Legislator Case Law & Legislation
1034/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for misrepresentation of documents when lower court considered them with other evidence.

Case Number 1034/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by the plaintiffs against the Athens Court of Appeal's decision. The plaintiffs argued that the appellate court misinterpreted specific administrative regulations and sworn testimonies regarding road infrastructure defects following a traffic accident. The court rejected this claim because the lower court did not rely exclusively on the disputed documents but evaluated them alongside other evidence to form its factual findings. Consequently, the court held that the appellate court's assessment of facts falls outside the scope of appellate review under Article 561 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on alleged misrepresentation of documents is inadmissible if the court of first instance considered those documents in conjunction with other evidence, as the resulting factual assessment is not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
misrepresentation of documents appellate review scope factual assessment Code of Civil Procedure evidence evaluation administrative regulations traffic accident liability

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Articles 421-424 of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1034 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1034/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2'Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Ν. του Β., 2) Μ., συζύγου Κ. Ν., 3) Β. Ν. του Κ., 4) Μ. Ν. του Κ., απάντων κατοίκων ... και 5) Β Χ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ. Β..

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Μ. του Δ., 2) Γ. Μ. του Δ., 3) Μ. Μ. του Δ., απάντων κατοίκων ..., ως κληρονόμων του Δ. Μ., πρώην νομίμου εκπροσώπου της Α.Ε. με την επωνυμία "... A.E." και 4) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος, 2ος και 3η αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Γλυκερία Σιούτη και Νικόλαο Σκούφο. Η 4η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σέργιο Μαναράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Με την ανωτέρω δήλωση ο πληρεξούσιος δικηγόρος γνωστοποίησε και τη μετονομασία της αναιρεσίβλητης εταιρείας σε "... ΑΤΕ".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και των αρχικών διαδίκων Β. Ν. και Θ. συζύγου Β. Χ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3897/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3261/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-10-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.α`ΚΠοΛΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων421-424ΚΠοΛΔ, ως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 1 άρθρο 2 παρ 3 ν4335/2015 και ισχύουν από 1-1-2016, συνάγεται ότι τα δικαστήρια της ουσίας (πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια), όταν δικάζουν κατά την τακτική διαδικασία, λαμβάνουν υπ` όψη και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι αυτές έχουν γίνει ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, τουλάχιστον δύο εργάσιμες μέρες πριν από τη βεβαίωση.

Ο διάδικος που επιθυμεί τη χρησιμοποίηση της ένορκης βεβαίωσης, έχει το βάρος της επίκλησης και απόδειξης της κλητεύσεως του αντιδίκου, εκτός αν αυτός παραστάθηκε κατά τη διενέργεια της βεβαίωσης. Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της κλητεύσεως του αντιδίκου, γιατί η έλλειψή της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση θεωρείται ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο.

Ως εκ τούτου, αν το δικαστήριο συνεκτιμήσει ένορκη βεβαίωση χωρίς να έχει κλητευθεί νομίμως ο αντίδικος, ο οποίος δεν παραστάθηκε κατά τη διενέργειά της, λαμβάνει υπ` όψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως. Τέλος, από το άρθρο 143 παρ.1 ΚΠολΔ όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015 με έναρξη ισχύος την 1-1-2016 σύμφωνα με την παρ.4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου, με την οποία, ορίζεται ότι "Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του ", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του.

Η ισχύς της εν λόγω διατάξεως, ως δικονομική, καταλαμβάνει από 1-1-2016 όλες τις επιδόσεις που γίνονται στον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η απόφαση, στην υπόθεση για την οποία αυτός είχε παραστεί, εκδόθηκε πριν την 1-1-2016. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 421-424 ΚΠοΛΔ σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 529ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι, κατά κανόνα, παραδεκτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, επομένως και ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβ/φου ή προξένου, που έχουν δοθεί νόμιμα μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν τη συζήτηση της έφεσης, εκτός αν η προσκόμιση αυτών αποκρουστεί ρητά από το Εφετείο, διότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 204/2017, ΑΠ 1450/2011).

Εξάλλου δεν αποκλείεται η δόση ένορκης βεβαίωσης από μάρτυρα που εξετάστηκε ήδη στο ακροατήριο του δικαστηρίου.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, με την οποία, κατά παραδοχή των εφέσεων των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και μετ'εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και συνεκτίμησε όσον αφορά την αλήθεια ή αναλήθεια, κατά περίπτωση, των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, προκειμένου να καταλήξει στην άνω κρίση του, και την 3661/13-3-2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών του ήδη εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρος Α.

