Legislator Case Law & Legislation
920/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where lower court failed to examine an invalidity claim based on gross disproportionality in price.

Case Number 920/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a property sale contract. The appellants had originally filed a lawsuit claiming the contract was void due to gross disproportionality between the price and the property's value, but the first-instance court rejected this claim as inadmissible while accepting the main claim for unjust enrichment. The appellate court subsequently rejected the appeal without examining the previously rejected invalidity claim, which the Supreme Court held required a separate appeal to be filed by the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 158, 159, 180, 181, 361, 369, 513, 1033 of the Civil Code and Article 13(3) of Law 1587/1950; If a lower court rejects an incidental claim for invalidity based on gross disproportionality, the appellate court lacks authority to examine it sua sponte, and the appellant must file a separate appeal.

Keywords

AI generated
gross disproportionality incidental claim admissibility appellate review property sale contract unjust enrichment Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Articles 158, 159, 180, 181, 361, 369, 513, 1033 of the Civil Code
Article 13(3) of Law 1587/1950
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 920 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 920/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Π. του Ι., κατοίκου ... και 2. Ι. συζ. Δ. Π. το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Παπαγεωργίου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο του Φωτεινή Πάσχου και 2. Μ. θυγ. Δ. Π., ως εχούσης την επιμέλεια του προσώπου, της ανηλίκου εξωγάμου θυγατρός της, Μ. Σ. Κ., αναγνωρισθείσης δια συμβολαιογραφικής πράξεως υπό του αποβιώσαντος την 6 Μαρτίου 1998 αξωγάμου πατρός της, Σ. Α. και Α. Κ., κατοίκου εν ζωή …, ως εξ αδιαθέτου και κατά το 1/2 εξ αδιαρέτου συγκληρονόμου του ως άνω αποβιώσαντος Σ. Κ. του Α. και Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χριστόδουλο Τσακιρέλλη

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14.09.1995 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5697/1996, 4728/2001 μη οριστικές, 3985/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 8966/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27 Νοεμβρίου 2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 3 Μαΐου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 158, 159, 180, 181,361, 369, 513 και 1033 του ΑΚ και 13 παρ.3 του ν. 1587/1950 προκύπτει ότι όπου ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, ο τύπος απαιτείται για ολόκληρο το περιεχόμενό της. Στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου υπόκειται όχι μόνο η εμπράγματη σύμβαση μεταβίβασης ακινήτου, αλλά και η ενοχική της πωλήσεώς του ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία της, δηλαδή το πράγμα και το τίμημα.

Η μη τήρηση όμως του τύπου αυτού ως προς μέρος του τιμήματος, όπως στην περίπτωση κατά την οποία το τελευταίο συμφωνήθηκε μεγαλύτερο από αυτό που αναγράφεται στο συμβόλαιο, δεν συνεπάγεται ακυρότητα της όλης συμβάσεως, αλλ' η σύμβαση είναι άκυρη μόνον κατά τη συμφωνία του τιμήματος που δόθηκε επί πλέον του αναγραφομένου στο συμβόλαιο, για το οποίο δεν τηρήθηκε ο επιβαλλόμενος με ποινή ακυρότητας τύπος.

Το μη αναγραφόμενο στο συμβόλαιο επί πλέον μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος, αν δεν έχει καταβληθεί, δεν μπορεί να απαιτηθεί από τον πωλητή ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (Α.Π 1566/2001, 1616/1999, 810/1998) αφού ο αγοραστής εκ νομίμου αιτίας έλαβε ολόκληρο το πωληθέν ακίνητο με βάση το νομίμως συμφωνηθέν, ως καλυπτόμενο από τον τηρηθέντα τύπο, μικρότερο τίμημα, ώστε κατά το επιπλέον τίμημα ο μη καταβαλών αγοραστής δεν ωφελήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία.

