0 επηρεαζόμενου γεωτεμαχίου, το οποίο υπέβαλε στο Κτηματολογικό Γραφείο Κέρκυρας τις με αριθμό πρωτ. .../23-11-2011 Αντιρρήσεις του, που έγιναν δεκτές από την Προϊστάμενη του Κτηματολογικού Γραφείου Κέρκυρας, η οποία, με την υπ' αριθ.
πρωτ. 3441/30.11.2011 απόφαση της, απέρριψε την ως άνω αίτηση. Στη·συνέχεια, η ίδια (εναγομένη), άσκησε την από 24.1.2012 και με αριθ. εκθ. καταθ. 42/2012 αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας με αντικείμενο αντιρρήσεις κατά της ως άνω αρνητικής απόφασης της Προϊστάμενης του Κτηματολογικού Γραφείου Κέρκυρας, επί της οποίας ασκήθηκε από το ενάγον η από 22.3.2012 και με αριθ.
εκθ. καταθ. 164/2012 κύρια παρέμβασή του και εκδόθηκε η με αριθ. 230/2012 απόφαση, με την οποία το Δικαστήριο, έκρινε ότι η επιδιωκόμενη από την εκεί αιτούσα - προσφεύγουσα και ήδη εναγομένη - ενάγουσα, χωρική μεταβολή του επιδίκου γεωτεμαχίου, απαιτεί επίλυση ιδιοκτησιακής αμφισβήτησης και δεν είναι δυνατή, με βάση την προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 εξωδικαστική διαδικασία που ακολούθησε, ενόψει και των προβαλλόμενων αντιρρήσεων του επηρεαζόμενου από τη μεταβολή αυτή κυρίως παρεμβαίνοντος, αλλά προϋποθέτει προηγούμενη ευδοκίμηση οικείας εκ μέρους της αγωγής του άρθρου 6 § 2 ν. 2.664/1998, κατά τη διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, στρεφόμενης κατά των προσώπων, στην ιδιοκτησία των οποίων φέρεται, σύμφωνα με τα κτηματολογικά στοιχεία, ότι περιλαμβάνεται η επίδικη έκταση.
Κατόπιν της απόφασης αυτής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, δικάσαντος κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ασκήθηκε η παρούσα υπό στοιχείο B' αγωγή, από την ανωτέρω διάδικο. Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθούν, ανακεφαλαιωτικώς, τα ακόλουθα: ενώ η Π. Φ., εγκαθιστά το ενάγον Σωματείο κληρονόμο της επί του ισογείου ορόφου "μετά μικράς αυλής", το τελευταίο δε αποδέχτηκε (πράξη .../1984) "....
το ισόγειο .... μετά μικράς αυλής....", ακολούθως προβαίνει σε διόρθωση της αποδοχής του (πράξη .../2012), αναφέροντας και "...ανάλογο ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω οικοπέδου των 782,39τ.μ.", αφετέρου δε, η Κ. Μ., αποδέχτηκε (πράξη .../1962) την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομία του συζύγου της Σ. Φ., την οποία κληρονομία, όσον αφορά την επίδικη οικία, περιγράφει ως αποτελούμενη, από τον "πρώτο όροφο μετά του δικαιώματος αέρος και υψούν η αυλή και ολόκληρος ο κήπος της μονορόφου μετ' ισογείου, αυλής και κήπου και δικαιώματος αέρος και υψούν οικίας...", στη συνέχεια, τόσον το ενάγον Σωματείο, όσον και η Κ.
Φ., υποβάλουν το έτος 1999, τις προαναφερθείσες δηλώσεις τους στο Κτηματολόγιο, στις οποίες αναφέρονται ως κύριοι οριζοντίων ιδιοκτησιών (του ισογείου και πρώτου ορόφου, αντιστοίχως), "....με ανάλογο ποσοστό συγκυριότητος στο οικόπεδο....", ήτοι το οικόπεδο των 782,39τ.μ., μάλιστα δε η Κ. Φ., στη σχετική δήλωσή της αναγράφει ως έκταση του οικοπέδου επακριβώς τα 781,14 τ.μ..
