Supreme Court allows appeal against lower court ruling for admitting a law graduate as legal representative without a lawyer's license.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a first-instance judgment admitting a law graduate as a legal representative. The appellant argued that the graduate's actions constituted unauthorized legal practice, violating the exclusive right of licensed attorneys under the Code of Lawyers. The Court agreed, finding the lower court's reasoning insufficient to justify the admission of a non-lawyer to perform acts reserved exclusively for licensed attorneys.
Legislator headnote
AI generatedΚώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559 αρ.1 και αρ.19; Κώδικας Δικηγόρων, άρθρα 39 παρ.1, 41 και 42 ν.δ. 3026/1954: Η άδεια δικηγόρου είναι προϋπόθεση για την εκτέλεση εξώδικων ενεργειών αποκλειστικά του δικηγόρου, και η πρόσληψη πτυχιούχου νομικής για τέτοιες ενέργειες συνιστά παράβαση του νόμου αν δεν αιτιολογείται επαρκώς.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1033 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1033/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τις δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της καλούσας- αναιρεσίβλητης: Α. Τ. του Κ., κατοίκου …, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Πορφύρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του καθ' ου η κλήση- αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αγγελικής Βερροπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του προσθέτως υπέρ της αναιρεσίβλητης παρεμβαίνοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Νικολόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 322/10-6-2010. Επί της αγωγής και της ασκηθείσας πρόσθετης υπέρ της ενάγουσας παρέμβασης του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, εκδόθηκαν η 79/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 4852/2015 μη οριστική απόφαση και η 4404/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-12-2017 και με αριθμό κατάθεσης 926/15-12-2017 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 163/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής. Ήδη επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 20-3-2019 κλήση της αναιρεσίβλητης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την από 20-3-2019 κλήση της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή παραιτήθηκε από την προγενέστερη, από 11-3-2019 όμοια κλήση της, που θεωρείται ως μη ασκηθείσα (ΚΠολΔ 294, 295 παρ.1, 297, 299), νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 12-12-2017 και με αριθμό κατάθεσης 926/15-12-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 4404/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ύστερα από την έκδοση της 163/2019 απόφασης αυτού του δικαστηρίου, με την οποία είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η τότε διεξαχθείσα συζήτηση, διότι δεν προέκυψε κλήση του προσθέτως υπέρ της ενάγουσας παρεμβάντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" (ΔΣΑ).
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης, εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 2-5-2014 (με αριθμό κατάθεσης 2999/5-5-2014) έφεσης του εναγομένου κατά της 79/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, επί της από 31-5-2010 (με αριθμό κατάθεσης 322/10-6-2010) αγωγής της ενάγουσας [με αντικείμενο αξιώσεις της από άκυρη καταγγελία της μεταξύ αυτής και του εναγομένου υφιστάμενης σύμβασης έμμισθης εντολής] και της πρόσθετης (υπέρ της ενάγουσας) παρέμβασης του ανωτέρω ΔΣΑ, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης επιδόθηκε την 16-11-2017 (όπως αναφέρεται στην αίτηση και δεν αμφισβητείται), η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου την 15-12-2017 (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3), δεδομένου ότι, για το παραδεκτό τη συζήτησης της υπόθεσης, κλήθηκε το ως άνω προσθέτως παρεμβάν, κατ' άρθρο 82 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, το οποίο παρίσταται, το δε από 10-12-2019 και με αριθμό κατάθεσης 13/10-12-2019 ίδιο δικόγραφο, που κατέθεσε, εκτιμάται ως δικόγραφο για την ανάπτυξη των ισχυρισμών αυτού προς αντίκρουση των λόγων αναίρεσης και όχι ως δικόγραφο "πρόσθετης παρέμβασης", όπως επιγράφεται, καθόσον είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της τότε ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά τη διεξαχθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δίκη, ενώ είχε κληθεί για να παραστεί και στην κατ' έφεση δίκη και, συνεπώς, με την ιδιότητα αυτή παρίσταται και ενώπιον του Αρείου Πάγου.
2.Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ.3, 4 και 5 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", όπως ίσχυαν και έχουν εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση ως εκ του χρόνου, κατά τον οποίο δημιουργήθηκε και εξελίχθηκε η ένδικη σχέση εργασίας, είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (παρ.3).
Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται στο δικηγόρο η επί παγία, ετησία ή μηνιαία, αμοιβή παροχή καθαρώς νομικών υπηρεσιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου (παρ.4). Απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών επί παγία περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία. Τοιαύτη υπό προθεσμία σύμβαση και προ του Κώδικα γενομένη, θεωρείται ως αορίστου χρόνου (παρ.5).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος (δημόσιος λειτουργός, κατά το άρθρο 38), που διορίζεται με προεδρικό διάταγμα, υπόκειται σε πειθαρχική εξουσία και ασκεί τα καθήκοντά του αφότου δώσει τον όρκο της υπηρεσίας του ενώπιον δικαστηρίου και εγγραφεί στο μητρώο ενός εκ των δικηγορικών συλλόγων του Κράτους, κατά το άρθρο 2 παρ.1 του ιδίου Κώδικα.
Με τη διάταξη του άρθρου 39 παρ.1 του ως άνω Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του νόμου 1366/1983, ορίζεται ότι "Έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και ενώπιον κάθε αρχής και επιτροπής ειδικής δικαιοδοσίας, καθώς και των πειθαρχικών συμβουλίων, ενεργώντας ελεύθερα και ανεμπόδιστα κάθε αναγκαία πράξη γι' αυτό, καθώς και να παρέχει στον εντολέα του νομικές συμβουλές και γνωμοδοτήσεις.
Η άσκηση του έργου αυτού ανήκει αποκλειστικά στο δικηγόρο. Επίσης, είναι αποκλειστικό έργο του δικηγόρου η νομική επιμέλεια φορολογικών, δασμολογικών και διοικητικών γενικά υποθέσεων, καθώς και η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας". Ειδικότερα, έργα νομικού παραστάτη αναθέτουν αποκλειστικά στο δικηγόρο και οι διατάξεις των άρθρων 41 και 42 του Κώδικα των Δικηγόρων (έλεγχος βιβλίων υποθηκοφυλακείων και παράσταση κατά τη σύνταξη ορισμένων συμβολαίων).
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 166 του ανωτέρω Κώδικα, πάσα άλλη εργασία δικηγόρου εξώδικος, μη απαγορευμένη υπό του νόμου και δυνάμενη να εκτελεσθεί και παρ' οιουδήποτε άλλου εντολοδόχου, αμείβεται κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, εκτός εάν υπάρχει συμφωνία περί αμοιβής, εγγράφως αποδεικνυόμενη.
Για την πληρωμή των τοιούτων αμοιβών για εξώδικες ενέργειες, εφόσον δεν είναι συναφείς προς την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου, αποκλείεται η δια πίνακος εκκαθάριση. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, εκτός αν υπάρχει διαφορετική έγγραφη συμφωνία, η πάγια περιοδική αμοιβή, η οποία προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 63 παρ.4 περ.
α' του Κώδικα των Δικηγόρων και προσδιορίζεται κατά κατώτατο όριο, με παραπομπή στο μισθολόγιο των τακτικών δημοσίων υπαλλήλων, από το άρθρο 92 Α του ίδιου Κώδικα (που προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1093/1980 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1816/1988, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με την παρ. ΙΓ υποπαρ.
ΙΓ.1 περ. 8 β' του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012), οφείλεται στο δικηγόρο, όχι για την εκτέλεση οποιασδήποτε, έστω και καθαρώς νομικής φύσεως, εργασίας, αλλά μόνο για τις νομικές εκείνες υπηρεσίες που παρέχει ο συμβαλλόμενος δικηγόρος υπό την ιδιότητα δικαστικού ή νομικού συμβούλου ή δικηγόρου για τη διαφύλαξη ή την προστασία των συμφερόντων του εντολέα του στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τους τρίτους, τέτοιες δε υπηρεσίες είναι μόνο όσες παρέχει ασκώντας, ως δημόσιος λειτουργός, τα καθήκοντα που του αναθέτουν οι ως άνω δημοσίου δικαίου διατάξεις των άρθρων 39 παρ.1, 41 και 42 του Κώδικα των Δικηγόρων (ΟλΑΠ 29/1995, ΑΠ 1321/2017, ΑΠ 79/2016).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 63 παρ.3, 4 και 5 του Κώδικα των Δικηγόρων, συνάγεται ότι α) η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου και β) η σύμβαση έργου, καθώς και η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο, αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου, τυχόν δε συναπτόμενες θεωρούνται από την κατάρτισή τους ως συμβάσεις με το παραπάνω αναγκαστικό περιεχόμενο, δηλαδή ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο (ΑΠ 540/2017, ΑΠ 1403/2014).
