Legislator Case Law & Legislation
650/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding bank seizure priority claims against IKA.

Case Number 650/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Alpha Bank's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding the priority of claims in a public auction. The bank argued that the Court of Appeal erred by failing to declare the creditors' notifications invalid because they were not served on the IKA Director, only the Director of the Collection Office. The court ruled the appeal inadmissible because the bank lacked a direct legal interest in the validity of the notification list, which primarily benefited the third-party IKA, and confirmed that service on the Collection Office Director alone was sufficient for non-court documents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 975(3), 31 of Law 1545/1985; Article 559(14) of the Civil Procedure Code: An appeal is inadmissible if the appellant lacks a direct legal interest in the validity of the notification list, as such validity primarily benefits a third party not involved in the proceedings, and service of non-court documents on the designated official is sufficient without further service to the administrative head.

Keywords

AI generated
public auction priority inadmissible appeal direct legal interest third party benefit notification service bank seizure social security collection

Cited Legislation

AI generated
Article 975(3) of the Civil Procedure Code
Article 31 of Law 1545/1985
Article 559(14) of the Civil Procedure Code
Article 580(3) of the Civil Procedure Code
Articles 176 and 183 of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 650 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός απόφασης 650/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε") και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", έχει έδρα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κοϊμτζόγλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Β. του Κ., 2. Β. Γ. του Λ., 3. Α. Κ. του Γ., το γένος Γ., 4. Μ. Τ. του Γ., 5. Α. Τ. του Θ. και 6. Γ. Χ. του Χ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βουλκίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Ιουλίου 2004 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16196/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 990/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Ιουλίου 2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 15 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 975 περίπτ. 3 του ΚΠολΔ, στην τρίτη τάξη προνομίων κατατάσσονται στον πίνακα οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις δασκάλων εφόσον όλες αυτές προέκυψαν κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Με το άρθρο 31 του Ν. 1545/1985 ορίσθηκε, ότι στην τρίτη τάξη προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας εφόσον προέκυψαν κατά την τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης.

Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας κατατάσσονται ανεξάρτητα από το χρόνο κατά τον οποίο προέκυψαν, στην τάξη αυτή. Η διαίρεση του εκπλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔ, γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής. Έτσι, με τη δεύτερη από τις ανωτέρω διατάξεις, η οποία καθιερώνει προνόμιο υπέρ των εργαζομένων, δηλαδή υπέρ συγκεκριμένων δανειστών και όχι του οφειλέτη, διευρύνθηκε σημαντικά ο χρόνος που καλύπτεται από το προνόμιο του άρθρου 975 περ. 3 για απαιτήσεις από παροχή εξαρτημένης εργασίας, σε διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης, έγινε υπαγωγή στο προνόμιο αυτό και των αποζημιώσεων λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας, ανεξάρτητα από το χρόνο κατά τον οποίο προέκυψαν αυτές και καθιερώθηκε η ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών πριν από την κατάταξη των απαιτήσεων και τη διαίρεση του εκπλειστηριάσματος κατ' άρθρο 977 του ΚΠολΔ.

Από την ευρύτατη διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 31 του Ν. 1545/1985 και τον κοινωνικό σκοπό που υπηρετεί, ο οποίος έγκειται στην ισχυρή αλλά δίκαιη προστασία εκείνων που με την προσωπική τους εργασία βοηθούν την ανάπτυξη των επιχειρήσεων, προκύπτει ότι στην προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων των εργαζομένων περιλαμβάνονται και οι παρεπόμενες απαιτήσεις τους από τόκους.

Και εφόσον μεν οι παρεπόμενες αυτές απαιτήσεις τόκων προέρχονται από αποζημίωση λόγω καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως, δεν υπόκεινται σε κανένα χρονικό περιορισμό. Εφόσον, όμως, είναι παρεπόμενες άλλων αξιώσεων από την εργασιακή σχέση, κατατάσσονται προνομιακώς μόνο αν προέκυψαν την τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πλειστηριασμού ή εφόσον πρόκειται για πτώχευση την τελευταία διετία πριν από την κήρυξη της πτωχεύσεως.

Εξάλλου, στο άρθρο 6 παρ. 16 α του Ν. 2479/1997 ορίζονται: " α)Στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ., όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του Ν. 1545/1985, υπόκεινται και οι απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις, είτε αμείβονται κατά υπόθεση, είτε με πάγια περιοδική αμοιβή, καθώς και οι απαιτήσεις εμμίσθων δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσεως της συμβάσεως εμμίσθου εντολής και β) η παρ. 5 του άρθρου 975 του Κ.Πολ.Δ.

