Legislator Case Law & Legislation
1025/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on enforcement of sale due to lack of new facts and procedural inadmissibility.

Case Number 1025/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision regarding the enforcement of a sale. The appellants argued that the lower court erred by considering new facts and failed to address the donor's bad faith, but the court ruled these were merely negative assertions or evidence-based arguments already covered in the original complaint. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under Article 527 of the Code of Civil Procedure, and the appellants were ordered to pay the costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 939, 94 of the Code of Civil Procedure; The creditor is entitled to demand the dissolution of any alienation made by the debtor to their detriment if the remaining assets are insufficient, provided the claim existed at the time of alienation and became time-barred at the first hearing, without requiring prior judicial verification.

Keywords

AI generated
enforcement of sale dissolution of alienation procedural inadmissibility new facts appeal bad faith donor time-barred claim costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 939 of the Code of Civil Procedure
Article 94 of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1025 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1025/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Γ. του Γ., κατοίκου ... για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του α) Σ. Γ. του Κ. και β) Ε. Γ. του Κ., ως συνασκούντος μετά της συζύγου του Κ. Η. του Α. τη γονική μέριμνα αυτών, 2) Κ. Η. του Α., κατοίκου ... για λογαριασμό επίσης των ανηλίκων τέκνων της α) Σ. Γ. του Κ. και β) Ε. Γ. του Κ., ως συνασκούσης μετά του συζύγου της Κ. Γ. τη γονική μέριμνα αυτών, 3) Κ. Γ. του Γ., διά εαυτόν ατομικώς, κατοίκου ... και 4) Μ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., του τρίτου και τετάρτου δε ως νομίμων και μοναδικών κληρονόμων της θανούσης Σ. Γ. το γένος Γ. Τ.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Βραχιώτη. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12642/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1087/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 511/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της υπ' αριθ. 1087/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και της συμπροσβαλλομένης με αριθμό 511/2017 διορθωτικής της ανωτέρω απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-5-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939,94 συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Οι προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) Η ύπαρξη απαίτησης κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, η οποία να έχει γίνει ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής για διάρρηξη, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικά ούτε να είναι εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο. (ΑΠ1300/2019, ΑΠ1116, ΑΠ708/2017).Την ιδιότητα του δανειστή λογίζεται ότι έχει και ο φορέας ενοχικής απαίτησης, που τελεί υπό αναβλητική προθεσμία, διότι η προθεσμία δεν εξαρτά τη γένεση του ενοχικού δικαιώματος από την πάροδο του χρόνου, που έχει ταχθεί, αλλά αναστέλλει μόνο την ενάσκησή του, την οποία μεταθέτει στο μέλλον, ήτοι αρκεί να έχουν συντελεστεί μέχρι και το χρόνο της απαλλοτρίωσης, τα παραγωγικά γεγονότα της απαίτησής του και να έχει γίνει αυτή ληξιπρόθεσμη, κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της περί διάρρηξης αγωγής (ΑΠ365/2019,1439/2019, ΑΠ731/2017).

Απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη προς τρίτον, η οποία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων κάθε σοβαρή και ηθελημένη (μη εικονική) διάθεση ή εκποίηση με δικαιοπραξία ή άλλη ενέργεια, που επάγεται μείωση της υπέγγυας περιουσίας, ανεξάρτητα αν είναι επαχθής ή χαριστική, καθώς και κάθε παροχή γενόμενη από ηθικό καθήκον ή από λόγους κοινωνικής ευπρέπειας, διότι το γεγονός ότι η διάθεση αυτή γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεων του έναντι των νομικών με συνέπεια να μην αναιρείται ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της σχετικής παροχής (ΑΠ1217/2014,ΑΠ805/2013). 3) Ανεπάρκεια της υπόλοιπης εμφανούς περιουσίας του οφειλέτη για την ικανοποίηση του δανειστή, η οποία οφείλεται αιτιωδώς στην απαλλοτρίωση.

Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη πρέπει να συντρέχει (όχι μόνο κατά την απαλλοτρίωση αλλά και) κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής διάρρηξης, που είναι και ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή (ΑΠ708/2017,ΑΠ778/2015). 4) Δόλος του οφειλέτη , ήτοι πρόθεση βλάβης των δανειστών. Η πρόθεση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει όταν αυτός (οφειλέτης) γνωρίζει, κατά τον κρίσιμο χρόνο της απαλλοτρίωσης, ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία, που του απομένει, να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού, στην περίπτωση αυτή, είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει ότι συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, μη αναιρουμένου του καταδολιευτικού χαρακτήρα της απαλλοτρίωσης αν, εκτός από την πρόθεση βλάβης των δανειστών επιδιώκει παράλληλα και άλλους σκοπούς.

Περαιτέρω, η πρόθεση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος εις ολόκληρον οφειλέτης, διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από στοιχεία, που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος, και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 486 ΑΚ. 5) Γνώση του τρίτου.

Ο τρίτος πρέπει να γνωρίζει το δόλο του οφειλέτη, ήτοι την πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές του, μη απαιτούμενης αυτοτελούς πρόθεσης του τρίτου να βλάψει τους δανειστές του οφειλέτη, ούτε συμπαιγνία ανάμεσα στον οφειλέτη και τρίτο προς βλάβη των δανειστών του οφειλέτη (ΑΠ233/2019, ΑΠ480/2013, ΑΠ 1677/2008). Η γνώση του τρίτου δεν απαιτείται κατά το άρθρο 942 ΑΚ, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία.

Επομένως, σε• περίπτωση που με την αγωγή διώκεται η διάρρηξη απαλλοτρίωσης που συνίσταται σε γονική παροχή ή δωρεά και συνεπώς χαριστική δικαιοπραξία, δεν απαιτείται για το ορισμένο του δικογράφου της η αναφορά και της γνώσης του τρίτου, του τέκνου δηλαδή, υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (ΑΠ 339/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) της από 1-1-2011 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, η τελευταία, ζητούσε τη διάρρηξη κατ' άρθρο 939 ΑΚ, των δικαιοπραξιών που έγιναν με το ...7-72009 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Π.-Ζ., με το οποίο η αποβιώσασα εναγομένη δανειολήπτρια Σ.

Γ. μεταβίβασε, λόγω δωρεάς εν ζωή, στις εγγονές της Σ. Γ. και Ε. Γ. θυγατέρες Κ. Γ.,κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία το σ' αυτή περιγραφόμενο, μοναδικό εμφανές περιουσιακό της στοιχείο, ήτοι μία αυτοτελή και οριζόντια ιδιοκτησία-διαμέρισμα, του τρίτου ορόφου πολυκατοικίας, κειμένης στη συμβολή των οδών ...

στη Θεσσαλονίκη, επικαλούμενη ήδη γεγεννημένη απαίτησή της κατά της ανωτέρω διαθέτιδος, ύψους 642.484,68 ευρώ, από συμβάσεις στεγαστικών δανείων, με πρόθεση ματαίωσης της εν λόγω απαίτησης της, την οποία εγνώριζε, όπως εγνώριζε και την έλλειψη άλλων εμφανών περιουσιακών στοιχείων. Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή ήταν ορισμένη, εφόσον περιείχε όλα τα απαιτούμενα για την νομική θεμελίωσή της στις προαναφερόμενες διατάξεις, στοιχεία, Επομένως το Εφετείο που έκρινε ομοίως, δεχόμενο ότι η αγωγή δεν έπασχε από νομική αοριστία, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και δη τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο περί του αντιθέτου δεύτερος κατά το αντίστοιχο μέρος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 11/2017, 7/2006, 4/2005, ΑΠ 1185/2017).

Ως κανόνας ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, νοείται εκείνος που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποίο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ1556/2018,ΑΠ 637/2017).

Εξάλλου, κατά το εδ. β' της ως άνω διάταξης ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνο εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Για την πληρότητα και το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποιά συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αόριστος (ΑΠ689/2017, ΑΠ 58/2014,ΑΠ266/2014).

Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ1113/2019,ΑΠ358/2017,ΑΠ 1506/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος. Τα εξής: "Με την υπ' αριθ..../17-10-2006 σύμβαση στεγαστικού δανείου που καταρτίστηκε στη Θεσσαλονίκη μεταξύ της εκκαλούσας ενάγουσας τράπεζας και του Κ. Γ. του Γ. ως οφειλέτη, καθώς και της εναγομένης- εφεσιβλήτου Σ.

Γ. ως συνοφειλέτιδος, η οποία απεβίωσε και τη δίκη, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, συνέχισαν οι υιοί της Κ. Γ. του Γ. και Μ. Γ. του Γ., η πρώτη χορήγησε στους δεύτερους στεγαστικό δάνειο μέχρι του ποσού των τριακοσίων είκοσι εννέα χιλιάδων πεντακοσίων (329.500) ελβετικών φράγκων με τους όρους που περιέχονται στην ανωτέρω σύμβαση.

Την 31η-12-2009 επειδή οι δανειολήπτες δεν είχαν καταβάλλει, ως είχαν υποχρέωση, τις δόσεις δανείου από 1η.6.2009, η τράπεζα προέβη στο κλείσιμο του λογαριασμού. Κατήγγειλε τη σύμβαση δανείου και γνωστοποίησε στην οφειλέτιδα Σ. Γ. (και στον συνοφειλέτη της Κ. Γ.) το συνολικό οφειλόμενο ποσό από τη σύμβαση αυτή κατά την 31η. 12.2009 εκ τριακοσίων μιας χιλιάδων οκτακοσίων ενενήντα οκτώ ελβετικών φράγκων και σαράντα λεπτών (301.898,40 που αντιστοιχούσε σε 207.790,21 ευρώ κατά την ημέρα της καταγγελίας).

Με έτερη την υπ' αριθ. ...17.10.2006 σύμβαση στεγαστικού δανείου μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλομένων και με τις προαναφερθείσες ιδιότητες (αφενός της τράπεζας και αφετέρου των Κ. Γ. του Γ., καθώς και της Σ. Γ. ως συνοφειλέτιδος), χορηγήθηκε νέο στεγαστικό δάνειο μέχρι του ποσού των τριακοσίων δέκα έξη χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα εννέα ελβετικών φράγκων και είκοσι λεπτών (316.579,20).

Την 31η.12.2009 επειδή οι δανειολήπτες δεν είχαν καταβάλλει, ως είχαν υποχρέωση, τις δόσεις του δανείου από 1η.6.2009, η τράπεζα προέβη στο κλείσιμο του λογαριασμού. Κατήγγειλε τη σύμβαση δανείου και γνωστοποίησε στην οφειλέτιδα Σ. Γ. (και στον συνοφειλέτη της Κ. Γ.) το συνολικό οφειλόμενο ποσό από τη σύμβαση αυτή εκ διακοσίων ενενήντα χιλιάδων εκατόν δέκα ελβετικών φράγκων (290.110,00 που αντιστοιχούσε σε 199.676,51 ευρώ κατά την ημέρα της καταγγελίας).

Με τρίτη (την υπ' αριθ. .../26.7.2007) σύμβαση μεταξύ των ίδιων ως άνω πάντοτε συμβαλλομένων και με τις προαναφερθείσες ιδιότητες (αφενός της τράπεζας και αφετέρου των Κ. Γ. του Γ. καθώς και της Σ. Γ. ως συνοφειλέτιδος), χορηγήθηκε τρίτο στεγαστικό δάνειο μέχρι του ποσού των πενήντα χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα έξη ελβετικών φράγκων και είκοσι οκτώ λεπτών (50.476,28).