Στη συνέχεια, η εναγομένη-ενάγουσα, Ε. Κ., κληρονόμος της Κ.ς Φ., σε αντίθεση με την αποδοχή κληρονομίας της Κ.ς Φ. (.../1962), αλλά και της από 17.5.1993 διαθήκης αυτής, που την εγκαθιστά κληρονόμο της, επί λέξει: "...στο σπίτι μου με την σοφίτα που μένω οδός ... στην Κέρκυρα με όλον τον κήπο και οτιδήποτε μπορεί να κτιστεί στο μέλλον μέσα στον κήπο ως επίσης και όλον τον αέρα πάνω από το σπίτι", αλλά και της δηλώσεως της Κ.ς Φ.
στο Κτηματολόγιο, το έτος 1999, προβαίνει σε δύο αποδοχές της κληρονομίας της ανωτέρω κληρονομουμένης και δικαιοπαρόχου της. Συγκεκριμένα: α) με την υπ' αριθ. .../12.7.2007 πράξη και την .../2011 διορθωτική αυτής, αποδέχεται την κληρονομία αυτοτελούς οικοπέδου εμβαδού 478,57τ.μ., (πρόκειται για τμήμα του οικοπέδου των 782,39τ.μ.
επί του οποίου η οικοδομή) και β) με την υπ' αριθ. .../3.12.2009 πράξη, αποδέχεται την κληρονομία του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, επί οικοπέδου 292,85τ.μ., αντιφάσκουσα προς την ίδια την ένστασή της στον Οργανισμό Κτηματολογίου στις 9.2.2001, στην οποία προσδιόριζε το εμβαδόν του τμήματος εφ' ού η επίδικη οικοδομή σε 391,42 τ.μ.
και του υπολοίπου, αυτοτελούς (κατ' αυτήν), οικοπέδου σε 400,83τ.μ., αλλά ερχόμενη και σε αντίθεση με τη δήλωση της δικαιοπαρόχου της, Κ.ς Φ., στο Κτηματολόγιο, το έτος 1999, με την οποία δηλώθηκε οριζόντιος ιδιοκτησία του πρώτου ορόφου με ανάλογο ποσοστό συγκυριότητος επί του οικοπέδου εκτάσεως 781,14 τ.μ.. Ήδη δε, η εναγομένη - ενάγουσα, με την υπό στοιχ.
Β' συνεκδικαζόμενη αγωγή της, προσδιορίζει την έκταση του εδαφικού τμήματος επί του οποίου υφίσταται η εξ ισογείου και πρώτου ορόφου οικοδομή, σε 313,63τ.μ., διαφοροποιούμενη από προηγούμενες ενέργειές της, ήτοι, από την ένστασή της (9.2.2001) που ανέφερε εμβαδόν 391,42τ.μ. και την αποδοχή κληρονομίας (.../3.12.2009), που ανέφερε 292,85τ.μ..
Το υπόλοιπο τμήμα των 478,57τ.μ., η ενάγουσα το θεωρεί ενιαίο και αυτοτελές οικόπεδο, το οποίο περιήλθε στην αποκλειστική της κυριότητα με την προαναφερθείσα πράξη αποδοχής κληρονομίας υπ' αριθ. .../12.7.2007 και την διορθωτική αυτής υπ' αριθ. .../2011 πράξη. Ερευνητέον και καταλυτικό για την κρίση επί της προκειμένης υποθέσεως, είναι το ζήτημα, εάν έχει συσταθεί οριζόντιος ιδιοκτησία, πότε, πώς και επί ποίας εκτάσεως οικοπέδου και από τι ακριβώς απαρτίζεται εκάστη οριζόντια ιδιοκτησία.