καταργείται, μεταβαλλόμενης αναλόγως της αριθμήσεως των επόμενων παραγράφων του ίδιου άρθρου". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αντιθέτως προς την καταργηθείσα με αυτή διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ., το προβλεπόμενο στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού προνόμιο των δικηγόρων είναι ευρύ και καταλαμβάνει τις απαιτήσεις αυτές χωρίς περιορισμό ως προς 1) τον ειδικότερο λόγο της αμοιβής, 2) το χρόνο που αυτές γεννήθηκαν και 3) τον τρόπο αποδείξεως τους.

Εξάλλου, οι λόγοι της κατά το άρθρο 979 ΚΠολΔ ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, εφόσον αναφέρονται στις απαιτήσεις των αναγγελθέντων δανειστών, είτε στο δικονομικό δίκαιο, εφόσον αφορούν τη διαδικασία της κατάταξης από την αναγγελία και μέχρι τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης.

Από την παρ. 2 του άνω άρθρου προκύπτει, ότι αν ο λόγος ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθού που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, αρκεί και μόνο η άρνηση αυτή για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, δεδομένου ότι ο καθού η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαιτήσεως του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων.

Δηλαδή στην περίπτωση αυτή ο καθού η ανακοπή οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαίτησης του, για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της. Αν ο καθού η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή.

Οι αναγγελθέντες δανειστές, μαχόμενοι κατά του κύρους του πίνακα κατάταξης, στο πλαίσιο της διεξαγόμενης κατόπιν ανακοπής του άρθρου 979 παρ.2 ΚΠολΔ δίκης, είναι τρίτοι έναντι του καθού η εκτέλεση και δεν δεσμεύονται ούτε ωφελούνται από το μεταξύ αυτού και του οποιουδήποτε δανειστή δεδικασμένο. Επομένως, ο ανακόπτων δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο απόφασης μεταξύ του καθού η ανακοπή και του καθού η εκτέλεση.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Κατά τις διατάξεις δε των παρ. 1 και 2 του άρθρου 312 του ΚΠολΔικ.Το περιεχόμενο της απόφασης αποτελεί πλήρη απόδειξη ... και για τη γνώμη που έχει εκφέρει το δικαστήριο" (παρ. 1). "Η κατά την παρ. 1 αποδεικτική δύναμη του περιεχομένου της απόφασης μπορεί να ανατραπεί με το πρακτικό της συζήτησης ή με την προσβολή της απόφασης ως πλαστής" (παρ. 2).

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι η δικαστική απόφαση αποτελεί, έναντι πάντων, πλήρη απόδειξη για την κρίση που εξέφερε σ' αυτήν το δικαστήριο για την ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσης που αποτέλεσε το αντικείμενο της δίκης.

Συνεπώς όταν αυτή προσκομίζεται για την απόδειξη της ύπαρξης της έννομης σχέσης, ως εκ της οποίας παρέχεται στο διάδικο, υπέρ του οποίου βεβαιώθηκε με αυτήν η ύπαρξη της σχέσης αυτής, δικαίωμα να προβεί σε εκτέλεση κατ' εκείνου εις βάρος του οποίου έγινε η βεβαίωση αυτή, σε δίκη που αφορά την εκτέλεση, αποδεικνύει πλήρως τη βεβαιούμενη απαίτηση, για την οποία η εκτέλεση, όχι μόνο έναντι του οφειλέτη, αλλά και των στην δίκη αυτή συμμετεχόντων τρίτων, όπως επί πλειστηριασμού, των αναγγελθέντων σ' αυτόν δανειστών, για τους οποίους δεν γεννάται ζήτημα επεκτάσεως του από την απόφαση αυτή δεδικασμένου, αφού δεν πρόκειται εκτέλεσή της κατ' αυτών, αλλά κατά του οφειλέτη του επισπεύδοντος ή άλλου συνδανειστή τους, και οι οποίοι μπορούν ν' ανατρέψουν την άνω αποδεικτική δύναμη της απόφασης μόνο από το τυχόν αντίθετο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης στην οποία εκδόθηκε (ως αντίθετο, ως προς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση της αποφάσεως) ή με την προσβολή της απόφασης ως πλαστής.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 12 του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται δε στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναιρέσεως, και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, δεχόμενο ότι απ' αυτό προκύπτει πλήρη απόδειξη του αποδεικτέου γεγονότος.