Β., που είχε δοθεί με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων - εφεσιβλήτων), ενόψει της συζήτησής της υπόθεσης ενώπιον του την 16-3-2017, την οποία δεν απέκρουσε κατ'άρθρο 529 ΚΠοΛΔ, αλλά αντιθέτως δέχθηκε ότι παραδεκτά προσκομίσθηκε το πρώτον ενώπιον του. Κατά την έρευνα δε του παραδεκτού της άνω ένορκης βεβαίωσης σχετικά με την κλήτευση των αναιρεσειόντων, διέλαβε ότι αυτή, λήφθηκε υπόψη διότι έγινε "κατόπιν νομότυπου και εμπρόθεσμου κλητεύσεως των εφεσιβλήτων στην υπό στοιχείο Ι έφεση να παραστούν κατά τη λήψη της (σχετ η υπ' αριθ….2ΣΤ 17.3.2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Γ.

Λ.)". Από την επισκόπηση της κλήσης με την επισημείωση του άνω δικ επιμελητή προκύπτει ότι αυτή (κλήση) επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων Γ. Β., ο οποίος τους εκπροσώπησε τόσον στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο όσον και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου και συνακόλουθα ήταν και αντίκλητός τους, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά έλαβε υπόψη μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, και την άνω ένορκη βεβαίωση, εφόσον δεν την απέκρουσε ρητά, κατ'άρθρο 529 ΚΠολΔ, και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος από το άρθρο 559 αρ.11α'ΚΠολΔ (κατά την ορθή νοηματική του εκτίμηση και όχι από τον αριθ.1), με τον οποίο ισχυρίζονται οι αναρεσείοντες, ότι απαραδέκτως το Εφετείο την έλαβε υπόψη, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 27/1998).

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).

Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν έχει εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ 1909/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ως αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, τα οποία ορίζει το άρθρο 339 ΚΠολΔ, θεωρείται η προβλεπόμενη από το νόμο για κάθενα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσης του δικαστή ως προς την απόδειξη, με το μέσον αυτό, του αποδεικτικού θέματος.

Επομένως, μόνον η παράβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου ως προς τη δεσμευτικότητα αυτή, όπως είναι η, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, απόδοση - αναγνώριση αποδεικτικής δύναμης σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερης ή μικρότερης από εκείνη, την οποία του αποδίδει ο νόμος, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία (ΑΠ 1592/2018).

Κατά συνέπεια, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνον αν πρόκειται για αποδεικτικά μέσα, στα οποία, σύμφωνα με το νόμο, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης, δηλαδή προϋποθέτει αποδεικτικά μέσα αυξημένης αποδεικτικής δύναμης (ΑΠ 451/2014, ΑΠ 1311/2010, ΑΠ 1417/2009). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποία είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποία ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ` αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ` αυτήν ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1454/2017, ΑΠ 700/2009).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδαφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ. 2/2008, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 1456/2014).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 2261/2014, ΑΠ 688/2016).

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα:

"Δυνάμει της από 9.5.1996 συμβάσεως, καταρτισθείσας μεταξύ της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος και της τεχνικής εταιρίας υπό την επωνυμία "..." (καθολική διάδοχος της οποίας λόγω απορροφήσεως τυγχάνει η εκκαλούσα στην υπό στοιχείο II έφεση ανώνυμος τεχνική εταιρία), η πρώτη ανέθεσε για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου στη δεύτερη (νόμιμοι εκπρόσωποι της οποίας ήσαν ο ήδη θανών Δ.

Μ., μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του οποίου τυγχάνουν οι εκκαλούντες στην υπό στοιχείο I έφεση) και ο (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) Ι. Π., την εκτέλεση των εργασιών του έργου "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΟΔΟΥ ΚΑΡΥΣΤΟΣ - ΛΕΠΟΥΡΑ ΑΠΟ Χ.Θ. 0 + 000 ΕΩΣ Χ.Θ. 0,6 + 100", με προθεσμία ολοκληρώσεως του έργου από την ως άνω ανάδοχο του έργου ανώνυμο τεχνική εταιρία την 7.8.1997.

Το ως άνω έργο παραδόθηκε εν τέλει την 31.8.1998. Την 25.7.1999 και περί ώρα 0:50' ο Π. Ν. υίος του πρώτου και της δευτέρας, αδελφός του τρίτου και της τετάρτης και εγγονός του πέμπτου των εφεσιβλήτων στις υπό στοιχεία I και II εφέσεις, έβαινε επί της Επαρχιακής Οδού ..., οδηγώντας την υπ' αριθ. κυκλοφορίας ...24 δίκυκλο μοτοσικλέτα του, με κατεύθυνση προς ...

