Legislator Case Law & Legislation
1009/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against inadmissibility ruling regarding suspension of paternity claim statute of limitations due to bad faith.

Case Number 1009/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed an appeal challenging a lower court's decision to declare an objection inadmissible. The appellant argued that the First Instance Court improperly rejected an objection suspending the five-year statute of limitations for a paternity claim due to bad faith actions by the defendant. The Court found the lower court erred by ruling the objection inadmissible without considering the specific facts regarding the defendant's alleged fraudulent conduct.

Legislator headnote

AI generated

Articles 255 of the Civil Code; Article 559(14) of the Code of Civil Procedure: The court must examine substantive objections regarding the suspension of limitation periods based on bad faith, rather than dismissing them as inadmissible due to vagueness without factual analysis.

Keywords

AI generated
paternity claim statute of limitations bad faith conduct suspension of period inadmissibility objection code of civil procedure supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 255 of the Civil Code
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 226(4)(b) and (c) of the Code of Civil Procedure
Article 575(b) of the Code of Civil Procedure
Article 83(2) and (3) of Law 4790/2021
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1009 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1009/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζελενίτσα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Α. του Ν., κατοίκου ..., 2) Ι. Ζ. του Π., κατοίκου ... ως επιτρόπου της ανήλικης Μ. - Ε. Ζ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 17/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/10/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο (ΚΠολΔ 573, ΑΠ 488/2021, ΑΠ 151/2021, ΑΠ 61/2020, ΑΠ 110/2020, ΑΠ 251/2020).

Περαιτέρω, με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021 ορίστηκαν τα εξής: Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από το γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.

Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".

Με την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ` αυτήν του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.

Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ` αυτήν και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του(ΑΠ 151/2021).Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 7928Δ'/19-2-2020 και 7935Δ'/24-2-2020 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λαμίας, με έδρα το Πρωτοδικείο Λιβαδειάς, Π.

Ζ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά της 17/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 1-3-2021, που είχε οριστεί αρχικά, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση.

Κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω προσωρινής αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων, δυνάμει της Κοινής Υπουργικής Απόφασης αριθμ. Δ1α/Γ.Π.οικ.9147/10-2-2021 (ΦΕΚ 534 τ. Β'), ενώ προσδιορίστηκε να συζητηθεί εκ νέου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με πράξη της Προέδρου του Α1` Πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου και εγγράφηκε στο οικείο πινάκιο, στην παραπάνω δικάσιμο, από το γραμματέα του Δικαστηρίου.

Οι αναιρεσίβλητοι όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά πινακίου της ως άνω δικασίμου, ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης σ' αυτήν. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες, σύμφωνα με όσα εκτίθενται παραπάνω, καθόσον ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, με πράξη του προέδρου του τμήματος και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο με πρωτοβουλία του Γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, και δη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι είχαν νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστούν για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής (άρθρο 83 αρ. 2 ν. 4790/2021).

ΙΙ. Με την κρινόμενη από 18-10-2019 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από τις σχέσεις γονέων και τέκνων (άρθρ. 592 παρ. 2), υπ' αριθμ. 17/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς), το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος-εκκαλούντος-ενάγοντος, κατά της υπ' αριθ. 30/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που είχε απορρίψει την από 12-7-2016 αγωγή προσβολής πατρότητας, του αναιρεσείοντος-ενάγοντος, δέχθηκε αυτήν τυπικά και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016, (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ), ενώ για την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Η νομική αοριστία της αγωγής (ή της ένστασης), στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ) και συντρέχει, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής (ή της ένστασης), στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (ή την ένσταση).

Αντιθέτως, η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία της αγωγής (ή της ένστασης), η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 αντίστοιχα του ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 15/2000, ΑΠ 1149/2019).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 45/2016, ΑΠ 106/2015).