Έτσι, σύμφωνα και προς την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 312 παρ. 1 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η οποία δεν εκφέρει γνώμη της έννομης σχέσης που συνιστά το αποδεικτέο γεγονός σε άλλη δίκη, δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το γεγονός αυτό, αλλά η αποδεικτική αυτής δύναμη είναι τέτοια με των λοιπών δικαστικών τεκμηρίων και των καταθέσεων, των εξετασθέντων μαρτύρων.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ,.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα, με την από 14-7-2004 ανακοπή της, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), εκθέτει ότι με επίσπευση του δανειστή, Ταμείου Εισπράξεων Εσόδων ΙΚΑ Θεσσαλονίκης, και σε βάρος της οφειλέτριας εταιρίας με την επωνυμία "Χ.

Κ. ΑΒΕΕ", διενεργήθηκε στις 05-05-2004 δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός της ακίνητης περιουσίας της καθής η εκτέλεση και ότι αυτή (ανακόπτουσα) αναγγέλθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για απαίτηση της ποσού 6.531.817,73 ευρώ, που της επιδικάσθηκε με τις αναφερόμενες στην αγωγή διαταγές πληρωμής, και ήταν εμπραγμάτως ασφαλισμένη μέχρι του ποσού των 4.108.584 ευρώ.

Ότι, στον υπ' αριθ. 1907/2005 πίνακα κατάταξης του υπαλλήλου του πλειστηριασμού Ν. Ν., κατετάγησαν μεταξύ των άλλων και οι επίσης αναγγελθέντες, πρώτος έως και έκτος των καθών η ανακοπή-αναιρεσίβλητοι, προνομιακώς, προς ικανοποίηση των απαιτήσεων τους, προερχομένων, κατά τους ισχυρισμούς τους, από παροχή εξαρτημένης εργασίας, και ως προς τον πρώτο εξ αυτών ως δικηγόρου της καθής η εκτέλεση με έμμισθη εντολή, ενώ αυτή (ανακόπτουσα), λόγω ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος, κατετάγη στον πίνακα επικουρικά και μόνο για το ποσό των 45.878,99 ευρώ από τη συνολικά αναγγελθείσα απαίτηση της των 6.531.817,73 ευρώ.

Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, ότι η ανακόπτουσα (αναιρεσείουσα), με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της, αρνείται και αμφισβητεί τις απαιτήσεις των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, καθώς και ότι αυτές είναι εξοπλισμένες με το προνόμιο που αυτοί κατετάγησαν και ακολούθως ζητεί τη μεταρρύθμιση του προσβαλλόμενου πίνακα, ώστε οι παραπάνω εκ των καθών να αποβληθούν και στη θέση τους να καταταγεί αυτή.

Ακολούθως δέχεται το Εφετείο, ότι αναιρεσίβλητοι αποκρούοντας την προσβαλλόμενη με την ανακοπή άρνηση και αμφισβήτηση των απαιτήσεων, για τις οποίες αυτοί κατατάχθηκαν, εξέθεσαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της ανακοπής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ότι νομότυπα και εμπρόθεσμα αναγγέλθηκαν στον υπάλληλο του πλειστηριασμού για τις εργατικές απαιτήσεις τους κατά της οφειλέτριας εταιρίας, που τους επιδικάσθηκαν με δικαστικές αποφάσεις, επικαλέσθηκαν δε και προσκόμισαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου τις δικαστικές αυτές αποφάσεις, οι οποίες μέχρι το χρόνο σύνταξης του πίνακα είχαν καταστεί τελεσίδικες και από τις οποίες προέκυπταν οι απαιτήσεις τους, ενώ παράλληλα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν τις αναγγελίες τους και τις σχετικές εκθέσεις επιδόσεως των αναγγελιών, ανταποκρινόμενοι έτσι πλήρως στο βάρος αποδείξεως των αμφισβητηθεισών απαιτήσεων τους.

Ειδικότερα: Ο πρώτος των καθών Κ. Β., δικηγόρος, ο οποίος προσέφερε τις υπηρεσίες του με πάγια αντιμισθία στην οφειλέτιδα-καθής η εκτέλεση, δυνάμει συμβάσεως εντολής, προσκόμισε και επικαλέσθηκε την υπ' αριθ. 2976/2004 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία του επιδικάσθηκε το συνολικό ποσό των 67.496, 22 ευρώ με τους νόμιμους τόκους, για οφειλόμενες αποδοχές (πάγιες αντιμισθίες από 1 -4-2002 έως 18-6-2003), επίδομα και αποδοχές αδείας, δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα και αποζημίωση.