Οι διάδικοι θεωρούν ότι υφίσταται οριζόντιος ιδιοκτησία επί εκάστου ορόφου της επίδικης οικοδομής, ερίζουν όμως επί του εδάφους επί της οποίας υφίσταται αυτή και το ανάλογο ποσοστό συγκυριότητας εκάστου ορόφου. Το μεν ενάγον υποστηρίζει ότι η οριζόντιος ιδιοκτησία υφίσταται επί οικοπέδου εμβαδού 782,39τ.μ., η δε εναγομένη-ενάγουσα επί οικοπέδου 313,68τ.μ., ενώ το υπόλοιπο τμήμα των 478,57τ.μ.
αποτελεί αυτοτελές διακριτό οικόπεδο της αποκλειστικής της κυριότητος, ισχυρισμός άλλωστε που συγκροτεί τον πρώτο λόγο εφέσεως, ενώ οι λοιποί λόγοι, δεύτερος έως πέμπτος, αποτελούν ανάπτυξη και επιχειρηματολογία του ιδίου ισχυρισμού. Σύμφωνα με την υπ' αριθ. 17/1958 απόφαση του Εφετείου ..., αποδόθηκε στην Π.
Φ., δικαιοπάροχο της ΙΑΤΡΟΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ, ως προίκα, εκ της περιουσίας του αποθανόντος το έτος 1916 πατέρα της και κατ' εφαρμογήν του Ιονίου Αστικού Κώδικος, ο ισόγειος όροφος, του πρώτου ορόφου της ιδίας οικοδομής, παραμένοντος στην ιδιοκτησία του εναγομένου αδελφού της, Σ. Φ., απωτέρου δικαιοπαρόχου της εναγομένης.
Με την απόκτηση κυριότητας επί εκάστου ορόφου κεχωρισμένως, από την Π. Φ. και τον Σ. Φ., αντιστοίχως, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του Ν. 3741/1929, που αναφέρθηκαν ανωτέρω, ισχύοντος τον χρόνο αποδόσεως της προίκας στην Π. Φ., αυτοδικαίως και αναγκαστικώς απεκτήθη συγκυριότητα εκάστου οροφοκτήτη, επί του όλου οικοπέδου εφ' ού η οικοδομή, ήτοι του οικοπέδου των 1518τ.μ., τότε.
Η ανωτέρω αναγκαστική συγκυριότητα δεν αναιρείται από το γεγονός της κατά το έτος 1972 κατατμήσεως του οικοπέδου αυτού από την Κ. Φ. δια του διαχωρισμού τμήματος 746τ.μ., διαχωρισμό τον οποίο αμφότερα τα διάδικα μέρη, θεωρούν ως δεδομένο πραγματικό γεγονός, χωρίς να ασχολούνται με το νόμιμο ή μη του τρόπου που έλαβε χώρα.
Άλλωστε, η ίδια η Κ. Φ., με τη δήλωσή της το έτος 1999 στο Κτηματολόγιο, για την οποία έγινε λόγος ανωτέρω, αποδέχεται ότι είναι κυρία της οριζόντιας ιδιοκτησίας του πρώτου ορόφου, με ανάλογο ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου εκτάσεως 781,14τ.μ., του οικοπέδου δηλαδή που απέμεινε μετά το διαχωρισμό το έτος 1972 του τμήματος των 746τ.μ..
Εφόσον επομένως, κατά τα αμέσως ανωτέρω, υφίσταται οριζόντιος ιδιοκτησία των δύο ορόφων (ισογείου και πρώτου) με ανάλογο ποσοστό συγκυριότητας εκάστου ορόφου επί του οικοπέδου των 782,39τ.μ., συγκυριότητα η οποία απεκτήθη αυτοδικαίως και αναγκαστικώς, η εγγραφή στο Κτηματολόγιο του μεν τμήματος των 478,57 τ.μ.
ως αυτοτελούς οικοπέδου αποκλειστικής κυριότητος της εκκαλούσης και του οικοπέδου επί του οποίου υφίσταται η ένδικος οικοδομή ως έχοντος επιφάνεια 391,42 τ.μ., εγγραφές οι οποίες έγιναν δυνάμει της υπ' αριθ. 33/29-06-2002 αποφάσεως της αρμόδιας Επιτροπής του Κτηματολογίου και κατόπιν της υπ' αριθ. .../09-02-2001 ενστάσεως της εναγομένης - ενάγουσας Ε.
