Supreme Court dismisses appeal for admitting appeal arguments as a separate request under Article 559(9) of the Code of Civil Procedure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Court of First Instance's decision regarding the admissibility of appeal arguments. The appellant argued that the Court of First Instance failed to consider the content of the appeal arguments as a separate request under Article 559(9) of the Code of Civil Procedure. The Court ruled that the lower court had already considered and rejected these arguments as part of the appeal itself, which constitutes a 'matter' under Article 559(8), not a separate request. Consequently, the appeal was found to be unfounded and rejected in its entirety.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(8) & (9) of the Code of Civil Procedure; An appeal argument constitutes a 'matter' under Article 559(8) when it affects the case outcome, whereas a 'request' under Article 559(9) refers to distinct procedural applications like a separate claim or objection, not the arguments contained within the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1026 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1026/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Ε., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Καραγιαννόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Ζ. του Ε. και 2) Φ. Τ. του Μ., συζύγου Σ. Ζ., αμφοτέρων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Βλάχο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4052/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2155/2017 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-10-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 2601/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 2-12-2010 αγωγή τους με την οποίαν μεταξύ άλλων, ζήτησαν, επικαλούμενοι τη συνδρομή εννόμου στο πρόσωπο τους συμφέροντος, α) να αναγνωρισθεί ότι εξόφλησαν προς τον εναγόμενο ολοσχερώς το τίμημα από την πώληση εκ μέρους του τελευταίου προς αυτούς των περιγραφομένων στην αγωγή οριζοντίων ιδιοκτησιών, μη υφισταμένης πλέον από την αιτία αυτή οφειλής, β) να καταδικασθεί ο εναγόμενος να προβεί στην αντίστοιχη δήλωση βουλήσεως, γ) να διαταχθεί η εξάλειψη της εγγραφείσας εκ μέρους του στις άνω ιδιοκτησίες υποθήκης, λόγω αποσβέσεως της ως άνω απαιτήσεως, δ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος σε καταβολή προς τους ενάγοντες της καταπεσούσας ποινικής ρήτρας λόγω της υπερημερίας του στην παράδοση αποπερατωμένων των κοινοχρήστων χώρων, δ) να υποχρεωθεί ο τελευταίος να τους αποδώσει, αφενός το ποσό που αχρεωστήτως του κατέβαλαν, αφετέρου το έναντι αυτών αναγνωρισθέν χρέος από τη μη εκπλήρωση αντιστοίχου συμβατικής του υποχρεώσεως και ε) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία της επικαλουμένης στην αγωγή αδικοπρακτικής του ευθύνης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε με την 4052/2015 απόφασή του την αγωγή κατά ένα μέρος. Κατά της άνω αποφάσεως ο εναγόμενος άσκησε έφεση η οποία απορρίφθηκε με την 2155/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή πλήττεται από τον ηττηθέντα διάδικο με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 694 παρ. 1 του ΑΚ συνάγεται ότι στη σύμβαση μίσθωσης έργου, ο εργολάβος υποχρεούται σε προεκπλήρωση. Οφείλει δηλαδή έναντι του κυρίου του έργου να εκπληρώσει πρώτος τόσο την κύρια υποχρέωσή του, (της κατασκευής του έργου), όσο και κάθε άλλη υποχρέωσή του, η οποία βάσει συμβατικού όρου ανάγεται σε κύρια υποχρέωση.
Μόλις δε προβεί στην εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεών του δικαιούται να ζητήσει την αμοιβή του ταυτόχρονα με την παράδοση του έργου (ΑΠ 697/2000). Η υποχρέωσή του αυτή αποτελεί εξαίρεση από τις γενικές αρχές που ισχύουν στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις. Ωστόσο, η ως άνω διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου και επομένως μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων όχι μόνο ότι ο εργολάβος δεν υποχρεούται σε προεκπλήρωση, αλλά αντίθετα ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει την αμοιβή ή μέρος αυτής σε χρόνο προγενέστερο της παράδοσης του έργου, δηλαδή ότι αυτός υποχρεούται σε προεκπλήρωση (ΑΠ 1130/2017, ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 1069/2009).
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 681, 686 παρ.2 , 330, 341 και 342 ΑΚ προκύπτει ότι, αν για την εκπλήρωση της παροχής του εργολάβου, συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, αυτός ως οφειλέτης, γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής, εκτός αν αυτός επικαλεσθεί και αποδείξει κατ' ένσταση ότι η καθυστέρηση ως προς την εκπλήρωση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη (ΑΠ 378/2010).
Το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή, αλλ' αντιθέτως, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεσθεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσης της υπερημερίας, αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επέλευσής της (ΑΠ 1623/2014, ΑΠ 352/2011, ΑΠ 1489/2009).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 404, 405 και 407 ΑΚ προκύπτει ότι, επί συμφωνημένης με τη σύμβαση έργου ποινικής ρήτρας για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, αν ο εργοδότης δεν άσκησε το δικαίωμα υπαναχώρησης, που θα είχε ως αποτέλεσμα την αναδρομική κατάργηση των αποτελεσμάτων της σύμβασης, ο δανειστής, εφόσον απαιτεί την ποινή που έχει καταπέσει, λόγω περιέλευσης του οφειλέτη σε υπερημερία, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη σύμβαση (κύρια και παρεπόμενη περί ποινικής ρήτρας) και τις προϋποθέσεις της υπερημερίας του οφειλέτη.