Οι τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των καθών, Α. Κ., Μ. Τ. και Β. Γ., εργαζόμενες της καθής η εκτέλεση-οφειλέτιδας, προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν τις υπ' αριθ. 4825/2003 και 2017/2004 τελεσίδικες αποφάσεις του Ειρηνοδικείου και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, με τις οποίες τους επιδικάσθηκαν νομιμοτόκως, για οφειλόμενους μισθούς, επιδόματα και αποζημίωση απολύσεως τα εξής συνολικά, ποσά:

Στην τρίτη, 19.424,84 ευρώ, στην τέταρτη 13.625 ευρώ και στην πέμπτη, 14.079,95 ευρώ. Τέλος, οι δεύτερος και έκτος των καθών Α. Τ. και Γ. Χ., μισθωτοί, ομοίως της καθής η εκτέλεση, επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν τις υπ' αριθ. 2016/2004 και 2975/2004 τελεσίδικες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες επιδικάσθηκε συνολικά, με το νόμιμο τόκο, στο δεύτερο το ποσό των 39.972,52 ευρώ και στον έκτο το ποσό των 32.294,16 ευρώ, για τις ίδιες παραπάνω αιτίες.

Συνεπώς, οι εν λόγω καθών-εκκαλούντες (ήδη αναιρεσίβλητοι), απέδειξαν νομίμως τις αμφισβητηθείσες από την ανακόπτουσα απαιτήσεις τους και το προνόμιο τους, για τις οποίες απαιτήσεις κατατάχθηκαν προνομιακά και τελεσίδικα στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, σε μερική μόνο ικανοποίηση τους, για τα εξής ποσά:

Ο πρώτος για 57.406,56 ευρώ, ο δεύτερος για 32.298, 03 ευρώ, η τρίτη για 14.974,34 ευρώ, η τέταρτη για 10.964,73 ευρώ, η πέμπτη για 11.354,91 ευρώ και ο έκτος για 32.516,54 ευρώ. Το γεγονός ότι οι παραπάνω τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις δεν παράγουν δεδικασμένο έναντι της ανακόπτουσας, αφού εκείνη δεν ήταν διάδικος στη δίκη στην οποία εκδόθηκαν, δεν αναιρεί την αποδεικτική τους δύναμη σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 312 ΚΠολΔ.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, κατά παραδοχή σχετικού λόγου της εφέσεως των αναιρεσίβλητων, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε είχε γίνει δεκτός ο λόγος αυτός της ανακοπής και συνακόλουθα και η τελευταία και είχε μεταρρυθμισθεί ο προρρηθείς πίνακας κατατάξεως με την αποβολή των καθών από το συνολικό ποσό των απαιτήσεων για τις οποίες κατετάγησαν και την κατάταξη της ανακόπτουσας σ' αυτό προνομιακά, απέρριψε τον παραπάνω λόγο ανακοπής, και ακολούθως και την ανακοπή στο σύνολο της, μετά την απόρριψη και των λοιπών λόγων αυτής.

Ενόψει τούτων, το Εφετείο που έκρινε, ότι αποδεικνυόταν η ύπαρξη των άνω απαιτήσεων από τις προρρηθείσες τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις τις οποίες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν' ενώπιον του οι αναιρεσίβλητοι, και οι οποίες είχαν ισχύ δεδικασμένου έναντι της καθής η εκτέλεση, τις οποίες (κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης), δεν προσέβαλε η αναιρεσείουσα ως εκδοθείσες κατά συμπαιγνίαν των διαδίκων, ή ότι ήσαν πλαστές, ως απαιτεί το άρθρον 312 του ΚΠολΔ, ούτε παρά τον νόμο δέχθηκε ύπαρξη δεδικασμένου κατά της αναιρεσείουσας από τις δικαστικές αυτές αποφάσεις, ούτε μετά την επίκληση και προσκομιδή των αποφάσεων αυτών, που αμέσως αποδεικνύουν την αμφισβητούμενη ύπαρξη των απαιτήσεων, για τις οποίες κατατάχθηκαν οι αναιρεσίβλητοι ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει σε άλλες αποδείξεις.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ομοίως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, μόνο όμως κατά το μέρος που με αυτόν προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι οι παραπάνω τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις δεν αποτελούσαν πλήρη απόδειξη και έναντι της αναιρεσείουσας ως προς τις επιδικασθείσες αξιώσεις των αναιρεσίβλητων για παροχές από εξαρτημένη εργασία.

