Legislator Case Law & Legislation
1009/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding vague arguments and failure to cite judicial admission.

Case Number 1009/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for annulment of the First Instance Court's decision, ruling that the appeal arguments were inadmissible. The appellant claimed the lower court failed to consider a judicial admission regarding the debt amount, but the court found this argument vague and unsupported by the record. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11γ) and 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal argument based on a judicial admission is inadmissible if it fails to specify the prior invocation of that admission before the lower court or if the admission is not substantiated in the proceedings.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal judicial admission vague argument Code of Civil Procedure legal costs annulment request procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 30 paragraphs 1 and 2 of Law 2789/2000
Article 42 of Law 2912/2001
Article 559(11γ) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1009 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1009/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Μίγγινα. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... A.E.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νταφούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 439/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-3-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 30 παρ. 1 και 2 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ορίσθηκαν τα εξής:"1. Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31/12/2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.

Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000.

Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. 2. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος.

Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του Κ.Πολ.Δ.. Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία".

Επίσης με το άρθρο 39 παρ. παρ.1,2 και 12 του επιγενομένου και ισχύοντος από 4-8-2004 ν. 3259/2004, ορίζονται τα εξής : "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου (παρ. 1).

Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.

Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.

Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις (παρ. 2). Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως (ο νόμος αυτός) ισχύει" (παρ. 12). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πιστώσεως ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν.3259/2004, βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, και περιορίσθηκε το οριζόμενο ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής και δεν καταργήθηκαν οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, ούτε αποκλείσθηκαν της ρυθμίσεως εκείνες οι οφειλές που δεν υπερέβαιναν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου (ΑΠ 132/2014).

Τέλος, με την παράγραφο 4 εδ. α-γ του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, όπως συμπληρώθηκε, με το άρθρο 8 του ν. 3723/2008, ορίζονται τα εξής : "Στην περίπτωση απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί κατά την ισχύ του ν. 2789/2000 και το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000,00 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31.12.1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000,00 ευρώ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α' εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου.

Η αληθής έννοια του παραπάνω εδαφίου είναι ότι σε περίπτωση περισσοτέρων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων λαμβάνεται υπόψη το ληφθέν κεφάλαιο του κάθε δανείου ή πίστωσης χωριστά και ότι τα τιθέμενα ως άνω όρια του αρχικού κεφαλαίου των 400.000 ευρώ και της οφειλής των 2.201.000 ευρώ, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί την 31.10.1999, λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικά και όχι σωρευτικά.

Οι οφειλέτες ή εγγυητές που αποκλείσθηκαν από την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις του ν.3259/2004, λόγω διαφορετικής ερμηνείας της διάταξης του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 39, διατηρούν το δικαίωμα να ζητήσουν την υπαγωγή των οφειλών τους στις ρυθμίσεις του ν. 3259/2004, υπό τις λοιπές προϋποθέσεις του νόμου αυτού, με αίτησή τους, την οποία θα πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα εντός ενός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην ευνοϊκή ρύθμιση για τον επανακαθορισμό του ύψους της οφειλής των εμπίπτουν οι οφειλέτες των τραπεζών των οποίων οι οφειλές υπερβαίνουν το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πιστώσεως ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού.

Η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, που θέτει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την υπαγωγή της οφειλής στη ρύθμιση του νόμου, τελεί υπό τη ρητή επιφύλαξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει σαφώς ότι η πρώτη ως άνω διάταξη δεν εφαρμόζεται επί απαιτήσεων το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31-12-1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα, ή το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου ή πιστώσεως 400.000 ευρώ, δηλαδή θέτει τις αρνητικές προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.

Ενώ, δηλαδή, με την παρ. 1 θεσπίστηκε ορισμένο ποσοτικό όριο μέχρι του οποίου είναι δυνατός ο επανακαθορισμός και η ρύθμιση των οφειλών από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, δηλαδή της προστασίας των οφειλετών μεσαίων επιχειρήσεων ή των οφειλετών που ήσαν σχετικώς συνεπείς στις υποχρεώσεις τους και δεν άφησαν τα χρέη τους να διογκωθούν, με την παρ. 4, αποκλείσθηκαν από την ευνοϊκή ρύθμιση για επανακαθορισμό της οφειλής τους κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου οι λεγόμενοι "μεγαλοοφειλέτες", δηλαδή εκείνοι των οποίων το συνολικό ύψος της οφειλής υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ ή το κεφάλαιο κάθε δανείου ή πιστώσεως υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ.