Κ., είναι εσφαλμένες και παραβλάπτουν το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος σωματείου (της Α' αγωγής), επί της προαναφερθείσης οριζοντίου ιδιοκτησίας του ισογείου ορόφου, μετά του ανήκοντος εις αυτή ποσοστού συγκυριότητας επί του οικοπέδου των 782,39 τ.μ. Επομένως, αποδεικνύεται βάσιμη η υπό στοιχ. Α' αγωγή του εφεσιβλήτου σωματείου με την επωνυμία "ΙΑΤΡΟΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΕΡΚΥΡΑΣ", αβάσιμη δε η υπό στοιχ.
Β' αγωγή της εκκαλούσης Ε. Κ.. Η εκκαλουμένη επομένως, η οποία, έστω με διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα, έκρινε ότι υφίσταται οριζόντια ιδιοκτησία συνεστημένη επί του όλου οικοπέδου των 782,39 τ.μ και ακολούθως, δέχθηκε ως βάσιμη την πρώτη και απέρριψε ως αβάσιμη τη δεύτερη αγωγή, δεν έσφαλε αλλά ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και κρίνονται αβάσιμοι όλοι οι λόγοι εφέσεως, με τους οποίους η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα".
Στη συνέχεια το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της ηττηθείσας πρωτοδίκως, ενάγουσας-εναγομένης. Με τους τέταρτο και πέμπτο, (κατά το πρώτο σκέλος του), λόγους του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, καθώς και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής, από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1325 του Ιονίου Κώδικα, η οποία ήταν εφαρμοστέα και σύμφωνα με την οποία δυνάμει της υπ' αριθμ. 17/1958 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας, διαχωρίστηκε εμπραγμάτως η περιουσία του προικοφειλέτη αδελφού της Π.
Φ., Σ. Φ., κατά ένα τμήμα αυτής (το διαμέρισμα του ισογείου της οικίας και η μικρή αυλή 35 τ.μ περίπου), το οποίο της αποδόθηκε ως προίκα, ήτοι της επιδικάστηκε κατ' άρθρο 1056 ΑΚ και περιήλθε σ' αυτή με την μεταγραφή της απόφασης και ως οροφοκτήτες τα δύο αδέλφια απέκτησαν συγκυριότητα στο έδαφος έδρασης αυτής (260 τ.μ περίπου, ήδη 313,68 τ.μ), το οποίο με την κατάτμηση του αρχικού οικοπέδου, επιφάνειας 1.518 τ.μ σε δύο εδαφοτεμάχια που έγινε με την ως άνω απόφαση, αποτέλεσε διακριτό εδαφοτεμάχιο.
Επίσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεχόμενο το Εφετείο ότι με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας (17/1958) συνεστήθησαν οριζόντιες ιδιοκτησίες στον ισόγειο και στον πρώτο όροφο της επίμαχης οικίας, επί εδάφους ολοκλήρου του οικοπέδου 1.518 τ.μ εφάρμοσε τα άρθρα 1, 2 παρ. 1, 3 παρ.1, 4 παρ. 1, 5, 13 και 14 του ν. 3741/1929 και 1002, 1117 ΑΚ, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και τέλος δεχόμενο ότι το 2012 το αναιρεσίβλητο διόρθωσε και συμπλήρωσε την υπ' αριθμ. .../1984 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Δημητρίου Δένδια, ως προς την περιγραφή του οικοπέδου της όλης οικοδομής και τους τίτλους κτήσης του με την πράξη .../2012 της συμβολαιογράφου Κέρκυρας Μαρίας Σπανού, νομιμοποίησε παρά το νόμο την ως άνω διόρθωση και συμπλήρωση της αρχικής πράξης αποδοχής, αφού γίνεται ρητή μνεία της 17/1958 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας ως τίτλου κτήσεως της οριζόντιας ιδιοκτησίας του ισογείου ορόφου, ενώ με την απόφαση αυτή είχε ήδη περιοριστεί το έδαφος της οριζόντιας αυτής ιδιοκτησίας, σε μέρος μόνο του εμβαδού των 782,39 τ.μ.
Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ήτοι το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση και οδήγησαν στο σχηματισμό του αντίστοιχου αποδεικτικού της πορίσματος, τα οποία, κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας, αποσπασματικά και μόνον παρατίθενται.
Σε κάθε δε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι και αβάσιμοι, διότι με αυτά που δέχθηκε και έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ.1, 4 παρ. 1, 5, 13, 14 του ν. 3741/1929 και 1002, 1117 ΑΚ, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτό και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νομική σκέψη και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού.
Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι με την ως άνω απόφαση (17/1958) του Εφετείου Κέρκυρας και με την απόκτηση κυριότητας επί εκάστου ορόφου κεχωρισμένως από την Π. Φ. και του Σ. Φ. αντίστοιχα, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του ν. 3741/1929, αυτοδικαίως και αναγκαστικώς αποκτήθηκε συγκυριότητα εκάστου οροφοκτήτου επί του όλου οικοπέδου των 1.518 τ.μ.
τότε, ενώ η ανωτέρω αναγκαστική συγκυριότητα δεν αναιρείται από το γεγονός της κατά το έτος 1972 κατατμήσεως του οικοπέδου αυτού από την Κ. Φ., δια του διαχωρισμού τμήματος 746 τ.μ.. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο εφάρμοσε και τη διάταξη του άρθρου 1325 του Ιονίου Κώδικα, παρότι δεν μνημονεύεται ρητά στην απόφαση, δεχόμενο κατά τα ως άνω με την προαναφερόμενη δικαστική απόφαση την αναγνώριση του δικαιώματος προς προίκηση της δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου κατά τον Ιόνιο ΑΚ και τον προσδιορισμό αυτής (προίκας) κατά τον παραπάνω τρόπο.
Περαιτέρω, όσον αφορά τον τέταρτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, κατά τα λοιπά, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι περιεχόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται, αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής της τριτανακοπής, καθώς και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και συντελεί, έτσι, στην εξέλιξη της διαδικασίας, για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης, εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης (ΑΠ 1278/2019, ΑΠ 109/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης και τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αυτής, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρέλειψε να αποφανθεί επί της εφέσεως της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας κατά το μέρος της που αφορά την απόρριψη της αγωγής της, με αποτέλεσμα να αφήσει αδίκαστα τα ειδικότερα περιεχόμενα στην αγωγή της αιτήματα.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι, διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, δικάζοντας επί της εφέσεως της αναιρεσείουσας, απέρριψε ως αβάσιμους όλους τους λόγους έφεσης που αφορούσαν την αγωγή της, ενώ δεν τίθεται θέμα αδίκαστων αιτημάτων της αγωγής, διότι το ως άνω Δικαστήριο, δεν δίκασε την αγωγή αλλά απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως ουσία αβάσιμη.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 559/2018, ΑΠ 950/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που νομίμως προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι με βάση την υπ' αριθμ. 17/1958 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, το όλο μεγαλύτερο ακίνητο της κληρονομικής περιουσίας του Α.
Φ. διαχωρίσθηκε σε δύο τμήματα, ήτοι στο εδαφοτεμάχιο στο οποίο είναι οικοδομημένη η αποδοθείσα προίκα που περιήλθε στην Π. Φ., υπεράνω δε αυτής ο πρώτος όροφος που παρέμεινε στην ιδιοκτησία του Σ. Φ., δηλαδή στο τμήμα έδρασης της οικίας και στο υπόλοιπο τμήμα του αρχικού εδαφοτεμαχίου (μετ' αφαίρεση από το αρχικό συνολικού εμβαδού 1.518 τ.μ., του εμβαδού του τμήματος έδρασης (το οποίο δεν είχε καταμετρηθεί μέχρι το έτος 2011).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό, τον οποίο και απέρριψε, δεχόμενο ότι με την απόκτηση κυριότητας εκάστου ορόφου κεχωρισμένως από την Π. Φ. και τον Σ. Φ., αντιστοίχως, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3741/1929, ισχύοντος κατά τον χρόνο αποδόσεως της προίκας στην Π.