Αν, λοιπόν το δικαστήριο δεχτεί την αγωγή (ή την ένσταση) ως ορισμένη μολονότι το δικόγραφό της σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία είναι αόριστο και προβαίνει στην κατ` ουσία εξέτασή της, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ (ή άρθρ. 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άλλως απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας) και δεν κηρύσσει ακυρότητα του δικογράφου, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 (ή του 262 παρ. 1) του ΚΠολΔ (ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 1241/2020, ΑΠ 851/2017, ΑΠ 458/2017).

IV. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1465 παρ. 1, 1467 και 1470 αριθμ,1 του ΑΚ, "το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου της μητέρας του ή μέσα σε τριακόσιες ημέρες από τη λύση ή την ακύρωση του τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα το σύζυγο της μητέρας (τέκνο γεννημένο σε γάμο)", "η ιδιότητα του τέκνου, ως προς το οποίο συντρέχει ένα από τα τεκμήρια των άρθρων 1465 και 1466, ως τέκνου γεννημένου σε γάμο, μπορεί να προσβληθεί δικαστικώς, αν αποδειχθεί ότι η μητέρα δεν συνέλαβε πράγματι, από το σύζυγο της ή ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της σύλληψης ήταν φανερά αδύνατο να συλλάβει από αυτόν, ιδίως εξαιτίας ανικανότητας ή αποδημίας του ή επειδή δεν είχαν σχέσεις" και "η προσβολή της πατρότητας αποκλείεται για το σύζυγο της μητέρας, όταν περάσει ένα έτος αφ` ότου πληροφορήθηκε τον τοκετό και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η σύλληψη του τέκνου δεν έγινε από αυτόν, και, σε κάθε περίπτωση, όταν περάσουν πέντε έτη από τον τοκετό".

Κατά δε το άρθρο 279 ΑΚ, στις περιπτώσεις που ο νόμος ή τα μέρη τάσσουν προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα (αποσβεστική προθεσμία) εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή, όπως εκείνη περί αναστολής αυτής (άρθρο 255 ιδίου Κώδικα). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 255, 257 και 279 του ΑΚ, συνάγεται ότι και η προβλεπόμενη από την τελευταία ως άνω διάταξη αποσβεστική προθεσμία, όπως και η παραγραφή των αξιώσεων, αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος, α) εμποδίστηκε, μεταξύ άλλων και από λόγο ανώτερης βίας, να ασκήσει το δικαίωμά του κατά το τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της αποσβεστικής προθεσμίας και β) μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της, απετράπη με δόλια συμπεριφορά του υπόχρεου από την άσκησή της.

Η έννοια της ανώτερης βίας είναι και για την προκειμένη περίπτωση η γενικώς παραδεκτή, δηλαδή ανώτερη βία αποτελεί κάθε γεγονός απρόβλεπτο, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με άκρα επιμέλεια και σύνεση και εξαιτίας του οποίου καθίσταται ανέφικτο στον δικαιούχο να προβεί ο ίδιος ή με τη συνδρομή άλλου προσώπου στην επιβαλλόμενη σε αυτόν ενέργεια (ΑΠ 429/2016, 1387/2015), ενώ η νομοθετική πρόβλεψη της αναστολής για δόλο του υπόχρεου αποτελεί έκφραση της γενικής αρχής του δικαίου, κατά την οποία δεν είναι ανεκτός ο δόλος στις συναλλακτικές σχέσεις και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η επίτευξη της παρόδου του χρόνου με παρελκυστικές συζητήσεις ή διαπραγματεύσεις, και γενικά συμπεριφορά που έχει σκοπό την απραξία του δικαιούχου μέχρι να συμπληρωθεί η παραγραφή ή η προθεσμία (ΑΠ1280/2018).

Έτσι, ως δόλος νοείται κάθε ενέργεια του υπόχρεου κατευθυνόμενη στην απραξία του δικαιώματος και τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής της αξίωσης, πραγματοποιούμενος, ειδικότερα, με παραπλανητικές εκδηλώσεις τείνουσες στη δημιουργία στο δικαιούχο εντυπώσεων περί της ικανοποίησης της αξίωσής του και την απραξία του στο τελευταίο της παραγραφής εξάμηνο.