και συνεπιβάτιδα την Β. Κ. του Κ.. Στο ύψος της … Χιλιομετρικής Θέσεως (Χ.Θ.) της ως άνω Οδού μετά τη διασταύρωση αυτής με τη Νέα ... ο προαναφερόμενος οδηγός της δικύκλου μοτοσικλέτας απώλεσε τον έλεγχο αυτής, εξετράπη της πορείας του αριστερά ως προς την αρχική κατεύθυνσή του, διέσχισε το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και κατέπεσε από ύψος 1,5 μέτρων σε σημείο, όπου κατασκευάζεται η ως άνω Νέα Οδός, με συνέπεια ο μεν Π.

Ν., ο οποίος δεν έφερε προστατευτικό κράνος, να υποστεί βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, νέκρωση εγκεφάλου και υποστατική πνευμονία, συνέπεια των οποίων επήλθε ο θάνατός του, η δε συνεπιβάτις του Β. Κ. να υποστεί ομοίως σοβαρό τραυματισμό. Η Επαρχιακή Οδός ... είναι διπλής κατευθύνσεως, έχει πλάτος οδοστρώματος στο συγκεκριμένο σημείο έξι (6) μέτρων και πλάτος ερείσματος ενός (1) μέτρου, είναι ανωφερής προς ...

και ασφαλτοστρωμένη. Κατά το χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος η κυκλοφορία στο σημείο ήταν αραιή, οι συνθήκες ορατότητος περιορισμένες, φωτισμός και σήμανση δεν υφίσταντο, ενώ η κατάσταση της οδού ήταν κανονική (δηλαδή όχι ολισθηρή ή υγρή ή με επισήμανση φθορών του οδοστρώματος...Οι εφεσίβλητοι με την αγωγή τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρίσθηκαν ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα και εντεύθεν ο θάνατος του συγγενούς τους Π.

Ν. οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα των νομίμων εκπροσώπων και προστηθέντων της εκκαλούσας στην υπό στοιχείο ΙΙ έφεση ανωνύμου τεχνικής εταιρίας, οι οποίοι δεν μερίμνησαν α) για την αποκατάσταση των φθορών του οδοστρώματος της υπό κατασκευή οδού (λακκούβες, ζυμώματα, αποξήλωση ασφαλτοτάπητος) με την κοπή με σκαπτικό μηχάνημα περιμετρικώς της φθοράς και την αποξήλωση και απομάκρυνση ασφαλτικού και υλικών οδοστρωσίας και ασφαλτικού τάπητος β) για την πλήρη σήμανση και εξασφάλιση της ασφαλούς και απροσκόπτου κυκλοφορίας των οχημάτων με την τοποθέτηση προειδοποιητικών σημάτων σε όλες τις θέσεις, στις οποίες παρουσιάζονταν φθορές στο οδόστρωμα ,παρά το γεγονός ότι η Διευθύνουσα Υπηρεσία του έργου είχε επισημάνει σε αυτήν τις υποχρεώσεις της με τις αναφερόμενες στο αγωγικό δικόγραφο Ειδικές Διαταγές και γ) για την τοποθέτηση σε καταλλήλους θέσεις όλων τις πινακίδων σημάνσεως, ώστε να επισημανθούν τα όρια των επί του οδοστρώματος εκτελουμένων εργασιών, οι χώροι εναποθέσεως υλικών με την τοποθέτηση συνεχών ή διακεκομμένων εμποδίων, τα οποία να έχουν εναλλασσόμενες λωρίδες ερυθρού και λευκού χρώματος, κατά δε τη νύκτα με την τοποθέτηση εμποδίων αντανακλαστικών, άλλως με την τοποθέτηση φώτων και αντανακλαστικών στοιχείων.

Επί των ισχυρισμών αυτών λεκτέα τα ακόλουθα : Η ανώνυμος τεχνική εταιρία υπό την επωνυμία "..." (καθολική διάδοχος της οποίας λόγω απορροφήσεως τυγχάνει η εκκαλούσα στην υπό στοιχείο II έφεση ανώνυμος τεχνική εταιρία) ανέλαβε την εκτέλεση κατασκευής συγκεκριμένου τμήματος της Επαρχιακής Οδού "... ", κατά τα προεκτιθέμενα.

Όπως συνάγεται από το σύνολο του τεθέντος υπόψη του παρόντος Δικαστηρίου αποδεικτικού υλικού, η ως άνω υπό κατασκευή Επαρχιακή Οδός δεν ταυτίζεται και είναι αναμφιβόλως διαφορετική από την ήδη υφισταμένη κατά το χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος Επαρχιακή Οδό " -...", δεδομένου ότι το μεν ... είναι παραθαλάσσιος οικισμός στη δυτική ακτή της νήσου ... (στον ...), τα δε ...

