Supreme Court dismisses appeal against final judgment awarding compensation for expropriation, rejecting arguments on legal costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final judgment ordering it to pay compensation for expropriated land. The State argued that the lower court incorrectly applied cost reduction rules, but the court found the original award was lawful. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the State was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 of Law 653/1977; Article 22 of Law 3693/1957; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court's decision correctly applies substantive law to award compensation without violating constitutional prohibitions against reducing the awarded sum.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1009 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1009/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Απόστολο Ψάρρη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Υ.του Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αργυρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 113/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-11-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 27.11.2018 και αριθμό καταθέσεως 17/2018 αίτηση αναιρέσεως που άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο προσβάλλεται η με αριθμό 32/2018 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος κατά την τακτική διαδικασία και αντιμωλία των διαδίκων του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση που είχε ασκήσει αναιρεσιβαλλομένη εταιρία κατά της με αριθμό 113/2013 απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας.
Με την τελευταία είχε γίνει δεκτή η με αριθμ. καταθ.443ΤΜ/32/30.10. 2011 αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί καταβολής σε αυτόν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο του σ' αυτήν αναφερομένου χρηματικού ποσού, λόγω μη συνδρομής του τεκμηρίου ωφελείας για απαλλοτριωθείσα εδαφική έκταση ιδιοκτησίας του. Κατά την διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτος αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με την συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διατάξεως του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).
Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό, όπως προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, από τον συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του οποίου προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγομένης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα προσβάσεως του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτριώσεως, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.
Έτσι, ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι' αυτή (ΑΠ 1554 / 2017).
Εξ άλλου, ο από το άρθρο 559 αριθμός 19 λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση το ως άνω Εφετείο, σχετικώς με το υποβληθέν αίτημα περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με τη με αριθμό 1125902/964110010109-12-1998 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, νόμιμα δημοσιευθείσα στο υπ' αριθ. 1070/31-12- 1998 τεύχος Δ' ΦΕΚ, κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημοσίας ωφελείας και ειδικότερα για την κατασκευή της εισόδου της Λαμίας από χ/θ 0+000 έως χ/θ 2+741,87 έκταση συνολικού εμβαδού 38.491,91 τ.μ., που βρίσκεται στσ νομό Φθιώτιδας και απεικονίζεται στο από της Διεύθυνσης Δ12 του ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία έχει συντάξει ο Ί.
Ν. και έχει θεωρήσει ο διευθυντής της παραπάνω υπηρεσίας Δ. στις 26-03- 1998. Η παραπάνω αναγκαστική απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου και δαπάναι αυτού, που θα αντιμετωπισθεί με δαπάνες του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για έργα Οδοποιίας αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων (αρ.εργ.957150θ ΣΑΕ 071/2), καθώς και των παρόδιων ιδιοκτητών που ωφελούνται.
Στην ως άνω αναγκαστικώς απαλλοτριωθείσα έκταση συμπεριλαμβάνεται και το με ΑΚΠ 60 ακίνητο, ήτοι ένας οικοπεδαγρός που Βρίσκεται στη θέση "Κ. ή Ξ." της κτηματικής περιφέρειας Ρ. του δήμου Λ., εμβαδού 6.093 τμ.,..... Το ως άνω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος δυνάμει του υπ' αριθ. 11310/19-12-1969 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λαμίας Δ.
Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Λαμίας στον τόμο 110 και αριθμό 311, λόγω αγοράς από τον Π.Φ....... Εξάλλου, για την παραπάνω απαλλοτρίωση καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως με τη με αριθμό 224/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως με τη με αριθμό 82/2001 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
Πλην όμως το Ελληνικό Δημόσιο δεν κατέβαλε στον ενάγοντα αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν τμήμα αλλά συμψήφισε αυτήν με την τεκμαιρόμενη ωφέλεια. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι πριν την απαλλοτρίωση, η ανωτέρω ιδιοκτησία ήταν άρτια και μη οικοδομήσιμη, είχε πρόσοψη στην Εθνική Οδό Λαμίας Αθηνών και πρόσβαση σε αυτήν με δυνατότητα κυκλοφοριακής σύνδεσης.