Τέτοια, επομένως, δόλια συμπεριφορά του υπόχρεου υπάρχει, όταν ο τελευταίος προκαλεί την έναρξη διαπραγματεύσεων για την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, που φαινομενικά, δηλαδή, γίνονται για το σκοπό αυτό, αλλά που στην πραγματικότητα κατευθύνονται στο να συνεχιστεί η απραξία των δικαιούχων ή όταν γίνονται παρελκυστικές συζητήσεις με πρόθεση ο δικαιούχος να μην προβεί στην έγκαιρη άσκηση της αξίωσής του, ήτοι όταν οι προβαλλόμενες από τον υπόχρεο δικαιολογίες για την πρόσκαιρη μη ικανοποίηση της επίδικης αξίωσης είναι προσχηματικές, ενώ στην πραγματικότητα κατευθύνονται στο να συνεχισθεί η απραξία του δικαιούχου (ΑΠ 1280/2018, ΑΠ 299/2010).

Συνέπεια της αναστολής είναι ότι το χρονικό διάστημα αυτής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της αποσβεστικής προθεσμίας και όταν πάψει η αναστολή η παραγραφή συνεχίζεται, σε καμία όμως περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του δικαιούχου περί αναστολής της αποσβεστικής προθεσμίας λόγω δόλου του υπόχρεου, συνιστά καταχρηστική ένσταση, προβαλλόμενη ως αντένσταση στην προτεινόμενη και αυτεπαγγέλτως άλλωστε εξεταζόμενη ένσταση περί συμπλήρωσης της αποσβεστικής προθεσμίας (ΑΠ 299/2010, ΑΠ 1497/2008, 715/2006, ΑΠ 1569/2002), η οποία (αντένσταση), για να είναι πλήρης, πρέπει να καθορίζει σε τι συνίσταται ο δόλος και ότι η δόλια ενέργεια έλαβε χώρα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο πριν τη συμπλήρωση του χρόνου της αποσβεστικής προθεσμίας και διήρκεσε μέχρι το τελευταίο εξάμηνο πριν από την άσκηση της αγωγής, αφού η αναστολή αυτή διαρκεί καθ` όλο το χρόνο της δόλιας αποτροπής.

Βαρειά αμέλεια δεν αρκεί ενώ τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής δεν επηρεάζει η διατήρηση της πλάνης του δικαιούχου, η ολιγωρία του ή η επιπολαιότητά του (ΑΠ 847/2010, ΑΠ 715/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:

Με την ΓΔ13/13-7-2016 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, προσέβαλε την πατρότητα της δεύτερης των εναγομένων και ήδη δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, εκπροσωπούμενης λόγω της ανηλικότητάς της από τον διορισθέντα προς τούτο προσωρινό επίτροπο, η οποία γεννήθηκε στη Λιβαδειά την 23-5-2009, κατά την διάρκεια του γάμου του με την συνεναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη μητέρα της και τεκμαίρεται ως γνήσιο τέκνο αυτού, με προβαλλόμενο προς τούτο λόγο ότι συνελήφθη από τις σαρκικές σχέσεις της μητέρας της με άλλον άνδρα, γεγονός το οποίο αυτός πληροφορήθηκε περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2013.

Ειδικότερα ιστορούσε με την ως άνω αγωγή του ότι με την πρώτη εναγομένη την 11-7-2005 τέλεσαν πολιτικό γάμο στην ..., ο οποίος εν συνεχεία ιερολογήθηκε την 1-10-2006 στον Ιερό ναό Τιμίου Προδρόμου στο χωριό ... σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, ενώ την 23-5-2009 γεννήθηκε η δεύτερη εναγομένη Μ.-Ε..

