Supreme Court dismisses appeal and rejects vague restitution request due to lack of specific debt and deduction amounts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision in a property dispute. The appellant requested a restitution of funds paid to the respondent but failed to specify the exact debt amount or the specific deductions made. The court ruled that such vagueness rendered the restitution request inadmissible and ordered the respondent to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 16 letter a) C.P.D.; Art. 176, 183, 191 para. 1 C.P.D.: A request for restitution of things to the previous state must specify the exact debt amount and the specific deductions made to be admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1012 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1012/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Απόστολο Φωτόπουλο και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.-..." με το δ.τ. "... A.E.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Κρεμαλή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Έλλης Ανδριανάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 641/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4873/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-6-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την από 13-6-2023 (αρ.εκθ.καταθ.5056/507/2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 4873/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Με την ως άνω απόφαση έγιναν τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτές οι από 28-1-2022 και 17-1-2022 εφέσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, αντίστοιχα, κατά της υπ' αριθμ. 641/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, ακολούθως, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
II. Από το άρθρο 559 αριθ. 16 περ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε κατά παράβαση του νόμου ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν τα υπ' αυτού γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν τούτο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 του ΚΠολΔ πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στον αναιρετικό έλεγχο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 322 παρ. 1 και 324 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε προβληθεί με την αγωγή, με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και νομική αιτία. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 322 παρ.1 εδ. β' του ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται και επί του δικονομικού ζητήματος που κρίθηκε οριστικά.
Ως τέτοιο, νοείται, κυρίως, η απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, λόγω έλλειψης μιας ή περισσοτέρων διαδικαστικών προϋποθέσεων, που αναφέρονται είτε στους διαδίκους, είτε στο δικαστήριο, είτε στο αντικείμενο της δίκης, είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής). Ειδικότερα, η απόφαση, που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, δεν λύνει το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι του ουσιαστικού δικαιώματος, του οποίου έγινε επίκληση.
Έτσι, το δικαίωμα αυτό εξακολουθεί να είναι νομικά αμφισβητήσιμο και μετά την κατά τα άνω απόρριψη της αγωγής. Τούτο δε, διότι στην περίπτωση αυτή η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει μόνο τον συγκεκριμένο λόγο απόρριψης της αγωγής, με την έννοια ότι σε περίπτωση άσκησης νέας, όμοιας, κατά περιεχόμενο αγωγής με την προηγουμένη, ήτοι αγωγής που εμφανίζει την ίδια δικονομική έλλειψη, το δικαστήριο θα απορρίψει αυτή, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου περί την έλλειψη της εν λόγω διαδικαστικής προϋπόθεσης, χωρίς να ερευνήσει αν ορθώς ή εσφαλμένως έκρινε το προηγούμενο δικαστήριο.
Αντίθετα, εφόσον με τη δεύτερη αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις, με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή ελλείψεις που προκάλεσαν την έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης του ορισμένου αυτής, δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και είναι επιτρεπτή η άσκηση εκ νέου της ως άνω δεύτερης αγωγής (ΑΠ 1269/2023, 1292/2022, 505/2020, ΑΠ 113/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, αληθώς από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθ. 1353/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η οποία είχε απορρίψει ως αόριστη την από 6-5-2015 προηγούμενη αγωγή της αναιρεσίβλητης κατ' αυτής με ταυτόσημο αίτημα, ήτοι, μεταξύ άλλων, με την καταβολή της παροχής που προέκυπτε από την εξαργύρωση συνταξιοδοτικού προγράμματος της εναγομένης.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι η νέα από 17.7.2019 αγωγή δεν περιέχει τα στοιχεία που απαιτούσε η 1353/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών σε σχέση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, αφού δεν αναφέρει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των συγκρινόμενων εργαζόμενων που επικαλείται στην αγωγή, το τμήμα στο οποίο απασχολούνταν και τις αρμοδιότητές τους, ενώ για τέσσερις εξ αυτών δεν αναφέρει υπό ποιες προϋποθέσεις (καταγγελία σύμβασης είτε συνταξιοδότηση είτε παραίτηση ή άλλο τρόπο) αποχώρησαν από την εργασία τους.
