Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for re-examining facts and finding second-instance reasoning vague.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Thessaloniki Court of First Instance's property ownership ruling. The State argued the lower court failed to adequately refute the claimant's allegation of good faith, but the Court found the appeal inadmissible. The Court ruled that the second-instance judgment's reasoning was insufficient to warrant re-examination of evidence and that the appeal lacked specific grounds for rejection.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 § 19 and 577 § 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging a second-instance judgment for inadequate reasoning is inadmissible if it merely seeks a re-examination of evidence or fails to specify the exact deficiencies in the lower court's justification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1010 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1010/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Σπυρίδωνα Κουλούρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Φ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Γ. Φ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Γαρυπίδου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Ε. χήρας Σ. Φ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9997/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που συγκροτείται από Κτηματολογικό Δικαστή, 8564/2010 μη οριστική, 13121/2011 οριστική του τελευταίου Δικαστηρίου και 503/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-8-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 18.08.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 503/04.03.2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την από 07.09.2011 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 13121/13.05.2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 13.10.2008 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 147§2, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ήδη αναιρεσίβλητοι (Ε. Φ. του Σ., Γ. Φ. του Σ.) και η μη διάδικος πλέον, λόγω του επιγενομένου της ασκήσεως της κατωτέρω αγωγής θανάτου της, Ε.
χήρα Σ. Φ., ήγειραν κατά του ήδη αναιρεσείοντος (Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο) την από 13.10.2008 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή, με νόμιμο έρεισμα την πρόβλεψη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, την οποία απηύθηναν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Η άνω αγωγή εκδικάσθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 9997/2009 οριστική (επί του σχετικού θέματος) απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή παραπέμφθηκε προς εκδίκαση από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, συντιθέμενο από τον Κτηματολογικό Δικαστή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Ακολούθως, η αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, συντεθέντος από τον Κτηματολογικό Δικαστή του άνω Δικαστηρίου, εκδοθείσης της υπ' αριθμ. 8564/08.03.2010 μη οριστικής αποφάσεώς του, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριό του προς τον σκοπό προσκομιδής των αναφερομένων στο διατακτικό της αποφάσεως εγγράφων.
Μετά ταύτα, η άνω αγωγή επανεισήχθη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και, συζητήσεως γενομένης κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 13121/13.05.2011 οριστική απόφασή του, με την οποία η από 13.10.2008 αγωγή έγινε δεκτή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε με έφεση, την από 07.09.2011, απευθυνομένη ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης το ήδη αναιρεσείον και ζήτησε όσα στο αιτητικό της αναφέρονται.
Η άνω έφεση συζητήθηκε κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 503/04.03.2020 οριστική (τελεσίδικη) απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά, αλλ' απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Την απόφαση αυτή προσέβαλε με την από 18.08.2020 αίτησή του το αναιρεσείον ζητώντας την αναίρεσή της για του διαλαμβανομένους στο αναιρετήριο λόγους.
Οι παραδοχές, στις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, είναι οι ακόλουθες:
"Ο Σ. Φ. του Ε., δικαιοπάροχος των εναγόντων - εφεσίβλητων, με το ...-1952 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Ν. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης (τόμος ..., αριθμός ...), αγόρασε από το Δ. Δ. και την Α. σύζυγο Δ. Δ. ένα τεμάχιο αγρού εμβαδού 1000 τμ περίπου, που βρίσκεται στη θέση ..., της κτηματικής περιφέρειας ..., κάτωθεν του παλιού νοσοκομείου Καλαμαριάς και ήδη στο συνοικισμό της ..., του Δήμου ..., πλησίον της οδού ..., το οποίο συνορεύει γύρωθεν, κατά τον ως άνω τίτλο κτήσης, ανατολικά με αγρό Θ. Κ. και ήδη Ξ., δυτικώς και βορείως με αγρό των πωλητών, δυτικώς, βορείως και νοτίως με διάδρομο των πωλητών πλάτους 4,50 μέτρων που χωρίζει τον αγρό τους από τον αγρό του Α. Κ. Το ακίνητο αυτό αποτελεί διαιρετό τμήμα ενός μείζονος αγρού συνολικού εμβαδού 10.320 τμ. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 το Ελληνικό Δημόσιο ήγειρε αξιώσεις επί τμήματος, εμβαδού 863 τμ, του ως άνω ακινήτου υποστηρίζοντας ότι εντάσσεται στο με αριθμό 22001 ανταλλάξιμο κτήμα.