Ότι από την αρχή της έγγαμης συμβίωσής τους, η πρώτη εναγομένη απουσίαζε πολλές ώρες από την οικογενειακή τους κατοικία χωρίς ωστόσο να τον ενημερώνει και αδιαφορούσε για τη λειτουργία του οίκου τους καθώς και για τον ίδιο, ο οποίος εργαζόταν σκληρά σε εργοστάσιο αλουμινοκατασκευών, προκειμένου να μη λείψει τίποτε στην οικογένειά του.

Ότι από τα μέσα Ιουλίου 2013 η συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης άλλαξε επί τα χείρω, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται μεταξύ τους έριδες και προστριβές και περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2013, η πρώτη εναγομένη, μετά από μία έντονη διαφωνία τους εξαιτίας των πολύωρων απουσιών της από το σπίτι, τον εγκατέλειψε, αποχωρώντας από τη συζυγική τους κατοικία, παίρνοντας μαζί της και το ηλικίας τότε τεσσάρων ετών ανήλικο τέκνο, που είχε αποκτηθεί κατά τη διάρκεια του γάμου τους, στην παράκλησή του δε να μην του στερήσει το τέκνο, του απήντησε με κυνικότητα επί λέξει ότι "είσαι πολύ ηλίθιος αν νομίζεις ότι το παιδί είναι δικό σου ..." και με τον τρόπο αυτό πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι η ανήλικη δεν ήταν φυσικό τέκνο του, ενώ έκτοτε διαμένουν χωριστά.

Ότι εξαιτίας της αποκάλυψης αυτής εμφάνισε ψυχολογικά προβλήματα και από τα τέλη Δεκεμβρίου 2013 άρχισε να ζητά επανειλημμένα από την εναγομένη, τόσο τηλεφωνικά όσο δια ζώσης αποδείξεις για την πατρότητα του τέκνου και συγκεκριμένα της ζητούσε να συναινέσει στη λήψη γενετικού υλικού από το παιδί ώστε να διενεργηθεί τεστ DNA, και αυτή αρνείτο επίμονα λέγοντάς του ότι όσα του είπε τα είπε πάνω στα νεύρα της, προσπαθώντας έτσι να τον καθησυχάσει, ενώ παράλληλα ήρθαν σε γνώση του φήμες στο χωριό ότι η εναγομένη διατηρούσε ερωτική σχέση με τον πρώτο του εξάδελφο Π.

Ζ. του Λ. και ότι μάλλον το παιδί είναι δικό του. Ότι στην επιμονή του για διενέργεια τεστ DNA, φρόντιζε να τον καθησυχάζει τεχνηέντως, του ζητούσε παρελκυστικά να τα ξαναβρούν, ενώ του έλεγε ότι αν προχωρήσει δικαστικά σε προσβολή της πατρότητας, θα σκότωνε το παιδί και θα αυτοκτονούσε η ίδια, εκμεταλλευόμενη με τον τρόπο αυτό το φόβο του για την ανθρώπινη ζωή και τα έντονα βιώματα που είχε από τον τραγικό θάνατο της μητέρας του.

Ότι συνεπεία των παραπάνω αναστελλόταν κάθε δικαστική ενέργειά του αναφορικά με την πατρότητα του τέκνου, ενώ η εναγομένη τον διαβεβαίωνε ότι μόλις νιώσει έτοιμη θα του πεί την αλήθεια και δεν χρειάζεται να καταφύγουν στα δικαστήρια αλλά μπορούν να βρούν τη λύση μόνοι τους και όλα αυτά χρησιμοποιώντας τη γυναικεία φύση της, γνωρίζοντας το εύπλαστο του χαρακτήρα του αλλά και την επιρροή που συνέχιζε να έχει επ' αυτού, ώστε να καθυστερήσει την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του αναφορικά με την πατρότητα της ανήλικης, δια της δικαστικής οδού.

