Legislator Case Law & Legislation
1021/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil compensation for mental anguish in a homicide case due to lack of proportionality grounds.

Case Number 1021/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment awarding significant monetary compensation for mental anguish following a homicide. The appellant argued the amounts were disproportionate given his financial situation, but the court found this claim legally unfounded. The court ruled that such subjective assessments fall within the trial court's exclusive authority and cannot be reviewed on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the substantive evaluation of evidence or the proportionality of civil compensation for mental anguish awarded by the court of first instance.

Keywords

AI generated
appeal admissibility proportionality principle mental anguish compensation homicide civil liability review of evidence legal aid costs civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 25 paragraph 1 of the Constitution
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 106, 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 9 of Law 3226/2004
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1021 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1021/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Λιανό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι Σ. του Γ., 2) Γ. συζύγου Ι. Σ., το γένος Ν. Μ., 3) Σ. Σ. του Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάριο Παπουλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/10/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2436/2017 μη οριστική και 11793/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 74/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/2/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 24-2-2020 (αριθμ. καταθ. 57/25-2-2020) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 74/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος - εναγομένου, κατά της 11793/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία απόφαση έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή των αναιρεσίβλητων κατά του αναιρεσείοντος και υποχρεώθηκε ο τελευταίος να καταβάλει σε καθένα από τους δύο πρώτους αυτών, το ποσό των 30.000 ευρώ και στην τρίτη, το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, από αδικοπραξία. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι, ''οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται, είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας''.

Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητώς, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου και από την αρχή της ισότητας, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων.

Η αρχή αυτή επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων.

Ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας οφείλει να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσεως του δικαστηρίου.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις), αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Το αντικειμενικό αυτό μέτρο συνάγεται από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχάς αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή, και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα) τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο) το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προανεφέρθη, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του ''ευλόγου'' και συνακόλουθα το ''εύλογο'' εμπεριέχεται αναγκαίως στο ''ανάλογο''. Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, ελέγχεται αναιρετικά, ως προς το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1170/ 2019, ΑΠ 1399/2018, ΑΠ 15/2018, ΑΠ 1623/2017, ΑΠ 327/2017).

Περαιτέρω, με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, όπως ήδη εκτέθηκε, παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, ήτοι του βαθμού πταίσματος του υπόχρεου, του μεγέθους της προσβολής, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών κλπ, να επιδικάσει ή όχι στον παθόντα, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη (ή ψυχική οδύνη), να καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο.

Οι ως άνω συνθήκες (βαθμός πταίσματος, μέγεθος προσβολής, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών κλπ) λαμβάνονται υπόψη, για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος και επομένως δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση κάποιας από αυτές ή των ειδικότερων προσδιοριστικών στοιχείων τους στην απόφαση, να είναι αναγκαία, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 600/2018, ΑΠ 322/2014, ΑΠ 285/2012, ΑΠ 1166/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά το αναιρετικά ενδιαφέρον μέρος της, τα ακόλουθα: ''... Η Α. Β. του Γ., αρραβωνιαστικιά του Γ. Σ. του Ι., υιού του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων και εγγονού της τρίτης των εναγόντων, είναι κυρία ενός οικοπέδου στην περιοχή του ΚΕΘΕΑ ...

του Δήμου ..., όμορου της οικίας του εναγοµένου, ο οποίος διέµενε εκεί µε την οικογένεια και τους γονείς του. Στο ως άνω οικόπεδο, αρχές του έτους 2013, µε τον ως άνω σύντροφό της, καλλιεργούσαν οπωροκηπευπκά για προσωπική τους χρήση και είχαν εντός αυτού δύο σκυλιά ράτσας, ''Doberman'' και ''Husky'', τα οποία συχνά ενοχλούσαν µε τα γαυγίσµατά τους τη μητέρα του εναγοµένου, η οποία, από τις αρχές Ιανουαρίου του 2013, έριχνε πέτρες κατά αυτών, προκειµένου να σταματήσουν.