Μετά την απαλλοτρίωση, εξακολουθεί να είναι άρτια και μη οικοδομήσιμη, ενώ δεν επικοινωνεί πλέον με την άνω Εθνική Οδό, για την κατασκευή της οποίας έγινε η απαλλοτρίωση, αλλά με την παράπλευρη αυτής οδό, και συνεπώς η απαλλοτρίωση δεν πρόσφερε κάποια ωφέλεια στην ως άνω ιδιοκτησία. Επιπλέον, στην ανωτέρω ιδιοκτησία έχει ανεγερθεί μία ισόγεια κατοικία και δύο ισόγεια καταστήματα, μετά δε την απαλλοτρίωση περιορίζεται ο έμπροσθεν αυτών λειτουργικός χώρος με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η προσέγγιση αυτοκινήτων για φόρτωση - εκφόρτωση των εμπορευμάτων των λειτουργούντων στα καταστήματα επιχειρήσεων (Βλ.
για τα ανωτέρω την από 10-01-2010 τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα μηχανικού Δ. Π.). Ο ενάγων πέραν της έμμεσης ωφέλειας που θα προκύψει από την ολοκλήρωση του παραπάνω έργου και για τους υπόλοιπους κατοίκους της περιοχής και τους χρήστες της οδού αυτής, δεν αποκτά οποιαδήποτε ωφέλεια, και ως εκ τούτου δεν μπορεί, σύμφωνα με την έννοια του Ν. 653/1977, να θεωρηθεί ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης και να επιβαρυνθεί με αυτοαποζημίωση.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά πρέπει να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στο ποσοστό που του αναλογεί από την απαλλοτριωθείσα και μη αποζημιωθείσα έκταση των 307,68 τ.μ. του ακινήτου με ΑΚΠ 60, με Βάση την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως που καθορίστηκε με τη με αριθμό 82/2001 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, δηλαδή αυτήν του ποσού των 76.747,69 ευρώ (307,68 Χ 249,44)...".
Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, νομικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών και, συγκεκριμένα, ως προς την ανυπαρξία ωφέλειας στα τμήματα των ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης που εναπομένουν μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε από το αναιρεσείον, κατ' ανατροπή του μαχητού, πλέον, κατά τα εκτεθέντα τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτητών των πιο πάνω ακινήτων, και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, με κριτήρια, καθοριστικά της έλλειψης ωφέλειας αυτού σε σχέση και με τον πολεοδομικό χαρακτήρα του ένδικου ακινήτου ως άρτιου και μη οικοδομήσιμου που αφορούν, κυρίως, α) τη μη απόκτηση, από το εδαφικό τμήμα που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, προσώπου στον διανοιγόμενο αυτοκινητόδρομο, με τον οποίο, μετά την απαλλοτρίωση, συνδέεται με παράπλευρη οδό, και β) την απώλεια πρόσοψης που είχε επί της εθνικής οδού με το επιπλέον δυσμενές επακόλουθο, του περιορισμού εκμετάλλευσης των εντός του εναπομένοντος τμήματος ευρισκομένων κτισμάτων ήτοι μίας ισόγειας οικίας και δυο καταστημάτων που στεγάζουν επιχειρήσεις λόγω της έλλειψης λειτουργικού εξωτερικού χώρου για την προσέγγιση αυτοκινήτου προς φορτοεκφόρτωση, κατέληξε στο σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμά του, ότι η απαλλοτριωμένη επίδικη ιδιοκτησία δεν αποκόμισε καμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση με σκοπό την κατασκευή εισόδου για της σύνδεση της ΕΟ με την πόλη της Λαμίας.
Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από το αναιρεσείον πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως διατείνεται, δεν αναφέρονται άλλα στοιχεία όπως, ο λόγος που δεν ωφελείται το ακίνητο από την παράπλευρη οδό, η έκταση του έμπροσθεν των κτισμάτων λειτουργικού χώρου του επιδίκου ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, το είδος της οικονομικής εκμετάλλευσης του ακινήτου, και τα οικονομικά στοιχεία απόδοσης πριν και μετά την απαλλοτρίωση των επιχειρήσεων που στεγάζονται στα επ'αυτού ευρισκόμενα καταστήματα.
Τα στοιχεία αυτά δεν θεμελιώνουν ούτε στηρίζουν , την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στις κρίσιμες πιο πάνω διατάξεις, για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας και δεν έχουν καμία έννομη συνέπεια για την άρση ή μη του τεκμηρίου αυτού, ώστε η μη αναφορά τους στην προσβαλλόμενη απόφαση να στερεί την τελευταία από νόμιμη βάση.