Ότι το Σεπτέμβριο του 2014 και ενώ ήδη από το Σεπτέμβριο του 2013, βρισκόταν σε διάσταση, του ζήτησε να της μισθώσει κατοικία στη Λιβαδειά και να την συνδράμει οικονομικά, γιατί δεν μπορούσε άλλο να διαμένει σε χωριό, πράγμα το οποίο και έκανε καταβάλοντας το μίσθωμα της κατοικίας και καλύπτοντας όλα τα έξοδά της καθώς και του τέκνου, ενώ ταυτόχρονα του υποσχέθηκε και πάλι ότι θα του πεί την αλήθεια για την πατρότητα του παιδιού, υποσχόμενη ότι δεν θα βλάψει τον εαυτό της ή το τέκνο, δίδοντάς του ταυτόχρονα ελπίδες ότι μπορεί να επανασυνδεθούν, και όλα αυτά ενώ η ίδια όπως διαπίστωσε στη συνέχεια είχε ήδη προχωρήσει στην προσωπική της ζωή.

Ότι όταν στη συνέχεια της ανακοίνωσε την απόφασή του να καταθέσει αίτηση διαζυγίου, του είπε να μην επιχειρήσει κάτι για την πατρότητα του τέκνου, γιατί είναι ικανή για όλα, και του υποσχέθηκε και πάλι, εκμεταλλευόμενη την αδυναμία που της είχε ότι μόλις νιώσει έτοιμη θα του πει την αλήθεια. Ότι περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 2016, και ενώ αδυνατούσε πλέον να τη συντηρεί και να πληρώνει το ενοίκιο της κατοικίας της με το μισθό του, που δεν ξεπερνούσε τα 1.178 ευρώ και ενώ είχε ήδη ξοδέψει όλες του τις οικονομίες και αποταμιεύσεις από προηγούμενα έτη για χάρη της, μετά και από πιέσεις της αδελφής του, της ζήτησε επιτακτικά να μάθει την αλήθεια, λέγοντάς την ότι δεν θα πληρώνει πλέον τα έξοδά της και τότε η εναγομένη αντιληφθείσα ότι δεν ασκεί πλέον επιρροή πάνω του και ότι αυτός κατάλαβε ότι τον ενέπαιζε, του είπε ότι θα συνεχίσει να πληρώνει περισσότερα χρήματα και μάλιστα για ξένο παιδί, ενώ άρχισε να του στέλνει απειλητικά μηνύματα και του προκάλεσε φθορές στο αυτοκίνητό του, στην τελευταία του δε προσπάθεια να την πείσει για λήψη γενετικού υλικού για διενέργεια τεστ DNA, άλλως θα προσφύγει στη δικαιοσύνη, τον εξύβρισε και τον πληροφόρησε ότι δεν πρόκειται να κερδίσει τίποτε, ότι τα κατάφερε γιατί πέρασε ο χρόνος και ότι θα του τα πάρει όλα, ενώ ταυτόχρονα άσκησε εναντίον του αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για διατροφή της ιδίας και του τέκνου ποσού 1.130 ευρώ.

Ότι στα πλαίσια της δόλιας αυτής συμπεριφοράς της καθόλο το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του 2013 μέχρι και το Φεβρουάριο του 2016, τον παραπλανούσε δημιουργώντας του την εντύπωση ότι θα ικανοποιηθεί η αξίωσή του για διενέργεια τεστ DNA και η πληροφόρησή του αναφορικά με την πατρότητα του τέκνου και ότι θα βρεθεί συμβιβαστική λύση για το θέμα αυτό, ενώ όλες αυτές οι διαβεβαιώσεις της και η συμπεριφορά της απέβλεπαν στη δημιουργία σ' αυτόν της εντύπωσης για ικανοποίηση της αξίωσής του και στη συνέχιση της απραξίας του, ώστε να μην προβεί στην έγκαιρη άσκηση της αξίωσής του.