Περαιτέρω όμως, με το να δεχθεί το Εφετείο, ότι οι παραπάνω τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, παρείχαν πλήρη απόδειξη και ως προς το προνόμιο του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, βάσει του οποίου κατετάγησαν οι αναιρεσίβλητοι, στον συνταχθέντα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, πίνακα κατάταξης, γνώμη η οποία δεν παρείχετο στις αποφάσεις αυτές, αντί, για να καταλήξει στο πόρισμα αυτό, συνεκτιμήσει ελεύθερα και τις εν λόγω αποφάσεις με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ενόψει της αμφισβητήσεως της αναιρεσείουσας και ως προς το πραγματικό αυτό γεγονός, προσέδωσε στις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις αυξημένη δύναμη, που δεν είχαν κατά το νόμο, και επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, κατά το μέρος αυτό, είναι βάσιμος.

Τέλος, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του ελλείπεις, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 975 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ. και 31 του ν. 1545/1985 με τις οποίες περιορίζεται το προνόμιο κατατάξεως των απαιτήσεων των εργαζομένων στην τρίτη τάξη του άρθρου 975 περ. 3 Κ.Πολ.Δ., μόνο σ' εκείνες τις απαιτήσεις από μισθούς, επιδόματα και τόκους αυτών, οι οποίες είχαν γεννηθεί στην πριν από την ημεροχρονολογία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού διετία και μόνο ως προς την αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας ισχύει το ανωτέρω προνόμιο κατατάξεως χωρίς χρονικό περιορισμό ως προς τη γέννηση αυτών των απαιτήσεων (αποζημίωση και τόκοι αυτής), παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις προπαρατεθείσες διατάξεις τις οποίες εφάρμοσε.

Ειδικότερα το Εφετείο, δεν περιέλαβε καθόλου στις αιτιολογίες του τον χρόνο που είχε ορισθεί η διενέργεια του πρώτου πλειστηριασμού, ενώ δεν εξειδικεύει ποιες από τις απαιτήσεις των αναιρεσίβλητων που τους επιδικάσθηκαν με τις προρρηθείσες δικαστικές αποφάσεις και για τις οποίες κατετάγησαν στην τρίτη τάξη των προνομιούχων δανειστών συνιστούν παροχές από εξαρτημένη εργασία και ποιες απ' αυτές συνιστούν τόκους προερχόμενους από τις παροχές αυτές, ούτε όμως και το χρόνο στον οποίο αναφερόνταν οι πιο πάνω εργατικές παροχές και οι τόκοι επ' αυτών, σε τόπον ώστε να μην καθίσταται εφικτός ο έλεγχος, αν σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, δικαιολογείτο η κατάταξη τους στην τρίτη τάξη των προνομιούχων δανειστών για το σύνολο ή μέρος των ποσών που κατετάγησαν.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 εδ. α' και β' ΚΠολΔ "οι δανειστές εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχουν δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτηση τους. Η αναγγελία επιδίδεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε εκείνο υπέρ του οποίου γίνεται και εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση ...". Εξάλλου, κατά το άρθρο 979 παρ. 2 εδ.

α ΚΠολΔ, ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως μπορεί να ασκήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, ο οποίος απευθύνει αυτήν εναντίον όλων εκείνων, των οποίων η αποβολή θα επιτρέψει την κατάταξη της απαιτήσεως του ανακόπτοντος. Με την έννοια αυτή, οι συνέπειες της ανακοπής και της κατατάξεως θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον, το οποίο κρίνεται κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και την ειδικότερη τοιαύτη του άρθρου 262 παρ. 2 αυτού, που απαγορεύει τις ενστάσεις εκ δικαιώματος τρίτου, εφαρμοζόμενης και της διατάξεως του άρθρου 583, η οποία προϋποθέτει βλάβη ή κίνδυνο βλάβης των εννόμων συμφερόντων του ανακόπτοντος.

Έτσι, η μη νομότυπη επίδοση του αναγγελτηρίου στον επισπεύδοντα δανειστή δεν δημιουργεί ακυρότητα παρά μόνο υπέρ εκείνου προς τον οποίο έπρεπε να γίνει και εν τούτοις παρελήφθη και μάλιστα μόνον αν επικαλεσθεί αυτός ότι επήλθε στον ίδιο, εξαιτίας της παραλείψεως αυτής, βλάβη. Περαιτέρω, όπως σαφώς προκύπτει από την πρώτη των άνω διατάξεων (άρθρο 972 παρ. 1 εδ.