Οφείλει επίσης να επικαλεσθεί, όχι όμως και να αποδείξει την μη εκπλήρωση της παροχής. Στον οφειλέτη απόκειται να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι έχει εκπληρώσει την παροχή ή ότι δεν έχει υπαιτιότητα για την καθυστέρηση. (ΑΠ 1114/2019, ΑΠ 1408/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 1324 ΑΚ, οι υποθήκες που έχουν εγγραφεί εξαλείφονται από το βιβλίο υποθηκών είτε με τη συναίνεση του δανειστή είτε με τελεσίδικη απόφαση. Η συναίνεση του δανειστή για την εξάλειψη της υποθήκης γίνεται κατά το άρθρ. 1325 ΑΚ με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, ενώ αν αυτός δεν συναινεί, μολονότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση για την εξάλειψη της υποθήκης, ορίζουν τα άρθρ. 1327 και 1328 ΑΚ ότι διατάζεται από το δικαστήριο ύστερα από αγωγή όποιου έχει έννομο συμφέρον, εφόσον η υποθήκη έχει αποσβεσθεί ή η εγγραφή της είναι άκυρη.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.ΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Επίσης, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ο απ' αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν, εξαιτίας της υπάρξεως αντιφασκουσών παραδοχών, δεν προκύπτει από την απόφαση, ποια πραγματικά περιστατικά δέχτηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκε (ΑΠ 1131/2007).
Η έλλειψη μείζονος προτάσεως, η παράλειψη δηλαδή παραθέσεως των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, καθόσον η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογήσεως των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.
Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη νομίμου βάσεως "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ). Ως "αιτιολογίες, όμως, στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ. (ΑΠ 176/2011). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559ΚΠολΔ αρ.1, άλλως αρ. 19, με την αιτίαση ότι στερείται μείζονος προτάσεως και σχετικής αιτιολογίας διότι δεν διαλαμβάνεται ο κανόνας δικαίου που εφαρμόσθηκε είναι απαράδεκτος.
Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής "... Με το υπ' αριθμ. ...17-12-2001 προσύμφωνο ματαβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό ανέγερσης κατοικιών του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Π., όπως αυτό τροποποιήθηκε, με την υπ' αριθ. .../3-9-2004 πράξη του, ο εναγόμενος ως εργολήπτης- κατασκευαστής μεταξύ του εναγομένου και της μητρός του Δ.
συζ. Ε. Κ. το γένος Κ. Λ., ως οικοπεδούχου, ο πρώτος ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει με το σύστημα της αντιπαροχής συγκρότημα δέκα (10) αυτοτελών και ανεξαρτήτων οριζοντίων και διηρημένων ιδιοκτησιών (κατοικιών) με πισίνα, υπόγειες αποθήκες και θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων, σε οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, επιφανείας 2.773,05 τ.μ, πλήρους και αποκλειστικής κυριότητας της ως άνω μητέρας του, κειμένου στη θέση "...
της περιφέρειας του Δήμου ..., εκτός σχεδίου της πόλης ... στο ... χλμ της Λεωφόρου Αθηνών Σουνίου ... . Ο εναγόμενος θα λάμβανε ως εργολαβικό αντάλλαγμα ποσοστό 597/1000 εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σ' αυτό και η οικοπεδούχος θα παρακρατούσε το υπόλοιπο εξ αδιαιρέτου ποσοστό (403/1000) με τις αντίστοιχες οριζόντιες ιδιοκτησίες.
Εν συνεχεία, το ανωτέρω κτιριακό συγκρότημα υπήχθη στις διατάξεις του ν.3741/1929, του ν.δ 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ με την υπ' αριθ. .../18-1-2002 σύσταση αυτοτελών και ανεξάρτητων οριζοντίων ιδιοκτησιών- κανονισμό σχέσεων συνιδιοκτητών του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...
στον τόμο …και με αύξοντα αιθμό …., όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. .../3-9- 2004 πράξη του ιδίου συμβολαιογράφου , νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …. Η ως άνω οικοπεδούχος πώλησε και μεταβίβασε εξ ημισείας στους ενάγοντες , με τρίτο συμβαλλόμενο τον εναγόμενο, με το υπ' αριθ..../2-11-2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Α.
Λ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... σε τόμο … και με τα αριθμό …, την υπό στοιχείο (…) κατοικία, την υπό στοιχείο (…) αποθήκη του πρώτου υπογείου, έκτασης 8 τ.μ και την υπό στοιχείο (…) θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του δεύτερου υπογείου, έκτασης 10τ.μ. Η υπό στοιχεία … κατοικία αποτελείται από δύο (2) επίπεδα, το πρώτο εκ των οποίων έχει επιφάνεια 57 τ.μ και αποτελείται από καθιστικό- τραπεζαρία - κουζίνα, WC και κλίμακα ανόδου προς το δεύτερο επίπεδο και το δεύτερο επίπεδο έχει επιφάνεια 44,00 τ.μ και αποτελείται από δύο (2) υπνοδωμάτια, λουτρό, διάδρομο, βεράντα, εξώστη και κλίμακα καθόδου προς το πρώτο επίπεδο.
Στην ανεξάρτητη αυτή ιδιοκτησία, η οποία έχει συνολική επιφάνεια 101 τ.μ και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και επί των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών του όλου συγκροτήματος 80/1000, ανήκει και η αποκλειστική χρήση τμήματος του ακάλυπτου χώρου, επιφανείας 125,00τ.μ. Το τίμημα για την ανωτέρω αγοραπωλησία συμφωνήθηκε στο ποσό των 187.000,00 ευρώ, το οποίο πιστώθηκε ολόκληρο και οι αγοραστές- ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να το καταβάλουν, ο καθένας κατά το ποσό που του αναλογεί, στον εργολήπτη (εναγόμενο) σε τέσσερεις (4) άτοκες δόσεις, καταβλητέες ως εξής:
α) η πρώτη δόση ποσού 110.000 ευρώ έως τις 27-12-2007, β) η δεύτερη , ποσού 25.000 ευρώ έως τις 28-2-2008, με την εγκατάσταση της κουζίνας και των ερμαρίων αυτής και των υπνοδωματίων, γ) η τρίτη ποσού 25.000,00 ευρώ έως τις 31-3-2008, ταυτόχρονα με την παράδοση της άνω κατοικίας, πλήρως αποπερατωμένης και κατάλληλης για χρήση και οίκηση "με το κλειδί στο χέρι", της αποθήκης και της θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου πλήρως αποπερατωμένων και δ) η τέταρτη ποσού 27.000,00 ευρώ έως τις 22-4-2008 ταυτόχρονα με την παράδοση των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων του συγκροτήματος πλήρως αποπερατωμένων, ήτοι της διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου και της αποπεράτωσης της πισίνας.