Ότι συνεπώς, με το να δεχθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την ως άνω 1353/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ' όσον η αγωγή αναφέρει, τουλάχιστον για τέσσερις συγκρίσιμους εργαζομένους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός σε σύγκριση με τον οποίο έγινε δεκτή από την προσβαλλόμενη απόφαση η παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, τόσο την κατηγορία τους ως στελεχών (S1), όσο και το χρόνο πρόσληψης και αποχώρησης, τον τρόπο αποχώρησης ενός εκάστου εξ αυτών, με τη ρητή αναφορά ότι όλοι εργάζονταν "με τους ίδιους όρους και ίδιες συνθήκες" με την ίδια, και, τέλος, το ποσό που έλαβε έκαστος εξ αυτών κατά την αποχώρησή του ως παροχή για το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα.
Επομένως ορθά η αγωγή κρίθηκε από το Εφετείο ως ορισμένη, περιέχουσα πλέον όλα τα στοιχεία που καθιστούν δυνατή τη δικαστική εκτίμησή της, και ουδόλως παραβιάστηκε το δεδικασμένο της προηγούμενης εφετειακής απόφασης, αφού οι ελλείψεις που εκεί είχαν επισημανθεί καλύφθηκαν με την άσκηση της νέας αγωγής.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, 3/2022, 4/2021, 1/2021).
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο, αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 465/2023, 1056/2022, 19/2020, 381/2019). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 261 παρ. 1 εδ α του Α.Κ., η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής, ήτοι με την επίδοσή αυτής κατά τα άρθρα 215 παρ.1 και 221 παρ.1 του ΚΠολΔ.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 263 ΑΚ κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης υπάρχει σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης.
Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παράστασης, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι οι οποίοι, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της.
Ως επανέγερση της αγωγής νοείται η υποβολή νέου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή από το διάδοχό του κατά του ιδίου εναγομένου ή των διαδόχων εκείνου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία (ΑΠ 1484/2022).
Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη. Η ταυτότητα αυτή υπάρχει και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 756/2022, 345/2020, 768/2016, 252/2016).
Επομένως, εάν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός έξι μηνών από της τελεσιδικίας της απόφασης που απέρριψε για λόγους μη ουσιαστικούς την προηγούμενη αγωγή αυτού ή, εντός της προβλεπομένης βραχύτερης προθεσμίας, προκειμένου περί αξιώσεων που υπόκεινται σε βραχύτερη προθεσμία, η αποσβεστική προθεσμία λογίζεται ότι έχει διακοπεί με την άσκηση της αρχικής αγωγής (ΑΠ 1979/2022, 113/2019, 404/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο, από τους αριθ. 1, 8, 9, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 263 του Α.Κ., άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες, έκρινε ότι η αγωγή συνιστά επανέγερση της αρχικής αγωγής της του έτους 2010 και στη συνέχεια της αγωγής του έτους 2015, καθ' όσον οι αγωγές αυτές δεν είχαν την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ότι συνεπώς, άφησε αδίκαστη την προβληθείσα υπ' αυτής ένσταση παραγραφής της αξίωσης της αναιρεσίβλητης, και επιπλέον επιδίκασε τόκους υπερημερίας από το έτος 2010. Ο λόγος αυτός, αληθώς εκτιμώμενος μόνο εκ του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως εκ του αποδιδόμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικού σφάλματος, είναι αβάσιμος, καθ' όσον, από την επισκόπηση, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι, τόσο στην αρχική, από 24-11-2010 (αυξ.αρ.καταθ.221168/7810/2010) αγωγή, όσο και στην επόμενη, από 6-5-2015 (αυξ.αρ.καταθ.52204/1718/8-5-2015) αγωγή της αναιρεσίβλητης, περιεχόταν, ως επικουρική, η βάση από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, στην οποία στηρίζεται και η ένδικη, από 17-7-2019 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός ότι η νέα αγωγή περιέχει επιπλέον στοιχεία, τα οποία θεραπεύουν την αοριστία των προγενέστερων αγωγών, δεν μεταβάλλει την ιστορική και νομική της βάση.