Πάντως η τυχόν δημιουργία μετά την απαλλοτρίωση επωφελέστερων συνθηκών εκμετάλλευσης του εναπομένοντος ακινήτου, εφόσον τούτο δεν απέκτησε πρόσοψη επι της διανοιχθείσης εθνικής οδού, αλλά αντιθέτως απώλεσε αυτήν, δεν στοιχειοθετεί το εισαγόμενο με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "τεκμήριο ωφέλειας", που δικαιολογεί την εκ του νόμου αυτού επιβολή αυτοαποζημίωσης στον ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος τμήματος.
Σε κάθε περίπτωση οι ως άνω επικαλούμενες από το αναιρεσείον ως ελλείψεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, με τις οποίες, υπό την επίκληση της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα του Εφετείου και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Επομένως ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι προεχόντως αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ.4 του Ν.2882/2001, όπως το πρώτο εδάφιο της αντικαταστάθηκε με το άρθρο 130 παρ.1 του Ν.4070/2012 (ΦΕΚ Α' 82/10.04.2012) και το τρίτο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του ιδίου ως άνω άρθρου, και το οποίο, κατά την παρ.9 του άρθρου 146 του ιδίου νόμου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις: "Η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.6 του άρθρου 5 του ν.3919/2011 (Α'32), αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΤΠΔ) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου....".
Ενόψει δε της ως άνω συνταγματικής αρχής, ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το ποσό αυτής πρέπει να περιέρχεται στο δικαιούχο ακέραιο. Μέρος δε αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθού η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σ' αυτά για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει.
Άρα αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του (άρθρο 189 ΚΠολΔ) αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της. συνεπώς, πρέπει να επιδικάζονται σε βάρος του υπόχρεου και να περιέρχονται στο δικαιούχο της αποζημίωσης.
Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, που πρέπει να επιδικαστεί και να περιέλθει σ' αυτόν, συνίσταται στο ποσό που προκύπτει κατ' εφαρμογή των οικείων διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων (αρθρ. 100 επ) γιατί αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή, άρα τη δαπάνη στην οποία αναγκαίως αυτός υποβάλλεται.
Για το λόγο αυτό κατά τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής δεν λαμβάνεται υπόψη τυχόν ιδιαίτερη με το δικηγόρο συμφωνία (εργολαβία δίκης) και αφ' ετέρου, το ποσό αυτής δεν υπόκειται σε συμψηφισμό, ούτε σε μείωση ή περιορισμό κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, αφού έτσι ο δικαιούχος θα επιβαρυνόταν με τη διαφορά, με αποτέλεσμα, τη φαλκίδευση του ποσού της αποζημίωσης (ΑΠ982/2018, ΑΠ198/2017).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 18 παρ.4 ν.2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 130 παρ.2 ν.4070/12, 58 επ. κωδ. Δικηγόρων και 22 ν.3693/1957, η προσβαλλομένη απόφαση προσδιόρισε την, σε βάρος του επιβληθείσα, δικαστική δαπάνη επί της ενδίκου, περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας και καταβολής της προσδιορισθείσας αρμοδίως αποζημιώσεως, αγωγής των αναιρεσιβλήτων, με βάση τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, κατ'αποκλεισμό της προβλέπουσας την επιδίκαση μειωμένης δικαστικής δαπάνης στον αντίδικο του Δημοσίου νικώντα διάδικο διατάξεως του άρθρου 22 ν.3693/1957.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, επί της ενδίκου υποθέσεως δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 22 ν.3693/1957, ενόψει του ότι αυτή (υπόθεση) αφορά επιδίκαση οφειλομένης, λόγω απαλλοτριώσεως, αποζημιώσεως, τυχόν δε εφαρμογή της κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος θα οδηγούσε, εκ των πραγμάτων, με την επιδίκαση μειωμένης δικαστικής δαπάνης, στην απαγορευμένη από την παραπάνω συνταγματική επιταγή (17Σ) φαλκίδευση της επιδικαζομένης αποζημιώσεως.
Συνακολούθως των όσων παραπάνω εκτέθηκαν και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην δικαστική δαπάνη των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμα αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένων όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.?
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27.11.2018 και αριθμό καταθέσεως 17/2018 αίτηση για την αναίρεση της με αριθμό 32/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