Επίσης, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε δόσης πέραν των τριάντα (30) ημερών από τις κατά τα ανωτέρω καθορισθείσες ημερομηνίες καταβολής εκάστης εξ αυτών και υπό την προϋπόθεση παράδοσης της κατοικίας, της αποθήκης και της θέσης στάθμευσης, καθώς και των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων αποπερατωμένων, η δόση αυτή θα καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή.
Η δε καταβολή θα αποδεικνύεται, είτε με αποδεικτικό κατάθεσης της Εθνικής τράπεζας της Ελλάδος στον υπ' αριθ.(... λογαριασμό του εργολήπτη, είτε με το αντίστοιχο γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης του ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων με το σχετικό αποδεικτικό επίδοσης, εφόσον συντρέχει προς τούτο νόμιμος λόγος, αποκλειομένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου.
Συμφωνήθηκε ακόμη ότι μετά την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος και μετά από σχετική πρόσκληση των αγοραστών, ο εργολήπτης ή ο νόμιμος πληρεξούσιος αυτού είναι υποχρεωμένος να υπογράψει ενώπιον της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Α. Λ. ή του νομίμου αναπληρωτή της, με έξοδα των αγοραστών, συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης και εξάλειψης της υποθήκης, που τυχόν θα εγγραφεί, παρέχοντας όμως στους αγοραστές το δικαίωμα να υπογράψουν και μόνοι τους την πράξη αυτή και να συναινέσουν στην εξάλειψη της υποθήκης που τυχόν θα εγγραφεί, με αυτοσύμβαση, συμβαλλόμενοι αφενός μεν ατομικά για τον εαυτό τους και αφετέρου ως πληρεξούσιοι του εργολήπτη, δυνάμει ειδικής εντολής και πληρεξουσιότητας που τους παρασχέθηκε με το προαναφερόμενο συμβόλαιο πώλησης, η οποία συμφωνήθηκε να είναι ανέκκλητη και ισχύει για τις περιπτώσεις θανάτου ή δικαιοπρακτικής ανικανότητας, με την προϋπόθεση ότι θα προσκομιστούν από τους αγοραστές και θα προσαρτηθούν στη συμβολαιογραφική πράξη τα αποδεικτικά καταβολής του τμήματος που πιστώθηκε, ήτοι τα σχετικά καταθετήρια της ΕΤΕ ή τα αντίστοιχα γραμμάτια σύστασης παρακαταθής του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων με το σχετικό αποδεικτικό επίδοσής τους, από τα οποία να προκύπτει η χωρίς αίρεση, όρο ή προθεσμία παρακατάθεση από τους αγοραστές και υπέρ του εργολήπτη του ως άνω πιστωθέντος τιμήματος.
Προς μεγαλύτερη μάλιστα εξασφάλιση του εργολήπτη-εναγομένου ότι θα εισπράξει εμπρόθεσμα το τίμημα της ανωτέρω σύμβασης πώλησης, τους τυχόν τόκους υπερημερίας και τα τυχόν έξοδα, οι αγοραστές παρείχαν με το προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο στον εναγόμενο το δικαίωμα, εφόσον παρέλθει το χρονικό διάστημα των τριάντα (30) ημερών από τις τασσόμενες προθεσμίες καταβολής των δόσεων, να εγγράφει στις πωλούμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες υπέρ του εαυτού του πρώτη (Α) υποθήκη, μονομερώς χωρίς τη μεσολάβηση των αγοραστών και χωρίς να τους κοινοποιήσει τη μία από τις δύο περιλήψεις της υποθήκης, με δαπάνες των αγοραστών (εναγόντων), μέχρι το ποσό των 187.000,00 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων.
Επίσης συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης της αποπεράτωσης και παράδοσης των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών και μετά την παρέλευση της περιόδου χάριτος ενός (1) μηνός, ο εργολήπτης υποχρεούται σε καταβολή στους αγοραστές 0,50 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο για κάθε ημέρα καθυστέρησης της παράδοσης της κατοικίας, 1,50 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης της παράδοσης της αποθήκης και της θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου και 20,00 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης της παράδοσης των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων του συγκροτήματος ως ποινική ρήτρα.
Οι αντισυμβαλλόμενοι συμφώνησαν όμως ότι οι ανωτέρω προθεσμίες αναστέλλονται, εάν η καθυστέρηση οφείλεται σε ανώτερη βία (πόλεμος κ.λ.π) ή στην περίπτωση κατά την οποίαν με έγγραφη, νέα μεταξύ τους συμφωνία αποφασίσουν τροποποιήσεις στις πωλούμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες, οπότε και θα παρατείνεται κατά ίσο χρόνο η άτοκη καταβολή των δόσεων του οφειλομένου τιμήματος χωρίς να καταπίπτει η ποινική ρήτρα σε βάρος του εργολήπτη.
Η δε παράδοση της κατοικίας, της αποθήκης, της θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου και των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων συμφωνήθηκε να γίνει από τον εργολήπτη ταυτόχρονα με την εξόφληση των αντίστοιχων δόσεων του πιστωμένου τιμήματος, άλλως ο εργολήπτης έχει δικαίωμα να παρατείνει την παράδοση των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών και των κοινοκτήτων και κοινόχρηστων χώρων του συγκροτήματος μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος και για το χρονικό διάστημα αυτό δεν θα καταπίπτει η εις βάρος του ποινική ρήτρα λόγω μη εμπρόθεσμης παράδοσής τους.
Οι εφεσίβλητοι κατέβαλαν την πρώτη από τις ως άνω δόσεις του τιμήματος στις 27-12-2007, δηλ. Εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας με την κατάθεση του ποσού των 110.000 ευρώ στον υπ' αριθμ.... λογαριασμό που τηρεί ο εναγόμενος (από κοινού με τη μητέρα του) στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε".