Συνεπώς, ορθά το Εφετείο, έκρινε ότι, α) η άσκηση της από 6-5-2015 αγωγής εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη απόρριψη της από 24-11-2010 προγενέστερης αγωγής και β) η άσκηση της από 17-7-2019 αγωγής εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη απόρριψη της από 6-5-2015 αγωγής, διέκοψαν, σύμφωνα με το άρθρο 263 εδ. β' Α.Κ. την παραγραφή της επίδικης αξίωσης και ότι οφείλονται σύμφωνα με τα άρθρα 340 και 345 εδ. α' Α.Κ. νόμιμοι τόκοι υπερημερίας επί του επιδικασθέντος ποσού των 13.578,95 ευρώ από την επίδοση στις 23-12-2010 της πρώτης, από 24-11-2010, αγωγής.
IV. Από τη διέπουσα τις εργασιακές σχέσεις αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης ΕΟΚ (ήδη 141 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση και τώρα 157 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης) προκύπτει ότι απαγορεύεται η άνιση μεταχείριση των εργαζομένων, που απασχολούνται στην ίδια επιχείρηση, υπό τις ίδιες συνθήκες και παρέχουν την ίδια εργασία και μάλιστα ανεξαρτήτως χρόνου πρόσληψης (ΟλΑΠ 7/1193, ΑΠ 1480/2021, 2320/2009).
Υπ' αυτή την έννοια, αποτελεί άνιση μεταχείριση η εξαίρεση ορισμένου μισθωτού από παροχές, στις οποίες προβαίνει ο εργοδότης προς άλλους μισθωτούς οικειοθελώς, δηλαδή χωρίς νομική υποχρέωση. Τέτοια εξαίρεση μισθωτού δικαιολογείται για ειδικό και σοβαρό κατ' αντικειμενική κρίση λόγο, που καθιστά τη διαφορετική μεταχείριση εύλογη και δίκαιη και είναι αποδεκτή στην περίπτωση που οι περισσότεροι μισθωτοί δεν ανήκουν στην ίδια κατηγορία γιατί δεν έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ή ασκούν άλλα καθήκοντα ή έχουν διαφορετική απόδοση στην εργασία (ΑΠ 1480/2021, 869/2018, 543/2004).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με τον Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.
Επομένως, δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή από πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγηση τους.
Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, εάν ο εργοδότης κατά την έναρξη της χορήγησής τους ή, έστω και αργότερα, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις ανακαλέσει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε (ΑΠ 1122/2023, 389/2020, 869/2018, 603/2017, 1292/2015).
Η επιχειρησιακή, συνεπώς, συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί, να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.
Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητώς με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης (άρθ. 361 του ΑΚ) και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής παροχής (ΑΠ 1238/2023, 923/2022, 1449/2019, 48/2015).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441 και 442 ΑΚ συνάγεται ότι ο συμψηφισμός, ο οποίος επιφέρει την δια συνυπολογισμού απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων υφισταμένων αμοιβαίων, ομοειδών κατ' αντικείμενο και ληξιπροθέσμων απαιτήσεων, συντελείται με δήλωση μονομερή, απευθυντέα προς τον άλλον, η οποία δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση.
Το αποσβεστικό αποτέλεσμα του συμψηφισμού επέρχεται είτε η σχετική δήλωση προβληθεί στο δικαστήριο, είτε εξωδίκως, είναι δε δυνατόν να προβληθεί και κατά την εκτέλεση, αν η σχετική ανταπαίτηση αποδεικνύεται παραχρήμα, δηλαδή με έγγραφο ή δικαστική ομολογία. Κατά το χρόνο επίκλησης του συμψηφισμού, πρέπει να υφίσταται κατά νόμο η απαίτηση, ήτοι να είναι έγκυρη και να μην υπόκειται σε κάποια ουσιαστική ένσταση, αναβλητική ή ανατρεπτική, χωρίς να εξετάζεται ο μετέπειτα διαρρέων χρόνος από την άποψη του αποτελέσματος που ήδη επήλθε (ΑΠ 800/2022, 1044/2022, 633/2015).