είναι οικισμός στο εσωτερικό της Νήσου ... (στο κέντρο περίπου της νήσου). Η οδική απόσταση ... είναι περίπου δώδεκα χιλιόμετρα, ενώ η οδική απόσταση ... είναι περίπου εβδομήντα (70) χιλιόμετρα, ότι πρόκειται δε για διαφορετικές οδούς αποδεικνύεται ιδίως από την προσκομιζομένη μετ' επικλήσεως από τους εκκαλούντες στην υπό στοιχείο I έφεση δορυφορική φωτογραφία της συγκεκριμένης περιοχής, στην οποία απεικονίζεται με ερυθρό χρώμα η υφισταμένη (παλαιά) Επαρχιακή Οδός "... - ...ς" και με κίτρινο χρώμα η (νέα) Επαρχιακή Οδός "... - ...", οι οποίες διασταυρώνονται σε συγκεκριμένο σημείο και εφεξής ακολουθούν γενικώς παράλληλο πορεία με κατεύθυνση πλέον προς ..., η οποία είναι η τελική κατάληξη αμφοτέρων.

Η δίκυκλος μοτοσικλέτα του Π. Ν. εκινείτο επί της (παλαιάς) Επαρχιακής Οδού "... - ...ς" και όχι επί της (υπό κατασκευή) τότε Επαρχιακής Οδού "... - ...ς", στη δε κρίση του αυτή το παρόν Δικαστήριο άγεται ιδίως από τα εξής στοιχεία: α) στην από 25.7.1999 έκθεση αυτοψίας τροχαίου του Αστυνομικού Σταθμού ... αναγράφεται ως τόπος του ενδίκου ατυχήματος "ΕΟ ..., Ιη X/Θ", χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην υπό κατασκευή Επαρχιακή Οδό "... - ...ς", στη θέση δε "ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" της εν λόγω εκθέσεως αναγράφεται επί λέξει "ο οδηγός της δίκυκλης μοτ/τας εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και έπεσε από ύψος 1,50 μέτρων στο σημείο όπου κατασκευάζεται η νέα Ε.Ο.

Διασταύρωση ... ...", δηλαδή σαφώς αναφέρεται ότι ο θανών Π. Ν. εκινείτο επί της παλαιάς Επαρχιακής Οδού "... - ...ς", σε σημείο ένα (1) χιλιόμετρο μετά τη διασταύρωση αυτής με την υπό κατασκευή νέα (τότε) Επαρχιακή Οδό "... - ...ς", επί της οποίας δεν εκτελούντο οποιαδήποτε έργα οδοποιίας (καθ' όσον ευρίσκετο σε κανονική κυκλοφορία), και κατέπεσε από ύψος 1,50 μέτρων σε σημείο, όπου πράγματι ελάμβανε χώρα κατασκευή τμήματος της (νέας) Επαρχιακής Οδού "... - ...ς" από την ανώνυμο τεχνική εταιρία υπό την επωνυμία "..." (καθολική διάδοχος, της οποίας λόγω απορροφήσεως τυγχάνει η εκκαλούσα στην υπό στοιχείο II έφεση ανώνυμος τεχνική εταιρία), β) στην αυτή ως άνω έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος αναφέρεται στη θέση "Κατάσταση οδού" ο χαρακτηρισμός "Κανονική", όπερ σημαίνει ότι τα επιληφθέντα του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος αστυνομικά όργανα δεν διεπίστωσαν κακοτεχνίες ή άλλες φθορές του οδοστρώματος λόγω διεξαγωγής οδικών έργων ή εξ άλλης αιτίας, και τούτο διότι δεν εκτελούνταν έργα κατασκευής οδοστρώματος επί της (παλαιός) Επαρχιακής Οδού "... - ...ς", αλλά μόνο επί της υπό κατασκευή νέας Επαρχιακής Οδού "... - ...ς", η οποία μάλιστα είχε υψομετρική διαφορά (τουλάχιστον 1,50 μέτρων, όπως σημειώνεται στην έκθεση αυτοψίας) από την υφισταμένη (παλαιά) Επαρχιακή Οδό "... - ...ς", στην οποία κατέπεσε η δικύκλος μοτοσικλέτα του θανόντος Π.

Ν., γ) στο προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από 25.7.1999 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος σαφώς προσδιορίζεται ως σημείο αυτού η … Χιλιομετρική Θέση της (παλαιάς) Επαρχιακής Οδού "... - ...ς" και μάλιστα μετά τη διασταύρωση με την υπό κατασκευή νέα Επαρχιακή Οδό και η τελική θέση της δικύκλου μοτοσικλέτας του θανόντος Π.