Οι επόμενες δύο (2) δόσεις ύψους 25.000,00 ευρώ εκάστη, κατατέθηκαν στον ίδιο ως άνω τραπεζικό λογαριασμό του εναγομένου στις 24-3-2008 και στις 30-6-2008, αντίστοιχα. Η δεύτερη δόση καταβλήθηκε μετά την παρέλευση της συμφωνηθείσας προθεσμίας (28-2-2008) διότι η τοποθέτηση των ερμαρίων των υπνοδωματίων στην υπό στοιχείο Θ κατοικία, προϋπόθεση απαραίτητη για να καταβληθεί η εν λόγω δόση, έλαβε χώρα τον μήνα Μάρτιο του 2008.
Σε κάθε δε περίπτωση ήταν εμπρόθεσμη λόγω της συμφωνίας των διαδίκων με το προαναφερθέν συμβόλαιο ότι η δόση θα καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή μετά την πάροδο 30 ημερών από την ως άνω συμφωνηθείσα ημερομηνία καταβολής της. Επομένως δεν οφείλονται τόκοι υπερημερίας για τη δεύτερη δόση, αφού η καταβολή των 25.000,00 ευρώ έγινε εμπρόθεσμα.
Ομοίως δεν οφείλονται τόκοι υπερημερίας ούτε για την τρίτη δόση, η οποία καταβλήθηκε τον Ιούνιο του 2008, όταν δηλαδή παραδόθηκαν αποπερατωμένες και έτοιμες προς χρήση οι πωληθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες (κατοικία, αποθήκη και χώρος στάθμευσης), όπως ο ίδιος ο εναγόμενος συνομολογεί με τις προτάσεις του.
Στις 22-4-2008 έληγε η προθεσμία για την καταβολή της τέταρτης δόσης, υπό την προϋπόθεση όμως της παράδοσης των κοινόχρηστων και κοινοκτήτων χώρων, αποπερατωμένων και έτοιμων προς χρήση. Κατά την ανωτέρω ημερομηνία όμως οι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι δεν είχαν ολοκληρωθεί και κατά συνέπεια η τελευταία δόση δεν κατέστη στις 22-4-2008 απαιτητή και ληξιπρόθεσμη.
Οι εργασίες δε στους χώρους αυτούς διεξάγονταν με αργούς ρυθμούς και ολοκληρώθηκαν σταδιακά ύστερα από μεγάλο χρονικό διάστημα. Ειδικότερα αποδεικνύεται από την άνευ ημερομηνίας έκθεση που συνέταξε ο Α. Τ., ηλεκτρολόγος μηχανικός, μετά από επιτόπια θεώρηση των επίδικων χώρων, ότι την 1-10- 2010 η περίφραξη του κοινόχρηστου χώρου δεν ήταν ολοκληρωμένη μεταξύ του δρόμου και του κοινόχρηστου περιβάλλοντος χώρου του συγκροτήματος, όπου βρίσκεται η κολυμβητική δεξαμενή, καθώς υπήρχε μόνο πρόχειρο συρματόπλεγμα, ενώ η άσφαλτος στο συγκεκριμένο σημείο δεν είχε ολοκληρωθεί.
Η εγκατάσταση επεξεργασίας λυμάτων (μικρή μονάδα βιολογικού καθαρισμού), που βρίσκεται σε ελεύθερο τμήμα του οικοπέδου, δεν είχε ολοκληρωθεί, ούτε λειτουργούσε. Δεν υπήρχε σύνδεση ηλεκτρολογική, ούτε ο απαιτούμενος για τη διάχυση του αέρα στη μονάδα μικρός συμπιεστής,με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η λειτουργία της μικρής βιολογικής μονάδας σύμφωνα με το σκοπό της και τα ανεπεξέργαστα λύματα να οδηγούνται μετά την ανενεργή μικρή βιολογική μονάδα καθαρισμού σε παρακείμενη γεώτρηση.
Το γεγονός της μη λειτουργίας του βιολογικού καθαρισμού γίνεται δεκτό και από την υπ' αριθμ. 401/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών επί αγωγής χρηματικής ικανοποίησης λόγω συκοφαντικής δυσφήμησης άλλων συνιδιοκτητών του ως άνω ακινήτου, μεταξύ των οποίων και η εξετασθείσα μάρτυς του εναγομένου, κατά των νυν εναγόντων, η οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη.
Επίσης στην κολυμβητική δεξαμενή του συγκροτήματος δεν είχαν τηρηθεί τα προβλεπόμενα στο νόμο μέτρα ασφαλείας, καθώς το φρεάτιο που βρίσκεται σε επαφή με την κολυμβητική δεξαμενή δεν ήταν κατασκευασμένο, η ηλεκτρολογική εγκατάσταση ήταν ανολοκλήρωτη, ενώ στον περιβάλλοντα χώρο της κολυμβητικής δεξαμενής υπήρχε ηλεκτροδοτημένο κουτί διακλάδωσης σε φρεάτιο διανομής γεμάτο νερό.
Στο δε κοινόχρηστο περιβάλλοντα χώρο υπήρχαν μπάζα, οικοδομικά υλικά (εύφλεκτα ή μη), σωλήνες, μεταλλικά ικριώματα κ.α, ενώ οι ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις δεν είχαν ολοκληρωθεί. Στις εισόδους των χώρων στάθμευσης Ι και II υπήρχαν σοβάδες και άβαφοι τοίχοι και καλώδια, τα οποία ήταν συνδεδεμένα με τον ηλεκτρολογικό πίνακα, χωρίς καμία κατάληξη, γεγονός τόσο επικίνδυνο για την ασφάλεια των ενοίκων όσο και για την πρόκληση πυρκαγιάς.