Εξάλλου, από το γεγονός ότι ο νόμος ρυθμίζει τον μεταξύ δύο προσώπων μονομερή ή αναγκαστικό συμψηφισμό, που επέρχεται, κατά τους όρους των ανωτέρω διατάξεων του ΑΚ, κατόπιν μονομερούς δήλωσης του ενός από αυτά, δεν αποκλείεται η δυνατότητα απόσβεσης αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό, κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών.
Πρόκειται για το λεγόμενο συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό, που συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361). Το περιεχόμενο μίας τέτοιας σύμβασης, που είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (ΑΚ 174 και 178), καθορίζουν ελεύθερα τα μέρη, τα οποία μπορούν να συμφωνήσουν το συμψηφισμό των μεταξύ τους υφισταμένων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον (ΑΠ 486/2023, 1414/2022, 782/2014).
Αποτέλεσμα της σύμβασης αυτής είναι η απόσβεση των εκατέρωθεν απαιτήσεων, η οποία επέρχεται αυτοδικαίως από τη στιγμή που θα συνυπάρξουν, η δε επίκληση του συμβατικού συμψηφισμού αποτελεί και θεμελιώνει ένσταση εξόφλησης (ΑΠ 800/2022, 1414/2022, 411/2014). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελασσόνα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά [έλλειψη αιτιολογίας], ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε [ανεπαρκής αιτιολογία] ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία] (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 844/2022).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 109/2020, 1238/2019).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 1788/2023, 467/2021, 50/2020, 598/2019).
Με τον τρίτο, από τους αριθμούς 1, 8, 11, 17, 19 και 20 του άρθ.559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι κατά παράβαση των άρθρων 288 ΑΚ, 22 παρ.1 εδ.β του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, δέχθηκε ότι συνέτρεχε εν προκειμένω παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, άλλως ότι εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω διατάξεις λόγω ελλιπών αιτιολογιών που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο, από τους αριθμούς 1, 8, 11, 12, 19 και 20 του άρθ.559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι κατ'εσφαλμένη ερμηνεία κι εφαρμογή του νόμου άλλως κατ' εσφαλμένη εκτίμηση και ερμηνεία των αποδεικτικών εγγράφων, μη λαμβάνοντας υπόψη όσα αποδεικνύονταν από αυτά άλλως παραμορφώνοντας το περιεχόμενο της από 24-9-2010 εξοφλητικής απόδειξης, αφού έκρινε διαφορετικά από όσα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών, απέρριψε τις προβληθείσες ενστάσεις της περί παραίτησης συμψηφισμού και καταχρηστικής άσκησης της αγωγής.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα: "...Η ενάγουσα προσλήφθηκε ως υπάλληλος από την εναγόμενη στις 9-2-1988, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που μετατράπηκε από 1-1-1989 σε αορίστου χρόνου, απασχολήθηκε δε ως μηχανικός πωλήσεων και από 1-5-1997 προήχθη σε στέλεχος με βαθμό S1 (............), μέχρι την καταγγελία της σύμβασης εργασίας από την εναγόμενη στις 24-9-2010, οπότε κατέβαλε στην ενάγουσα, ηλικίας τότε 47 ετών (γεννήθηκε την 28-5-1963), αποζημίωση απόλυσης ποσού 83.084,78 ευρώ μικτά, που περιλαμβάνει α) νόμιμη αποζημίωση βάσει των διατάξεων του Ν. 2112/1920 ποσού 67.422,06 ευρώ μικτό και β) οικειοθελείς παροχές ποσού 5.662,72 ευρώ μικτό για στήριξη ανεργίας ("unemployment support") και ποσού 10.000 ευρώ μικτά για βοήθημα των τεσσάρων τέκνων ("4 children allowance") της ενάγουσας όπως αντίστοιχα περιγράφονται στο από 21-9-2010 έγγραφο υπολογισμού αποζημίωσης του λογιστηρίου της εναγόμενης ("severance calculation"), που η ίδια προσκομίζει.