Για την εφαρμογή, όμως, των προαναφερθέντων, αναγκαία προϋπόθεση είναι η εκ μέρους του δικηγόρου παροχή νομικών υπηρεσιών υπό την εκτεθείσα έννοια. Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από το προβλεπόμενο από τις διατάξεις αυτές ασυμβίβαστο, η παραβίαση του οποίου, άλλωστε, δεν καθιστά άκυρη την τυχόν καταρτισθείσα σύμβαση, ούτε μετατρέπει αυτήν σε σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, αλλά επάγεται, κατά την παρ.6 του άρθρου 63 του ίδιου Κώδικα, μόνο πειθαρχική ευθύνη του καταρτίσαντος αυτήν δικηγόρου (ΑΠ 41/1988).
Επομένως, στις περιπτώσεις που δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, αλλά οι έναντι αμοιβής παρεχόμενες υπηρεσίες δεν είναι συναφείς προς την κατά τα ανωτέρω άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, αλλά μπορούν να εκτελεσθούν και από τρίτο νομικό, που δεν είναι απαραίτητο να έχει και την ιδιότητα του δικηγόρου, έστω και αν αυτές προϋποθέτουν έγκυρη και επαρκή γνώση της επιστήμης και πρακτικής του δικαίου, η έναντι περιοδικής αμοιβής σύμβαση που καταρτίζει ο δικηγόρος με τον αντισυμβαλλόμενό του δεν προσλαμβάνει το χαρακτήρα σύμβασης έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία (ΑΠ 1321/2017).
3.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 258/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών (ΟλΑΠ 15/2006).
4.Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 4404/2017 απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι με την ΔΙΔΚ/Φ.35/17686/4-8-2006 (ΦΕΚ Β' 1368/14-9-2006) κοινή απόφαση των Υφυπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών, "περί καθορισμού αριθμού προσώπων που θα απασχοληθούν στη Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων του ΥΠΕΣΔΔΑ με σύμβαση μίσθωσης έργου", καθορίσθηκαν α) τρία (3) πρόσωπα, πτυχιούχοι Νομικής, να απασχοληθούν στη Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων του ΥΠΕΣΔΔΑ, με σύμβαση μίσθωσης έργου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ.
ΑΚ, 6 του ν. 2527/1997 και με επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 62 και 63 του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικας Δικηγόρων), με ανατιθέμενο έργο στους ανωτέρω, οι οποίοι θα απασχολούντο σε Συμβουλευτικά Κέντρα της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων, που συνίστατο στη νομική και συμβουλευτική υποστήριξη των γυναικών- θυμάτων κυρίως ενδοοικογενειακής βίας, β) η διάρκεια απασχόλησης των τριών νομικών ορίσθηκε σε δύο (2) έτη, γ) τόπος εκτέλεσης του έργου θα ήταν τα Γραφεία της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων (ΓΓΙΦ) του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, δ) το ύψος της αμοιβής των αναδόχων ορίσθηκε σε 86.400 ευρώ συνολικά (συμπεριλαμβανομένων των κρατήσεων και του ΦΠΑ), ήτοι 28.800 ευρώ για καθένα εξ αυτών, και ε) το προαναφερόμενο έργο, που θα εκτελεσθεί, αφορά εργασίες που δεν ανάγονται στον κύκλο καθηκόντων των υπαλλήλων της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, δεδομένου ότι το έργο, που αναλυτικά περιγράφεται ανωτέρω, απαιτεί την παρουσία εξειδικευμένου επιστημονικού προσωπικού, το οποίο στερείται η εν λόγω μονάδα (παρ.8 αριθ.1, 2, 4, 5, 10 της ως άνω ΚΥΑ).