Η εγκατάσταση τροφοδοσίας του συγκροτήματος δεν είχε ολοκληρωθεί, καθώς πολλά καλώδια ήταν στερεωμένα πρόχειρα, χωρίς να είναι τοποθετημένα σε πλαστική κολώνα ή σχάρα. Επίσης δεν λειτουργούσε ούτε η αυτόνομη θέρμανση, διότι δεν είχαν ηλεκτροδοτηθεί οι απαραίτητοι αυτοματισμοί εντός της οικίας. Επιπλέον, όσον αφορά το σύστημα βιολογικού καθαρισμού, αποδείχθηκε ότι την 1-7-2011 κατά την αυτοψία που πραγματοποίησαν υπάλληλοι της Διεύθυνσης Περιφερειακής Υγιεινής και Υγειονομικού ελέγχου της Περιφερειακής Ενότητας Βορείου Τομέα και Ανατολικής Αττικής στο συγκρότημα κατοικιών με την επωνυμία "...", διαπιστώθηκε ότι στον περιβάλλοντα χώρο το κατασκευασθέν σύστημα συλλογής και επεξεργασίας των λυμάτων των κατοικιών δεν λειτουργούσε, με αποτέλεσμα οι δεξαμενές του συστήματος να χουν μετατραπεί σε βόθρο και τα λύματα ανεπεξέργαστα να διοχετεύονται με σωλήνα απευθείας εντός του εδάφους σε παράνομη γεώτρηση και όχι σε βόθρο με φρεάτιο ελέγχου και σε τακτά χρονικά διαστήματα τα λύματα απομακρύνονταν από τους χώρους του συγκροτήματος από διάφορες επιχειρήσεις καθαρισμού αποχετεύσεων.
Σε μεταγενέστερο έλεγχο, στις 18-8- 2011, των υπαλλήλων της ίδιας ως άνω Υπηρεσίας διαπιστώθηκε ότι ο βιολογικός καθαρισμός λειτουργούσε πλέον κανονικά. Η κατασκευή της κολυμβητικής δεξαμενής ολοκληρώθηκε κατ' αρχάς τον Αύγουστο 2009, με τις αναφερόμενες όμως στην έκθεση του Α. Τ. ελλείψεις. Μάλιστα τον Αύγουστο του 2011, η ανωτέρω κολυμβητική δεξαμενή σφραγίστηκε με την υπ' αριθ.
πρωτ. .../11-8-2011 απόφαση του Δημάρχου ..., επειδή λειτουργούσε χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο άδεια λειτουργίας, η οποία εν τέλει χορηγήθηκε από τον αρμόδιο Δήμο στο διαχειριστή του κτιριακού συγκροτήματος "..." στις 23-8-2011. Επίσης, περί τα τέλη του 2010 λειτουργούσε μεν το σύστημα θέρμανσης στην κατοικία των εναγόντων, χωρίς όμως να έχει αποκτήσει αυτονομία κατά παράβαση εκ μέρους του εναγομένου των όρων της από 2-11-2007 ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων.
Επιπλέον, ο χώρος του λεβητοστασίου δεν έχει κατασκευαστεί σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια της πολεοδομίας, δηλ. το λεβητοστάσιο έχει ενοποιηθεί με το χώρο δεξαμενής καυσίμων και έχει καταλάβει όλο το πλάτος της εξόδου κινδύνου του υπερκείμενου χώρου στάθμευσης της στάθμης +3. Αποτέλεσμα δε αυτής της μετακίνησης του λεβητοστασίου κατά παράβαση του κτηριοδομικού κανονισμού, είναι ότι οι δύο χώροι στάθμευσης δεν διαθέτουν κανενός είδους εξαερισμό, κατάσταση από την οποία μπορεί να δημιουργηθεί κίνδυνος για την υγεία των χρηστών των χώρων στάθμευσης, όπως προκύπτει από σχετική τεχνική έκθεση του Ι.
Σ., μηχανολόγου ηλεκτρολόγου, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ....11-2013 Αναθεωρητική έκθεση της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου .... Η τελευταία δόση του τιμήματος ποσού 27.000,00 ευρώ, δεν είχε καταστεί απαιτητή και ληξιπρόθεσμη μέχρι τον Ιούνιο του 2010, αφού δεν είχαν αποπερατωθεί και δεν είχαν παραδοθεί μέχρι τότε στους ενάγοντες οι κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι έτοιμοι προς χρήση, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων με το υπ' αριθμ..../2-11-2007 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Α.
Λ. και την από Νοεμβρίου 2001 Γενική Συγγραφή Υποχρεώσεων. Τούτο αποδεικνύεται πλήρως από την κατάθεση της μάρτυρος των εναγόντων, αλλά και από την πληθώρα των προσκομισθεισών φωτογραφιών των επιδίκων χώρων σε συνδυασμό με τις διάφορες αναφορές-καταγγελίες των εναγόντων στις δημόσιες αρχές, αλλά και την προαναφερθείσα έκθεση αυτοψίας.
Αντίθετα η κατάθεση της μάρτυρος του εναγομένου δεν κρίνεται πειστική, διότι δεν εξηγεί πως συμφωνήθηκε στο προαναφερθέν συμβόλαιο αγοραπωλησίας μεταξύ των διαδίκων ο όρος της παράδοσης των ως άνω κοινοχρήστων χώρων τον Απρίλιο του 2008 και η καταβολή της τελευταίας δόσης, ενώ κατά την ίδια οι ως άνω χώροι είχαν παραδοθεί σ' αυτήν από τον Ιούνιο του 2006, σε άλλο δε σημείο της μαρτυρίας της καταθέτει ότι "...δεν την ενδιέφερε προσωπικά να είναι έτοιμη η πισίνα...".
Παρ' όλα αυτά, ο εναγόμενος ενέγραψε υπέρ του και κατά των εναγόντων, στις ανωτέρω τρείς (3) οριζόντιες ιδιοκτησίες στις 10-6- 2010 υποθήκη για την εξασφάλιση της ως άνω δόσης πλέον τόκων και εξόδων, στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ΜΣ και με αύξοντα αριθμό 156. Τότε οι ενάγοντες έσπευσαν να καταβάλουν στον εναγόμενο τόσο το ποσό που αντιστοιχούσε στην τέταρτη δόση όσο και τα έξοδα για την εγγραφή του ανωτέρω εμπράγματου βάρους ύψους 500,00 ευρώ προκειμένου να συναινέσει εν συνεχεία αυτός στην εξάλειψη της εν λόγω υποθήκης με την έκδοση στις 21-9-2010 τεσσάρων επιταγών σε διαταγή των ιδίων, ποσών 13.500, 250 ευρώ, 13.500 και 250 ευρώ αντίστοιχα, με πληρώτρια τράπεζα την "...", προκειμένου να τις μεταβιβάσουν με οπισθογράφηση στον εναγόμενο.
