Supreme Court dismisses appeal on property transfer, ruling defendant's ownership claim irrelevant due to plaintiff's failed proof.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision rejecting a property ownership claim. The plaintiffs failed to prove their derivative title to the property, rendering the defendant's long-term possession claim legally unnecessary. Consequently, the court held that the appeal arguments regarding the defendant's ownership were inadmissible as the lower court correctly did not need to examine them.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1033 and 1094 of the Civil Code; If a plaintiff fails to prove their own title to a property, the court is not required to examine the defendant's claim to ownership, and appeals based on such unexamined claims are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 858 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 858/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 2) Μ. συζ. Κ. Β., το γένος Χ. Τ., κατοίκου ..., 3) Χ. συζ. Σ. Τ. το Γ. Τ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν οι 1ος και 2η μετά και η 3η δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Αλέξιου Δημητρακόπουλου.
Της αναιρεσίβλητης: Γ. χήρας Δ. Ψ., το γένος Π. Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ανδρέα Οικονόμου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων, το οποίο κήρυξε εαυτόν αναρμόδιο και παρέπεμψε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 711/2007 και 302/2014 μη οριστικές και 86/2016 οριστική του Εφετείου Πατρών την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-2-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας είναι κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 1094 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, συνάγεται, ότι ο ενάγων επί διεκδικητικής αγωγής πρέπει να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητας του πάνω σε αυτό και ότι ο εναγόμενος το νέμεται ή το κατέχει κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.
Στην περίπτωση που η εν λόγω αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, όπως είναι και η μεταβίβαση κυριότητας με σύμβαση, ο ενάγων αρκεί να αποδείξει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος κυριότητας στον ίδιο, χωρίς να είναι αναγκαίος ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του.
Αν, στη συνέχεια, απορριφθεί η αγωγή αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντος, καθίσταται περιττή η έρευνα της ένστασης ιδίας κυριότητος του εναγομένου, αφού η απόρριψη της αγωγής που επιδίωξε ο εναγόμενος με την ένσταση του έγινε, γιατί ο ενάγων δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική της βάση (ΑΠ 713/2014).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δ.κης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει οταν απο το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ολ ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο (οικόπεδο) βρίσκεται στην θέση "..." του Δήμου ... και φέρεται κατά την περιγραφή του στο δικόγραφο της αγωγής να έχει έκταση 1.200 τμ στο οποίο βρίσκονται δύο ισόγειες οικείες εμβαδού 40τ.μ.
και 60 τ.μ αντίστοιχα. Ήδη, μετά την καταμέτρησή του από τον προαναφερόμενο πραγματογνώμονα, η έκτασή του προσδιορίζεται σε 915,6455 τ.μ. γεγονός τα οποίο αποδέχεται και ο Αρχιτέκτονας Μηχανικός Χ. Γ. ο οποίος συνέταξε την τεχνική έκθεση κατόπιν εντολής των εφεσιβλήτων. Περαιτέρω όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη για την σύνταξη τόσο της πραγματογνωμοσύνης όσο και της τεχνικής έκθεσης, προκύπτει ότι κατά την σύνταξη της τεχνικής έκθεση προσκομίστηκε από τους εφεσιβλήτους και το με αριθμό …25/1912 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ...
Φ. Φ. το οποίο φέρεται ότι μεταγράφηκε στον τόμο ….-80, πλην όμως το παραπάνω συμβόλαιο δεν προσκομίστηκε για να ληφθεί υπόψη του διορισθέντος πραγματογνώμονα αλλά και δεν προσκομίζεται από τους εφεσίβλητους οι οποίοι ουδέποτε με τις προτάσεις τους ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου το επικαλέστηκαν, ούτε επίσης το επικαλέστηκαν με την αγωγή τους.
Αντίθετα περιλαμβάνεται σε φωτοτυπία από το βιβλίο μεταγραφών στην προαναφερόμενη τεχνική έκθεση που συντάχθηκε με επιμέλεια τους και με βάση την έκταση που οριοθετήθηκε με το παραπάνω συμβόλαιο (…25/1912), ο συντάξας την τεχνική έκθεση τοποθέτησε το επίδικο ακίνητο σε συνδυασμό με τα επικαλούμενα από τους εφεσιβλήτους πωλητήρια συμβόλαια.
Επιπλέον, από την ανάγνωση του με αριθμό …7/1949 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Π. Α., προκύπτει ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Γ. Τ. του Χ. απέκτησε από τον Θ. Ο. την κυριότητα, ενός ακινήτου που βρίσκεται στη θέση "... " περιφέρειας ... του οποίου η έκταση, κατ'ορθή ανάγνωση του συμβολαίου αναγράφεται σε οκτακόσια τετραγωνικά μέτρα περίπου "ή όσης είναι" η οποία στη συνέχεια πωλήθηκε τμηματικά δυνάμει των με αριθμούς ..78/1956, ..50/1958 και ..51/..58 πωλητηρίων συμβολαίων του συμβολαιογράφου ...