Την 08-01-2013, και περί ώρα 13:50 μ.μ, ο Γ. Σ. και Α. Β. επισκέφθηκαν το παραπάνω οικόπεδό τους και αντιλήφθηκαν την παρουσία πετρών εντός αυτού. Τότε, ο Γ. Σ. πέταξε τις πέτρες στην αυλή της οικίας του εναγοµένου, µε τον οποίο γενικά διατηρούσαν καλές σχέσεις και αντιλαμβανόμενος ο τελευταίος την κίνηση αυτή του Γ.

Σ., εξήλθε της οικίας του και ζήτησε το λόγο. Αμέσως, άρχισε µια λογοµαχία, µε εξυβρίσεις ανάµεσα τους, η οποία εξελίχθηκε σε συμπλοκή μεταξύ τους, ενώ παρόντες στο περιστατικό αυτό ήταν ο πατέρας του εναγοµένου, καθώς και ένας γείτονας. Με την επέμβαση των παρευρισκόμενων η συμπλοκή έληξε και ο καθένας των εμπλεκομένων εισήλθε στο οικόπεδό του, ενώ ο Γ.

Σ., εξακολουθώντας να είναι εκνευρισμένος, πήρε στα χέρια του ένα τσεκούρι και κατευθύνθηκε προς την πλευρά του οικοπέδου του εναγοµένου, πλην, όμως, του το αφαίρεσε από τα χέρια η µμνηστή του, πριν ακόμη εξέλθει από τα όρια του οικοπέδου του και η οποία στη συνέχεια κάλεσε την αστυνομία. Ο ανωτέρω δε απευθυνόμενος προς τον εναγόµενο του είπε ότι, ''για το γαμώ τη µάνα σου, θα λογαριαστούμε αύριο''.

Όταν, στον παραπάνω τόπο κατέφθασαν οι αστυνομικοί, οι εμπλεκόμενοι δήλωσαν, αν και αμφότεροι υπέστησαν απλές σωματικές βλάβες και δη εκδορές και εκχυμώσεις, ότι δεν επιθυμούν την υποβολή μηνύσεων και κατόπιν τούτου, οι αστυνομικοί αποχώρησαν, αφού τους έκαναν τις απαραίτητες συστάσεις. Την επομένη ημέρα (09-01-2013) και περί ώρα 16:30 μ.µ., ο Γ.

Σ. και η μνηστή του επισκέφθηκαν εκ νέου το οικόπεδό τους. Ο ως άνω Γ. Σ. κατά τις 17:30 µ.µ. εξήλθε και επέστρεψε µε συνοδεία απροσδιορίστου αριθμού φιλικών του προσώπων. Εν συνεχεία, κάλεσε τον εναγόμενο να εξέλθει της οικίας του, πράγμα το οποίο έγινε, και αμφότεροι κατευθύνθηκαν σε απόσταση 40 περίπου µέτρων πέρα από την οικία του εναγοµένου, όπου ακολούθησε νέα σωματική συμπλοκή και εξυβρίσεις μεταξύ τους.

Επισημαίνεται ότι ο εναγόµενος ακολούθησε τον Γ. Σ. οικειοθελώς, ήτοι δίχως να του ασκηθεί οποιαδήποτε µορφή βίας, τόσο από τον τελευταίο, όσο και από τους παρευρισκόμενους φίλους του. Στη συμπλοκή αυτή έλαβαν µέρος µόνο ο εναγόµενος και ο Γ. Σ. και υπέστησαν απλές σωματικές κακώσεις, ενώ παρούσα στο περιστατικό ήταν και η σύζυγος του εναγοµένου.

Ο εναγόµενος, που εξετάστηκε µία ημέρα µετά το συμβάν υπέστη εκχυμώσεις των βλεφάρων και αιμορραγική διήθηση του σκληρού χιτώνα του δεξιού οφθαλμού, εκδορά στη ρινική ράχη και εξοίδηση στο μέτωπο, ήτοι κακώσεις, που οφείλονταν σε πλήγματα του προσώπου από γροθιές, ενώ στη δεξιά πλάγια επιφάνεια του τραχήλου έφερε ερυθρότητα, στον αριστερό ώμο και ωμοπλάτη επιπόλαιες εκδορές, οφειλόμενες σε πάλη, χωρίς κακώσεις σε άλλα σημεία του σώματός του (βλ.