Ν. απεικονίζεται εκτός του οδοστρώματος της παλαιός Επαρχιακής Οδού σε "βάθος 1,50 μ.", δ) η συνεπιβάτις του θανόντος Π. Ν. Β. Κ. στην από 16.9.1999 ένορκο κατάθεσή της ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων κατέθεσε ότι "την 25.7.1999 επιβαίνοντας στο υπ' αριθμ. ...24 δίκυκλο μοτοποδήλατο, το οποίο οδηγούσε ο Ντέμος Παναγιώτης κινούμασταν στην Επαρχιακή Οδό ..., με κατεύθυνση την ....

Περί ώρα 00 : 50' σε μια δεξιά στροφή του δρόμου, λόγω του χαμηλού φωτισμού, ο οδηγός δεν αντελήφθη έγκαιρα τη στροφή με αποτέλεσμα να συνεχίσει ευθεία πορεία, να περάσει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να καταλήξουμε στο χαντάκι στην αριστερή πλευρά του δρόμου, στο οποίο και ανετράπη το μοτοποδήλατο ...

Δεν θεωρώ υπεύθυνο για το ατύχημα τον οδηγό του μοτοποδηλάτου, καθ' όσον οδηγούσε με μικρή ταχύτητα και ο φωτισμός δεν ήταν επαρκής στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου " και ουδέν αναφέρει περί διεξαγόμενων στο σημείο,,-έργων οδοποιίας ή φθοράς ή κακής ποιότητος του οδοστρώματος, ε) ο υπάλληλος της 3ης ΔΕΚΕ … Σ.

Π. στην από 25.4.2002 ένορκο εξέτασή ενώπιον του Πταισματοδίκη Λαμίας κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι " ... Διευκρινίζω ότι εκατέρωθεν του προβλεπόμενου για κατασκευή κόμβου ... και σε μήκος 1.600 μ. περίπου οι εργασίες εκτελούντο εκτός του υφισταμένου επαρχιακού δρόμου, ο οποίος δεν είχε καταργηθεί λόγω αλλαγής χάραξης.

Στο εν λόγω παλαιό τμήμα τον δρόμου διεξήγετο η κυκλοφορία και δεν είχαν γίνει εργασίες ούτε στο οδόστρωμα ούτε στα ερείσματα αυτού ...", τη δε κατάθεσή του αυτή επιβεβαίωσε εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, καταθέτων ότι "Το τμήμα αυτό είχε εξαιρεθεί από την εργολαβία λόγω προβλημάτων των απαλλοτριώσεων.

Δεν είχαν γίνει εργασίες επί του οδοστρώματος. Εγίνοντο σε απόσταση 5 μ. από το δρόμο. Υπήρχε υψομετρική διαφορά μεταξύ του παλαιού και του νέου δρόμου. Ο παλαιός δρόμος δεν είχε πειραχτεί. Σήμανση υπήρχε στην αρχή των έργων. Στο σημείο εκείνο δεν υπήρχε ... ", στ) στην από 9.5.1996 σύμβαση, δια της οποίας η ανώνυμος τεχνική εταιρία υπό την επωνυμία "..." (καθολική διάδοχος της οποίας λόγω απορροφήσεως τυγχάνει η εκκαλούσα στην υπό στοιχείο II έφεση ανώνυμος τεχνική εταιρία), δια της οποίας αυτή ανέλαβε την εκτέλεση των εργασιών του έργου " ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΟΔΟΥ ΚΑΡΥΣΤΟΣ - ΛΕΠΟΥΡΑ ΑΠΟ Χ.Θ. 0 + 000 ΕΩΣ Χ.Θ. 0,6 + 100", ουδεμία υποχρέωση συντηρήσεως ή επισκευής της (παλαιάς) Επαρχιακής Οδού "... - ...ς" αναλαμβάνεται, ζ) είναι γεγονός ότι η Διευθύνουσα Υπηρεσία του Έργου απηύθυνε προς την ανάδοχο του έργου ανώνυμο τεχνική εταιρία υπό την επωνυμία "..." τις υπ' αριθ.