Αντίστοιχη ρύθμιση ως προς το ύψος της οφειλής, που απέβλεπε στον αποκλεισμό από την ευνοϊκή ρύθμιση των μεγαλοοφειλετών, είχε περιληφθεί και στο άρθρο 30 παρ. 9 περ. δ' ν. 2789/2000 για οφειλές που υπερέβαιναν το ποσόν των 750.000.000 δραχμών ή 2.201.000 ευρώ. Επομένως, στην περίπτωση που συντρέχει οποιαδήποτε από τις δύο αρνητικώς διατυπωμένες περιπτώσεις της παρ. 4 δεν έχει εφαρμογή η παρ. 1 και το εδ.

α' της παρ. 2 του άρθρου 3259/2004 (ΑΠ 45/2016, ΑΠ 1549/2013). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οφειλέτης πιστωτικού ιδρύματος, επικαλούμενος τις ευεργετικές ρυθμίσεις των εν λόγω νόμων για τον επανακαθορισμό του ανώτατου ορίου της οφειλής του από δάνειο ή πίστωση με αλληλόχρεο λογαριασμό, με βάση τα προαναφερόμενα πολλαπλάσια, είτε με ευθεία αγωγή είτε με ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε από την Τράπεζα για μία τέτοια οφειλή είτε με ανακοπή κατά πράξεως εκτελέσεως, οφείλει για την πληρότητα του εισαγωγικού δικογράφου κατά τα άρθρα 118, 216 και 217 ΚΠολΔ να επικαλεστεί ότι συντρέχουν τόσο οι αρνητικές προϋποθέσεις της ανωτέρω παρ. 4 (δηλαδή ότι η οφειλή του, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί την 31-12-1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα, δεν υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ, καθώς και ότι το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου ή πιστώσεως δεν υπερέβαινε το ποσό των 400.000 ευρώ κατά την τελευταία εκταμίευση), όσο και η θετική προϋπόθεση ότι η οφειλή του υπερβαίνει το οριζόμενο από τις προαναφερόμενες διατάξεις πολλαπλάσιο της οφειλής, διότι τότε μόνο ανακύπτει περίπτωση επανακαθορισμού της οφειλής, την παράλειψη του οποίου έχει έννομο συμφέρον να προβάλει ο οφειλέτης κατά της Τράπεζας.

Εν προκειμένω, ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων με την υπό κρίση ανακοπή του ισχυρίσθηκε ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης είναι άκυρες, διότι επιχειρήθηκαν από την καθής η ανακοπή Τράπεζα και ήδη αναιρεσίβλητη, χωρίς η τελευταία να προβεί σε επανακαθορισμό της προς αυτήν οφειλής του από πίστωση με ανοιχτό λογαριασμό παρά την εκ μέρους του υποβολή αίτησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2870/2000, 2912/2001 και του άρθρου 39 ν. 3259/2004, υποστηρίζοντας (η Τράπεζα) ότι η οφειλή του εξαιρείται και δεν υπόκειται στις διατάξεις περί ανωτάτου ορίου οφειλής, πράγμα αβάσιμο, αφού ουδέποτε λήφθηκε από τον επίδικο αλληλόχρεο λογαριασμό αρχικό κεφάλαιο ύψους άνω των 400.000 ευρώ.

Ότι, ειδικότερα, τόσο κατά τη δημοσίευση του ν. 2870/2000, όσο και κατά το κλείσιμο της ένδικης σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού, με βάση το υπόλοιπο του οποίου εκδόθηκε ο εκτελεστός τίτλος (υπ' αριθ. 205/1997 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης), δυνάμει του οποίου επισπεύδεται η εις βάρος του αναγκαστική εκτέλεση, η οφειλή του δεν υπερέβαινε το ποσό των 2.201.000 ευρώ, δεδομένου ότι το ποσό της οφειλής του, αφαιρουμένων των προσαυξήσεων, ήταν 223.000 ευρώ.