την υπ' αριθ. πρωτ. …/2013 ιατροδικαστική έκθεση του Π. Μ.). Αμέσως µετά το παραπάνω επεισόδιο ο εναγόµενος, αφού σηκώθηκε όρθιος, με τη βοήθεια των λοιπών παρευρισκόµενων, που απομάκρυναν τον Γ. Σ., σηκώνοντάς τον από πάνω του και ελευθερώνοντάς τον, έχοντας αποφασίσει, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, την τέλεση της πράξης της ανθρωποκτονίας, προκειμένου να δώσει οριστικό τέλος στις διαφορές του µε τον Γ.

Σ., αποχώρησε από τον τόπο της συμπλοκής, πήγε στην οικία του, που απείχε περί τα 40 με 45 μέτρα, εισήλθε εντός αυτής, ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα του δεύτερου ορόφου, πήρε την κυνηγετική καραμπίνα, μάρκας Βεretta Cal 12, µε αριθµό όπλου ... και αριθµό κάννης ..., πoυ φύλασσε στο χώρο εκείνο, καθώς και έξι (6) συνολικά φυσίγγια από το συρτάρι (λευκού χρώματος, µε στοιχεία ....., και αφού τοποθέτησε στην καραμπίνα τρία (3) από αυτά, ενώ τα υπόλοιπα τρία (3) τα τοποθέτησε στην τσέπη του, επέστρεψε στον τόπο του συμβάντος.

Εκεί βρισκόταν ακόμη ο Γ. Σ., ο οποίος είχε πλέον εκτονώσει τον εκνευρισμό του, ενώ οι φίλοι του είχαν αποχωρήσει. Ακολούθως, ο εναγόµενος, µε ψυχραιμία, ενώ βρισκόταν ακόµα σε απόσταση 5-6 µέτρων από τον Γ. Σ., πυροβόλησε μιά φορά στον αέρα και προσεγγίζοντας τον τελευταίο, ο οποίος κινήθηκε, επίσης, προς την πλευρά του, τον πυροβόλησε άλλη µια φορά, την ώρα, που αυτός επιχειρούσε να απομακρύνει την κάνη του όπλου από μπροστά του, σχεδόν εξ επαφής, µε αποτέλεσμα η δεύτερη σφαίρα να τον κτυπήσει (τον Γ.

Σ.) στην αριστερή πηχεοκαρπική άρθρωση, προκαλώντας ρήξεις και κατάγματα των µαλακών μορίων και των οστών αντίστοιχα, της άκρας χειρός, της πηχεοκαρπικής άρθρωσης και του κατώτερου τριτηµορίου το αντιβραχίου. Κατόπιν, ενώ ο Γ. Σ., εξαιτίας του τραυματισμού του, ήταν αιµόφυρτος, ο εναγόµενος, αποφασισμένος να του αφαιρέσει τη ζωή, κινήθηκε προς το µέρος του και από απόσταση 10 περίπου εκατοστών τον πυροβόλησε για δεύτερη φορά, στο θώρακα τραυματίζοντάς τον θανάσιμα, προκαλώντας του συντριπτικό κάταγμα στη δεξιά στερνοκλειδική άρθρωση από τη µάζα των σκαγιών και εντός των ηµιθωρακίων αιμµοθώρακα, όγκου 2,5 περίπου λίτρων αίματος, καθώς και τραυµατική διατοµή στον οισοφάγο, καταστρεπτικές τραυµατικές ρήξεις στους ανώτερους λοβούς αμφοτέρων των πνευμόνων και στην τραχεία από τη µάζα των σκαγιών, ενώ και το τόξο της αορτής του παθόντος υπέστη ολική διατοµή από τη µάζα των σκαγιών, προκαλώντας αµέσως το θάνατό του, ο οποίος προήλθε από τραυματικές ρήξεις των πνευμόνων, της τραχείας, του οισοφάγου και του τόξου της αορτής, αιμοθώρακα, όγκου 2,5 περίπου λίτρων, έξαιμο εγκεφαλικό θυροειδικό και νεφρικό παρέγχυμα και αιμορραγική καταπληξία, συνεπεία βολών µε κυνηγετικό όπλο, εξ αιτίας των οποίων επήλθε αµέσως ο θάνατός του.

Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο εναγόµενος, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, µε πρόθεση και ευρισκόμενος σε ήρεµη ψυχική κατάσταση, σκότωσε τον Γ. Σ. (υιό του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων και εγγονό της τρίτης των εναγόντων), µετά από διαπληκτισµό καί σωματική εμπλοκή. Ο εναγόµενος διατείνεται ότι βρισκόταν σε βρασμό ψυχικής ορµής, τόσο κατά τη λήψη της απόφασης, όσο και κατά την τέλεση της πράξης της ανθρωποκτονίας, πλην, όμως, ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιµος.

Και τούτο διότι μολονότι στον εναγόµενο υπήρξε διέγερση συναισθήματος από τη συμπεριφορά του θύματος, και δη από τη σωματική συμπλοκή, που είχε προηγηθεί µε πρωτοβουλία του τελευταίου, εν τούτοις η διέγερση του συναισθήµατός του αυτού δεν ήταν τέτοιου βαθμού, που να του στερούσε τη δυνατότητα να σταθμίσει τα αίτια, που τον ώθησαν στην τέλεση της ανωτέρω πράξης του.

Εξάλλου η σωματική επίθεση εναντίον του εναγοµένου είχε λήξει, δίχως να έχουν προκληθεί στον ίδιο σοβαρές κακώσεις, και ο ίδιος είχε πλέον αποδεσμευθεί σωματικά από το θύμα, οι δε φίλοι του θύματος, όχι µόνο δεν τον παρότρυναν να συνεχίσει την όποια επιθετική του συμπεριφορά κατά του εναγοµένου, αλλά αντίθετα τον απέτρεπαν και τον συγκρατούσαν, ώστε το επεισόδιο να λάβει τέλος και τέλος, ο εναγόµενος, καθ' όλη τη διάρκεια του επεισοδίου µε το θύμα, δεν αισθάνθηκε φόβο, κατευθύνθηκε στην οικία του, διασχίζοντας 40-45 µέτρα, κινήθηκε κατευθείαν στην κρεβατοκάµαρα του δεύτερου ?ρόφου και πήρε την κυνηγετική καραµπίνα, την οποία ήξερε να χειρίζεται άψογα, καθώς ήταν χρόνια κυνηγός και εξασκούνταν συχνά στη σκοποβολή, φρόντισε να την απασφαλίσει και να την οπλίσει µε τρία φυσίγγια και να έχει άλλα τρία µαζί του, επέστρεψε στο χώρο έξωθεν της οικίας του και κατέστησε αισθητή την παρουσία του στο θύμα µε το όπλο, επιλέγοντας, αρχικά, να πυροβολήσει στον αέρα, ενώ ήδη το θύμα και οι φίλοι του απομακρυνόταν.

Οι ανωτέρω ενέργειες και κυρίως η επιλογή του συγκεκριµένου όπλου και όχι ενός οποιουδήποτε αντικειμένου, όπως μαχαίρι, ξύλο κτλ, που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει, προκειµένου να αμυνθεί, κατά τους ισχυρισμούς του, αλλά και η µη προσφυγή στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές, ο χρόνος που μεσολάβησε για να ενεργήσει όλα τα ανωτέρω, αλλά κυρίως η ψυχραιμία του, τόσο κατά τους πυροβολισμούς, όσο και κατά τη σύλληψή του, καταδεικνύουν ότι ο εναγόµενος ήταν σε θέση να σταθµίσει τα αίτια, που τον ώθησαν στην τέλεση της πράξης του, παρά την οργή, που αισθάνθηκε από την προηγούµενη συμπεριφορά του θύματος.

Επίσης, απορριπτέος ως ουσία αβάσιµος είναι και ο ισχυρισµός του εναγοµένου περί νόµιµης άµυνάς του, δεδομένου ότι απ? τα ίδια ανωτέρω στοιχεία καθίσταται σαφές ότι όταν ο εναγόμενος προέβη στην ενέργειά του δεν υπήρχε επίθεση παρούσα, τόσο εναντίον του, όσο και εναντίον της συζύγου του, αφού η επίθεση κατά αυτού είχε λήξει, το δε θύμα και οι φίλοι του ήδη απομακρύνονταν, ώστε να µην υφίσταται ούτε ενδεχόμενο επίθεσης, που να επίκειται άµεσα και να δικαιολογεί την πράξη του εναγοµένου ως αμυντική.