Επειδή όμως δεν ανευρέθηκε, όταν αναζητήθηκε στο χώρο εργασίας του από τον δικαστικό επιμελητή του πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Π. (βλ. την υπ'αριθμ. ...22-9-2010 έκθεση επίδοσής του), τις κατέθεσαν στις 22-9-2010 στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του εναγομένου και εκδόθηκαν αντίστοιχα τα υπ'αριθμ. ...22-9-2010 γραμμάτια σύστασης αυτούσιας παρακαταθήκης.
Οι ενάγοντες με την από 21-9-2010 εξώδικη δήλωσή τους, που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 22-9-2010 τον καλούσαν σε περίπτωση παραλαβής των τεσσάρων (4) επιταγών ή σε περίπτωση δημόσιας παρακατάθεσής τους, να προσέλθει στο γραφείο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Τ. στις 23-9-2010 και ώρα 15.00, για να υπογράψει την πράξη εξόφλησης του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και παροχής συναίνεσης για την εξάλειψη της υποθήκης που είχε εγγράψει στις πωληθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες στις 10-6-2010.
Τα ανωτέρω γραμμάτια κατέθεσαν ακολούθως οι ενάγοντες στη συμβολαιογράφο Αθηνών Μ. Τ., συνταχθείσης προς τούτο της υπ'αριθμ. .../22-9-2010 πράξης της δηλώνοντας ότι δικαίωμα ανάληψης των κατατεθέντων γραμματίων έχει ο εναγόμενος. Στις 23-9-2010 ο εναγόμενος προσήλθε στην προαναφερόμενη συμβολαιογράφο και ανέλαβε τα τέσσερα (4) γραμμάτια σύστασης παρακαταθήκης όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ. .../23-9-2010 πράξη της και ως εκ τούτου το τίμημα της σύμβασης πώλησης των επιδίκων οριζόντιων ιδιοκτησιών εξοφλήθηκε ολοσχερώς μετά την καταβολή και της τέταρτης δόσης, η οποία δεν είχε καταστεί κατά το χρόνο της καταβολής απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, αφού δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση της αποπεράτωσης των κοινοκτήτων και κοινόχρηστων χώρων, ουδέποτε δε γεννήθηκε εκ της αιτίας αυτής αξίωση περί καταβολής τόκων.
Οι ενάγοντες έχουν έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί ότι έχει καταβληθεί το εν λόγω (άτοκο) τίμημα της σύμβασης πώλησης, ώστε να μην προβάλει ο εναγόμενος στο μέλλον αξιώσεις από την αιτία αυτή. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι πριν προβεί ο εναγόμενος στην ανάληψη των γραμματίων σύστασης παρακαταθήκης, είχε ήδη κοινοποιήσει στους ενάγοντες την από 23-9-2010 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή του, με την οποία τους ζητούσε καταβάλουν την τελευταία δόση (27.000,00 ευρώ), καθώς και τόκους υπερημερίας της δόσης αυτής ποσού 6.355,32 ευρώ για το χρονικό διάστημα από τις 22-4-2008 μέχρι τις 23-9-2010, τόκους υπερημερίας ποσού 204,92 ευρώ για τη δεύτερη δόση για το χρονικό διάστημα από 28-2-2008 μέχρι τις 24-3-2008, τόκους υπερημερίας του ποσού των 204,92 ευρώ ποσού 50,19 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 24-3-2008 μέχρι 23-9-2010, τόκους υπερημερίας ποσού 745,90 ευρώ για την τρίτη δόση για το χρονικό διάστημα από 31-3-2008 μέχρι τις 30-6-2008 και ποσό 158,71 ευρώ για τόκους υπερημερίας του ποσού των 745,90 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-7-2008 μέχρι τις 23-9-2010, ήτοι σύνολο 34.515,04 ευρώ.
Επίσης τους γνωστοποιούσε ότι μόνο σε περίπτωση καταβολής ολόκληρου του ανωτέρω ποσού θα υπέγραφε τη συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης και εξάλειψης υποθήκης και ότι δεν συναινεί στο να υπογραφεί από τους αγοραστές (ενάγοντες) αυτοσύμβαση. Επακολούθησε νέα εξώδικη δήλωση των εναγόντων με ημερομηνία 26-10- 2010 προς τον εναγόμενο, με την οποία, μεταξύ άλλων τον καλούσαν να προσέλθει στο γραφείο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου στις 4-11-2010 και ώρα 14.00, προκειμένου να υπογράψει την πράξη εξόφλησης του τιμήματος και εξάλειψης της υποθήκης, γεγονός που δεν αρνείται ειδικώς ο εναγόμενος, συναγομένης ομολογίας του κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ.
Κατά την ανωτέρω ημερομηνία όμως ,ο εναγόμενος δεν εμφανίστηκε στην προαναφερόμενη συμβολαιογράφο, για την πιστοποίηση δε της μη εμφάνισής του συντάχθηκε η υπ' αριθμ. .../4-11-2010 πράξη της. Επομένως, παρά το ότι οι ενάγοντες έχουν εξοφλήσει ολοσχερώς το σύνολο του τιμήματος της πώλησης και ο εναγόμενος δεν προβαίνει στη σύνταξη της σχετικής πράξης εξόφλησης πρέπει αυτός να καταδικαστεί να δηλώσει ενώπιον Συμβολαιογράφου ότι το τίμημα της σύμβασης πώλησης που καταρτίστηκε με το υπ' αριθμ. .../2-11-2007 προαναφερθέν συμβόλαιο έχει εξοφληθεί ολοσχερώς από τους αγοραστές- ενάγοντες και αφετέρου να διαταχθεί η εξάλειψη υποθήκης που ενεγράφη υπέρ του εναγομένου επί των τριών πωληθεισών οριζόντιων ιδιοκτησιών, λόγω απόσβεσης της ασφαλιζομένης απαίτησης.
