Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to cite specific grounds and lack of substantive review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a construction contract dispute. The appellant failed to provide specific grounds for appeal as required by law, and the court found the lower court's reasoning on the invalidity of the contract due to lack of building permits to be legally sound. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 522, 535, 536 para. 2, 559, 559 para. 1, 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; The appeal must cite specific grounds for the error, and if the grounds are vague or the lower court's reasoning is legally sound, the appeal is inadmissible or unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1026 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1026/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δανιήλ με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Κ. του Κ., 2) Γ. Μ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Πίντζου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 744/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/11/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, όταν η αγωγή στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν αποδοχής της έφεσης του εναγομένου, απορρίπτει την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, πρέπει να ερευνήσει και χωρίς ειδικό παράπονο, τις υπόλοιπες επικουρικές βάσεις της, που δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως, αφού στην περίπτωση αυτή, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης, που πλήττονται με την έφεση του εναγομένου, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, και τούτο διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή.
Εάν όμως οι επικουρικές αυτές βάσεις ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας για αυτεπάγγελτη έρευνά τους, αλλά στην περίπτωση αυτή απαιτείται υποβολή αυτοτελούς λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως από τον ενάγοντα (ΑΠ 920/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο αναιρεσείων με τη με αριθμ.
κατ. 402/91Μ/7-4-2009, ένδικη, αγωγή του, ζήτησε να υποχρεωθούν οι ήδη αναιρεσίβλητοι, εναγόμενοι να του καταβάλουν διαιρετά το ποσό των 36.124,94 €, ως υπόλοιπο εργολαβικής του αμοιβής, κυρίως, με βάση τις διατάξεις περί συμβάσεως έργου και, επικουρικά, με αυτές του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ερευνώντας και τις δύο βάσεις της αγωγής (κύρια και επικουρική) με την υπ' αριθμ. 84/2012 απόφασή του, δέχθηκε, κατά ένα μέρος, την αγωγή, ως προς την κύρια, εκ της συμβάσεως έργου, βάση της, την δε επικουρική, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, απέρριψε ως μη νόμιμη.
Το Εφετείο, δικάζοντας επί της από 10-10-2012 (αρ. κατ. 130/12-10-2012) εφέσεως των ήδη αναιρεσίβλητων, με την οποία αυτοί παραπονούντο για την, εν μέρει, παραδοχή της ένδικης αγωγής, ως προς την παραπάνω, κύρια, βάση της, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, χωρίς να ερευνήσει την απορριφθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως μη νόμιμη, επικουρική της βάση, με έρεισμα, ως ανεφέρθη, τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ, περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Με το να μην ερευνήσει, όμως, το Εφετείο την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη "πράγματα" προταθέντα, αφού τη σχετική απορριπτική, της εν λόγω βάσης (επικουρικής), διάταξη της πρωτόδικης απόφασης δεν προσέβαλε ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), με έφεση ή αντέφεσή του, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και, επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το Εφετείο είχε την εξουσία να εξετάσει την αγωγή μόνο κατά το, ως άνω, πληττόμενο μέρος της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Συνακόλουθα, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή του (και όχι και από τους αριθμούς 9 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Για να είναι δε ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αυτούσιο το, κρίσιμο, περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, ενόψει του ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 210/2007).
Εξάλλου, για να ιδρυθεί ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ απαιτείται ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, από το δικαστήριο της ουσίας, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας. Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν έχει εφαρμογή όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (ΑΠ 920/2011).
Τέλος, από το συνδυασμό των άρθρων 15 και 17 του ν. 1337/1983, 22 του ν. 1577/1985 (Γ.Ο.Κ.), 4 του α.ν. 410/1908, όπως η παρ. 1 αυτού αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 2 και 3 του ν. 651/1977, σαφώς συνάγονται, εκτός άλλων, και τα εξής: (α) Ότι κάθε εργασία δομήσεως, που επιτρέπεται να γίνει, υπό τις ισχύουσες διατάξεις, εντός οιουδήποτε οικισμού ή εκτός αυτού, πρέπει να μην εκτελείται άνευ αδείας της αρμόδιας Αρχής.