Την ίδια ημερομηνία προαγωγής της ενάγουσας σε στέλεχος S1 (1-5-1997) η εναγόμενη είχε γνωστοποιήσει εγγράφως σε αυτήν, ότι της προσφέρει ένα εισόδημα σύνταξης, που θα καταβληθεί στα 60 η περισσότερα έτη ηλικίας της θα ανέρχεται μηνιαίως σε ποσό 41.800 δραχμών καθαρά (ήτοι 122,67 ευρώ) και θα καταβάλλεται 14 φορές το χρόνο, ενώ ακολούθως στις 4-4-2000 της γνωστοποίησε - επίσης εγγράφως- ότι η μηνιαία αξίωση για την προγραμματισμένη συνταξιοδότησή της με ισχύ από 1-10-1999 αυξήθηκε σε ποσό 51.000 δραχμών καθαρά (ήτοι 149,67 ευρώ).
Εν προκειμένω, από κανένα έγγραφο στοιχείο δεν προκύπτει -ούτε οι διάδικοι επικαλούνται- ότι καταρτίσθηκε σύμβαση ατομικής ή ομαδικής ασφάλισης μεταξύ της εναγόμενης και οποιοσδήποτε ασφαλιστικής εταιρίας υπέρ της ενάγουσας ή του συνόλου των στελεχών της (γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, όπως εσφαλμένως κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση).
Τουναντίον επρόκειτο, κατ' ουσίαν, για ένα εταιρικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα της εναγομένης, βασιζόμενο μόνο σε δικές της εισφορές, υπέρ εκάστου των εργαζομένων στελεχών της από το βαθμό S1 και άνω, χωρίς καμμία οικονομική συμμετοχή αυτών. Σύμφωνα με τους έγγραφους "όρους καταβολής συντάξεων" της εναγομένης, που κοινοποίησε στην ενάγουσα, η συγκεκριμένη συνταξιοδοτική παροχή είναι προαιρετική και ανά πάσα στιγμή ανακλητή (όρος 1) και προϋποθέτει κατ' αρχήν τη συμπλήρωση τουλάχιστον 10 συντάξιμων ετών υπηρεσίας και του 60ου έτους της ηλικίας του εργαζόμενου στελέχους (όρος 2), πλην όμως το ύψος της σύνταξης εξαρτάται από την ηλικία αυτού κατά το χρόνο της αποχώρησής του (όρος 3) και κλιμακώνεται ποσοστιαία από 50 % (στην ηλικία των 40 ετών) έως 100 % (στην ηλικία των 60 ετών) του ποσού μηνιαίας σύνταξης - βλ.
συνημμένο πίνακα υπολογισμού σύνταξης όπου παραπέμπει ο όρος 3 - όπως τούτο παρατίθεται στα προαναφερόμενα ενημερωτικά έγγραφα της εναγόμενης προς την ενάγουσα (ήτοι μηνιαίως καθαρό ποσό 41.800 δραχμών από 1-5-1997 και 51.000 δραχμών από 1-10- 1999). Εντούτοις, από κανένα εκ των ανωτέρω έγγραφων όρων (οι οποίοι ουδέποτε μεταβλήθηκαν τα έτη 2005 και 2007, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εναγόμενη, καθώς δεν προσκομίζει σχετικό έγγραφα στοιχεία που να το επιβεβαιώνουν) δεν προκύπτει, ότι τα στελέχη της εναγόμενης, κατά το χρόνο αποχώρησής τους από την υπηρεσία (με απόλυση ή οικειοθελώς), έχουν συμβατικό δικαίωμα εξαγοράς του συνταξιοδοτικού προγράμματος, με λήψη εφάπαξ παροχής, ισόποσης των εταιρικών εισφορών από την εναγόμενη.