Στην αντίθετη περίπτωση που το επί πλέον μέρος έχει καταβληθεί μπορεί να αναζητηθεί από τον αγοραστή με τις διατάξεις αυτές μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνει την αγοραία (αληθινή) αξία του πωληθέντος ακινήτου (Ολ.ΑΠ 560/1974). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη υπ' αριθ. 9366/12-10-1995 αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, σ' αυτήν ιστορούνται τα ακόλουθα: Ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες), ως συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του περιγραφομένου στην αγωγή οικοπέδου, δυνάμει της υπ' αριθ. .../6-3-1003 πράξεως της Συμβολαιογράφου Κρωπίας Ευγενίας Παπαδιώνη, που μεταγράφηκε νόμιμα, υπήγαγαν αυτό και τις μέλλουσες να ανεγερθούν επί του τελευταίου οικοδομές, στα επί μέρους δύο (2) τμήματά του, στις διατάξεις του Ν. 3741/1929, Ν.Δ. 10241971 και των άρθρων 1002 και 1117 του Α.Κ.

Ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. .../19-11-1993 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ουρανίας Χριστοδουλίδου-Σπυριδάκη, που έχει μεταγραφεί νομίμως, πώλησαν, στον αρχικά εναγόμενο Σ. Α. Κ., δικαιοπάροχο των ήδη αναιρεσίβλητων, τα 431,6 χιλιοστά εξ αδιαιρέτου του άνω οικοπέδου με το δικαίωμα ανεγέρσεως επ' αυτού της μίας (εκ των δύο για το όλο ακίνητο) οικοδομής (κάθετης ιδιοκτησίας) με αναφερόμενο σ' αυτό τίμημα το ποσό των 2.500.000 δραχμών, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί ατόκως εντός δύο (2) ετών από τις 19-11-1993 που υπεγράφη το συμβόλαιο, πλην όμως το τίμημα αυτό ήταν εικονικό, καθόσον το πραγματικό τίμημα που συμφωνήθηκε για την αγορά του εν λόγω ακινήτου ανήρχετο στο ποσό των 18.000.000 δραχμών, έναντι δε του αληθούς και πραγματικού αυτού τιμήματος συμφωνήθηκε ως προκαταβολή ο αγοραστής (εναγόμενος) να "ρίξει" τα "μπετά" στην όμορη οικοδομή των εναγόντων.

Ότι ο εναγόμενος, ανταποκρινόμενος στην τελευταία αυτή υποχρέωσή του, δαπάνησε για τα "μπετά" της οικοδομής των εναγόντων το ποσό των 6.500.000 δραχμών, με βάση δε τη συμφωνία τους το υπόλοιπο του τιμήματος της πωλήσεως του άνω ακινήτου, εκ δραχμών 11.500.000, όφειλε να καταβάλει στους ενάγοντες ατόκως εντός διετίας από της υπογραφής του συμβολαίου της άνω αγοραπωλησίας.

Και ότι ο εναγόμενος δεν τους κατέβαλε το τελευταίο αυτό ποσό με συνέπεια να καταστεί αδικαιολογήτως πλουσιότερος εις βάρος της περιουσίας των εναγόντων, της ωφέλειάς του συνισταμένης στο ποσό των 11.500.000 δραχμών, που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του πραγματικού τιμήματος των 18.000.000 δραχμών που συμφωνήθηκε για την αγορά του άνω ακινήτου και του ποσού των 6.500.000 δραχμών που δαπάνησε, προς όφελος των εναγόντων, για τα "μπετά" της οικοδομής τους.

Ζητούν δε κατόπιν αυτών, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος (μετά το θάνατο του οποίου υπεισήλθαν στη θέση του οι ήδη αναιρεσίβλητοι), να τους καταβάλει νομιμοτόκως για την παραπάνω αιτία, το ποσό των 11.500.000 δραχμών. Με βάση το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημά της η αγωγή είναι μη νόμιμη, αφού αντικείμενο αυτής είναι η καταβολή στους πωλητές-ενάγοντες τιμήματος πέραν του αναγραφομένου στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ακινήτου τιμήματος των 2.500.000 δραχμών, σύμφωνα δε με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, η συμφωνία για την πληρωμή μέρους του τιμήματος του πωληθέντος ακινήτου, που δεν έχει αναγραφεί στο πωλητήριο συμβόλαιο είναι άκυρη αν και αυτή δεν υποβληθεί στο συμβολαιογραφικό τύπο, ο δε πωλητής, σε περίπτωση που πίστωσε μέρος του τιμήματος που αποκρύφθηκε, δεν μπορεί ν' αξιώσει, την απόδοση, ούτε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, του μέρους του ακινήτου (ή της αξίας του) που αντιστοιχεί στο εν λόγω επιπλέον τίμημα.

Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ότι η άνω αγωγή των αναιρεσειόντων-εναγόντων είναι μη νόμιμη και μετ'εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε αυτήν (αγωγή), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και εκείνες των άρθρων 904 επ. ΑΚ και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή για να ιδρυθεί ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. απαιτείται ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας. Έτσι ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν έχει εφαρμογή όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε, όπως στην υπό κρίση περίπτωση την αγωγή ως μη νόμιμη.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι, απέρριψε την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής τους (άρθρ. 904 ΑΚ) ως μη νόμιμη με ελάσσονα πρόταση ανύπαρκτη, αλλιώς εντελώς ελλιπή και άνευ της προβλεπόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, όταν η αγωγή στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν αποδοχής της έφεσης του εναγομένου, απορρίπτει την αγωγή κατά την κύρια βάση της, πρέπει να ερευνήσει και χωρίς ειδικό παράπονο, τις υπόλοιπες επικουρικές βάσεις της, που δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως, αφού στην περίπτωση αυτή, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση του εναγομένου, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, και τούτο διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή. Εάν όμως οι επικουρικές αυτές βάσεις ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας για αυτεπάγγελτη έρευνά τους, αλλά στην περίπτωση αυτή απαιτείται υποβολή αυτοτελούς λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως από τον ενάγοντα.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι αναιρεσείοντες με την προρρηθείσα αγωγή τους, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται στην πρώτη σκέψη της παρούσης, ζήτησαν, επικουρικά, να αναγνωρισθεί ότι η καταρτισθείσα δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαίου αγοραπωλησία είναι άκυρη, κατά τα άρθρα 178 και 179 Α.Κ., καθόσον το αναγραφέν στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ποσό των 2.500.000 δραχμών, ως τίμημα του πωληθέντος στον εναγόμενο ακινήτου, βρίσκεται σε προφανή δυσανάλογη σχέση με την πραγματική αξία αυτού, τούτο δε πέτυχε ο εναγόμενος εκμεταλλευθείς την ανάγκη τους να ανοικοδομήσουν και αυτοί στο οικόπεδό τους, διότι δεν είχαν ιδιόκτητη κατοικία και διέμεναν σε μισθωμένη οικία.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ερευνώντας και τις δύο βάσεις της αγωγής (κύρια και επικουρική) με την υπ' αριθμ. 5697/1996 απόφασή του, την μεν κύρια περί αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση αυτής, έκρινε νόμιμη και διέταξε αποδείξεις επί των αμφισβητουμένων πραγματικών ισχυρισμών, την δε επικουρική βάση αυτής, απέρριψε ως μη νόμιμη.

Ακολούθως δε με την υπ' αριθ. 3984/2005 οριστική απόφασή του, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή ως προς την εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της. Το Εφετείο, δικάζοντας επί των εφέσεων των ήδη αναιρεσίβλητων, με τις οποίες παραπονούντο για την παραδοχή της αγωγής ως προς την παραπάνω βάση της, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, χωρίς να ερευνήσει την απορριφθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως μη νόμιμη, επικουρική, με έρεισμα τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του Α.Κ., βάση της αγωγής.

Με το να μην ερευνήσει το Εφετείο τη βάση αυτή, δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη "πράγματα" προταθέντα, αφού την σχετική απορριπτική της εν λόγω βάσης (επικουρικής) διάταξη της πρωτόδικης απόφασης δεν προσέβαλαν οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) με έφεσή τους, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το Εφετείο είχε την εξουσία να εξετάσει την αγωγή μόνο κατά το πληττόμενο μέρος της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Συνακόλουθα, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή του (και όχι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-11-2007 αίτηση των Δ. Π. και Ι. συζ. Δ. Π., το γένος Γ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8966/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