Κάθε δε εργασία δομήσεως, που εκτελείται άνευ αδείας της αρμόδιας Αρχής, θεωρείται αυθαίρετη. Ο χαρακτηρισμός κατασκευής τινός ως αυθαίρετης, η επιβολή προστίμου και η κατεδάφιση αυτής γίνεται με απόφαση του προϊσταμένου της, κατά τόπον, αρμοδίας Πολεοδομικής Αρχής και ότι πλέον τούτων, ήτοι της επιβολής προστίμου και της κατεδαφίσεως της αυθαίρετης κατασκευής, επιβάλλονται και ποινικές κυρώσεις εις βάρος του ιδιοκτήτη και του εργολάβου οικοδομών, που ανέλαβε την εκτέλεση της αυθαιρέτου κατασκευής.
Και, (β) ότι παρά τις ως άνω αυστηρές διοικητικές και ποινικές κυρώσεις, που προβλέπονται για τα αυθαίρετα κτίσματα, ο νομοθέτης, με τις άνω διατάξεις, θέλησε να απαγορεύσει μόνο την παροχή του εργολάβου, ήτοι την κατασκευή του κτίσματος χωρίς άδεια της αρμοδίας Πολεοδομικής Αρχής και όχι και τη σύμβαση εργολαβίας, που καταρτίζεται μεταξύ του κυρίου του ακινήτου και του εργολάβου, για την κατασκευή του αυθαιρέτου κτίσματος.
Δηλαδή στην άνω περίπτωση η σύμβαση εργολαβίας είναι έγκυρη και έχει εφαρμογή και επ' αυτής η διάταξη του άρθρου 365 του ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 362 - 364 του ίδιου Κώδικα, στις οποίες παραπέμπει η άνω διάταξη. Ειδικότερα: 1) αν ο εργολάβος αγνοεί, ανυπαιτίως, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως εργολαβίας, ότι για την κατασκευή του κτίσματος, που ανέλαβε να ανεγείρει, χρειάζεται άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, τότε αυτός (εργολάβος) απαλλάσσεται από την υποχρέωση, που πηγάζει από τη σύμβαση αυτή, 2) αν ο εργολάβος γνωρίζει ή υπαιτίως αγνοεί ότι για την εκτέλεση του ως άνω έργου χρειάζεται άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, τότε υποχρεούται στο διαφέρον εκπληρώσεως, ήτοι σε αποζημίωση του εργοδότη για τη ζημία που έπαθε από τη μη εκπλήρωση της παροχής του εργολάβου και, 3) αν η εκτέλεση του ως άνω έργου γίνεται χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, τότε εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, ήτοι παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να επιδικάσει μειωμένη αποζημίωση, ή να απαλλάξει εντελώς τον εργολάβο.
Στην περίπτωση όμως που και οι δύο συμβαλλόμενοι τελούσαν εν γνώσει της απαγορεύσεως και ήθελαν, ακριβώς, υπόσχεση της απαγορευμένης παροχής, ως τοιαύτης, ήτοι απέβλεπαν και οι δυο, με τη σύμβαση αυτή, στην εν γνώσει τους εκτέλεση παρανόμως των οικοδομικών εργασιών, που συμφώνησαν να εκτελεσθούν χωρίς άδεια της αρμοδίας Πολεοδομικής Αρχής, τότε πρέπει να γίνει δεκτό ότι είναι άκυρη και η ως άνω σύμβαση εργολαβίας και όχι μόνον η παροχή του εργολάβου για έλλειψη προθέσεως παραγωγής εννόμου αποτελέσματος.