Ότι τελικά οι ως άνω δόλιες ενέργειες της πρώτης εναγομένης, έλαβαν χώρα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο πριν τη συμπλήρωση της πενταετίας από τη γέννηση του τέκνου και διήρκεσαν μέχρι και το τελευταίο εξάμηνο πριν την άσκηση της αγωγής, ήτοι μέχρι και το Φεβρουάριο του 2016, καθόσον η αγωγή ασκήθηκε την 14-7-2016, εκ του λόγου δε αυτού η σχετική αγωγική του αξίωση περί προσβολής της πατρότητας του τέκνου δεν αποσβέστηκε λόγω παρέλευσης από τον τοκετό της οριζόμενης στην διάταξη του άρθρου 1470 αρ.1 ΑΚ πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας, λόγω της επελθούσας αναστολής αυτής.

Δηλαδή ο ενάγων σε αντίκρουση της λαμβανόμενης υπόψη αυτεπαγγέλτως ένστασης της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρο 1470 του ΑΚ, καθ` υποφορά με την αγωγή του προέβαλε κατ` αντένσταση τον ισχυρισμό περί αναστολής κατ' άρθρο 255 ΑΚ της αποσβεστικής προθεσμίας λόγω δόλιας αποτροπής του από την πρώτη εναγομένη σύζυγό του ν` ασκήσει ενωρίτερα την ως άνω αγωγή του για τους προαναφερόμενους λόγους.

Ζήτησε δε να αναγνωριστεί ότι η ανήλικη Μ.-Ε. που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου του με την πρώτη εναγομένη-μητέρα της δεν είναι γνήσιο δικό του τέκνο. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 30/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι τα επικαλούμενα με την αγωγή περιστατικά δεν αρκούν για τη στοιχειοθέτηση της αντένστασης αναστολής της αποσβεστικής προθεσμίας, αξιολογήθηκε ακολούθως ως μη νόμιμη (η αγωγή) και απορρίφθηκε, σε συνέπεια με την παραδοχή της ότι, με βάση τα ιστορούμενα στο δικόγραφο αυτής, το φερόμενο δι` αυτής προς διάγνωση δικαίωμα του ενάγοντος έχει αποσβεσθεί λόγω παρέλευσης από τον τοκετό της οριζόμενης στην διάταξη του άρθρου 1470 αρ.1 ΑΚ πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας, κατ' επιτρεπτή, περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου της ουσίας και παράλληλα κατ` αποδοχή της σχετικής περί τούτου ένστασης της παρασταθείσας πρώτης εναγομένης.

Την πρωτοβάθμια αυτή απόφαση προσέβαλε ο ενάγων με την από 11-9-2017 έφεση, παραπονούμενος, εκτός άλλων και για την απόρριψη της προταθείσας από αυτόν καθ' υποφορά με την αγωγή ως άνω ένστασής του, περί αναστολής της πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας, επί της οποίας (έφεσης) εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 17/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς), με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατ` ακριβή κατά τούτο αντιγραφή των σχετικών αιτιολογιών της ότι: "Στην προκειμένη περίπτωση από το χρόνο του τοκετού (23.-5-2009) μέχρι του χρόνου εγέρσεως της αγωγής (14.7.2016) παρήλθε χρόνος μείζων της πενταετίας.

Περαιτέρω, τα αναφερόμενα στην αγωγή περιστατικά, με τα οποία ο ενάγων επιχειρεί να θεμελιώσει αντένσταση περί αναστολής της προβλεπομένης πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας προς άσκηση της εν λόγω υπό κρίση αγωγής είναι προδήλως αόριστα. Ειδικότερα, η επικαλούμενη δόλια συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης-μητέρας του ανηλίκου τέκνου από τον Σεπτέμβριο του έτους 2013 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2016 δεν συνιστά επ' ουδενί δόλια απόκρυψη της αληθείας που στοχεύει στην αποτροπή του ενάγοντος για την εμπρόθεσμη άσκηση του δικαιώματός του περί προσβολής της πατρότητας του ανηλίκου τέκνου του και συγκεκριμένα στην απώλεια της προβλεπομένης νόμιμης προθεσμίας.