Επιπρόσθετα, εκθέτει ότι το αρχικά πιστωθέν κεφάλαιο, δυνάμει της υπ' αριθ. 2043/1993 σύμβασης πιστώσεως ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, ανερχόταν στο ποσό των 3.000.000 δραχμών (9.500 ευρώ), οι δε μεταγενέστερες αυξητικές της πίστωσης συμβάσεις, συνιστούν διαφορετικές η κάθε μία (αυτοτελείς) πιστώσεις και ως εκ τούτου δεν συνυπολογίζονται αθροιστικά ως μία ενιαία.

Παραλείπει, όμως, και δεν αναφέρει στην ανακοπή του, όπως όφειλε για την πληρότητα του προβαλλόμενου λόγου της ανακοπής, σύμφωνα και με τις παρατιθέμενες ως άνω νομικές σκέψεις, το ποσό της οφειλής του, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση της ένδικης πιστώσεως, δεδομένου ότι αυτό είναι το κρίσιμο χρονικό σημείο στο οποίο πρέπει να διαπιστωθεί αν συντρέχει η προαναφερθείσα αρνητική προϋπόθεση (δηλαδή ότι το αρχικό κεφάλαιο της πιστώσεως δεν υπερέβαινε το ποσό των 400.000 ευρώ), ώστε να δικαιούται να υπαχθεί στις ευεργετικές ρυθμίσεις των ανωτέρω νόμων για τον επανακαθορισμό του ανώτατου ορίου της οφειλής του.

Μη νομίμως δε υποστηρίζει ότι το ποσό της αρχικής πιστώσεως και τα ποσά των μερικότερων πρόσθετων αυξητικών συμβάσεων, που ακολούθησαν, συνιστούν το καθένα διαφορετική οφειλή, με αποτέλεσμα να μη υπάρχει υπέρβαση του ορίου των 400.000 ευρώ. Και τούτο διότι η πίστωση είναι μία και ενιαία απαρχής, οι δε πρόσθετες αυξητικές πράξεις συνιστούν συμπλήρωμα του αρχικά συμφωνημένου πιστοδοτικού ορίου, χωρίς να συνάπτεται νέα, ανεξάρτητη της προηγούμενης, πίστωση.

Επίσης, ο ανακόπτων παραλείπει να αναφέρει στην ανακοπή του και τη (θετική) προϋπόθεση, ότι η οφειλή του υπερβαίνει το οριζόμενο από τις προαναφερόμενες διατάξεις πολλαπλάσιο της συνολικά χορηγηθείσας πίστωσης, διότι κατά τα προπαρατιθέμενα τότε μόνο ανακύπτει περίπτωση επανακαθορισμού της οφειλής.

Το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί την ανακοπή και είχε ακυρώσει τις προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτελέσεως απέρριψε τον ως άνω πρώτο λόγο της ανακοπής ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας. Κρίνοντας έτσι, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και συνεπώς ο πρώτος λόγος της αιτήσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση αυτή, είναι αβάσιμος.

Η δικαστική ομολογία, που κατά τους ορισμούς του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ αποτελεί πλήρη απόδειξη σε βάρος εκείνου του διαδίκου που ομολογεί, ναι μεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, πλην όμως η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει αυτήν υπόψη, για να ιδρύσει τον από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, απαιτείται να γίνει επίκληση αυτής, από τον ωφελούμενο διάδικο, ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο (ΑΠ 1139/2009, ΑΠ 389/2008).

Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως (αναφερόμενος στο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά στην κατ'ουσίαν απόρριψη του δεύτερου λόγου της ανακοπής), με τον οποίο προβάλλεται η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης, που έγινε με το δικόγραφο των προτάσεών της στον πρώτο βαθμό, περί του ότι το ποσό της ένδικης οφειλής του κατά την τελευταία εκταμίευση ήταν 388.255,67 ευρώ (οπότε δεν υπερέβη το κρίσιμο κατά το νόμο όριο των 400.000 ευρώ), είναι απαράδεκτος ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι έγινε επίκληση της δικαστικής αυτής ομολογίας της καθής η ανακοπή από τον ανακόπτοντα, ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Σε κάθε δε περίπτωση είναι απαράδεκτος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλέστηκε την ανωτέρω ομολογία ενώπιον του Εφετείου δεδομένου ότι δικάσθηκε ερήμην στο δεύτερο βαθμό λόγω μη προσήκουσας παράστασης.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Μαρτίου 2017 αίτηση του Π. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 439/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.-

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Αυγούστου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