Εκδόθηκε το ...-1964 πρωτόκολλο καταλήψεως της ΥΔΑΜΚ, ο δε Σ. Φ. προέβη στην αγορά αυτής της εκτάσεως εμβαδού 863 τμ, που ήδη είχε καταστεί αστικό οικόπεδο κι εκδόθηκε στο όνομά του ο υπ' αριθμ. .../1965 τίτλος κυριότητας (παραχωρητήριο) του Γραφείου ΔΑΠ Θεσσαλονίκης της ΔΔΑΜΚ, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης (τόμος ..., αριθμός ...), με αποτέλεσμα πλέον να καταστεί αδιαμφισβήτητος κύριος αυτής της εκτάσεως.
Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1979 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Χ. Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα, δώρισε την έκταση αυτή, εξ ημισείας και εξ αδιαιρέτου στον καθένα, στους δύο νιους του (δεύτερο και τρίτο ενάγοντες), οι οποίοι κατά τον τρόπο αυτό κατέστησαν συγκύριοι της εκτάσεως αυτής των 863 τμ κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος.
Η υπόλοιπη έκταση του αρχικώς αγροτεμαχίου και ήδη αστικού οικοπέδου των 1.000 τμ, εμβαδού 147,17 τμ (επίδικο ακίνητο) συνορεύει ανατολικά με αγρό Β. Κ., δυτικά με οικία Α. Χ., βόρεια με την ανωτέρω ιδιοκτησία εμβαδού 863 τμ, των ίδιων των εναγόντων, Ε. και Γ. Φ. και νότια με διάδρομο πλάτους 4,50 μ. Η έκταση αυτή αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμ. ...
ανταλλάξιμου κτήματος. Από το έτος 1952, που έλαβε χώρα η αγορά του ακινήτου εμβαδού 1000 τμ μέχρι και το θάνατο του την 16-4-1987, ο Σ. Φ. νεμόταν και κατείχε το επίδικο ακίνητο (147,17 τμ), όπως και την έκταση των 863 τμ, που ουσιαστικά αποτελούσαν το ενιαίο αγορασθέν ακίνητο, συνεχώς και αδιαλείπτως, με διάνοια κυρίου, ασκώντας τις αρμόζουσες στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου πράξεις.
Το περιέφραξε μαζί με όλο το ακίνητο των 1.000 τμ, κατασκεύασε, κατόπιν της 58/1963 άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, εντός αυτού μία ισόγεια κατοικία και μία αποθήκη. Η μισή περίπου από την ανεγερθείσα κατοικία βρίσκεται εντός του επιδίκου τμήματος των 147,17 τμ, χρησιμοποιούνταν δε ως εξοχική κατοικία για τον ίδιο και την οικογένειά του.
Φύτεψε δέντρα εντός του όλου ακινήτου, φρόντιζε και επόπτευε το επίδικο, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από οποιονδήποτε κατά την ενάσκηση του δικαιώματος του. Από το θάνατο του Σ. Φ. και μετέπειτα, οι ενάγοντες συνέχισαν να επισκέπτονται και να φροντίζουν όλο το ακίνητο στο οποίο περιλαμβάνεται, όπως ελεγχθεί και το επίδικο τμήμα, καθώς και να χρησιμοποιούν την εξοχική κατοικία.
Στο προαναφερόμενο, από ...-1964 τοπογραφικό διάγραμμα της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης ο Σ. Φ. αναφέρεται ως κάτοχος του επιδίκου, ενώ επίσης ακόμη και ο υπ' αριθμ. ...-1965 τίτλος κυριότητας της ΔΔΑΜΚ με τον οποίο αυτός αγόρασε εκ νέου το τμήμα εμβαδού 863 τμ από το Ελληνικό Δημόσιο αναφέρει ότι αυτό συνορεύει νοτίως με οικόπεδο κατεχόμενο από Σ.