Συγκεκριμένα, ο αναφερόμενος αγωγικός ισχυρισμός ότι από το Σεπτέμβριο του έτους 2013, οπότε η πρώτη εναγομένη ομολόγησε στον ίδιο ότι το ανήλικο τέκνο τους δεν αποτελεί γνήσιο παιδί δικό του μέχρι και το Φεβρουάριο του 2016, οπότε μεταβλήθηκε η στάση της κατόπιν της δικής του αποφασιστικότητας ότι αυτή τον καθησύχαζε και του ζητούσε πίστωση χρόνου ώστε να ηρεμήσει και ακολούθως να συζητήσουν το θέμα της πατρότητας του παιδιού, χωρίς την αναφορά και επίκληση άλλων περαιτέρω συγκεκριμένων δολίων ενεργειών αυτής που εξακολουθούσαν καθόλη τη διάρκεια του τελευταίου προ της ασκήσεως της αγωγής εξαμήνου δεν αρκούν για να οδηγήσουν στην επικαλούμενη απραξία αυτού (ενάγοντος) μέχρι συμπληρώσεως της αποσβεστικής προθεσμίας.

Άλλωστε το γεγονός ότι, όπως ο ίδιος ο ενάγων αναφέρει στο αγωγικό του δικόγραφο, ότι η πρώτη εναγομένη του ανέφερε ρητώς τον Σεπτέμβριο του έτους 2013 ότι το ανήλικο τέκνο τους δεν αποτελεί βιολογικό δικό του παιδί και ότι εν καιρώ η ίδια (πρώτη εναγομένη) θα του αποκαλύψει την αλήθεια όταν ηρεμήσει, ώστε να συζητήσουν για το θέμα της πατρότητας, επιβεβαιώνει την κρίση ότι δεν υπήρξε από την πλευρά της πρώτης εναγομένης δόλια απόκρυψη της αλήθειας με σκοπό την απώλεια υπό του ενάγοντος της νόμιμης προθεσμίας προς άσκηση της κρινόμενης αγωγής".

Κατά το καταληκτικό δε των παραδοχών αυτών του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου συμπέρασμα: "Έπρεπε, συνεπώς, απορριπτομένης ως προδήλως αορίστου της αντενστάσεως του ενάγοντος περί αναστολής της πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας προς έγερση της κρινόμενης αγωγής, να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη).

Σύμφωνα με τις παραπάνω σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή του εκκαλούντος. Εφόσον τα ίδια έκρινε και η εκκαλούμενη δεν έσφαλε, όπως παραπονείται ο εκκαλών και ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων ως αβασίμων των σχετικών λόγων εφέσεως.

Επομένως, όλοι οι λόγοι εφέσεως καθώς και η έφεση στο σύνολό της πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη. ...". Ήτοι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε λόγω αοριστίας την καθ' υποφορά προβαλλόμενη με την αγωγή αντένσταση του αναιρεσείοντος-ενάγοντος περί αναστολής της πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας προς έγερση της αγωγής, ακολούθως απέρριψε και τον σχετικό περί του αντιθέτου λόγο έφεσης και εντεύθεν και την έφεση στο σύνολό της, καταλήγοντας στο ίδιο αποτέλεσμα με την πρωτοβάθμια απόφαση περί απόρριψης της αγωγής λόγω εκπρόθεσμης άσκησης αυτής.

Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη ένσταση αναστολής της πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας άσκησης της αγωγής προσβολής πατρότητας, υπό την παραπάνω διατύπωσή της, είναι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ορισμένη, εφόσον περιέχει όλα απαραίτητα για τη θεμελίωσή της στοιχεία, που καθιστούν εφικτό το δικαστικό έλεγχο της βασιμότητάς της, αλλά και την άμυνα των εναγομένων.