Ακόμη, το γεγονός ότι το θύμα, όταν αντιλήφθηκε τον εναγόµενο να κρατά το όπλο, κατευθύνθηκε προς αυτόν, µη φέροντας ο ίδιος κανένα όπλο ή οποιοδήποτε αντικείµενο πρόσφορο για επίθεση, δε µπορεί να χαρακτηρισθεί απ? µόνο του πράξη ενέχουσα επίθεση. Παράλληλα, απορριπτέος ως ουσία αβάσιµος είναι και ο ισχυρισμός του εναγοµένου περί συνυπαιτιότητας του θύματος, κατά ποσοστό τουλάχιστον 80%, στον επελθόντα θάνατό του, εξαιτίας της προηγούμενης άδικης και ανάρµοστης συμπεριφοράς του απέναντί του (σωματική επίθεση και εξυβρίσεις), δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η σωματική και λεκτική επίθεση εναντίον του εναγόµενου από τον Γ.

Σ. είχε ήδη λήξει, δίχως να έχουν προκληθεί στον εναγόµενο σοβαρές σωματικές κακώσεις, σε κάθε δε περίπτωση η προηγηθείσα συμπλοκή και οι εκατέρωθεν εξυβρίσεις µεταξύ του θύματος και του εναγόµενου δεν αποτελούν στοιχεία, που μπορούν να θεμελιώσουν συνωπαιτιότητα του Γ. Σ. στον επελθόντα θάνατό του. Για την παραπάνω παράνομη και υπαίτια πράξη του εναγοµένου, ήτοι την ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, αυτός (ο εναγόµενος) καταδικάσθηκε µε την υπ' αριθ. 8-9/10-01-2017 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία ήδη κατέστη αµετάκλητη ποινική απόφαση και εκτιμάται ελεύθερα στην παρούσα δίκη, ως δικαστικό τεκμήριο, χωρίς να παράγει οποιοδήποτε δεδικασµένο για την παρούσα πολιτική δίκη ......

Ειδικότερα, ο εναγόµενος κρίθηκε ένοχος για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (άρθρ. 299 παρ. 1 ΠΚ), της παράνομης οπλοφορίας και της παράνομης οπλοχρησίας, µε τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2γ και 2ε ΠΚ, ήτοι ότι παρασύρθηκε στην τέλεση των ανωτέρω άδικων πράξεων από οργή, που προκλήθηκε σε αυτόν από ?δικη πράξη του θύματος και ότι συµπεριφέρθηκε καλά για σχετικά µεγάλο διάστηµα µετά τις πράξεις του, και καταδικάσθηκε σε πρόσκαιρη κάθειρξη 17 ετών για την ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεµη ψυχική κατάσταση και σε φυλάκιση ενός (1) έτους για καθεµία από τις λοιπές δύο πράξεις και σε συνολική ποινή 18 ετών.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο κατέληξε στην ίδια κρίση απορρίπτοντας τους ανωτέρω ισχυρισμούς περί βρασμού ψυχικής ορµής, νόμιμη άµυνας και συνυπαιτιότητας του θανόντος, δεν ?σφαλε περί την εφαρµογή του νόμου και την εκτίµηση των αποδείξεων και πρέπει να απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι της έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιµοι, µε τους οποίους αποδίδεται εσφαλμένη κρίση στην εκκαλουµένη απόφαση.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θανών, Γ. Σ., ηλικίας 31 περίπου ετών, κατά το χρόνο θανάτου του (γεννηθείς στις 16-07-1982), ήταν υιός και µοναχοπαίδι του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων (γεννηθέντων στις 06-08-1957 και 17-05-1957, αντίστοιχα) και διέµενε στην ίδια οικία µε αυτούς και εγγονός της τρίτης των εναγόντων , διατηρούσε δε με τους ενάγοντες -συγγενείς του ιδιαίτερες σχέσεις στοργής και αγάπης, όπως προσήκει στο βαθμό συγγένειάς τους.