Φ., καταδεικνύοντας τη συνεχή εκ μέρους του νομή και κατοχή του επιδίκου. Την 30-9-1971 με την 12.000/5624/30-9-1971 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων απαλλοτριώθηκε έκταση συνολικού εμβαδού 55.774 τμ για την ανέγερση σχολικού συγκροτήματος του Ε' Γυμνασίου Αρρένων και Β' Γυμνασίου Θηλέων Θεσσαλονίκης στην περιοχή ...
του Δήμου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης. Μέσα στην έκταση αυτή συμπεριλήφθηκε και τμήμα εμβαδού 650 τμ από την συνολική έκταση των 1000 τμ του Σ. Φ., χωρίς, όμως, να καθίσταται ακριβές, από τα εκδοθέντα επ' ευκαιρία της απαλλοτρίωσης τοπογραφικά διαγράμματα αν στην εν λόγω έκταση των 650 τμ εμπεριέχεται και η επίδικη έκταση.
Πάντως, στο πλαίσιο της απαλλοτρίωσης αυτής, η οποία στη συνέχεια ανακλήθηκε, αφού δεν καταβλήθηκε η καθορισθείσα αποζημίωση, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. πρωτ. ...-1975 βεβαίωση του τότε Οικονομικού Εφόρου Δημοσίων Κτημάτων Θεσσαλονίκης κατά την οποία δεν προέκυπταν δικαιώματα του Δημοσίου επί του απαλλοτριωθέντος τμήματος εμβαδού 650 τμ του ακινήτου Σ.
Φ. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο προαναφερθείς δικαιοπάροχος των εναγόντων κατά την κτήση της νομής του επιδίκου βρίσκονταν σε καλή πίστη, καθόσον, χωρίς βαριά αμέλεια είχε την πεποίθηση ότι κατέστη κύριος του επιδίκου, αποδεικτικό δε της ειλικρινούς πεποίθησης αυτού περί αδιατάρακτης νομής του για χρόνο πλέον των 30 ετών, είναι και το γεγονός ότι ουδέποτε κανένας διεκδίκησε το ακίνητο, ούτε αμφισβήτησε την κυριότητα του.
Εξάλλου, όταν το Γραφείο ΔΑΠ Θεσσαλονίκης της ΥΔΑΜΚ δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1964 πρωτοκόλλου καταλήψεως κατέλαβε το τμήμα εμβαδού 863 τμ του όλου ακινήτου του Σ. Φ. που όπως προελέχθη ήταν συνολικού εμβαδού 1.000 τμ περίπου, το οποίο στη συνέχεια αγόρασε αυτός δυνάμει του παραπάνω αναφερόμενου παραχωρητηρίου, δεν διεκδίκησε και το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου εμβαδού 147,17 τμ, ενώ αυτός εξακολούθησε να νέμεται και να κατέχει, πλέον του τμήματος των 863 τμ και το επίδικο.
Ουδέποτε επιβλήθηκε αποζημίωση αυθαίρετης χρήσης για την έκταση των 147,17 τμ στους ενάγοντες ή στο δικαιοπάροχο τους, ούτε ποτέ κοινοποιήθηκε πρωτόκολλο κατάληψης γι' αυτό στον τελευταίο ή στους ενάγοντες (βλ. την από ...-2005 έκθεση έρευνας της υπαλλήλου της Κτηματικής υπηρεσίας Θεσσαλονίκης Δ. Τ. Το επίδικο ακίνητο είναι καταγεγραμμένο ως τμήμα του ανταλλάξιμου κτήματος με ΑΚ ..., το οποίο είχε καταληφθεί με το υπ' αριθ. ...-1954 πρωτόκολλο κατάληψης με έκταση 1.600 τμ, ως ανήκον στο όνομα του ανταλλαγέντα μουσουλμάνου Μ.
Ρ. Ε. δυνάμει του υπ’ αριθμ. ... μηνός Απριλίου 1327 τουρκικού ταπίου. Αυθαίρετος κάτοχος του ανωτέρω κτήματος ήταν επί χρόνια ο Α. Χ. του Π. για τον οποίο η Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης καθόρισε αποζημίωση αυθαίρετης χρήσης από την 1-6-1975 έως και την 31-12-1983, ενώ όσο αφορά στο δικαιοπάροχο των αιτούντων ποτέ δεν εκδιώχθηκε ως καταπατητής από τη νομή του επιδίκου, αν και φανερά είχε ανεγείρει εντός αυτού τμήμα της οικίας του και το είχε περιφράζει ήδη από το έτος 1952 μαζί με το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου του.