Την 31η. 12.2009 επειδή οι δανειολήπτες δεν είχαν καταβάλλει, ως είχαν υποχρέωση, τις δόσεις του δανείου από 1η.6.2009, η τράπεζα προέβη στο κλείσιμο του λογαριασμού. Κατήγγειλε τη σύμβαση δανείου και γνωστοποίησε στην οφειλέτιδα Σ. Γ. (και στον συνοφειλέτη της Κ. Γ.) το συνολικό οφειλόμενο ποσό από τη σύμβαση αυτή κατά την 31.12.2009 εκ σαράντα οκτώ χιλιάδων επτακοσίων επτά ελβετικών φράγκων και εβδομήντα εννέα λεπτών (48.707,79, που αντιστοιχούσε σε 33.524,53 ευρώ κατά την ημέρα της καταγγελίας) ....

Με βάση όλες τις ανωτέρω συμβάσεις και μετά τις καταγγελίες τους, ύστερα από αίτηση της τράπεζας, εκδόθηκε η υπ1 αριθ. 22843/2010 Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης - όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 851/2011 απόφαση Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης-, που επιδίκασε στην αιτούσα τράπεζα το ποσό των εξακοσίων σαράντα δύο χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα τεσσάρων ελβετικών φράγκων και εξήντα οκτώ λεπτών (301.898,40+ 290.110 + 48.707,79= 642.484,68).

Η διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στους εναγόμενους - εφεσίβλητους οφειλέτες δύο φορές, δεν ασκήθηκε κατ' αυτής ανακοπή και απέκτησε ισχύ δεδικασμένου. Η συνοφειλέτιδα στις ανωτέρω συμβάσεις δανείου Σ. Γ., καίτοι γνώριζε την οφειλή της (την ήδη γεγεννημένη απαίτηση της τράπεζας έναντι αυτής), μεταβίβασε (στις 7.7.2009) στις εγγονές της Σ.

και Ε., τέκνα του υιού της Γ. Κ., το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο. Συγκεκριμένα, δυνάμει του υπ' αριθ. ...7.7.2009 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Π. - Ζ., που καταχωρήθηκε στα Φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς με αριθ. καταχ...5.8.2009, μεταβίβασε κατά ποσοστό 50 % εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία από τις εγγονές της μία αυτοτελή και οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα του τρίτου ορόφου πολυκατοικίας, ανεγερθείσης επί οικοπέδου κείμενου στη συμβολή των οδών ...

στη Θεσσαλονίκη, εμβαδού καθαρού 76 τ.μ. και μικτού 101,54 τ.μ., αποτελούμενο από χωλ, δύο δωμάτια, κουζίνα, λουτροαποχωρητήριο και αποθήκη και στο οποίο αναλογεί ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο 150/1000. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψαν και τα ακόλουθα: Από την κοινοποίηση της Διαταγής Πληρωμής και μέχρι σήμερα οι οφειλέτες Κ.

και Σ. Γ. (μέχρι την ήμερα του θανάτου της) δεν κατέθεσαν κανένα ποσό στους λογαριασμούς των δανείων. Την 18η.5.2011 εκπλειστηριάσθηκαν ακίνητα των άνω οφειλετών (Κ. Γ. και Σ. Γ.) και το εκπλειστηρίασμα ανήλθε στο ποσό των 312.300,00 ευρώ. Στον πλειστηριασμό η τράπεζα ανήγγειλε τις ανωτέρω απαιτήσεις της και κατετάγη, ως ενυπόθηκη δανείστρια, για ποσό 298.800,92 ευρώ.

Μετά την εξόφληση του πίνακα κατάταξης και λήψη του εκπλειστηριάσματος των 298.800,92 ευρώ η απαίτηση της τράπεζας κατά της αποβιώσασας Σ. Γ. ανερχόταν στο ποσό των (550.166 - 298.800=) 251.366 ευρώ, ενώ η αξία του επιδίκου ακινήτου κατά τη στιγμή της μεταβίβασης ανερχόταν στο ποσό των 170.000 ευρώ. Από τα προσκομισθέντα αποσπάσματα των κινήσεων των λογαριασμών που τηρήθηκαν για την εξυπηρέτηση των συμβάσεων, προκύπτει ότι οι λογαριασμοί των συμβάσεων των δανείων έπαψαν να εξυπηρετούνται τον Ιούνιο του 2009 (οι τελευταίες καταβολές έγιναν το Μάιο 2009).