Ο αδόκητος, αιφνίδιος και τραγικός θάνατος του παραπάνω, που προήλθε από την προπεριγραφείσα παράνοµη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγοµένου, προξένησε µη περιουσιακή ζημία στα έννοµα αγαθά του προσώπου των εναγόντων, οι οποίοι συνδέονταν µαζί του µε µεγάλη αγάπη, στενό ψυχικό δεσμό ( βλ. ........) και εξ αντικειμένου στενή συγγένεια και περιλαµβάνεται στην οικογένειά τους, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ (βλ. ....).

Η θανάτωση του αγαπημένου τους προσώπου, κάτω από τις παραπάνω τραγικές συνθήκες, συγκλόνισε ανεπανόρθωτα τον ψυχικό τους κόσµο, διατάραξε τη συναισθηματική τους ισορροπία και τους δημιούργησε έντονα και βαθύτατα συναισθήματα θλίψης, οδύνης, απογοήτευσης και απαισιοδοξίας, που είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο να εξ?λειφθούν ολοσχερώς στο µέλλον.

Για να επέλθει κάποια σχετική εξισορρόπηση στη δυσμενή αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε στους ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους και να τους δοθεί κάποια ευχέρεια να την ξεπεράσουν, πρέπει να τους επιδικασθεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία αποσκοπεί στην ανακούφισή τους από τον πόνο και τη στεναχώρια τους και αποσκοπεί, πρωτίστως, στην παροχή προς αυτούς των απαραίτητων εκείνων οικονοµικών µέσων, που σε κάποιο βαθµό, είναι ικανά να συντελέσουν στην άρση των ηθικών συνεπειών της προσβολής που δέχθηκαν, προκειµένου να καταστεί (σε ένα βαθµό) δυνατή η ηθική τους παρηγοριά και η ψυχική τους ανακούφιση.

Το παρόν Δικαστήριο, για τον καθορισμό του ύψους της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης των εναγόντων, λαμβάνει υπόψη του, µε αξιολόγηση και στάθµιση όλων των διαμορφωτικών συνθηκών κατά τον κρίσιμο χρόνο του επιδίκου ατυχήματος μεταξύ των άλλων τις συνθήκες και περιστάσεις, υπό τις οποίες επήλθε ο θάνατος του Γ.

Σ., το είδος και τη βαρύτητα της τελεσθείσας αδικοπραξίας, η οποία, ?πως προαναφέρθηκε, συνιστά και ποινικό αδίκηµα (άρθρ. 299 παρ. 1 ΠΚ), για το οποίο ασκήθηκε σε βάρος του εναγομένου ποινική δίωξη και καταδικάστηκε αμετάκλητα σε πρόσκαιρη κάθειρξη 17 ετών, το βαθµό πταίσµατος του αδικοπραγήσαντος εναγοµένου (δόλος, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση), την έλλειψη υπαιτιότητας του ίδιου του θανόντος, το βαθµό συγγένειας των εναγόντων µε τον εκλιπόντα, τον βαθµό της ψυχικής ταλαπωρίας, της θλίψης και του πόνου, που δοκίµασαν οι ενάγοντες, καθώς και τις λοιπές προσωπικές σχέσεις (ηλικία, ευαισθησία κλπ), το ότι ο πρώτος και η δεύτερη των εναγόντων διέμεναν µαζί µε τον θανόντα-υιό τους και την κοινωνική και οικονομική θέση και κατάσταση των διαδίκων (ο εναγόµενος, ήδη έχει αποφυλακισθεί, η σύζυγός του έχει νεφρική ανεπάρκεια, µε ποσοστό αναπηρίας 80% και λαμβάνει αναπηρική σύνταξη, ύψους 313 ευρώ, και έχει δύο θυγατέρες, 19 και 14 ετών, ενώ ο πρώτος των εναγόντων λαμβάνει σύνταξη αναπηρίας, µε ποσοστό αναπηρίας 68%, και η δεύτερη και τρίτη των εναγόντων δεν αποδείχθηκε ότι εργάζονται ή λαμβάνουν σύνταξη).