Δ. Α., γεγονός στο οποίο συμφωνούν και οι ενάγοντες με την προσκομιζόμενη τεχνική έκθεση.
Περαιτέρω δυνάμει του με αριθμό …81/1950 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Τ. Β. ο παραπάνω αγοραστής απέκτησε από την Χ. Σ. την κυριότητα ενός ποτιστικού συνόρευε με την παραπάνω ιδιοκτησία του και στη συνέχεια δυνάμει του με αριθμό 3/1964 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... πώλησε στη σύζυγο του Μ. Τ. το "ήμισυ εξ αδιαιρέτου ενός ισόγειου οικίσκου, του οικοπέδου του και του συνεχόμενου περιβολιού ολικής εκτάσεως ενός και ημίσεως στρέμματος περίπου" το οποίο αποτελούσε τμήμα του ακινήτου που είχε περιέλθει στην κυριότητά του με το παραπάνω με αριθμό …81/1950 συμβόλαιο.
Ακόμη, στο ανωτέρω συμβόλαιο αναγράφονταν ότι το παραπάνω πωλούμενο ακίνητο συνόρευε ανατολικά και με το κτήμα του πωλητή (Γ. Τ.) που είχε περιέλθει στην κυριότητά του "εξ αγοράς παρά του Θ. Ο.". Οι ενάγοντες επικαλούνται κυριότητα του απώτερου δικαιοπαρόχου τους Γ. Τ. που απέκτησε αφενός με αγορά από τον Θ.
Ο. (βλ. υπ. αριθμ. …/1949 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Π. Α.) και αφετέρου από την άτυπη μεταβίβαση του υπολοίπου ακινήτου του παραπάνω πωλητή (Θ. Ο. ) το οποίο όμως δεν ταυτίζεται με το ακίνητο που απέκτησε ο δικαιοπάροχος του από την Χ. Σ. (βλ. με αριθμό …81/1950 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Τ. Β.). Άλλωστε, στην προσκομιζόμενη από τους εφεσιβλήτους τεχνική έκθεση δεν οριοθετείται η ιδιοκτησία που περιγράφεται στα επικαλούμενα από την εκκαλούσα συμβόλαια (…81/1950 και …64) αλλά αυθαίρετα αγνοείται η ύπαρξή της θεωρώντας ως μόνη έκταση αυτή που ανήκε στον Θ.
Ο.. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο όπως οριοθετείται από τους διαδίκους, όσον αφορά την θέση, την έκταση και τα όριά του και περιγράφεται στην διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη, δεν περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους από τους εφεσίβλητους τίτλους κυριότητάς του αλλά αντίθετα περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους από την εκκαλούσα τίτλους κυριότητας και οι εκτάσεις των ακινήτων που περιγράφονται στους ανωτέρω τίτλους δεν ταυτίζονται μεταξύ τους".
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που προεκτέθηκε αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της μη απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με τον επικαλούμενο με την ένδικη διεκδικητική αγωγή τους παράγωγο τρόπο και της έλλειψης ταυτότητας του επίδικου ακινήτου με εκείνο που περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους τίτλους τους, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των 1033, 1094 ΑΚ, τους οποίους (η προσβαλλόμενη απόφαση) δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο (ιδίως ως προς το …25/1912 συμβόλαιο), καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ, αντίστοιχα, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, διότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 249, 271, 787, 974, 976, 980, 981, 982, 983, 994, 1045 και 1051 ΑΚ, καθόσον "δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της αντιδίκου (εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης) ότι ο δικαιοπάροχος της απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου που της μεταβίβασε με αδιάλειπτη επί 25ετία χρησικτησία....ούτε επικαλέστηκε την πλήρωση αυτών των προϋποθέσεων στο πρόσωπο του".
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δεν ασχολήθηκε καθόλου με τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης που επικαλούνται παραπάνω οι αναιρεσείοντες, δεδομένου μάλιστα ότι η ένδικη διεκδικητική αγωγή απορρίφθηκε, επειδή δεν αποδείχθηκε η ιστορική της βάση της που στηριζόταν στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των αναιρεσειόντων στο επίδικο ακίνητο και, συνεπώς, το δικαστήριο δεν ήταν αναγκαίο να προχωρήσει στην έρευνα του προαναφερόμενου ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη.
Κατόπιν αυτών πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176,183,191παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9/2/2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 86/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