Φ., αυτοδικαίως και αναγκαστικώς απεκτήθη συγκυριότητα εκάστου οροφοκτήτη, επί του όλου οικοπέδου εφ' ού η οικοδομή, ήτοι του τότε οικοπέδου των 1518 τ.μ.
Ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμων, για το αποδεικτέο γεγονός, φράσεων αυτού, που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Για την ίδρυση του λόγου αυτού δεν αρκεί εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 728/2020, ΑΠ 304/2020, ΑΠ 320/2016, ΑΠ 1509/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και έκτο (κατά το τέταρτο σκέλος του), κατ' εκτίμηση του τελευταίου, λόγους του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε, ότι με βάση την υπ' αριθμ. 17/1958 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, απεδόθη στην Π.
Φ. ως προίκα ο ισόγειος όροφος οικίας επί οικοπέδου εκτάσεως 1.518 τ.μ, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο της ως άνω απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας, με το να παραλείψει να λάβει υπόψη όλο το κείμενό της και να δεχθεί αντίθετα με το αληθινό περιεχόμενο αυτής, που συνίσταται στο ότι με αυτήν απεδόθη στην Π. Φ. ο ισόγειος όροφος οικίας επί οικοπέδου 260 τ.μ περίπου (ήδη 313,68), το οποίο δημιουργήθηκε με την κατάτμηση του αρχικού οικοπέδου σε δύο εδαφοτεμάχια, καθώς επίσης παραμόρφωσε και το περιεχόμενο των υπ' αριθμ. .../2007 και .../2011 δηλώσεων αποδοχής κληρονομίας της Κ.ς Φ. (της δεύτερης διορθωτικής της πρώτης) της συμβολαιογράφου Κέρκυρας Σμαράγδας Τζίμα, με τις οποίες η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε την κληρονομία της ανωτέρω επί ενός αυτοτελούς οικοπέδου εμβαδού 478.57 τ.μ., καθώς και τη υπ' αριθμ. .../2009 πράξης αποδοχής κληρονομίας της προαναφερθείσας κληρονομουμένης με την οποία η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε την κληρονομία της ανωτέρω επί ενός διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, επί οικοπέδου 292,85 τ.μ., με το να δεχθεί αντίθετα με το αληθινό περιεχόμενο αυτών που συνίσταται στο ότι οι ως άνω δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας της αναιρεσείουσας τελούν σε πλήρη αρμονία προς τον διαχωρισμό του εδάφους έδρασης της οικοδομής της προίκας, κατά τους ορισμούς της 17/1958 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας και δεν ευρίσκονται σε αντίθεση με τις δηλώσεις της Κ.ς Φ., η οποία, με τις δύο πρώτες δηλώσεις, δεν προέβη σε αποδοχή της κληρονομίας αλλά σε ένα από τα ακίνητα της κληρονομίας, εμβαδού 478,57 τ.μ.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, διότι η προαναφερθείσα κρίση του δικαστηρίου δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, τα οποία ορθά αναγνώστηκαν, πλην όμως το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό, από το θεωρούμενο κατά την αναιρεσείουσα ως ορθό, ενώ, εξάλλου, το αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως, δεν στηρίχθηκε, κυρίως ή αποκλειστικά, στα έγγραφα αυτά, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση του διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και για το λόγο τούτο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού.