πρωτ. ΟΙΚ./1128/ 27.2.1998, ΟΙΚ./1129/27.2.1998, 4182/30.7.1998, ΟΙΚ.1459/ 18.3.1999 και ΟΙΚ. 1764/1.4.1999 Ειδικές Διαταγές, με τις οποίες καλούσε αυτήν να προβεί, κατά περίπτωση, σε εργασίες αποκαταστάσεως του οδοστρώματος, απομακρύνσεως εναποτεθέντων προϊόντων εκσκαφών, σημάνσεως του οδοστρώματος και τοποθετήσεως προειδοποιητικών σημάτων, πλην όμως όπως από το ίδιο το σώμα των εν λόγω Ειδικών Διαταγών αποδεικνύεται ότι :

α)αυτές αφορούν σε αποκατάσταση ελλείψεων του αναληφθέντος έργου, ήτοι την κατασκευή νέας Επαρχιακής Οδού "... - ...ς" και όχι της υφισταμένης παλαιάς Επαρχιακής Οδού "... -...ς" και μάλιστα σε συγκεκριμένες χιλιομετρικές θέσεις της νέας υπό κατασκευή Επαρχιακής Οδού, και β) αναφέρονται σε χρόνους προ του ενδίκου τροχαίου ατυχήματoς, χωρίς να αποδεικνύεται ότι οι συγκεκριμένες ελλείψεις εξακολουθούσαν να υφίστανται κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο και ότι εν πάση περιπτώσει, συνδέονται καθ' οιονδήποτε τρόπο αιτιωδώς με την κατάσταση του οδοστρώματος και τις εν γένει συνθήκες κυκλοφορίας στην παλαιά Επαρχιακή Οδό "... - ...ς" επί της οποίας δεν διεξάγονταν εργασίες, κατά τα προεκτεθέντα, εν τέλει δε οι ελλείψεις αυτές σταδιακώς αποκαταστάθηκαν...

Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα δεν έλαβε χώρα επί της υπό κατασκευή (τότε) νέας Επαρχιακής - Οδού "... - ...ς", αλλά επί της παλαιός Επαρχιακής Οδού "... - ...ς", η οποία είχε διατηρηθεί σε κυκλοφορία χωρίς να διεξάγονται οιασδήποτε φύσεως εργασίες οδοποιίας επ' αυτής, ως εκ τούτου δε η ανώνυμος τεχνική εταιρία υπό την επωνυμία "..." (καθολική διάδοχος της οποίας λόγω απορροφήσεως τυγχάνει η εκκαλούσα στην υπό στοιχείο II έφεση ανώνυμος τεχνική εταιρία) και οι τότε νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής ουδεμία υποχρέωση είχαν να μεριμνούν για τη σήμανση, το φωτισμό και την επισκευή ή συντήρηση του οδοστρώματος της εν λόγω Επαρχιακής Οδού, η οποία ήταν σαφώς εκτός συμβατικού αντικειμένου, εντεύθεν δε δεν αποδείχθηκε ότι βαρύνονται με οιαδήποτε παράνομο και υπαίτιο πράξη ή παράλειψή, αιτιωδώς συνδεομένη με το ένδικο τροχαίο ατύχημα και τον συνεπεία αυτού θάνατο του Π.

Ν.. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι το εν λόγω ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της υπ' αριθ. κυκλοφορίας ...24δικύκλου μοτοσικλέτας Π. Ν., ο οποίος, μη φέρων το αναγκαίο προστατευτικό κράνος και τελών υπό την επήρεια μέθης (καθ' όσον διαπιστώθηκε ότι η περιεκτικότητα του αίματος αυτού σε οινόπνευμα ήταν 0,93 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος...), εξ αμελείας του, δηλαδή λόγω μη καταβολής εκ μέρους του της απαιτουμένης στο πλαίσιο των συναλλαγών επιμελείας, δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να μην εκθέτει σε κίνδυνο τους χρήστες της οδού ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, περαιτέρω δε δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή εις θέσιν να εκτελεί τους απαιτουμένους χειρισμούς, δεν ρύθμιζε την ταχύτητά του, λαμβάνοντας υπόψη τις κρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας (νύκτα, εξαιρετικός περιορισμένος φωτισμός του οδοστρώματος), ιδίως κατά την προσέγγισή του σε στροφή, προκειμένου να είναι εις θέσιν να διακόψει την πορεία του ενώπιον οποιουδήποτε δυναμένου να προβλεφθεί εμποδίου και ευρισκομένου στο ορατό από αυτόν εμπρόσθιο τμήμα της οδού και δεν οδηγούσε το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και εντός του προορισμένου για την κατεύθυνσή του τμήματος αυτού αλλά αντιθέτως εκινείτο ως αναλυτικώς παρατίθεται ανωτέρω στο σκεπτικό, με αποτέλεσμα την πρόκληση του ως άνω τροχαίου ατυχήματος, υφισταμένης για το λόγο αυτό αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της κατά παράβαση των ....