Ότι με βάση τα ανωτέρω οριζόμενα στην εν λόγω ΚΥΑ, καταρτίσθηκε εγγράφως μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον (τότε) Υφυπουργό Χ. Ζ., και της ενάγουσας, με την ιδιότητα της πτυχιούχου νομικής, έγγραφη σύμβαση με τίτλο "σύμβαση έργου". Ότι, ωστόσο, το εναγόμενο γνώριζε καλά την ιδιότητα της ενάγουσας ως δικηγόρου Αθηνών και μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών από το έτος 1993, εφόσον, επί σειρά ετών, με βάση έγγραφες συμβάσεις με τίτλο "συμβάσεις μίσθωσης έργου", η τελευταία απασχολήθηκε, σε καθορισμένα διαστήματα, στο Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας (ΚΕΘΙ), υπηρεσία που υπάγεται και εποπτεύεται από τη Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων (ΓΓΙΦ), με το ίδιο αντικείμενο εργασίας.
Ότι από την επισκόπηση του κειμένου της ως άνω ΚΥΑ, αποδεικνύεται η τήρηση των προϋποθέσεων έκδοσής της, που προβλέπονται από το άρθρο 6 του ν. 2527/1997, όπως ισχύει μετά το ν. 2833/2000, για τη σύναψη έγκυρης σύμβασης μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα με φυσικά πρόσωπα, και συγκεκριμένα α) η απαιτούμενη βεβαίωση νομικής υπηρεσίας και ειδικότερα η 573/2005 γνωμοδότηση του Γ' Τμήματος του ΝΣΚ, σύμφωνα με την οποία η απασχόληση τριών προσώπων, πτυχιούχων Νομικής, με σύμβαση μίσθωσης έργου στη ΓΓΙΦ του ΥΠΕΣΔΔΑ, δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία, και β) η απαιτούμενη έγκριση με την ΔΙΠΠ/Φ.ΕΓΚΡ 1/157/10252/2-6-2006 απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 2 παρ.1 της 55/1998 ΠΥΣ (άρθρο 1 παρ.51 ν. 2412/1996), με την οποία εγκρίθηκε η ανάθεση έργου σε τρία (3) πρόσωπα, πτυχιούχους Νομικής, προκειμένου να απασχοληθούν σε Συμβουλευτικά Κέντρα της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, παρέχοντας νομική και συμβουλευτική στήριξη σε γυναίκες, θύματα κυρίως ενδοοικογενειακής βίας.
Ότι με την 30/2005 ΠΥΣ ορίσθηκε ότι παρατείνεται έως 31-12-2006 η ισχύς της ως άνω 55/11-11-1998 ΠΥΣ, όπως τροποποιήθηκε με τις 35/2000, 22/2001, 65/2001, 59/2002, 27/2003 και 36/2004 ΠΥΣ, από την ημερομηνία λήξης της, ενώ με την 33/2006 ΠΥΣ, η ισχύς της οποίας παρατάθηκε έως 31-12-2008, στο άρθρο 5 αυτής ορίζεται ότι οι διαδικασίες πρόσληψης, διορισμού και σύναψης συμβάσεων έργου, που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με την ΠΥΣ 55/1998, συνεχίζονται.
Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο ότι η ενάγουσα, η οποία είναι διορισμένη δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Αθηνών (ΥΑ 84694/13-8-1993) και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών από 10-9-1993, προαχθείσα την 27-8-2007 σε δικηγόρο παρ' εφέταις, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης ΔΙΔΚ/Φ.35/17686/4-8-2006 κοινής υπουργικής απόφασης και σύμφωνα με τα οριζόμενα σε αυτή, συνήψε με το εναγόμενο, την 25-1-2008, την με αριθμό πρωτ.
ΔΙΔΚ/Φ.35/34004/25-1-2008 έγγραφη σύμβαση, με τίτλο "σύμβαση μίσθωσης έργου", διετούς απασχόλησης από την υπογραφή της σύμβασης, με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών νομικής και συμβουλευτικής υποστήριξης των γυναικών, θυμάτων κυρίως ενδοοικογενειακής βίας, σε Συμβουλευτικά Κέντρα της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων (ΓΓΙΦ), αντί ποσού 28.800 ευρώ συνολικά (συμπεριλαμβανομένων των κρατήσεων και του ΦΠΑ) και ως τόπος εκτέλεσης του έργου ορίσθηκε ότι θα είναι τα Συμβουλευτικά Κέντρα, που έχουν συσταθεί και λειτουργούν υπό την εποπτεία της ΓΓΙΦ.