Εξάλλου το δεδικασμένο λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ., πλην όμως δεν αφορά τούτο τη δημόσια τάξη και, επομένως δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Άρειου Πάγου κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν. 4842/2021. Ώστε για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη του δεδικασμένου, πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή, πρέπει ο αναιρεσείων για το ορισμένο του λόγου να εκθέτει ότι προς απόκρουση της ένδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου, προέβαλε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ένσταση περί δεδικασμένου, η οποία έχει ως ιστορική βάση το περιεχόμενο της τελεσίδικης απόφασης που προηγήθηκε και αίτημα την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης (Ολ.ΑΠ 1339/1985, ΑΠ 296/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 344/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, ήτοι ότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι σύμφωνα με την αριθμ. 17/1958 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, αποκτήθηκε κυριότητα επί εκάστου ορόφου κεχωρισμένως και δημιουργήθηκε αναγκαστική συγκυριότητα εκάστου οροφοκτήτη επί όλου του οικοπέδου, εφ' ού η οικοδομή των 1518 τ.μ, εφαρμοζομένου του ν. 3741/1929, παραβιάζοντας το δεδικασμένο που προκύπτει από την πιο πάνω απόφαση (17/1958), με την οποία, κατά τα προαναφερθέντα, το μεγαλύτερο ακίνητο της κληρονομικής περιουσίας του Α.
Φ. διαχωρίστηκε σε δύο τμήματα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, καθόσον, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης ουδόλως προκύπτει ότι τέτοιος ισχυρισμός περί δεδικασμένου προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε ότι επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ενώ η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στις προβλεπόμενες από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, εξαιρέσεις.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, πράγμα που συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν έχει καθόλου αιτιολογίες δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιό δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 69/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, κατ' εκτίμηση αυτού και τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αυτής, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί δεν διαλαμβάνει αιτιολογίες, αλλά διαλαμβάνει και αντιφατική αιτιολογία για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το λόγο αυτό, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε εντελώς εσφαλμένα ότι θανόντος του Σ. Φ. την 24-2-1961, η περιουσία του αποτελούμενη από το υπόλοιπο του αρχικού εδαφοτεμαχίου, περιήλθε εκ διαθήκης στη χήρα του, Κ. Φ., δηλαδή δέχθηκε ότι το έδαφος έδρασης της οικίας της προίκας συνεχίζει να συναπαρτίζει το όλο μεγαλύτερο ακίνητο της κληρονομικής περιουσίας, ενώ το έχει αποκόψει καθέτως η υπ' αριθμ. 17/1958 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, με αποτέλεσμα η ως άνω παραδοχή να έρχεται σε ευθεία σύγκρουση προς τους ορισμούς της πιο πάνω απόφασης και επίσης ότι η πράξη 4559/1962 του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Μ.
Πηγή, που μεταγράφηκε νόμιμα, με την οποία η κληρονόμος χήρα Κ. Φ. αποδέχθηκε την κληρονομία συμπεριλαμβάνει και το έδαφος έδρασης της οικίας της προίκας, ενώ αυτό έχει διαχωρισθεί, με αποτέλεσμα η παραδοχή αυτή να βρίσκεται σε αντίθεση με την εικαζομένη στοιχειώδη αντίληψη των δικαιωμάτων της Κ.ς Φ., από την οποία δεν επιτρέπεται να ερμηνευθεί η επίμαχη κληρονομική της δήλωση ως περιορίζουσα το έδαφος της γενομένης αποδεκτής κληρονομίας.
Τέλος δε αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι στερείται αιτιολογίας σχετικά με την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και 1, 2 παρ.1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του Ν. 3741/1929 που εφάρμοσε. Οι λόγοι αυτοί όμως, είναι προεχόντως αόριστοι και, συνεπώς, απαράδεκτοι, επειδή δεν αναφέρονται σε εκείνον του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ούτε εξειδικεύεται σαφώς το κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, ενώ σε αμφοτέρους διαλαμβάνονται αποσπασματικές και μεμονωμένες, κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, δημιουργείται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου (ΑΠ 14/2016, ΑΠ 49/2016) και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες της απόφασης, εκτός αν αυτές επέχουν θέση διατακτικού ή όταν η αντίφαση υπάρχει μεταξύ του διατακτικού και του αιτιολογικού της απόφασης (ΑΠ 1291/2019, ΑΠ 489/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, με την επίκληση της διάταξης του αριθ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση, η πλημμέλεια ότι ενώ δέχθηκε ότι η προικολήπτρια Π. Φ. διέθεσε με ιδιόγραφη διαθήκη το προικώο στο αναιρεσίβλητο σωματείο, καταγράφοντας αυτό ως "το διαμέρισμα όπου κατοικώ", με καμία αναφορά στο οικόπεδο των 782 τ.μ και ότι ακολούθως το αναιρεσίβλητο αποδέχθηκε την κληρονομία της προαναφερομένης διαθέτιδος με την υπ' αριθμ. .../1984 πράξη του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Δ.