Σταθμίζοντας τα ανωτέρω επισημαίνονται τα ακόλουθα: Κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της αγωγής διάρρηξης, η απαίτηση του ενάγουσας - εκκαλούσας τράπεζας κατά του εναγομένων - εφεσιβλήτων δανειοληπτών ήταν ήδη απαιτητή και ληξιπρόθεσμη. Η αποβιώσασα εναγόμενη μεταβίβασε την ακίνητη περιουσία της στις εναγόμενες εφεσίβλητες εγγονές της, συγγενείς της σε ευθεία γραμμή.

Η αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου τόσο κατ' αντικειμενικό προσδιορισμό όσο και κατά την πραγματική του εμπορική αξία υπολειπόταν προφανώς της οφειλής της αποβιώσασας εναγομένης. Μ' αυτόν τον τρόπο η τελευταία (η αποβιώσασα εναγομένη) αποξενώθηκε από κάθε ακίνητη περιουσία της κατά το χρόνο άσκησης της επίμαχης αγωγής, ενώ δεν είχε άλλη εμφανή περιουσία, επαρκή για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας - εκκαλούσας.

Η μεταβίβαση του παραπάνω ακινήτου έγινε με σκοπό να μην ικανοποιηθεί η ληξιπρόθεσμη απαίτηση της ενάγουσας - εκκαλούσας, καθόσον η αποβιώσασα εναγομένη γνώριζε ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού της στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που της απομένει να μην αρκεί για την ικανοποίηση της πρώτης (της ενάγουσας- εκκαλούσας), όπως και έγινε.

Η αποβιώσασα εναγόμενη δανειολήπτρια γνώριζε την ύπαρξη της αξίωσης της ενάγουσας - εκκαλούσας και κατά λογική αναγκαιότητα έπρεπε να αναμένει την διεκδίκηση από την τελευταία των ως άνω δανείων. Ο ισχυρισμός των διαδόχων της ότι δεν είχε πρόθεση βλάβης της ενάγουσας - εκκαλούσας, και ότι προέβη στις μεταβιβάσεις προς τις ανήλικες εγγονές της από ελευθεριότητα (causa donandi), δεν επιβεβαιώθηκε.

Αυτή τόσο κατά τη σύναψη των δανειακών συμβάσεων όσο κατά τη μεταβίβαση του ακινήτου της, παρά το γεγονός ότι ήταν ογδοηκοντούτης είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και επίγνωση των έννομων συνεπειών των αποφάσεων και των πράξεών της. Άλλωστε, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν επιβεβαιώθηκε η χρεία για την εσπευσμένη κτήση ακινήτων εκ μέρους των ανηλίκων.

Αντίστοιχη γνώση περί της βλάβης της ενάγουσας - εκκαλούσας τεκμαίρεται ότι υπήρχε και στα πρόσωπα πάντων των αποκτώντων, ενόψει του χαρακτήρα όλων των δικαιοπραξιών ως χαριστικών (άρθρο 942 ΑΚ). Επομένως, η ενάγουσα δικαιούταν να ζητήσει τη διάρρηξη της απαλλοτρίωσης, που έγινε με προφανή σκοπό τη βλάβη της, ώστε να καλυφθεί μέρος της απαίτησης της.

Κατόπιν λοιπόν όλων των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να διαρρηχθεί έναντι της ενάγουσας - εκκαλούσας η προαναφερθείσα απαλλοτριωτική δικαιοπραξία του προαναφερθέντος ακινήτου ως καταδολιευτική". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο ακολούθως δέχθηκε την υπ' αριθμ. 145/14.1.2015 έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε την από 1.11.2011 αγωγή της τελευταίας και διέταξε τη διάρρηξη της δωρεάς του ακινήτου της αρχικά πρώτης εναγομένης Σ.

Γ. προς τις δεύτερες εναγόμενες Σ. Γ. του Κ. και Ε. Γ. του Κ., που έγινε με το υπ'αριθ. ...7.7.2009 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή, της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Π.-Ζ.".