Η προταθείσα από το εναγόμενο μάρτυρας δεν αμφισβήτησε τη σημερινή κατάσταση του επιδίκου ακινήτου και έχοντας γνώση μόνον από το φάκελο που τηρείται στην υπηρεσία της δεν ήταν σε θέση να εισφέρει οποιοδήποτε στοιχείο σχετικό με τη γνώση του δικαιοπαρόχου των εναγόντων περί της ανταλλαξιμότητας του επιδίκου, εκτιμώντας ότι ενόψει της εξαγοράς των 863 τμ, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, θα έπρεπε, το έτος 1965 να αντιληφθεί την ανταλλαξιμότητα και των επιδίκων 143 τμ, για τα οποία, όμως, οι επιληφθείσες υπηρεσίες του εναγομένου δεν προέβησαν σε καμία ενέργεια, περιορίστηκε μόνο στην εκτίμηση ότι αυτός προφανώς γνώριζε ότι το επίδικο ήταν ανταλλάξιμο κτήμα από το 1965, όταν εξαγόρασε την έκταση των 863 τμ.
Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται, ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Σ. Φ. νεμόταν το επίδικο ακίνητο αδιαταράκτως, με τα προσόντα του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, για περισσότερα από 30 έτη μέχρι την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου (19-3-2003), ήτοι από το έτος 1952 έως και την 16-4-1987 που απεβίωσε, ενώ αποδείχθηκε ότι κατά την κτήση της νομής του δεν βρισκόταν σε κακή πίστη, καθόσον χωρίς βαριά αμέλεια είχε την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με το προαναφερόμενο συμβόλαιο αγοράς το οποίο καταρτίστηκε και μεταγράφηκε μετά την 23-2-1945, γεγονός που προκύπτει από το ότι μόλις αγόρασε το ακίνητο και του μεταβιβάστηκε η νομή του φρόντισε για την έκδοση οικοδομικής άδειας προς ανοικοδόμησή του, απευθυνόμενος σε δημόσιες υπηρεσίες, ενέργεια που καταδεικνύει την καλή του πίστη ότι έγινε πράγματι κύριος του επιδίκου, διότι αν γνώριζε ότι αξιώνει σ' αυτό δικαιώματα του Δημόσιο, δεν θα διακινδύνευε απευθυνόμενος σε δημόσια υπηρεσία προκειμένου να εκδοθεί οικοδομική άδεια ώστε να προβεί στην άμεση ανοικοδόμησή του.
Αποδεικτικό της ειλικρινούς πεποίθησης του δικαιοπαρόχου των εναγόντων περί αδιατάρακτης νομής του για χρόνο πλέον των 30 ετών, είναι και το γεγονός ότι ουδέποτε κανένας διεκδίκησε το ακίνητο, ούτε αμφισβήτησε την κυριότητά του. Επίσης σημειώνεται, ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται σε περιοχή που υπάγεται στο σχέδιο πόλεως.
Στη συνέχεια, οι ενάγοντες ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Σ. Φ., ο οποίος απεβίωσε χωρίς να ρυθμίσει την τύχη του επιδίκου με την υπ' αριθμ. ...-1981 δημόσια διαθήκη του που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 509/1988 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (βλ. αυτήν και το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-1987 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του θανόντος που εξέδωσε ο Δήμαρχος του Δήμου Θεσσαλονίκης), συνέχισαν να συννέμονται και να κατέχουν, αδιαταράκτως και με καλή πίστη, το επίδικο από κοινού, έκαστος κατά τα εξ αδιαθέτου νόμιμα ποσοστά του, ήτοι κατά ποσοστό 2/8 ή 25% η πρώτη εξ αυτών και κατά ποσοστό 3/8 ή 37,50% έκαστος των λοιπών, μέχρι την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου 3127/2003 (19-3-2003), ασκώντας τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις, προσμετρώντας στο χρόνο της νομής τους αυτόν του δικαιοπαρόχου τους (άρθρ. 4 Ν. 3127/2003 και 1051 ΑΚ), ήτοι για συνολικό χρονικό διάστημα άνω των 50 ετών μέχρι την έναρξη του Ν.3127/2003.