Δένδια, που μεταγράφηκε νόμιμα, χωρίς, επίσης, καμία αναφορά στο ως άνω οικόπεδο των 782 τ.μ, στη συνέχεια αντιφατικά και παρά την ως άνω ευθυγράμμιση των ιδιοκτητών, διαχώρισε το όλο μεγαλύτερο ακίνητο, εμβαδού 1.518 τ.μ., με αφαίρεση από αυτό, του εμβαδού του τμήματος της πολυκατοικίας (746,70 τ.μ), ενώ το ως άνω μεγαλύτερο ακίνητο είχε διαχωρισθεί (από την προίκα με την 17/1958 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας) περιορισθέν αποκλειστικά στο έδαφος της έδρασης της οικίας της προίκας.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αναφερόμενη αντίφαση δεν εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης, αλλά στο αιτιολογικό αυτής.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει στην απόφαση του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την σχετική αποδεικτική κρίση (ΑΠ 1139/2020, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 1199/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, κατ' εκτίμηση αυτού, αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ 10 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι δέχθηκε, για τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος, ως αληθείς τους προβληθέντες από το αναιρεσίβλητο ισχυρισμούς του, όπως ειδικότερα αναφέρονται στον οικείο λόγο, χωρίς να προσκομισθεί σχετική περί αυτών απόδειξη.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις, μη δυνάμενη να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο (ούτε), η μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εσφαλμένη, δικαστική κρίση, αφού η τελευταία, ως αναφερομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων) είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 (ΑΠ 941/92), ο δε λόγος αυτός ερείδεται επί αιτιάσεων που στο σύνολό τους αφορούν εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.
Από τις διατάξεις του άρθρου 312 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η δικαστική απόφαση αποτελεί, έναντι πάντων, πλήρη απόδειξη, μεταξύ άλλων και για τη γνώμη που έχει εκφέρει το δικαστήριο (ΑΠ 1837/2013, ΑΠ 650/2011). Εξάλλου, ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο (ΑΠ 185/2019, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 2086/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση αυτού, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της παραβιάσεως των ορισμών του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, και δη ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στην 17/1958 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που είχε, δεχθείσα πράγματα εντελώς διαφορετικά από τις παραδοχές, κρίσεις και διατάξεις της, ήτοι ότι απεδόθη στην Π.
Φ. ως προίκα ο ισόγειος όροφος οικίας επί οικοπέδου εκτάσεως 1.518 τ.μ., αγνοώντας τη γενόμενη με την άνω απόφαση κατάτμηση, με συνέπεια να απορρίψει τον ισχυρισμό της περί αποκλειστικής κυριότητας των δικαιοπαρόχων της και κατ' ακολουθίαν και της ίδιας, στο απομένον εδαφοτεμάχιο, εκτάσεως 478,57 τ.μ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο προσέδωσε στην ως άνω απόφαση την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που είχε, πλην όμως, εκτίμησε την κρίση του δικαστηρίου διαφορετικά από εκείνη που θεωρεί η αναιρεσείουσα ως ορθή.
Επομένως και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176 , 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-4-2019 αίτηση και τους από 10-6-2021 και 7-10-2021 πρόσθετους επ' αυτής λόγους, της Ε. συζ. Ι. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 54/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου σωματείου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