Κατά συνέπεια η αντίστοιχη κύρια νομική βάση του αγωγικού αιτήματος, περί καταβολής του ποσού των 23.313,86 ευρώ ως συμφωνηθείσας αμοιβής ήτοι εξαργύρωσης των εταιρικών εισφορών, με καταβλητέα, κατά την απόλυση της ενάγουσας εφάπαξ παροχή (αντί μηνιαίας σύνταξης όπως αποκλειστικώς και μόνον προέβλεπε στην πραγματικότητα το εταιρικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα), πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν.
Ως εκ τούτου, εσφαλμένα με την εκκαλουμένη απόφαση έγινε δεκτή εν μέρα η αγωγή, ως προς τη κύρια νομική βάση της για το ποσό των [149,67 ευρώ Χ 144 μήνες με εναρκτήρια ημερομηνία υπολογισμού την 4-4-1999 =] 21.552,48 ευρώ, με το σκεπτικό μάλιστα (που ουδόλως επικαλέστηκε η ενάγουσα για να στηρίξει την επίδικη απαίτησή της) ότι οφείλεται ως αποζημίωση λόγω πλήρωσης διαλυτικής αίρεσης κατ' άρθρα 201 και 204 Α.Κ. -με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας και τη συνακόλουθη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης πριν τη συμπλήρωση του 60ου έτους ηλικίας της ενάγουσας- και επομένως ματαίωσης του δικαιώματος προσδοκίας της ενάγουσας για λήψη της συμφωνημένης μηνιαίας σύνταξης κατά την αποχώρηση της σε ηλικία 60 ετών από την εναγόμενη.
Περαιτέρω, η κρινόμενη αγωγή, όσον αφορά την επικουρική βάση της, περί επιδίκασης στην ενάγουσα του αιτούμενου ποσού των 23.313,86 ευρώ ως οικειοθελούς παροχής κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων (η οποία είναι ορισμένη κατ' άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ. και νόμιμη κατ' άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος, [.......], πρέπει να γίνει δεκτή (και) ως κατ' ουσίαν βάσιμη, εν μέρει όμως και ειδικότερα για ποσοστό 61,90 % της σύνταξης που αντιστοιχεί στην κατά το χρόνο απόλυσης ηλικία 47 ετών της ενάγουσας βάσει του σχετικού πίνακα του συνταξιοδοτικού προγράμματος της εναγόμενης ήτοι [ (122,67 ευρώ χ 29 μήνες του διαστήματος από 1/5/1997 έως 30/9/1999) + (149,67 ευρώ χ 122,8 μήνες του διαστήματος από 1/10/1999 έως 24/9/2010) = 21.936,91 ευρώ χ 61,90 % = ] 13.578,95 ευρώ, κατά μερική παραδοχή του 2ου λόγου έφεσης της ενάγουσας ως προς το σκέλος του που αφορά την επικουρική βάση της αγωγής.
Και τούτο επειδή, η εναγόμενη σε τουλάχιστον έναν εργαζόμενό της εκ των παρατιθέμενων προς σύγκριση στην κρινόμενη αγωγή, ήτοι στον Κ. Κ. ο οποίος αποχώρησε οικειοθελώς με συμφωνία τους την 31- 10-2008 (με καταβολή νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης ποσού 62.637 ευρώ και οικειοθελούς παροχής 57.363 ευρώ), έδωσε την δυνατότητα να επιλέξει με δήλωσή του εντός 15 ημερών από την 28-9-2008, είτε να εισπράξει στις 31-10-2008 σχεδόν το ίδιο ποσό - ήτοι 13.474 ευρώ - με την αιτιολογία ότι αποτελεί "έκτακτη αμοιβή" με βάση τις "λογιστικές προβλέψεις για το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα", είτε να κατατεθεί υπέρ του το εν λόγω ποσό σε συνταξιοδοτικό πρόγραμμα ασφαλιστικής εταιρίας της επιλογής του.
