Legislator Case Law & Legislation
389/2008 AI generated

Supreme Court quashes lower court ruling for contradictory reasoning on bonus nature in severance pay calculation.

Case Number 389/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final judgment from the Athens Court of Appeal regarding severance pay. The lower court inconsistently treated a voluntary annual bonus as both part of the contractual salary and as a non-salary benefit, leading to contradictory conclusions on whether it should be included in the severance calculation. Consequently, the Supreme Court found the lower court's reasoning flawed and remanded the specific issue of the bonus's inclusion to the Court of Appeal for re-examination by a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must quash a lower court decision if it contains contradictory reasoning regarding the legal characterization of a benefit, such as determining it is part of the salary for one purpose but not for another, necessitating remand for further examination.

Keywords

AI generated
severance pay calculation contradictory reasoning annual bonus nature remand for re-examination Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 656(1) of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 389 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 389/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Ζήση Βασιλόπουλου), Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ......., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπασταύρου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "PLIAS ΑΒΕΕ, Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία", που εδρεύει στη Χαλκίδα (Βαθύ Αυλίδος) και είναι εγκατεστημένη στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται κατά νόμο, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαχαρία Αλυσσανδράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/3/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 714/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9904/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/2/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 30/1/2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Μάριου-Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

"Πράγματα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο, όχι δε και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 656 παρ. 1 του ΑΚ, αν ο εργοδότης περιήλθε σε υπερημερία περί την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, έχει την υποχρέωση να του καταβάλει το μηνιαίο μισθό του καθώς και τις πάσης φύσεως πρόσθετες αποδοχές τις οποίες κατέβαλλε σ' αυτόν σταθερά και μόνιμα κατά μήνα κατά το χρόνο της πραγματικής εργασίας του και τις οποίες ο τελευταίος με πιθανότητα θα ελάμβανε αν ο εργοδότης αποδεχόταν τις υπηρεσίες του.

Προϋποτίθεται, ότι οι εν λόγω πρόσθετες αποδοχές έχουν μισθολογικό χαρακτήρα. Έτσι, στη σχετική αξίωση του εργαζομένου δεν περιλαμβάνονται, ως μη έχουσες το χαρακτήρα μισθού οι παροχές που χορηγούνται σ' αυτόν από ελευθεριότητα ήτοι χωρίς νομική ή συμβατική δέσμευση και με τη ρητή επιφύλαξη του δικαιώματος ανακλήσεώς τους, καθώς και αυτές που χορηγούνται προς αντιμετώπιση συγκεκριμένων λειτουργικών αναγκών της επιχειρήσεως του εργοδότη.

Παρέπεται δε, ότι αναγκαίο περιεχόμενο της ιστορικής βάσεως της αγωγής του μισθωτού, με την οποία προβάλλονται αξιώσεις για επιδίκαση μισθών υπερημερίας, αποτελεί, μεταξύ άλλων, και η αναφορά του ύψους του νόμιμου ή συμβατικού μισθού καθώς και των τυχόν λοιπών πρόσθετων παροχών μισθολογικού χαρακτήρα.

Ο ισχυρισμός στην περίπτωση αυτή του εναγομένου εργοδότη, ότι ορισμένες από τις αναφερόμενες στην αγωγή πρόσθετες παροχές είναι οικειοθελείς ή εξυπηρετούσαν τις λειτουργικές ανάγκες της επιχειρήσεως, τείνει σε αμφισβήτηση του μισθολογικού χαρακτήρα των παροχών αυτών και κατά συνέπεια δεν αποτελεί ένσταση, δηλαδή αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά άρνηση της ιστορικής βάσεως της αγωγής.

Επομένως, ο πρώτος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη χωρίς να προταθεί από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, τον ισχυρισμό ότι οι επικαλούμενες με την αγωγή για τη σύνθεση των αιτούμενων μισθών υπερημερίας πρόσθετες παροχές χρήσεως αυτοκινήτου και ετησίου επιμισθίου (bonus), αποτελούσαν οικειοθελείς παροχές τις οποίες παρείχε η αναιρεσίβλητη από ελευθεριότητα και με την επιφύλαξη δικαιώματος ανακλήσεώς τους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", με την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά άρνηση της αγωγής ως προς το μισθολογικό χαρακτήρα των ως άνω πρόσθετων παροχών.

Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο ιδρύεται ο λόγος αυτός και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, και ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικών αυτών μέσων κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Αυτό ισχύει και για τη δικαστική ομολογία, ανεξάρτητα από το ότι η τελευταία, κατά το άρθρο 352 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο. Επομένως, ο από τους αριθμούς 11 και 12, πλην αληθώς μόνο από τον αριθμό 11, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία της αναιρεσίβλητης κατά την οποία οικειοθελής παροχή για την οποία είχεν επιφυλάξει δικαίωμα μονομερούς ανακλήσεως, ήταν μόνο η αναφερόμενη στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται ότι έγινε επίκληση του εν λόγω αποδεικτικού μέσου της ομολογίας.

Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το νόμο 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή με βάση τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της εργασίας. Στο συμβατικό μισθό περιλαμβάνονται και οι πρόσθετες παροχές του εργοδότη προς το μισθωτό, που παρέχονται πέρα από αυτές που επιβάλλει ο νόμος ή άλλη κανονιστική διάταξη. Οι εν λόγω παροχές δε φέρουν μεν το χαρακτήρα των οικειοθελών, εφόσον για την παροχή τους δεσμεύεται ο εργοδότης από τη σύμβαση, πλην όμως, κατά το μέρος που δεν θίγονται τα κατώτατα νόμιμα όρια του μισθού, μπορούν να διακοπούν κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσεως, με νέα, τροποποιητική της αρχικής συμβάσεως συμφωνία ή μονομερώς από τον εργοδότη, αν αυτός έχει εξουσιοδοτηθεί σχετικώς με συμβατική ρήτρα.

Συνεπώς, οι παροχές αυτές έχουν μισθολογικό χαρακτήρα και αν ακόμη έχουν χαρακτηρισθεί από τα μέρη ως μη μισθολογικές και μέχρις ότου διακοπούν με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, συνυπολογίζονται, σε περίπτωση υπερημερίας του εργοδότη, στους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως λόγω αντιφατικότητας των αιτιολογιών ιδρύεται όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχτηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, και τα εξής κρίσιμα περιστατικά:

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα στις ...... προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως διευθύντρια του τμήματος προωθήσεως πωλήσεων της επιχειρήσεώς της, αντί μηνιαίου μισθού ανερχομένου στο ποσό των 5.712,29 ευρώ, και επιπλέον, μεταξύ άλλων, και ετησίου επιμισθίου, ανερχομένου, κατά την κρίση της τελευταίας, σε ποσοστό κυμαινόμενο μεταξύ 10% έως 30% του 14πλασίου των μηνιαίων αποδοχών της.

Συμφωνήθηκε δε μεταξύ των διαδίκων ότι η εν λόγω πρόσθετη παροχή, όπως και οι λοιπές, που παρείχε η αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα εκουσίως και από αγαθή προαίρεση, χωρίς να υπέχει νομική υποχρέωση, δεν θα αποτελούσαν αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας της, ενώ επιπλέον η πρώτη επιφύλαξε στον εαυτό της το δικαίωμα να τις ανακαλεί ή να τις διακόπτει, ανάλογα με την πορεία των οικονομικών συνθηκών της επιχειρήσεώς της.

Ότι η αναιρεσείουσα προσέφερε τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες της στην αναιρεσίβλητη μέχρι τις αρχές του μηνός Οκτωβρίου 2003, οπότε και έλαβε άδεια κυήσεως και ακολούθως, μετά τη γέννηση του τέκνου της, άδεια λοχείας, κατά τη διάρκεια της οποίας και καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της πλην ακύρως για τους εκτιθέμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγους.

Ενόψει αυτών δέχτηκε ακολούθως, ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της αναιρεσείουσας στην οποία και επιδίκασε 5.712,99 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-2-2004 μέχρι 30-11-2004, στους οποίους, όμως, δε συνυπολόγισε, μεταξύ άλλων, και την ως άνω πρόσθετη παροχή του ετησίου επιμισθίου, δεχόμενη ότι δεν αποτελούσε συμβατικό αντάλλαγμα, αλλά ήταν οικειοθελής και παρεχόταν από την αναιρεσίβλητη από ελευθεριότητα και με το δικαίωμα διακοπής της.

Με τις παραδοχές του, όμως, αυτές το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το ζήτημα του χαρακτήρα της ως άνω πρόσθετης παροχής ως μισθολογικής ή μη, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ενώ με βάση τις πιο πάνω παραδοχές "ότι η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως διευθύντρια ..κ.λ.π.

αντί μηνιαίου μισθού... και ετησίου επιμισθίου", η εν λόγω πρόσθετη παροχή αποτελούσε μέρος του συμβατικού μισθού, για την οποία συμφωνήθηκε ότι η αναιρεσίβλητη είχε δικαίωμα μονομερούς διακοπής της, δέχεται ακολούθως αντιφατικά ότι η παροχή αυτή ήταν οικειοθελής, που χορηγήθηκε από την αναιρεσίβλητη με δική της πρωτοβουλία από ελευθεριότητα και με επιφύλαξη δικαιώματος ανακλήσεως, δηλαδή ότι αυτή δεν είχε μισθολογικό χαρακτήρα και δεν ήταν συνυπολογιστέα στους μισθούς υπερημερίας.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η σχετική από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε ως μη συνυπολογιστέα στους μισθούς υπερημερίας της αναιρεσείουσας την πρόσθετη παροχή του ετησίου επιμισθίου (bonus) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 9904/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, με σύνθεση από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