Ότι η ενάγουσα, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής της (από 25-1-2008 έως 25-1-2010), παρείχε τις νομικές υπηρεσίες της, οι οποίες συνίσταντο μόνο στην παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων και όχι στο χειρισμό δικαστικών υποθέσεων ούτε σε παραστάσεις ενώπιον δικαστηρίων. Ότι συγκεκριμένα γνωμοδοτούσε καθημερινά προφορικά για κάθε νομικό ζήτημα που απασχολούσε την ΓΓΙΦ και αφορούσε την αντιμετώπιση του προβλήματος καθεμιάς από τις κακοποιημένες γυναίκες, που προσέτρεχαν για βοήθεια στα Συμβουλευτικά Κέντρα, αλλά και εγγράφως, όποτε χρειαζόταν, για τα ως άνω νομικά θέματα, συνέτασσε και πραγματοποιούσε εισηγήσεις σχετικά με τα ίδια θέματα σε συνέδρια που οργάνωνε η ΓΓΙΦ, πραγματοποιούσε σχετικές ομιλίες ως νομικός σύμβουλος, συνέτασσε εισηγήσεις και προτάσεις σχετικά με νομικά θέματα που αφορούσαν τη βία κατά των γυναικών στις παρεμβάσεις της ΓΓΙΦ στο νομοθετικό έργο, παρείχε δε τις ως άνω υπηρεσίες της σε καθημερινή βάση και με καθορισμένο ωράριο.
Ότι με βάση τα προεκτεθέντα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, καθ' όλο το συμφωνηθέν χρονικό διάστημα, απασχολήθηκε αποκλειστικά με την παροχή νομικών συμβουλών σε θέματα βίας και κακοποίησης που αφορούσαν τις γυναίκες, που προσέτρεχαν για την επίλυση θεμάτων τους, και σε γνωμοδοτήσεις και εισηγήσεις προς το εναγόμενο σε σχέση με τα θέματα αυτά και δεν απασχολήθηκε καθόλου με τη δικαστική εκπροσώπηση του εναγομένου και το χειρισμό δικαστικών υποθέσεων αυτού.
Ότι εισέπραξε τη συμφωνηθείσα αμοιβή της, που καταβαλλόταν υπό τη μορφή μηνιαίων αποδοχών, εκδίδοντας μηνιαίες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Ότι οι συμβάσεις έργου, που συνήψε με το εναγόμενο, θεωρούνται ως συμβάσεις έμμισθης δικηγορικής εντολής αορίστου χρόνου, εφόσον απαγορεύεται συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή για ορισμένο χρόνο, τυχόν δε συναπτόμενη θεωρείται ως σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο.
Ότι, επιπροσθέτως, η σύμβαση της ενάγουσας, ως σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών αόριστης διάρκειας, με πάγια αντιμισθία, ήταν έγκυρη, παρ' όλο που δεν τηρήθηκε για την πρόσληψη αυτής η διαδικασία του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989 (ήτοι με επιλογή μετά από προκήρυξη, κατά τη διαδικασία του εν λόγω άρθρου), ενόψει του ότι το εναγόμενο νομικό πρόσωπο είναι το Δημόσιο, αφού η ενάγουσα παρείχε αποκλειστικά υπηρεσίες νομικού συμβούλου με πάγια αντιμισθία και δεν απασχολήθηκε με τη δικαστική εκπροσώπησή του και το χειρισμό δικαστικών υποθέσεων αυτού και, ως εκ τούτου, δεν απαιτείτο για την πρόσληψή της η τήρηση της διαδικασίας αυτής.