Πλέον τούτων χαρακτηριστικό είναι ότι το Ελληνικό Δημόσιο - ουδέποτε όχλησε το δικαιοπάροχο των εναγόντων, αλλά ούτε και αυτούς στην άσκηση της νομής τους στο επίδικο, ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη, στο τμήμα των 147,17 τμ που νεμόταν και κατείχε ο πατέρας των εναγόντων και από την 16-4-1987 αυτοί, μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου.
Συνεπώς οι ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα αυτού (επίδικου) κατά ποσοστό 2/8 ή 25% εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 3/8 ή 37,50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους άλλους δύο, με πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, τόσο τακτικής όσο και έκτακτης χρησικτησίας. Στα πλαίσια της δημιουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου, η περιοχή του Δήμου ..., όπου βρίσκεται το επίδικο, υπήχθη στις διαδικασίες κτηματογράφησης, οι οποίες ήδη ολοκληρώθηκαν, ως ημερομηνία δε έναρξης ισχύος του Κτηματολογίου στην εν λόγω περιοχή ορίστηκε η 14-7-2005.
Κατά την κτηματογράφηση, τμήμα εμβαδού 526 τμ του υπ' αριθμ. ... ανταλλάξιμου κτήματος καταχωρήθηκε με ΚΑΕΚ ... στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς και φέρεται ότι ανήκει στην κυριότητα του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου. Το επίδικο ακίνητο εμβαδού 147,17 τμ, εντός του οποίου υπάρχει το τμήμα της παλιάς ισόγειας- κατοικίας, δεν καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς ως αυτοτελές γεωτεμάχιο με δικό του ΚΑΕΚ, αλλά συμπεριλαμβάνεται στην παραπάνω όμορη ευρύτερη έκταση με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 526 τμ, η οποία φέρεται ότι ανήκει στην κυριότητα του εναγομένου με αιτία κτήσης το νόμο (βλ.
το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2008 κτηματολογικά φύλλο-έγγραφο αρχικών εγγραφών του ως άνω γεωτεμαχίου του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς), η εν λόγω εγγραφή, ως προς το τμήμα του γεωτεμαχίου εμβαδού των 147,17 τμ είναι ανακριβής και προσβάλλει το δικαίωμα της συγκυριότητας των εναγόντων επί του επιδίκου, οι οποίοι λόγω έλλειψης τίτλου κυριότητας στο όνομά τους αν και κατά το χρόνο των αρχικών εγγραφών ήταν ήδη συγκύριοι του επιδίκου δεν υπέβαλαν δήλωση ιδιοκτησίας στα αρμόδια γραφεία του Εθνικού Κτηματολογίου.
Το επίδικο γεωτεμάχιο (οικόπεδο), όπως αυτό εμφαίνεται με στοιχεία ... στο από 2-12-2000 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ε. Σ., συνορεύει γύρωθεν, επί πλευράς ... με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας των δεύτερου και τρίτου εναγόντων, επί πλευράς ... με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., επί πλευράς ...
με υπόλοιπο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... και επί πλευράς ... με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... κι έχει τις ακόλουθες συντεταγμένες κορυφών:
Χ Υ Α= 411468,790 4491879,080 Β= 411484,480 4491861,830 Γ= 411483,300 4491859,130 Δ= 411464,700 4491868,730 (βλ. με το από 2-12-2010 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ε. Σ. το από 18-5-2010 τοπογραφικό διάγραμμα της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Δ. Β. πολιτικού μηχανικού Δ. Τ., εντεταγμένα στο Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς 1987 [ΕΓΣΑ 87] και το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2008 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ... του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς". ".
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο. Έτσι, σε περίπτωση παραλείψεως κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως, ο πιο πάνω λόγος ιδρύεται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από τον νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε, όπως λ.χ. η ακυρότητα της κλητεύσεως, ή (και) προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως (Ολ.Α.Π. 12/2000, Α.Π. 2101/2007, Α.Π. 2100/2007).