Ειδικότερα, από το παραδεκτώς, κατ` άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτιμώμενο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής, όπως το περιεχόμενό του αναφέρεται πιο πάνω, προκύπτει ότι αναφέρονται σ' αυτό καθ' υποφορά, κατά τρόπο ορισμένο και σαφή, όλα τα απαιτούμενα για τη στοιχειοθέτηση και το ορισμένο της αντένστασης αναστολής κατ' άρθρο 255 ΑΚ της αποσβεστικής προθεσμίας προς έγερση της αγωγής προσβολής πατρότητας, στοιχεία του ορισμένου αυτής όπως αναφέρονται στη μείζονα σκέψη (ΙΙΙ μέρος).

Ήτοι αναφέρονται οι συγκεκριμένες δόλιες ενέργειες της πρώτης εναγομένης που έλαβαν χώρα εντός του τελευταίου εξαμήνου πριν τη συμπλήρωση της πενταετίας από τον τοκετό και ακολούθως εξακολουθητικά και μέχρι το τελευταίο εξάμηνο πριν την άσκηση της αγωγής, αποσκοπούσες στην επίτευξη της παρόδου του χρόνου με παρελκυστικές συζητήσεις και διαπραγματεύσεις για την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, καθώς και με παραπλανητικές εκδηλώσεις τείνουσες στη δημιουργία στον δικαιούχο-ενάγοντα εντυπώσεων περί της ικανοποίησης της αξίωσής του, που είχαν όμως σκοπό την απραξία του δικαιούχου-ενάγοντος, ώστε να μην προβεί στην έγκαιρη άσκηση της αξίωσής του μέχρι να συμπληρωθεί η προθεσμία.

Επίσης οι προβαλλόμενες από την υπόχρεη-πρώτη εναγομένη δικαιολογίες για την πρόσκαιρη μη ικανοποίηση της επίδικης αξίωσης ήταν προσχηματικές, ενώ στην πραγματικότητα κατευθύνονταν στο να συνεχισθεί η απραξία του δικαιούχου-ενάγοντος. Συνακόλουθα, τα περιεχόμενα, καθ` υποφορά στην αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και επαναλαμβανόμενα με την έφεσή του ως άνω περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία, η πρώτη εναγομένη - πρώην σύζυγος του (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) με τη δόλια και παρελκυστική συμπεριφορά της, τον απέτρεπε από την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του, καθόλο το παραπάνω κρίσιμο χρονικό διάστημα, συνιστούν νόμιμη αντένσταση περί αναστολής της αποσβεστικής προθεσμίας άσκησης της αγωγικής του αξίωσης, λόγω δόλιων ενεργειών της αντιδίκου του.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα με σχετικό λόγο έφεσής του ως άνω ένσταση, περί αναστολής της πενταετούς προθεσμίας άσκησης της αγωγής προσβολής πατρότητας λόγω δόλιας ενέργειας της υπόχρεης-πρώτης εναγομένης, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, ήτοι της παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου της αντένστασης αναστολής της αποσβεστικής προθεσμίας λόγω αοριστίας, μη λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που διαλαμβάνονταν στον προταθέντα ισχυρισμό-ένσταση.

Συνεπώς, ο συναφής πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1, 8, 10, 11, 12, 13, 14 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς δε εκτιμώμενος, στο σύνολό του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την προβληθείσα, καθ` υποφορά, με την αγωγή του και επαναφερθείσα με λόγο έφεσης, ως άνω αντένσταση αναστολής κατ' άρθρο 255 ΑΚ, της πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας προς έγερση της αγωγής προσβολής της πατρότητας, λόγω δόλιας αποτροπής του από την πρώτη εναγομένη να ασκήσει ενωρίτερα την εν λόγω αγωγή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βάσιμου, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ερευνηθέν από αυτήν μέρος, ήτοι καθό μέρος έκρινε αόριστη την προταθείσα κατά τα άνω αντένσταση περί αναστολής της πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας για άσκηση της αγωγής προσβολής πατρότητας, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 KΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που την εξέδωσε.

Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η πρώτη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 17/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς), που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από τις σχέσεις γονέων και τέκνων (άρθρ. 592 παρ. 2).

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτόν για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