Πλην όμως, η χορήγηση της ανωτέρω οικειοθελούς παροχής από την εναγόμενη μόνο στον προλεχθέντα εργαζόμενό της και όχι στην ενάγουσα, συνιστά άνιση εργασιακή μεταχείριση της τελευταίας, χωρίς τη συνδρομή αντικειμενικών κριτηρίων που να την δικαιολογούν, δεδομένου ότι ο Κ. Κ. απασχολούνταν -όπως και η ενάγουσα- ως στέλεχος με βαθμό S1 συμπληρώνοντας 10ετή προϋπηρεσία και η σύμβαση εργασίας του λύθηκε σε ηλικία 47 ετών (χωρίς να ασκεί καμία επιρροή, ότι αυτός αποχώρησε οικειοθελώς μετά από συμφωνία του με την εναγόμενη, ενώ η ενάγουσα απολύθηκε, καθώς το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα της εναγόμενης δεν κάνει διάκριση μεταξύ αποχωρούντων οικειοθελώς ή απολυθέντων εργαζομένων ως προς τη χορήγηση και το ποσό της σύνταξης).
Τα ανωτέρω προκύπτουν από το με ημερομηνία 29-9-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ εναγόμενης και Κ. Κ., σε συνδυασμό με το φύλλο υπολογισμού αποζημίωσης απόλυσης και οικειοθελούς παροχής του λογιστηρίου της εναγόμενης έγγραφα που προσκόμισε η ενάγουσα. Το δε ζήτημα, εάν η οικειοθελής παροχή που καταβλήθηκε χάριν του συνταξιοδοτικού προγράμματος στον Κ.
Κ. προβλέφθηκε από την εργοδότρια εναγόμενη με "ρήτρα ανακλήσεως" ή με "επιφύλαξη ελευθεριότητας", αφορά μόνον τις προϋποθέσεις θεμελίωσης επιχειρησιακής συνήθειας και συμβατικής αμοιβής ως αντάλλαγμα εργασίας (που αποτελεί την -απορριφθείσα- κύρια νομική βάση της αγωγής), ενώ δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στην εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης (που αποτελεί την επικουρική βάση της αγωγής). [..............] Μ' αυτά που έκρινε το Εφετείο, υπέπεσε και στην αναιρετική πλημμέλεια του αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με τα ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα, οι οποίες καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 288 ΑΚ, 22 παρ.1 εδ.β του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, σε συνδυασμό με τις παραπάνω περί συμψηφισμού διατάξεις, τις οποίες έτσι εκ πλαγίου παραβίασε.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η παροχή του συνταξιοδοτικού προγράμματος ήταν οικειοθελής και ελεύθερα ανακλητή, ακολούθως χωρίς επαρκείς αιτιολογίες δέχεται ότι η αναιρεσείουσα εργοδότρια προέβαινε στην καταβολή της σε όσους εργαζομένους της αποχωρούσαν, έστω και πρόωρα, από την υπηρεσία της, χωρίς ωστόσο να γίνεται αναφορά εάν η τοιαύτη, οικειοθελής καταβολή, είχε μεταξύ των κριτηρίων της, και τον τρόπο ή και τον χρόνο λύσης της εργασιακής σχέσης, ή εάν, μοναδικά κριτήριά της ήταν η πλήρωση και μόνον των προϋποθέσεων που έτασσε το πρόγραμμα (στο οποίο πράγματι, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, δεν γινόταν διάκριση για τον τρόπο αποχώρησης των εργαζομένων).