Με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αιτίαση ότι υπέπεσε στη πλημμέλεια του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, καθόσον παραβίασε τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός, πέρα από τις περιεχόμενες σ' αυτόν απαράδεκτες αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ως προς το πρώτο μέρος του (άρθρο 559 αρ.1 εδ.α ΚΠολΔ), καθόσον τα περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο πληρούν το εννοιολογικό των διατάξεων των άρθρων 939,941εδ.α', 942,943 ΑΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, εφόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δηλαδή ότι η αποβιώσασα εναγομένη Σ.

Γ. εν γνώσει του ήδη γεγενημένου χρέους της προς την αναιρεσίβλητη, μεταβίβασε λόγω δωρεάς το μοναδικό εμφανές περιουσιακό της στοιχείο στις αναιρεσείουσες εγγονές της Σ. Γ. του Κ. και Ε. Γ. του Κ. με σκοπό βλάβης της τελευταίας, εφόσον γνώριζε ότι δεν είχε άλλα εμφανή περιουσιακά στοιχεία προς ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, που είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη κατά τον χρόνο της συζήτησης της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δικαιολογούσαν την κατ' εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, διάρρηξη των ανωτέρω δικαιοπραξιών.

Επομένως, ο πρώτος κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες κατ' επίφαση επίκλησης της παράβασης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, χωρίς να επικαλούνται ιδιαίτερο νομικό σφάλμα στην εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, παραπονούνται για την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και συγκεκριμένα για την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, βάσει του οποίου το εν λόγω Δικαστήριο έκρινε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, είναι απαράδεκτος (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος (από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ.) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορούν την ερμηνεία ή εφαρμογή των αναφερομένων κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων Με το τρίτο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων καθόσον η μεταβίβαση του ακινήτου, προκλήθηκε "από ηθικούς, κοινωνικούς και λόγους ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος, καθώς και για λόγους ευπρέπειας".

Από την επισκόπηση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει η προβολή τέτοιων ισχυρισμών στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και παραδεκτή επαναφορά τους στο Εφετείο, ώστε να τεθούν υπό την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ούτε παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης, με τις οποίες απορρίφθηκε ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ούτε άλλωστε θα μπορούσε να επιφέρει την έννομη συνέπεια που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες (του μη καταδολιευτικού χαρακτήρα της επίδικης μεταβίβασης), δεδομένου ότι οι νομικές υποχρεώσεις προηγούνται των ηθικών εκ λόγων ευπρεπείας (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ28/2017,ΑΠ 1217/2014).

Ακολούθως με τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε για τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, ως προς τα ουσιώδη και κρίσιμα ζητήματα θεμελίωσης του αγωγικού δικαιώματος και ειδικότερα δέχθηκε .ότι η μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου έγινε με σκοπό να μην ικανοποιηθεί η ληξιπρόθεσμη απαίτηση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, καθόσον η αποβιώσασα εναγομένη-δανειολήπρια Σ.

Γ. γνώριζε ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού της στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που της απομένει να μην αρκεί για την ικανοποίηση της, όσα δε αντίθετα διαλαμβάνονται στον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο αναίρεσης (από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), για ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ως προς την απόρριψη της σχετικής ένστασης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων ότι η αποβιώσασα εναγομένη Σ.