Περαιτέρω, λόγω του ότι ο εναγόμενος δεν παρέδωσε στους ενάγοντες τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους πλήρως αποπερατωμένους μέχρι τις 22-4-2008, όπως είχαν συμφωνήσει, κατέπεσε η προβλεπόμενη στο συμβόλαιο πώλησης ποινική ρήτρα ύψους 20,00 ευρώ (10,00 ευρώ στον κάθε ενάγοντα) για κάθε ημέρα καθυστέρησης και για χρονικό διάστημα 940 ημερών, αρχής γενομένης από την επομένη της 22-5-2008, ένα δηλ.
μήνα από την καταληκτική ημερομηνία της προθεσμίας που είχαν συμφωνήσει για την παράδοση των κοινοκτήτων και κοινόχρηστων χώρων. Επομένως ο εναγόμενος πρέπει να καταβάλει σε καθέναν των εναγόντων ως ποινική ρήτρα το ποσό των 9.400,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της ένδικης αγωγής.
Επίσης ο εναγομένος πρέπει να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό των 500,00 ευρώ που αντιστοιχεί στα έξοδά του για την εγγραφή της υποθήκης, τα οποία όπως προαναφέρθηκε, εξόφλησαν μεν μέσω των επιταγών που κατέθεσαν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, χωρίς όμως να του τα οφείλουν, αφού η εν λόγω υποθήκη ενεγράφη χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι προς τούτο όροι και επομένως ο εναγόμενος ως προς το ανωτέρω ποσό κατέστη πλουσιώτερος χωρίς νόμιμη αιτία.
Από την αποδεικτική διαδικασία και ιδίως από την ηλεκτρονική αλληλογραφία των διαδίκων (E-MAILS) κατά την επίδικη περίοδο αποδείχθηκε ότι στο ποσό των 187.000 ευρώ που κατέβαλαν οι ενάγοντες στον εναγόμενο, ως τίμημα της σύμβασης πώλησης, συμπεριελήφθη και το ποσό των 1.500,00 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στην αγορά και τοποθέτηση υδρομασάζ (jacuzzi) στο μπάνιο της υπό στοιχείο … κατοικίας, το οποίο τελικά δεν τοποθετήθηκε από υπαιτιότητα του εναγομένου, καθιστάμενος αυτός υπερήμερος ως προς την ανωτέρω συμβατική του υποχρέωση και ως εκ τούτου το ποσό αυτό πρέπει ο εναγόμενος να το καταβάλει στους ενάγοντες κατά το ποσοστό αναλογίας καθενός εξ αυτών.
Ο επικουρικά προβαλλόμενος ισχυρισμός του εναγομένου, ότι οι ενάγοντες ασκούν τις αγωγικές τους αξιώσεις κατά προφανή υπέρβαση της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, διότι αν ήθελε υποτεθεί ότι πράγματι το παραδοθέν από αυτόν έργο εμφανίζει κάποιες ατέλειες ή ελαττώματα, αυτά είναι ήσσονος σημασίας, ενόψει του μεγέθους και της ποιότητας του έργου, αν και νόμιμος ως ένσταση (άρθρα 262 ΚΠολΔ, 281 ΑΚ), πρέπει να απορριφθεί, όμως ως ουσία αβάσιμος, καθόσον οι οφειλόμενες σε υπαιτιότητα του εναγομένου πλημμέλειες στο τμήμα του έργου που αφορά τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, όπως αυτές περιγράφηκαν διεξοδικά, αλλά και η μεγάλη χρονική καθυστέρηση στην αποκατάσταση των ατελειών αυτών εκ μέρους του εναγόμενου δεν μπορούν να θεωρηθούν μικρής σημασίας συγκριτικά με το σύνολο των εργασιών που ήδη είχε ολοκληρώσει επιτυχώς αυτός μέχρι την άσκηση της αγωγής, εφόσον επιπλέον είχαν προσδοθεί σ' αυτές οι προαναφερθείσες έννομες συνέπειες.
Άλλωστε η αξία του τιμήματος του έργου που αφορούσε τους κοινόκτητους και τους κοινόχρηστους χώρους (27.000,00 ευρώ) αποτελούσε το 1/7 περίπου του συνολικού τιμήματος των 187.000,00 ευρώ".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε τα αγωγικά αιτήματα περί καταδίκης του εναγομένου σε δήλωση βουλήσεως περί εξοφλήσεως του τιμήματος πωλήσεως του ως άνω ακινήτου, περί εξαλείψεως της εγγραφείσας επ' αυτού υποθήκης από τον εναγόμενο λόγω αποσβέσεως δια καταβολής της άνω ενδίκου απαιτήσεως, καταδίκης του τελευταίου στην καταβολή της καταπεσούσας σε βάρος του ποινικής ρήτρας λόγω της υπερημερίας του περί την παράδοση των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων, αποδόσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος από του ενάγοντες χρηματικού ποσού για την εγγραφή της υποθήκης χωρίς τη συνδρομή των νομίμων προς τούτο όρων και επιστροφή του συμπεριληφθέντος στο τίμημα πωλήσεως και καταβληθέντος ποσού για την αγορά και τοποθέτηση συσκευής υδρομασάζ υποχρέωση που τελικώς δεν εκπλήρωσε, απέρριψε κατ' ουσίαν την ένσταση του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως της ενδίκου αγωγής συνισταμένης στο ότι οι "υποτιθέμενες ατέλειες του έργου ήσαν ήσσονος σημασίας σε σχέση με το μέγεθος και την ποιότητά του" και απέρριψε την έφεση του εναγομένου.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με τους λόγους για τους οποίους κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα και ειδικότερα ως προς τους ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων α) ότι οι ενάγοντες έχουν έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία οφειλής προς τον εναγόμενο διότι έχει αποσβεσθεί λόγω ολοσχερούς και εμπροθέσμου εξοφλήσεως, (πέραν των τριών πρώτων ομοίως εμπροθέσμως καταβληθεισών δόσεων), δια καταθέσεως στο ΤΠΔ, η απαίτηση του τελευταίου από την τέταρτη επί μέρους δόση του τιμήματος πωλήσεως των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών, εξαρτηθείσα από την ταυτόχρονη παράδοση των κοινοχρήστων μερών του συγκροτήματος, συμβατική υποχρέωση, την οποίαν ο εναγόμενος δεν εκπλήρωσε και παρά ταύτα δεν προβαίνει στη σύνταξη της σχετικής πράξεως εξοφλήσεως, β) ότι η άνω απόσβεση συνιστά νόμιμο λόγο εξαλείψεως της εγγραφείσας επ' αυτών υποθήκης, γ) ότι ο εναγόμενος δεν παρέδωσε τους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους πλήρως αποπερατωμένους μέχρι τις 22-4-2008 όπως είχαν συμφωνήσει με συνέπεια, από την επομένη της 22-5-2008, δηλαδή