Εάν δε οι συμβαλλόμενοι έχουν εκπληρώσει τις παροχές τους, δικαιούνται να τις απαιτήσουν κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και μάλιστα για αιτία παράνομη, κατά τα άρθρα 904 επ. ΑΚ). Ήτοι ειδικότερα, ο μεν εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει την αμοιβή, που κατέβαλε στον εργολάβο, ο δε εργολάβος δικαιούται να απαιτήσει, κατ' αναλογίαν αυτών, που ισχύουν επί άκυρου συμβάσεως εργασίας, μόνο την απόδοση της ωφελείας, που αποκόμισε ο εργοδότης, από την εκτέλεση της ως άνω παρανόμου παροχής του, η οποία (ωφέλεια), στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα συνίσταται στο χρηματικό ποσό, που θα δαπανούσε ο εργοδότης για την εκτέλεση του ίδιου ως άνω έργου, κατά τον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο και με τις ίδιες ως άνω συνθήκες και περιστάσεις, αν υπήρχε η άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, για την εκτέλεση του ως άνω έργου και όχι με βάση τις διατάξεις περί μίσθωσης έργου (ΑΠ 1401/1994).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο, ευθεία και εκ πλαγίου, παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 1 και 10 του ν. 1337/1983, 174 και 365 ΑΚ, συνισταμένη στην απόρριψη, ως μη νόμιμης, της ένδικης αγωγής, ως προς τα κονδύλια της επιδιωκόμενης να του επιδικασθεί, με βάση τις περί μίσθωσης έργου διατάξεις του ΑΚ, εργολαβικής του αμοιβής, για εργασίες κατασκευών στην ένδικη οικοδομή, που δεν καλύπτονται από την εκδοθείσα, σχετικώς, οικοδομική άδεια, με τις παραδοχές ότι: "...πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της, της συμβάσεως έργου, εφόσον τα συμβαλλόμενα μέρη τελούσαν εν γνώσει της απαγορεύσεως κατασκευής τέτοιου έργου και ήθελαν ακριβώς την υπόσχεση της απαγορευμένης παροχής σαν τέτοιας, με αποτέλεσμα να γίνεται δεκτό ότι είναι άκυρη, για έλλειψη παραγωγής εννόμου αποτελέσματος και η μίσθωση έργου.
Το πρωτοβάθμιο συνεπώς δικαστήριο που δέχθηκε ως νόμιμη την αγωγή αδιακρίτως, ως προς όλα τα επί μέρους κονδύλια αυτής, σα στηριζομένη στις προαναφερόμενες διατάξεις της σύμβασης έργου, στο σύνολό της, έσφαλε. Κατόπιν τούτου σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτέθηκαν, το παρόν Δικαστήριο....εξετάζοντας τη νομιμότητα και το παραδεκτό αυτής, κρίνει ότι έπρεπε η αγωγή να απορριφθεί ως μη νόμιμη εφόσον δε στηρίζεται στο νόμο ως προς την αμοιβή τη σχετική με τις εργασίες που δεν καλύπτονται από την εκδοθείσα για την πωληθείσα οικία οικοδομική άδεια...και να απορριφθεί η αγωγή ως προς τα προαναφερόμενα κονδύλια ως μη νόμιμη...".
Ο λόγος, όμως, αυτός, υπό τα, ως άνω, διαλαμβανόμενα προς θεμελίωσή του, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ειδικότερα, κατά μεν την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίασή του, ως αόριστος, αφού δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο, αυτούσιο, το κρίσιμο κείμενο της υπόψη αγωγής, καθ' ο μέρος απορρίφθηκε αυτή ως μη νόμιμη, παρά μόνο η κατά τον αναιρεσείοντα απόδοσή του και, έτσι, δεν προκύπτει, από το αναιρετήριο, η προβαλλομένη πλημμέλεια, κατά δε την από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ αιτίασή του, περί έλλειψης νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλομένης, ως διαλαμβάνουσας ελλιπείς αιτιολογίες, αναφορικά με την απορριπτική, ως μη νόμιμης της ένδικης αγωγής, χωρίς ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, κρίση της, είναι, κατά τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, απαράδεκτος.
Σε κάθε δε περίπτωση, η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση του υπόψη αναιρετικού λόγου, κρίνεται αβάσιμη, αφού το Εφετείο, με την προαναφερθείσα κρίση του και, ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι η ένδικη αγωγή, κατά το προαναφερθέν κεφάλαιό της, ερειδόμενο επί των διατάξεων περί μίσθωσης έργου (681 επ.
ΑΚ), είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη: "...εφόσον τα συμβαλλόμενα μέρη τελούσαν εν γνώσει της απαγορεύσεως κατασκευής τέτοιου έργου και ήθελαν ακριβώς την υπόσχεση της απαγορευμένης παροχής σαν τέτοιας, με αποτέλεσμα να γίνεται δεκτό ότι είναι άκυρη, για έλλειψη παραγωγής εννόμου αποτελέσματος και η μίσθωση έργου...", ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, κατά τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, τις ως άνω, φερόμενες ως παραβιασθείσες, διατάξεις.
ΙΙΙ. Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 744/2015 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλαν αυτοί, με τις, εμπρόθεσμες, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις τους (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-11-2017 αίτηση αναίρεσης της 744/2015 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Αυγούστου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