Βάσει των ανωτέρω στοιχείων, κρίνεται ότι εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, που πρέπει να επιδικασθεί στους ενάγοντες, είναι: α) το ποσό των 30.000 ευρώ για καθένα από τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων (γονείς του θανόντος) και β) το ποσό των 15.000 ευρώ για την τρίτη των εναγόντων (γιαγιά του θανόντος).

Το ποσό αυτό κρίνεται ως δίκαιο και εύλογο (βλ. .....), δηλαδή, ανάλογο µε τις συγκεκριµένες περιστάσεις της προκείµενης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα µε την αρχή της αναλογικότητας (αρθ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή, εξειδικεύεται µε την ανωτέρω διάταξη του αρθρου 932, ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης (βλ.

και .....).

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που µε την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια αναφορικά µε το επιδικασθέν κεφάλαιο που αφορά τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ορθά ερμήνευσε, εφάρμοσε το νόµο και εκτίµησε τις αποδείξεις, απορριπτοµένων ως αβασίµων, των λόγων της έφεσης. .....". Καθορίζοντας έτσι το Εφετείο, με βάση τις άνω παραδοχές, τη χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν οι αναιρεσίβλητοι, γονείς και γιαγιά του θανόντος, στα ποσά που αναφέρθηκαν παραπάνω, ήτοι σε 30.000 ευρώ για καθένα από τους γονείς και 15.000 ευρώ για τη γιαγιά του θανόντος, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, την αρχή της αναλογικότητας, ούτε τις καθιερούσες αυτήν ως άνω συνταγματικές διατάξεις, ούτε, εξάλλου, υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.

Ακόμη, καθόρισε το ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης των αναιρεσίβλητων, αφού συνεκτίμησε τα πλέον πρόσφορα, για το σχηματισμό της κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογης, κρίσης του, σχετικά με το ύψος της επιδικαστέας στους αναιρεσί-βλητους χρηματικής ικανοποίησης στοιχεία, όπως αυτά δέχτηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις, μεταξύ των οποίων, οι λεπτομερώς περιγραφόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση συνθήκες και περιστάσεις, υπό τις οποίες προκλήθηκε ο θάνατος του συγγενικού προσώπου των αναιρεσίβλητων και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, με αναλυτικά μάλιστα στοιχεία, όσον αφορά την οικογενειακή και οικονομική κατάσταση του αναιρεσείοντος, όπως αυτά παρατέθηκαν στις άνω παραδοχές του Εφετείου.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο μοναδικός από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια, της παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, κατά την εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του 932 ΑΚ, με την επιδίκαση στους αναιρεσίβλητους, ως εύλογης χρηματικής τους ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, των πιο πάνω ποσών, που είναι δυσανάλογα μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.

Οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί εσφαλμένης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος των επιδικασθέντων ποσών, λόγω της μη ορθής αξιολόγησης των αναφερόμενων περιστατικών, σχετικά με την οικογενειακή του κατάσταση, την οικονομική του κατάσταση και τις συνθήκες και περιστάσεις, υπό τις υπό τις οποίες συνέβη το περιστατικό της θανάτωσης του Γ.

Σ., είναι απαράδεκτες, καθόσον οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην κατάληξη αυτού σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το θεωρούμενο ως ορθό από τον αναιρεσείοντα, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (αρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.).

Πρέπει δε να λεχθεί, ότι η παροχή νομικής βοήθειας, η οποία προβλέπεται από τις διατάξεις των 1, 2, 4 και 9 του ν. 3226/2004, ''νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος'', που παρασχέθηκε προς τον αναιρεσείοντα, με τη με αριθμό 190/2021 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου έλαβε τη νομική βοήθεια, να επιβάλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν παύσουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμοδίου δικαστή (ΑΠ 1287/2020, ΑΠ 146/2020, ΑΠ 858/2018, 649/2018).

Διάταξη για το κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο δεν περιλαμβάνεται, διότι ο αναιρεσείων απαλλάχθηκε από την καταβολή του, σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 3226/2004.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-2-2020 (αριθ. καταθ. 57/25-2-2020) αίτηση αναίρεσης της 74/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