ένα μήνα από την άνω καταληκτική ημερομηνία της συμφωνηθείσας για την παράδοση των άνω χώρων προθεσμίας, να καταπέσει η προβλεπόμενη στο συμβόλαιο πωλήσεως ποινική ρήτρα ύψους 20 ευρώ για χρονικό διάστημα 940 ημερών, δ) ότι ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος ως προς το ποσό των 500 ευρώ που αντιστοιχεί στα έξοδά του για την εγγραφή της άνω υποθήκης, το οποίο του κατέβαλαν χωρίς να το οφείλουν, αφού η υποθήκη ενεγράφη χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι προς τούτο όροι του άνω συμβολαίου, περί συνδρομής υπερημερίας των εναγόντων αγοραστών λόγω μη εμπροθέσμου καταβολής της τελευταίας δόσεως του πιστωθέντος τιμήματος, 30 ημέρες μετά την παρέλευση τη δήλης προθεσμίας πληρωμής, ε) ότι στο εν λόγω τίμημα είχε συμπεριληφθεί και καταβλήθηκε ποσό 1500 ευρώ που αντιστοιχούσε στην αγορά και τοποθέτηση υδρομασάζ στο μπάνιο της κατοικίας των εναγόντων το οποίο τελικώς δεν τοποθετήθηκε από υπαιτιότητα του αναιρεσείοντα κατά παράβαση της σχετικής συμβατικής του υποχρεώσεως, ποσό που οφείλει να επιστρέψει στους αναιρεσιβλήτους.
Με τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδεδειγμένα, πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 513 σε συνδυασμό με το άρθρο 681 επ, 383, 361, 340, 345, 346, 416, 427, 404, 405, 904 επ., 1317, 1324,1327 ΑΚ, τις οποίες και ορθά εφάρμοσε. Η δε παραδοχή ότι : "η κατασκευή της πισίνας ολοκληρώθηκε κατ' αρχάς τον Αύγουστο του 2009, αλλά με ελλείψεις..." δεν συνιστά αντίφαση προς την παραδοχή ότι: "...η πισίνα συμπεριλαμβάνεται στους κοινόχρηστους χώρους που δεν παραδόθηκαν εμπροθέσμως και πλήρως αποπερατωμένοι".
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 19 και αρ. 1 ΚΠολΔ (κατά τη νοηματική του εκτίμηση), ισχυριζόμενος επί λέξει αφενός ότι "στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης δεν περιέχονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην μπορεί να ελεγχθεί αν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε", αφετέρου ότι η προσβαλλομένη έπρεπε να δεχθεί ότι "του οφείλονται τόκοι υπερημερίας" και να απορρίψει "ως μη νόμιμα τα αγωγικά αιτήματα περί καταδίκης του σε δήλωση βουλήσεως περί ολοσχερούς εξοφλήσεως του τιμήματος πωλήσεως, περί εξαλείψεως της εγγραφείσας υποθήκης, περί καταπτώσεως ποινικής ρήτρας λόγω υπερημερίας του στην παράδοση των κοινοχρήστων, περί αχρεωστήτου της καταβολής των εξόδων εγγραφής της υποθήκης και της ωφέλειάς του από την είσπραξη της δαπάνης για το υδρομασάζ και τη μη τοποθέτησή του", πέραν της αοριστίας του τυγχάνει αβάσιμος.
Περαιτέρω, έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την ένσταση του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διαλαβόν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες με τις επιστηρίζουσες αυτές ορθές ως άνω παραδοχές, οι οποίες καλύπτουν με πληρότητα το πραγματικό (μείζονα πρόταση) του εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνα δικαίου και δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, με αποτέλεσμα ο τρίτος αναιρετικός λόγος με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρ.1 και αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι "απορρίπτοντας το εφετείο την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασή του κατ' ουσίαν, αφενός αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα για την εφαρμογή του άνω άρθρου, αφετέρου με ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως", να τυγχάνει ομοίως (πέραν της αοριστίας του), αβάσιμος.
Σε κάθε περίπτωση δε αμφότεροι οι ανωτέρω λόγοι, είναι απαράδεκτοι, διότι υπό το πρόσχημα της επίκλησης της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1008/2018).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1434/2010, ΑΠ403/2009).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ.9 περιπτ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης, προστασίας, υπό οποιαδήποτε έννομη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία. Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και του ενδίκου μέσου .Ως "αίτηση" όμως δεν νοείται και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, το οποίο αφορά σε πραγματικές ή νομικές αυτής πλημμέλειες, αναφορικώς με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, η λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τον αριθμό 8 προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο και όχι εκείνου εκ του αρ.9 (ΑΠ567/2009).
Εν προκειμένω ο ως άνω δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν του το περιεχόμενο του δευτέρου λόγου της εφέσεώς του, κατά δε το μέρος με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του αρ. 8 ( και όχι εκ του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι πρόκειται για αδίκαστη αίτηση, παρότι αφορά λόγο εφέσεως), με την επίκληση ότι δεν έλαβε υπόψη του τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του τυγχάνει αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, έλαβε υπόψη τους διαλαμβανόμενους στους ως άνω λόγους εφέσεως ισχυρισμούς και απέρριψε τούτους (όπως και την έφεση εν συνόλω) με τις περί του αντιθέτου παραδοχές ως ουσιαστικά αβασίμους.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ.495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε (άρθρο 176,183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-10-2017 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ.2155/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