Γ. δεν γνώριζε τον καταδολιευτικό σκοπό της επίμαχης απαλλοτρίωσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που προβάλλονται σαν πλημμέλειες από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αναφέρονται στην ανάλυση του αποδεικτικού πορίσματος και σε επιχειρηματολογία του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχονται αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν στη συζήτηση. Για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο οι αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να προσκομιστούν με επίκληση (ΑΠ 881/2011,ΑΠ 1347/2007), ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη, καθώς και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη (ΑΠ 1185/2010,ΑΠ 1789/2006). Ενώ, για το ορισμένο του λόγου ότι το δικαστήριο απαραδέκτως έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, χωρίς νόμιμη επίκληση, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι το εν λόγω απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ (ΑΠ1419/2007).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο κατά το πρώτο μέρος, λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και ως τέτοιες νοούνται και εκείνες, των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν συγκεκριμένα ποια αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη χωρίς να έχει γίνει νόμιμη επίκληση αυτών με τις έγγραφες προτάσεις και ποιόν ουσιώδη ισχυρισμό απέδειξαν που είχε επίδραση στο διατακτικό της αποφάσεως. Κατά το μέρος που αποδίδεται αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 β, αναφορικά με αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς και ειδικότερα περί της έλλειψης πρόθεσης της Σ. Γ. να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης με τις προσβαλλόμενες μεταβιβάσεις και του χρόνου των καταδολιευτικών δικαιοπραξιών, που προβλήθηκαν απαραδέκτως κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ για πρώτη φορά στο Εφετείο, ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 11 περ.β ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο όταν πρόκειται για αποδεικτικά μέσα και όχι σε ισχυρισμούς (ΑΠ 138/1984).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ3/1997, ΑΠ1/2019, ΑΠ933/2018, ΑΠ851/2015).

Με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο της κρινόμενης αίτησης, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, κατ' επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι η αναιρεσίβλητη έναντι των δανειακών συμβάσεων και προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς της έχει εγγράψει προσημείωση υποθήκης σε τέσσερα διαμερίσματά της τα οποία πλειστηριάστηκαν με επίσπευση της ίδιας στην οποία και κατακυρώθηκαν έναντι του ποσού των 312.300,00 ευρώ, ότι το εν λόγω γεγονός η αναιρεσίβλητη απέκρυψε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι η κακοπιστία της αναιρεσίβλητης αποδεικνύεται από το γεγονός ότι δεν άσκησε ανακοπή σε κανένα στάδιο της εκτελέσεως, καθώς πίστευε ότι θα ικανοποιηθεί από το εκπλειστηρίασμα των ως άνω ακινήτων.

Επίσης ότι η δικαιοπάροχος των Σ. Γ., γνώριζε ότι δεν υπήρχαν καθυστερούμενες οφειλές στα δάνεια και ως εκ τούτου δεν ήταν γεννημένη η απαίτησή της κατά το χρόνο που συντελέστηκαν οι επίδικες συμβάσεις και επί πλέον πίστευε ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης ήταν σε κάθε περίπτωση εξασφαλισμένη. Ο λόγος αυτός ως προς το σκέλος του που στηρίζεται στις αμέσως παραπάνω αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές δεν αφορούν "πράγματα" με την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς της αγωγής καθώς και επιχειρήματα που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Περαιτέρω ο ίδιος λόγος ως προς το μέρος του ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του "πράγματα" τα οποία προτάθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του, απαραδέκτως κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του, ως θεμελιωτικούς της αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων ισχυρισμούς την γνώση του δωρητού στις επίδικες δικαιοπραξίες και το κρίσιμο γεγονός του χρόνου της φερόμενης καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, περιστατικά που δεν περιείχοντο στην ιστορική βάση της αγωγής, είναι αβάσιμος.

Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, αυτή διαλαμβάνει το στοιχείο της πρόθεσης της δωρητού να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης καθώς και το χρόνο της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, στοιχεία που αρκούσαν για τη νομική βασιμότητα της αγωγής, χωρίς να χρειάζεται παράθεση ειδικότερων περιστατικών προσδιοριστικών της γνώσης της δωρητού και του ως άνω κρίσιμου χρόνου, αφού αυτά αντλούνται από τις αποδείξεις, κατά την εκτίμηση της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της.(άρθρα176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.5.2017 αίτηση των 1) Κ. Γ. του Γ., για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του α) Σ. Γ. του Κ. και β) Ε. Γ. του Κ., 2) Κ. Η. του Α., για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της Σ. και Ε., 3) Κ. Γ. του Γ. και 4) Μ. Γ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1087/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 511/2017 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 08 Οκτωβρίου 2020

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