Περαιτέρω, η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η δεχομένη την αναρμοδιότητα αυτού και παραπέμπουσα την αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο υπόκειται σε έφεση (άρθρο 513§1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ) ενώ κατ' άρθρον 46 εδάφ. β' του ΚΠολΔ η απόφαση του παραπέμποντος δικαστηρίου, όταν καταστεί τελεσίδικη, είναι υποχρεωτική τόσο ως προς την αναρμοδιότητα του παραπέμψαντος, όσο και ως προς την αρμοδιότητα του δικαστηρίου στο οποίο γίνεται η παραπομπή.
Από την τελευταία αυτή διάταξη, η οποία αποσκοπεί προεχόντως στην αποφυγή αρνητικής συγκρούσεως της αρμοδιότητας και εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων στην περίπτωση που παραλλήλως με τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής ασκούσε κάποιος από τους διαδίκους έφεση κατά της αποφάσεως του παραπέμψαντος δικαστηρίου, συνάγεται ότι εάν η υπόθεση εισαχθεί προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου παραπομπής, πριν καταστεί τελεσίδικη η απόφαση του παραπέμψαντος, δεν υφίσταται δέσμευση του δικαστηρίου προς το οποίο γίνεται η παραπομπή, το οποίο μπορεί όχι μόνο να δικάσει την υπόθεση, αλλά και να την παραπέμψει στο δικαστήριο που του την παρέπεμψε, καθώς και να την παραπέμψει περαιτέρω σε τρίτο δικαστήριο.
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο στο οποίο γίνεται η παραπομπή επιληφθεί της εκδικάσεως της υποθέσεως πριν ή καταστεί τελεσίδικη η απόφαση του παραπέμψαντος, εφόσον ασκηθεί έφεση κατά της οριστικής αποφάσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ερευνά την καθ' ύλην αρμοδιότητα του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου και εάν κρίνει ότι η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του παραπέμψαντος δικαστηρίου (του οποίου η απόφαση δεν κατέστη τελεσίδικη) εξαφανίζει την προσβαλλομένη απόφαση και παραπέμπει την υπόθεση κατ' άρθρον 535§2 του ΚΠολΔ, στο Δικαστήριο, στο οποίο αρχικά είχε εισαχθεί, καίτοι αυτό κηρύχθηκε αναρμόδιο.).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα διότι το άνω Δικαστήριο απέρριψε τον λόγο εφέσεώς του, με τον οποίο παραπονέθηκε για τη μη κήρυξη απαράδεκτης της συζητήσεως της από 13.10.2008 αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, συντιθέμενο από τον Κτηματολογικό Δικαστή του Δικαστηρίου, αν και η υπ' αριθμ. 9997/2009 παραπεμπτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεν είχε καταστεί τελεσίδικη.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι η μη κήρυξη προσωρινού απαραδέκτου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και η απόρριψη σχετικού λόγου εφέσεως από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως και, τούτο, διότι το προσωρινό αυτό απαράδεκτο δεν επιβάλλεται από τον νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε, ή (και) προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι, πρωτίστως, το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως.
Έτι περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτή νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων.
Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του ή τη μη εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει και τούτο σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 20/2005).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (Α.Π. 429/2021). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αιτήσεως αναιρέσεως ως ενδίκου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., του δικαστηρίου περιοριζομένου να ελέγξει αν τα περιλαμβανόμενα στο αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πραγματικά περιστατικά πληρούν ή όχι, χωρίς αντιφάσεις, το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου, πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 5/2024, Α.Π. 253/2020, Α.Π. 19/2020, Α.Π.1082/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τον σχετικό λόγο της εφέσεώς του, με τον οποίο παραπονέθηκε για την παραδοχή του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων " ...
δεν είχε κακή πίστη κατά τον χρόνο άσκησης της νομής επί του επιδίκου ... .". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και, τούτο, διότι, υπό το πρόσχημα του αναιρετικού ελέγχου, επιχειρείται η επανεξέταση του εισφερθέντος στην υπόθεση αποδεικτικού υλικού. Αλλά και υπό την εκδοχή ότι ο λόγος αναιρέσεως δεν είναι απαράδεκτος για τον άνω λόγο και πάλι απαράδεκτος τυγχάνει λόγω αοριστίας και, τούτο, διότι στο ιστορικό του δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση (Ολ.Α.Π. 16/2006, Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 899/2019).
Κατόπιν αυτών, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, το αναιρεσείον, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσιβλήτου), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.
Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.08.2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 503/04.03.2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