Ότι η από 25-1-2010 καταγγελία της από 25-1-2008 σύμβασης έμμισθης εντολής της ενάγουσας είναι άκυρη, διότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του εγγράφου τύπου και της καταβολής αποζημίωσης και, κατά συνέπεια, το εναγόμενο υποχρεούται να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και οφείλει σε αυτή τις νόμιμες αποδοχές του επιδίκου χρονικού διαστήματος από 25-1-2010 έως 25-2-2011, ποσού 15.600 ευρώ (ήτοι 1.200 € ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές Χ 13 μήνες), καθώς και το ποσό των 1.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη, λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς της από την παράνομη και υπαίτια απόλυση από τη θέση εργασίας της.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι η ενάγουσα συνδεόταν με το εναγόμενο με "σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών αορίστου χρόνου" και ότι για την πρόσληψή της με τη σχέση αυτή, την οποία χαρακτήρισε ως "σχέση νομικού συμβούλου", δεν χρειαζόταν η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 και, ακολούθως, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση κατά της εκεί εκκαλουμένης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο έκρινε ομοίως και, αφού δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής και υποχρέωσε το εναγόμενο α) να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας ως νομικού συμβούλου, με απειλή χρηματικής ποινής, και β) να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 16.600 ευρώ, για αποδοχές υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο (6%) από την επίδοση της αγωγής.
5.ε την κρίση αυτή, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681 ΑΚ, 6 του ν. 2527/1997, 38, 39 παρ.1, 41, 42, 63 παρ. 3, 4, 5 και 166 του ν.δ. 3026/1954 και της κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 του ν. 2527/1997 εκδοθείσας ως άνω ΚΥΑ. Ειδικότερα, αν και δέχθηκε, όπως από τις ουσιαστικές παραδοχές προκύπτει, ότι η ενάγουσα είχε προσληφθεί από το εναγόμενο ως πτυχιούχος νομικής, με την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας του άρθρου 6 του ν. 2527/1997, για να απασχοληθεί με τη νομική και συμβουλευτική υποστήριξη κακοποιημένων γυναικών, κυρίως θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, που θα προσέφευγαν στα Συμβουλευτικά Κέντρα της ΓΓΙΦ, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην περίπτωσή της επρόκειτο για πρόσληψη δικηγόρου ως νομικού συμβούλου με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, για την οποία, κατ' εξαίρεση, δεν ήταν αναγκαία η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 11 του ν. 1649/1986.
Όμως, οι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως άνω υπηρεσίες της ενάγουσας, μολονότι προϋποθέτουν έγκυρη και επαρκή γνώση της επιστήμης και της πρακτικής του δικαίου, δεν συνιστούν έργο αντιπροσώπευσης ή υπεράσπισης του εναγομένου ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης δημόσιας αρχής ή υπηρεσίας, ούτε επιμέλεια διοικητικών εν γένει υποθέσεων αυτού, ούτε παροχή προς αυτό νομικών συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων για τη διαφύλαξη ή την προστασία των συμφερόντων του στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τους τρίτους, στις οποίες ουδέποτε προέβη η ενάγουσα, ούτε παροχή κατευθύνσεων προς άλλους δικηγόρους και, ως εκ τούτου, δεν περιλαμβάνονται στις εξώδικες ενέργειες, οι οποίες, σύμφωνα με τον Κώδικα των Δικηγόρων (άρθρα 39 παρ.1, 41 και 42 ν.δ. 3026/1954), αποτελούν έργο αποκλειστικά του δικηγόρου.
Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, καθόσον δεν αιτιολογείται επαρκώς γιατί οι αναφερόμενες σε αυτή εξώδικες ενέργειες της ενάγουσας, η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές, προσλήφθηκε με την ιδιότητα της πτυχιούχου νομικής, περιλαμβάνονται σε αυτές που, κατά τον Κώδικα των Δικηγόρων, αποτελούν έργο αποκλειστικά του δικηγόρου και γιατί δεν μπορούσαν να εκτελεσθούν και από τρίτο νομικό, ο οποίος δεν είναι απαραίτητο νε έχει την ιδιότητα του δικηγόρου.
Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι της αίτησης (συνδυαστικά προβαλλόμενοι), με τους οποίους επισημαίνονται τα σφάλματα αυτά και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώνονται αυτεπαγγέλτως ως προς την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 38, 39 παρ.1, 41, 42 και 166 του ν.δ. 3026/1954 με την παρούσα απόφαση (ΚΠολΔ 562 παρ.4, όπως ισχύει μετά το ν. 4335/2015), είναι βάσιμοι.
6.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη και το υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνον, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 182 παρ.1, 183 και 191 παρ.2), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την παρ.2 της 134423/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4404/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη και το υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για καθένα.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2020. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Οκτωβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