διατάξεων του Κώδικος Οδικής Κυκλοφορίας" οδηγήσεως του οχήματος του και του επελθόντος βλαπτικού αποτελέσματος.... Σημειωτέον ότι η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι με την υπ' αριθ. 10429/2003 απόφαση του Β Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών Δ. Μ. (δικαιοπάροχος των εκκαλούντων στην υπό στοιχείο I έφεση) και ο Ι.

Π. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), νόμιμοι εκπρόσωποι της εργοληπτρίας ανωνύμου τεχνικής εταιρίας, κρίθηκαν ένοχοι των πράξεων της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας, της σωματικής βλάβης εξ αμελείας παρ' υποχρέου και της παραβάσεως του άρθρου 98 παρ. 1, 2 και Ν. 2696/1999. Η απόφαση αυτή δεν είναι δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί συντρέχουσα αμέλεια της εργολήπτριας εταιρείας και των νομίμων εκπροσώπων της στην πρόκληση του θανάτου του συγγενούς των αναιρεσειόντων και είχε επιδικάσει διάφορα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική τους οδύνη, και αφού διακράτησε την υπόθεση απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις από τους αριθμούς 11γ, 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο με τις παραδοχές του ότι : 1) ενώ αρχικά δέχθηκε ότι το ατύχημα έλαβε χώρα στη διασταύρωση της οδού ... με τη νέα οδό ..., στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι "η δίκυκλη μοτ/τα του Π.

Ν. εκινείτο επί της (παλαιάς) επαρχιακής οδού ... - ...ς και όχι επί της (υπό κατασκευή) τότε επαρχιακής οδού ... - ...ς, ενώ περαιτέρω, δεχόμενο ότι το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος, δεν αιτιολογεί σε τι συνίσταται η αμέλειά του, τι έπρεπε να κάνει και δεν έκανε, γιατί δεν οδηγούσε με σύνεση, γιατί δεν είχε τεταμένη την προσοχή του, σε ποιο κίνδυνο εξέθεσε τους χρήστες της οδού και ποια εμπόδια παρενέβαλε στην κυκλοφορία, γιατί δεν είχε τον έλεγχο του οχήματός του και δεν ρύθμισε την ταχύτητά του, και περαιτέρω δεν δικαιολογεί τις παραβάσεις που δέχεται ότι έκανε, ούτε εάν το ποσοστό αλκοόλης στο αίμα του 0,93 είχε επιρροή στην οδήγησή του και σε τι την επηρέασε και από πού προκύπτουν τα άνω στοιχεία ενόψει και του ότι η έκθεση αυτοψίας αναφέρει ως παραβάσεις μόνο αυτές του άρθρου 12 παρ. 5, (δηλαδή ότι δεν έφερε κράνος) 19 (γενικά αμέλεια περί την οδήγηση) και 94 ΚΟΚ και η προσβαλλομένη επιπλέον εκείνες των άρθρων 20 παρ. 1, 42 παρ.1 ΚΟΚ, μη αρκούσης μόνον της αναφοράς της αμέλειας κατά την οδήγηση , ενόψει του ότι είχε ήδη πραγματοποιήσει τη διαδρομή από ...

προς ... χωρίς να υποστεί ατύχημα 2)η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις του πατέρα του θανόντος, του Σ. Π. και του 1, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά της 10429/2003 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και είχαν ουσιώδη επιρροή για την έκβασης της δίκης και την αιτιολογία της και 3)έλαβε μερικώς υπόψη την κατάθεση του Σ.

Π. την οποία επιβεβαίωσε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ότι "το τμήμα αυτό είχε εξαιρεθεί από την εργολαβία... Σήμανση υπήρχε στην αρχή του έργου, στο σημείο εκείνο δεν υπήρχε καθώς και ότι "ήδη οι φθορές αυτές έχουν αποκατασταθεί πλήρως από το καλοκαίρι του 2000" ενώ έμμεσα προέκυπτε ότι αυτές δεν είχαν αποκατασταθεί κατά το χρόνο του ατυχήματος, και τέλος δεν έλαβε υπόψη την αυξημένη αποδεικτική δύναμη των 10429/2003 και 1042/2003 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και του Τριμελούς Πλημ/κείου Χαλκίδας, οι οποίες καταδίκασαν τους εκπροσώπους του κατασκευαστικού έργου για ανθρωποκτονία από αμέλεια, σωματική βλάβη από αμέλεια και για μη λήψη προστατευτικών μέτρων χωρίς να δικαιολογεί γιατί δεν λαμβάνονται υπόψη οι δύο καταδικαστικές αποφάσεις, οι οποίες έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από τις καταθέσεις των μαρτύρων.

Ωστόσο, από την προσβαλλομένη απόφαση και το σύνολο των αιτιολογιών της προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των άρθρων 914, 926, 932, 70 και 71 ΑΚ ως προς τον τόπο που έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, και δή όχι στην διασταύρωση των οδών ...-...ς με την οδό ...-...ς αλλά ένα χιλιόμετρο μετά από αυτήν, και μάλιστα σε χώρο που ήταν εκτός ευθύνης κατασκευή έργου από την τετάρτη αναιρεσίβλητη, τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα αυτό, καθώς και την αμέλεια του οδηγού της δικ/κλης μοτ/τας, ο οποίος ως αποδείχθηκε, έχοντας καταναλώσει αλκοόλ, δεν οδηγούσε με επιμέλεια αυτήν, κινούμενος επί της οδού ... - ...

και όχι ... -..., στην οποία και μόνο εγένοντο έργα από την αναιρεσίβλητη εταιρία, με αποτέλεσμα να επισυμβεί το ένδικο ατύχημα από το οποίο επήλθε ο θάνατός του.. Το γεγονός δε ότι το Εφετείο αναφέρεται σε περισσότερες παραβάσεις του ΚΟΚ από αυτές που αναφέρονται στην έκθεση αυτοψίας είναι αποτέλεσμα των αποδείξεων που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δε δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των ως άνω άρθρων και ο σχετικός λόγος κατά το σκέλος αυτό είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις άνω μαρτυρικές καταθέσεις, ενώ ως προς τις καταδικαστικές ποινικές αποφάσεις δεν τους έδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα από τις καταθέσεις των μαρτύρων.

Όμως, από την περιλαμβανόμενη στην απόφαση του Εφετείου ρητή διαβεβαίωση ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως μετ'επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, κάνει δε ιδιαίτερη μνεία στην 10429/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθήνας, στα πρακτικά της οποίας περιλαμβάνονται και οι ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις, και από όλο το περιεχόμενο της δεν γεννάται αμφιβολία ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και τα αναφερόμενα από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικά μέσα, τα οποία και εκτίμησε ελευθέρως, Ειδικά δε ως προς την ως άνω καταδικαστική απόφαση δεν έχει αυτή την αυξημένη αποδεικτική, δύναμη που επιχειρούν να της προσδώσουν οι αναιρεσείοντες, αντικρούεται δε αυτή πλήρως με τις ως άνω αιτιολογίες....Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και ως προς το δεύτερο και τρίτο σκέλος του είναι αβάσιμος Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου, αποδίδοντας σ` αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, και κατά προφανή παρανόηση δέχθηκε ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον αναιρεσείοντα.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, άγεται εξ αυτού, συνεκτιμώντας και το περιεχόμενο των λοιπών αποδεικτικών μέσων, σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο αναιρεσείων.

Τούτο δε, διότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εξαχθείσα από το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, γιατί αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 825/2014, ΑΠ 1099/2014, ΑΠ 45/2014). Επίσης, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό.

Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 365/2017, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 99/2016). Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ αριθ …28/27-2-1998,…29/27-2-1998,…59/18-3-1999, …64/1-4-99 και …82/20-7-1999 Ειδικών Διαταγών της Γενικής Δ/νσης Περιφέρειας ΔΕΚΕ της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος, οι οποίες ομιλούν για συμπλήρωση έργων οδοποιίας στο οδόστρωμα που έλαβε χώρα το ατύχημα την 25-7-1999, την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος στην οποία αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ΣΗΜΑΝΣΗ ΦΩΤΙΣΜΟΣ και παρά ταύτα δέχεται ότι αυτό δεν αναφέρει ελλείψεις στο οδόστρωμα, και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Σ.

Π. και Δ. Α.. Ο λόγος αυτός ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν περιέχεται το ακριβές περιεχόμενο όλων των εγγράφων κατά λέξη παρατιθέμενο και αντίστοιχα το περιεχόμενο που προσέδωσε σ'αυτά το Εφετείο, ώστε να ελεγχθεί κατά πόσον υπήρξε παραμόρφωση τούτων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης που προαναφέρθηκαν, το Εφετείο δεν έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα μόνο σ'αυτά ή κατά κύριο λόγο σ'αυτά αλλά απλώς τα έχει συνεκτιμήσει μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και κατά συνέπεια οι αιτιάσεις αφορούν παράπονα αναφερόμενα στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγουν από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟΛΑΠ 2/2008).

Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ 495 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (αρθ 176 και 183 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-10-2017 αίτηση αναίρεσης των Κ. Ν., Μ. Κ. Ν., Β. Ν., Μ. Ν. και Β. Χ. κατά της 3261/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Αυγούστου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