α' και β' ΚΠολΔ), η αναγγελία αποτελεί εξώδικη πράξη, που συνιστά την πρώτη επιθετική πράξη της διαδικασίας κατάταξης, εντασσόμενη στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, με την οποία ζητείται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού η παροχή έννομης προστασίας υπό τη μορφή ικανοποίησης της αναγγελόμενης απαίτησης του δανειστή από το πλειστηρίασμα του κατασχεθέντος και στη συνέχεια πλειστηριασθέντος πράγματος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 3δ' του ν. 1469/1951, που προστέθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1469/1984, οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την είσπραξη των εσόδων του Δημοσίου εφαρμόζονται ανάλογα και για την είσπραξη των εσόδων του ΙΚΑ. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 85 παρ. 1 του ΚΕΔΕ: "Επί δικών του παρόντος ν.

Διατάγματος το Δημόσιον εκπροσωπεί ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου καθ' ού στρέφεται παν δικόγραφον επί ποινή απαραδέκτου αυτού. Κατά πάσαν περίπτωσιν, επί τη αυτή ως άνω κυρώσει απαιτείται κοινοποίησις και εις τον Υπουργόν των Οικονομικών". Παρόμοια είναι και η διάταξη του άρθρου 5 του "Κωδικός Νόμων περί δικών Δημοσίου" (Διάταγμα 26.6/10.7.1944).

Από τον συνδυασμό των άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι η κοινοποίηση των σχετικών δικογράφων στον Υπουργό Οικονομικών, και στην περίπτωση του ΙΚΑ, εκτός από τον αρμόδιο διευθυντή είσπραξης των εσόδων του, και στο Διοικητή του ΙΚΑ, αναφέρονται σε δικόγραφα για δίκες ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων, τέτοιο όμως δικόγραφο δεν συνιστά και η αναγγελία δανειστού που γίνεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού για την κατάταξη της απαίτησης του κατά του καθού η εκτέλεση στον πίνακα που θα συντάξει μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού, εφόσον δε η εκτέλεση γίνεται κατά της διατάξεις του ΚΕΔΕ και τον πλειστηριασμό επισπεύδει ο αρμόδιος Διευθυντής του Ταμείου Εισπράξεως Εσόδων του ΙΚΑ, αρκεί η αναγγελία του δανειστού αυτού να επιδίδεται, εκτός των άλλων προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 972 παρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ, μόνο στον Διευθυντή του οικείου Ταμείου Εισπράξεως Εσόδων ΙΚΑ, υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, όχι δε και στο Διοικητή του ΙΚΑ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρέλειψε να κηρύξει την ακυρότητα των αναγγελιών των αναιρεσίβλητων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, για προνομιακή κατάταξη στον πίνακα του πλειστηριασμού των απαιτήσεων τους κατά του καθού η εκτέλεση, προκειμένου στη συνέχεια να κατατάξει αυτήν στη θέση τους, καθόσον, ενώ ο πλειστηριασμός έγινε με επίσπευση της Διευθύντριας του Ταμείου Εισπράξεως ΙΚΑ Θεσσαλονίκης, κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, η επίδοση των αναγγελιών τους, κατά το μέρος που αφορά εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, έγινε μόνο στην ως άνω Διευθύντρια του ΙΚΑ, όχι δε και στον Διοικητή του ΙΚΑ., την ακυρότητα δε αυτή προέβαλε με λόγο της ένδικης ανακοπής της και επανέφερε ενώπιον του Εφετείου.

Σύμφωνα, όμως με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν έχει άμεσο έννομο συμφέρον για την προβολή λόγων ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως, οι οποίοι θα ωφελούσαν, αν ευδοκιμούσαν, τρίτο πρόσωπο (ΙΚΑ), το οποίο δεν είναι διάδικο στη δίκη που ανοίχθηκε με την ένδικη ανακοπή, ενώ σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, αφού αρκούσε εν προκειμένω η επίδοση των αναγγελιών των αναιρεσίβλητων μόνο στην επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό Διευθύντρια του Ταμείου Εισπράξεως ΙΚΑ Θεσσαλονίκης και δεν ήταν αναγκαία η επίδοση αυτών και στο Διοικητή του ΙΚΑ, καθόσον οι άνω αναγγελίες δεν συνιστούσαν δικόγραφα, τα οποία αφορούσαν δίκη ενώπιον δικαστηρίου, όπως απαιτεί ο νόμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 990/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθούν δε οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 990/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