Ωσαύτως, δεν διαλαμβάνει εάν η εν λόγω παροχή συνέχισε να καταβάλλεται από την αναιρεσείουσα μέχρι και το χρόνο αποχώρησης της αναιρεσίβλητης (Σεπτέμβριος του έτους 2010). Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει επαρκείς παραδοχές σχετικά με το πόρισμά της ότι η επίδικη απαίτηση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ρήτρας συμβατικού συμψηφισμού, που έχει ως συνέπεια την απόσβεση των εκατέρωθεν απαιτήσεων και η επίκληση του οποίου αποτελεί και θεμελιώνει ένσταση εξόφλησης, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ιδιαίτερα δε σχετικά με την κρίση της ότι οι οικειοθελείς παροχές που χορηγήθηκαν στην αναιρεσίβλητη (ύψους 15.662,72 ευρώ συνολικά) μαζί με τη νόμιμη αποζημίωση δεν δύνανται να συμψηφιστούν με την επίδικη παροχή, και συγκεκριμένα δεν περιέχει οποιαδήποτε παραδοχή εάν για την καταβολή των οικειοθελών αυτών παροχών είχε δημιουργηθεί συμβατική δέσμευση της εργοδότριας (αναιρεσείουσας) από επιχειρησιακή συνήθεια με βάση σιωπηρή συμφωνία (όπως ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη), με αποτέλεσμα, στην περίπτωση αυτή η εργοδότρια να μην έχει δυνατότητα να διακόψει μονομερώς την καταβολή τους εφόσον δεν είχε επιφυλάξει στον εαυτό της το δικαίωμα ανάκλησής τους, και συνεπώς να μην είναι δυνατή σε τέτοια περίπτωση η πρότασή τους σε συμψηφισμό, ή αν δεν είχε δημιουργηθεί συμβατική δέσμευση αυτής (αναιρεσείουσας) οπότε στην περίπτωση αυτή μπορεί να γίνει επίκληση του συμψηφισμού, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ'ουσίαν οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ως άνω διατάξεων, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου κατά το μέρος που αναφέρεται στην εκ πλαγίου παράβαση (εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των ίδιων λόγων της αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου (πρβλ.
ΑΠ 1474/2022, 301/2018) αλλά και τις εκ των αριθμών 8,11, 12, 17 και 20 αναιρετικές πλημμέλειες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, από εκείνον που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού, πλέον της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, όχι, όμως, και επί των παρακρατηθέντων από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικών εισφορών, φόρων και λοιπών κρατήσεων, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (Ολ.ΑΠ 11/2007, ΑΠ 1803/2022, 474/2022) λόγος για τον οποίο επιβάλλεται αναλυτικός προσδιορισμός, των καταβληθέντων επί μέρους ποσών καθώς και της αιτίας καταβολής εκάστου εξ αυτών ώστε να καθίσταται, εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που πρέπει να αποδοθεί στον καταβάλλοντα (ΑΠ 447/2023, 2090/2022, 1109/2017, 666/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, υπέβαλε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ισχυριζόμενη ότι σε εκτέλεση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 27.050,82 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του επιδικασθέντος ποσού μετά των νομίμων τόκων υπερημερίας, τέλος χαρτοσήμου και δικαστικής δαπάνης και ζητώντας να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ως άνω μικτό ποσό με το νόμιμο τόκο από της έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου τούτου.
Με το πιο πάνω περιεχόμενο η αίτηση επαναφοράς είναι αόριστη και εντεύθεν απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού προσδιορίζεται μόνο το συνολικό μικτό ποσό που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να προσδιορίζεται το ποσό οφειλής, βάσει της απόφασης του Δικαστηρίου της ουσίας (επιδικασθέν ποσό πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων) και το συνολικό ποσό των νομίμων κρατήσεων (ασφαλιστικές εισφορές, φόρος και λοιπές κρατήσεις), ώστε, μετ'αφαίρεση του συνολικού ποσού κρατήσεων από το συνολικό ποσό οφειλής, να καθίσταται εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που πράγματι εισέπραξε η αναιρεσίβλητη και το οποίο είναι αποδοτέο, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, και δεδομένου ότι δεν αρκεί για το ορισμένο του ως άνω αιτήματος (επαναφοράς) η παραπομπή στα προσκομιζόμενα από την αναιρεσείουσα έγγραφα (ΑΠ 538/2023, 447/2023).
Πρέπει, λοιπόν, η αίτηση επαναφοράς της αναιρεσείουσας να απορριφθεί ως αόριστη. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ.176, 183, 191 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ.4873/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Απορρίπτει την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